Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

παρουσιάσεις






ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ




Τζένης Κωνσταντινίδη



Τα Κιόνενα




ποιητική συλλογή









ΛΕΥΚΩΣΙΑ 2010




Τζένης Κωνσταντινίδη, τα Κιόνενα
ποιητική συλλογή

Η ποιητική συλλογή «Τα Κιόνενα» της Τζένης Κωνσταντινίδη απαιτεί την αγάπη σας στην κυπριακή διάλεκτο και στην ποίηση,  και το χρόνο σας, για να κατακτήσετε και τη διάλεκτο και την ποίησή της, γιατί το ύψος προϋποθέτει ανάβαση πνευματική και  προετοιμασία ψυχική.
Η λέξη Κιόνενα μας μεταφέρει στα επιτύμβια επιγράμματα που άνθισαν στην αρχαιότητα και στους βυζαντινούς χρόνους, δεν έχουμε όμως ίσως τόσα στην κυπριακή, και μερικά μόνο ποιήματα, που αναφέρονται στον κάτω κόσμο, μετέχουν της παράδοσης του δημοτικού τραγουδιού. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει επίσης  στο τοις πάσι συγκινητικό Βούττημαν ήλιου του Δημήτρη Λιπέρτη.




Τα Κιόνενα  πηγάζουν από τα επιτύμβια επιγράμματα στην αρχαία Ελλάδα, με  φυσιολατρικούς απόηχους, γιατί η ίδια η γλώσσα και το θέμα βυθίζονται σ’ εκείνη την εποχή, όταν οι άνθρωποι έβλεπαν και θαύμαζαν το φως του ήλιου σαν κάτι πρωτόγνωρο, ήξεραν την πολυσήμαντη αξία του, κάτι ασύλληπτο ίσως σήμερα, που όλα θεωρούνται δεδομένα, χωρίς εκείνη  την παρθενική θωριά των όντων, που διασώζεται μόνο στους ποιητές.
Ένα άλλο μέγεθος θεμελιώδες για τα ποιήματα, η χριστιανοσύνη, που δεν διήλθε άσημη τον ελληνικό κόσμο. Γι’ αυτό, η ηρεμία μιας χριστιανικής χροιάς που ανιχνεύεται σ’ αυτά και γαληνεύει τον αναγνώστη αναδίνοντας την ευγενική εκείνη μυρουδιά των καταλαγιασμένων πια συγκρούσεων ανάμεσα στα πρώτα και τεράστια μεγέθη της ζωής και του θανάτου αλλά και το μήνυμα της ανάστασης του Κυρίου αποτελούν την υπέρβαση των φόβων του ανθρώπου για την αιώνια βασιλεία του Άδη.

Το φως και το σκοτάδι ή η διαλεκτική του φωτός είναι κύριο μοτίβο σε ποιήματα για το θάνατο. Η οπτική γωνία του να βλέπει ο ζωντανός από τη σκοπιά του το θάνατο είναι  μια μελέτη θανάτου, ιδωμένη στη λογοτεχνία ήδη από τον παππού  Όμηρο.
Μια βασική διαφορά με τα αρχαία επιτύμβια επιγράμματα είναι πως τα αρχαία εκείνα πρότυπα αναφέρονται σε συγκεκριμένο νεκρό άτομο και δεν είναι απρόσωπα:
Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει μνήμα
καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας
αλκήν δ' ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι
και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος.

Κάποτε τα επιτύμβια επιγράμματα συνοδεύονται με τις ανάλογες παραστάσεις που μας μεταφέρουν στην ομορφιά της ζωής των εφήβων, των κούρων και των κορών.

Η σύλληψη του θανάτου δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, παρά από τους ζώντες, κι αν η φιλοσοφία είναι μελέτη θανάτου, το ίδιο κι η ποίηση, μια χαραγή μέσα από το φως για να δει κανείς το σκοτάδι. Και σ’ αυτή την περίπτωση η ανθρωποποίηση είναι αναγκαία, αφού ο νεκρός δε μιλά δεν αισθάνεται. Ο ζωντανός όμως μπορεί να πάρει τη θέση του και να περιβάλει με τη θλίψη του το γεγονός του θανάτου και να δοκιμάσει να διανοίξει το μυστήριό του παραβάλλοντάς το ταυτόχρονα με το μυστήριο αλλά και με την ομορφιά της ζωής.



Το κιόνι εκτός από την άμεση αναφορά στην αρχαιότητα των κιόνων, δεν παύει να έχει την ψύχρα του θανάτου και την ακινησία του έστω και ως στήλη κοσμημένη ή ως άγαλμα, εφ’ ω τις αγάλλεται- με το οποίο δηλαδή αγάλλεται ο θεωρών, και τούτο όμως παραπέμπει πάλι στο θαύμα της τέχνης και της ανάπλασης ακόμα και του θανάτου με τον ηδυσμένο λόγο.

Γωνιόλιθος λοιπόν του πνευματικού οικοδομήματος ο διάλογος φωτός και σκότους. Τα επιτύμβια επιγράμματα της συλλογής αποτελούν τη μέθεξη της ποιήτριας στο μυστήριο του θανάτου και της απουσίας ύστερα από τη βίωση των συνταρακτικών για τον άνθρωπο οριακών καταστάσεων τις οποίες και βίωσε σπαρακτικά και εκφράζει ποιητικά ως άλλη Ανύτη η Τεγεάτις, αρχαία ποιήτρια επιτύμβιων επιγραμμάτων.

Δαμαί ν΄η στράτα του κιονιού, της κιόνενης της βρύσης.
Δίκλα, δκιαβάτη, να την δεις΄  δαρκολοά τζιαι στάσσει.
Η δαμνολιά ισιάζει την το δείλις αντηλάριν.
Ισιάζει με τζ’ εμένα που εσιέπασεν το κιόνιν.

Ηρέμ’ υπέρ τύμβοιο Σοφοκλέος, ηρέμα, κισσέ,
ερπύζοις, χλοερούς εκπροχέων πλοκάμους…


Ήδη από το πρώτο τετράστιχο, η δακρυσμένη βρύση είναι μια εικόνα της δακρυσμένης ζωής αλλά και της προσπάθειας της ζωντανής ύπαρξης να συλλάβει μέσα στο πένθος το μυστήριο του θανάτου και να το αποδώσει ποιητικά. Ο τόπος της σκιάς, και της σταλαγματιάς των δακρύων είναι το ημίφως και το χάραγμα πάνω στην κρούστα της ακινησίας, από μέσα από την κατάσταση εκείνη που βρισκόμενη η ποιήτρια γδέρνει το σκληρό πετσί του άδη για να συλλάβει τον κάτω κόσμο.

Ο ίσκιος πέφτει και σκεπάζει τα πάντα, ή ακόμα πιο κάτω στο δεύτερο τρίστιχο, ο χρόνος σταματά, ο κύκλος του φωτός καρφώνεται, οι αισθήσεις νεκρώνονται, τα συναισθήματα κι η δύναμή τους ατενίζονται από την ανάποδη. Δεν υπάρχει διάβαση αλλά πέζεμα, σταμάτημα ακινησίας.
Δακάτω δα βραμός του Χάρου ένι τζιαι μετόσιν.
Πεζεύκουσιν με τ’ αστανιόν τζιαι δίκουροι δκιαβαίνουν.
Με χάραμαν του φου θωρούν, με καρτερούν ξηφώτιν. 1-2

Αντιθετικά η ζωή, το αντίδωρο του θεού, ο άρτος και ο οίνος ως οι ουσιώδεις δωρεές του θεού και τα εφόδια της ζωής αποτελούν τη δοξολογία του δωρεοδότου
Εν η ζωή αντίδερον, κατακλαστόν πεντάρτιν . 2β

Για να συγκρίνει όμως ένας το μέγα καλό και πρώτο της ζωής πρέπει να το δει από την οπτική γωνία του θανάτου, για να αποφανθεί πως η ζωή είναι χαρά και προπάντων άπλετο φως.
Δίκλα να δεις, ατρύητον το  φως πον’ αγιοφόριν.3
Κι είναι τόση η δύναμη της ζωής και του φωτός που μπορεί να κλείσει και το ράγισμα του θανάτου. Μέσα από το φως και τη χάρη του, η ποιήτρια βλέπει το θείο στη μεγαλοπρέπειά του. Το ψαλμικό «φως ως ιμάτιον», έρχεται ως «φως πον αγιοφόριν», στην επιγραμματική ποίηση της Τζένης Κωνσταντινίδη.3
Άρα, η οπτική του θανάτου δεν ήταν δυνατό να ιδωθεί μακριά από τη θρησκευτική προοπτική, αφού η μαθητεία της ποιήτριας στη χριστιανική γραμματεία και τα βιώματα της πίστης τη συνοδεύουν και αποκαλύπτονται στην τέχνη της.

Μιλώντας για τον κάτω κόσμο ο ζωντανός δεν μπορεί παρά να χρησιμοποιήσει τις εικόνες της ζωής. Ο κήπος του χάρου, το μετόχιν του χάρου, ή ο βραμός, παρόλο που η λέξη παράδεισος σημαίνει τον κήπο, ο κήπος εδώ στην ποίηση είναι επικαλυμμένος με τη θλίψη των αγαλμάτων και της άρνησης της κίνησης και της ζωής.
4
Στο ξήστρατον που ρέσσεις του κιονιού, στη καντουνάδαν,
δεντρόν αθθάτον μπλάστηκεν τζια κόψε αμασκάλην
τζ’εμένα δίκλησε να δεις εις το τζηπίν του Χάρου

Αυτό το παρακλητικό δεύτερο πρόσωπο στο Λιπέρτη:

Βούττημαν ήλιου τζι ύστερις τέλεια πων να σιγράση,
Τζιαι πων ν' αδκειάσουν τα στενά, Πων έσ'ει πλάσμαν να περνά, Για να σε ξιφαράση,
Έλα τζιαι 'σου στο μνήμαν μου τζιαι μες τον μπότην άψε, Αϊταφίτικον τζ'ερίν
Κάπνισε, κόρη, νακκουρίν, Νομάτισ' με τζιαι κλάψε.

Και η Τζένη,
Ανέφανε δειλίνιασμαν που δροσινίσκει τέλεια
νηλιού το φως που θώρηννα να φέρεις τζαι ξηφώτιν.

Το φως ως ζωηφόρο εκφράζει το ωραίο πρόσωπο. Το αγαπημένο πρόσωπο, ζωντανό, είναι η ίδια η ζωή, το φως. Ο ερχομός του θα ανατείλει όπως το αναστάσιμο φως.5α

Η μνήμη είναι η μεγάλη δύναμη των ζώντων στη θύμηση των νεκρών. Με τη μνήμη συντηρούμε τις μέρες που χάθηκαν και κρύφτηκαν κάτω από το χώμα. Με τη μνήμη υπεβαίνουμε την ανυπαρξία θητεύοντας στην ανάκληση εικόνων σκηνών και στιγμών, κάποτε μαρτυρικό, κάποτε εξευμενιστικό του θανάτου και θεραπευτικό του πόνου. 5β

Ο λόγος, η μαρτυρία της λογικής σύλληψης και του διαλόγου των ανθρώπων, της πνευματικής τους υπόστασης, ακινητεί με το θάνατο. Μέσα στη μοναξιά άρα και την έλλειψη της κοινωνίας και επικοινωνίας των ανθρώπων υπάρχει ο θάνατος, για να μας συνταράξει και να οδηγήσει στη μεγάλη αλήθεια πως ζωή πνευματική είναι ζωή εν κοινωνία μετά των συνανθρώπων σε αντίθεση άκρα με το ακοινώνητο και τη σιωπή.
Ασύντυχον τζιαι μανιχόν το κιόνιν πάντα στέκει. 6α

Είναι θαυμαστό πάντα πόσο οι αντιθετικές δυνάμεις, η διαλεκτική της ζωής και του θανάτου, εφορμούν στα υπάρχοντα και θεωρούμενα δεδομένα, για να μας διερμηνεύσουν τη σημασία και προπάντων την αξία τους. Κατά το λεγόμενο, μόνο όταν χάσεις κάτι μπορείς να καταλάβεις την αξία του. Και ο θάνατος προκαλεί αυτό το κενό. Πληρότητα άρα η ζωή, έλλειψη ο θάνατος.
Περίλειπον το κιόνιν μνείσκει, όποθθεν τζι αν το δεις.
                              


Τα συναισθήματα για το θάνατο αιώνια τα ίδια, η λύπη, η πίκρα, η σιωπή, η μοναξιά. κι ο άνθρωπος σκιάς όναρ, όπως και η ζωή, ξένη, ένα όραμα περαστικό, εν ριπή οφθαλμού χάνεται. Η νεκρώσιμη ακολουθία εμπεριέχει πολλή ποίηση, που ηχεί ανεπαίσθητα στα ολιγόστιχα νεκρικά τραγούδια της ποιητικής αυτής συλλογής. 7

Οι σολωμικοί απόηχοι των Ελεύθερων Πολιορκημένων με τις ωραίες εικόνες της ζωής που ανθεί μπορεί να πει κανείς πως απαντιούνται επίσης ανεπαίσθητα να ηχούν το θαύμα της ζωής. Η ποταμωσιά, η αέναη και κραυγαλέα δύναμη της ζωή που περιχύνεται παντού και ζωοποιεί και ομορφαίνει, ανοίγοντας την ψυχή που με όλες τις αισθήσεις του κορμιού εισροφά τη χάρη. Κι εδώ μια συγκεκριμένη αναφορά στο Λωρόβουνο, στα παληκάρια της εποχής που άφησαν εκεί την πνοή τους, η ζωή δεν είναι χωρίς ιστορία, ατομική και ομαδική, εθνικούς αγώνες, ηρωισμούς και θυσίες. 8
Ο χώρος ιερούται όπως και ο χρόνος με τη θυσία

Ποταμωσιά, π’ αθκιείς λοής- λογιών αθθούς τζιαι κλώνους
τζια το βουνόν ραντίζεις το με μυρωθκιές βριμήδιν
τον δύμνιον τον Λωρόβουνον να μου ποσιαιρετήσεις
πον’  το λουλάτζιν γιώρκιν του τζ΄ η παλληκαροσύνη.

Το φως με το σκότος, όταν συνοδεύονται από λέξεις και εικόνες ύδατος, έστω και σταλαμής, αποχτούν την υγρότητα που απαιτείται για τη μετάδοση του αισθήματος της ζωής, απομακρύνοντας τη στέγνια του θανάτου. Ακόμα και στη λέξη συγράδιν, παρόλη τη σκοτεινή μεταφορά, κελαρύζει μέσα το υγρό στοιχείο αναδεικνύοντας έτσι τη σύζευξη ζωής και θανάτου μέσα στη γλώσσα και προπάντων μέσα στην ποίηση, όταν ο ποιητής είναι πραγματικός ποιητής ή πραγματική ποιήτρια, όπως η Τζένη Κωνσταντινίδη.9

 Όπως είπε κι ο Σεφέρης, αγγελικό και μαύρο φως ή κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός, η ποιήτρια λέει είμαστιν σταλαμή στο φως, εν τζείνο που μας λάμνει. Το φως είναι η ζωή αλλά και κινεί τη ζωή, στρέφει τον άνθρωπο προς το φως, όσες σημασίες κι αν έχει αυτό, σαν το αεράκι που φυσά. Ο κύκλος της ζωής τελειώνει, γέρνει στη γερασμένη γη, παράλληλος με τον κύκλο της μέρας, που τελειώνει το βράδυ.
Η τραγική συνειδητοποίηση του ανθρώπου πως είμαστε μια στιγμή φωτός που αναδύεται από το χάος κι επιστρέφει εις γην εξ ης ελήφθη είναι μια σύλληψη ελληνική, όπως βιώνεται από τους αρχαίους τραγικούς ήρωες και επαναλαμβανόμενη στην ποίηση εδώ, δεν αποτελεί παρά υπόμνηση πως με την κυπριακή διάλεκτο δεν γεννιέται κανένα καινούργιο έθνος, παρά μόνο επαναλαμβάνεται και οριοθετείται εδώ ο ελληνικός κόσμος και η ελληνική αντίληψη της ζωής και του θανάτου.

Τα τζύμματα της θάλασσας ξηντίλησεν κανένας;
10. Έστι θάλασσα΄  τις δε νιν κατασβέσει, ρωτά ο Αισχύλος στην Ορέστεια, κι ο Σεφέρης στο ποίημα Δευτέρα, Τη θάλασσα, τη θάλασσα ποιος θα την εξαντλήσει;

Καμιά παρθενογένεση στην ποίηση ή στη γενικότερη πνευματική παραγωγή,  κι ο ποιητικός λόγος ζωντανός, ως η γλώσσα, αποδίδει τις ίδιες εικόνες ή στο βάθος τα ίδια νοήματα με τις αναγκαίες προσωπικές παραλλαγές.

Όλα ανακυκλούνται, ο τροχός της επιστροφής γυρίζει στην πηγή του, στο θεό, τα πάντα. Είναι όμως και κάτι αιώνια αλμυρό κι αφέγγιστο, «μια Αλυτζή αφέγγιστη στειάδιν εν  του  Άδη». 10

Τα ίδια γυρίσματα του κύκλου, όταν ιδωθούν από την όψη της ζωής προκαλούν το φτερούγισμα της χαράς, από την όψη του θανάτου κόκκος φθοράς 10α
Η εν κόσμω παρουσία μας, το παρείναι, η αστραπιαία έλευση και διέλευση στο φως και διά του φωτός μας οδηγεί στην πάλη με τα όντα. β Οι αντίπαλες κάποτε ουσίες του φωτός και του σκότους, η ανεστιότητα στο φως, αλλά κι η πάλη μ’ αυτό οδηγεί στη δημιουργία. Το φως ελαύνει, οδηγεί, ελκύει, ωθεί, κινητήρια δύναμη της ψυχής, μάς λάμνει. 10β «Είμαστε σταλαμή στο φως… εν τζείνον που μας λάμνει.»

Και στο τέλος των επιγραμμάτων το αναστάσιμο μήνυμα:
Λάμπει καθάριος ο ουρανός, ο ήλιος, η πλάση απέραντη, μέσα της βλέπεις το Θεό, έστω κι αν πανθεϊστικό το δόγμα, ή καλύτερα δίνεται με το χριστιανικό τρόπο, ή και τον πλατωνικό, ο πλάστης ελούρισεν πάνω από τη φύση, διέγραψε, γεωμέτρησε, σχεδίασε, έπλασε εν σοφία. Η πλάση δεν γνωρίζει χάρο, ενώ ο άνθρωπος, ό, τι από αρχαιοτάτων χρόνων συνελήφθη ποιητικά από τον Όμηρο και στα νεότερα χρόνια από το δημοτικό τραγούδι. Ο Αχιλλέας δε θέλει να’ ναι βασιλιάς στον Άδη, κάλλιο να δουλεύει εν ζωή. Στο δημοτικό τραγούδι ο Έλληνας ζηλεύει τα βουνά, γιατί εκείνος πεθαίνει, εκείνα μένουν αθάνατα.

Εν τέλει, τα αιώνια μοτίβα της ζωής και του θανάτου ιδωμένα μέσα από την ποίηση της Τζένης Κωνσταντινίδη οδήγησαν ή εξήγαγαν στην αιωνιότητα της ποίησης και της ελληνικής ψυχής. Εν δε φάει και όλεσον.

Η συλλογή συνεχίζεται με     
ΤΟ ΚΙΟΝΙΝ ΤΟΥ ΠΕΡΑΤΗ
Για το κιόνι και τη σημασία του μιλήσαμε στην αρχή. Τώρα για τον περάτη, τον περαστικό μπρος από το μνήμα, θυμηθείτε το ω ξειν, αγγέλλειν, ξένε, με όλες τις σημασίες και πάλι της λέξης,  μέσα στην οποία συνυπάρχει και ο περαστικός της ζωής. Συνήθης η προσφώνηση στον περαστικό επισκέπτη του μνήματος από αρχαιοτάτων χρόνων. Ενώ η ανάγκη για ταφή και μνημούρι απαντά στον Όμηρο, θυμηθείτε τον Ελπήνορα:
« Μόν' πάρε με και κάψε με μαζί με τ' άρματά μου,
και βάλε στον αφρόλευκο γιαλό κοντά μνημούρι,
να με πονούν τον άμοιρο κατόπι όσοι το βλέπουν
κάμε μου αυτά, και το κουπί στο μνήμα απάνω στήσε
το ίδιο που ζώντας έλαμνα μαζί με τους συντρόφους.»
Τα κουπιά τους δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ’ ακρογυάλι, λέει ο Σεφέρης.

Περάτη, ε ροδεύκουσι τζει κάτω που πεζεύκεις.
Τα πάντα ιδωμένα μέσα από το θάνατο είναι ραγισμένα, ο κόσμος ως κόσμος ραγίζει, χάνει την ενότητα, τη λογική δομή, αφού ο νους, ο διακοσμήσας τα πάντα, κοιμάται ή βλέπει μέσα από καταχνιά. α  
Πιο φιλοσοφικό το Κιόνιν του Περάτη, με τις έννοιες του κόσμου και του χρόνου και προπάντων με την εικόνα της εις Άδου καθόδου του Κυρίου, που εκπέμπει το φως της αναστάσεως και αποτελεί ένα ευαγγέλιο
«Προσάψιμον του Άδη, κόψε, τζι έπαρε προσγέλιον
έναν λυάδιν δροσινόν
του φου να γένεις μακρινόν
ξηφώτιν τζαι Βατζέλλιον.

Είναι όμως κι ένα άλλο τρίτο ποίημα, Η ΓΟΡΓΟΥΣΑ
λλ' κ πολλς συνουσίας γιγνοµένης περ τ πργµα ατ κα το συζν ξαίφνης, ...Αυτό το ξαφνικό συναπάντημα των δύο κόσμων, του παρόντος δικού μας, με τις αισθητικές αντιλήψεις μας και την ύλη που βαραίνει όλο και περισσότερο στις ψυχές,  και του άλλου, του κόσμου των αοράτων υπάρξεων, Αλαφροίσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι' δες. Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια! ... το προνόμιο των αλαφροϊσκιωτων. Στην Κυπριακή ποίηση έχουμε σχετικό του Βασίλη Μιχαηλίδη  την Ανεράδα του εκείνη, κι εδώ, στην ποιητική συλλογή της Τζένης Τα Κιόνενα έχουμε την Γοργούσα
Ο νέος από τα μικράτα του αναγιωμένος στη θάλασσα, βγαίνοντας από την εκκλησιά εκεί θα πάει, να αγναντέψει και ν’ αναπνεύσει, όταν μια Κυριακή βλέπει μέσα στην ανθισμένη θάλασσα την υπέρκαλλη γοργόνα. Ο άλλος κόσμος, του φωτός και της ομορφιάς, ο εξωπραγματικός, ο θαυμαστός, το καινό μυστήριο εμφανίζεται και με αυτό συνομιλεί. Ο Βασίλης Μιχαηλίδης το λέει
Αντάν με είδεν έφεξεν
τζι ο νους μου εφεντζιάστηκεν
τζ' εφάνην κόσμος φωτερός.

Και η Τζένη
Πλάση τζινούρκα έφεξεν
τζι αννοίει μου σγιαν θωρώ την

Ο κόσμος αυτός απαιτεί το σεβασμό ειδ΄άλλως απειλείται ο ασεβής με εξαφάνιση. Η έκσταση, το εξίστασθαι, το εκτός εαυτού είναι πραγματικότητα και ο διάλογος ως αιώνια επιβεβαίωση της ζωής του Μεγαλέξαντρου σφραγίζει  την ύπαρξη του υπέρχρονου και υπέρ νόον και τόπον θαυμαστού, που παρακολουθεί τον άνθρωπο και τον Έλληνα που άνοιξε με το πνεύμα και την πράξη κόσμους ασύλληπτους στην ψυχοσύνθεσή μας αλλά συλληπτούς στην υπέρλογη διάσταση.
Ο αξιωθείς τη συνύπαρξη με αυτό τον κόσμο μπορεί να πει το νυν απολύεις.
Ανέν τζ εν ανατείλημαν
το δειν της ποσπερίτικον
ας εν τζει μέσα να καώ.
Τζ ανέν νοδκιάς το γγίσμαν
βροσή νερών συμπιτικών
ας εν μέσα τους να πνιώ.

Έρχεται όμως η ώρα του αποχωρισμού, η υπέρβαση τελειώνει, η επάνοδος εις τα ίδια τραγική, συνοδευμένη με τη συνειδητοποίηση της ύβρεως .

Που λλόου μου ξωμάκρυσεν
τζιαι άκουσα του γέλιου της
το τσάκρισμαν ν’ αναγελά.

Και ο Βασίλης Μιχαηλίδης

Λαλεί μ' αν είσαι πέρκαλλος
τώρα πιόν μείνε δίχως μου
αν σου αρέσκ' έτσι ζωή
τζιαί ξαπολά 'ναν χάχχανον
ίσια 'νωσα το στήθος μου
πως αλλονάκκον να ραεί.

Η ύβρις πληρώνεται, η τίσις είναι να πελαϊζει ο νους στο γύρισμαν του φεγγαρκού,
όμως η εξαίφνης σύλληψη μένει, για να φρίττει ο άνθρωπος στο υπερκόσμιο και μόνο ποιητικά συλλαμβανόμενο και εκφραζόμενο.
Η ποιητική συλλογή της Τζένης Κωνσταντινίδη Τα Κιόνενα συμπληρώνεται με Κυπριακά Ερωτικά.
Έρως και θάνατος αλληλοσυμπληρούνται μέσα στη ζωή και στην τέχνη με τη φαντασία να θητεύει και στα δυο και να μεταθέτει στις πηγές του ανθρώπινου πνεύματος, όταν ζωή και θάνατος, φαντασία και πραγματικότητα, μύθος και ιστορία συνυφαίνονταν σε αξεδιάλυτη ενότητα, την ενότητα του πνεύματος και της ζωής.
Τα ποιήματα ΗΘάλασσα,Η Καρκιά της Κύπρου, Το Φιλίν, Τα Φύλλα της Καρκιάς, Το Βενέτικον Γρουσάφιν, Περιπαιχτικόν, Το Μολύβωμαν, Η Ποραντίδα και τέλος Το Μαρτάπριλλον αποτελούν την ενότητα.
Η Θάλασσα,
Η κόρη παρομοιάζεται με θάλασσα. Δροσιά και φέγγος όμοια. Κάλλη σαν κύμα.
Κι ύστερα η καρδιά που λάμνει και πυρπολείται και από αγάπη μα και πόθο και πόνο, γιατί η άρνηση του φιλιού δείχνει τη θάλασσα φουρτουνιασμένη.
Αντιθετική δομή, εικόνα και συστοίχηση με το συναίσθημα. 

Η Καρκιά της Κύπρου, σε πέντε τετράστιχα.
Οι  ομορφιές του νησιού μας, προπάντων εκείνο το άληπτο, ο αέρας. Οι μυρουδιές και τα τραγούδια που μιλούν στην καρδιά, τα μάτια των κοριτσιών και τα αντιπαλαίονται συναισθήματα που προκαλούν, μύθοι, θεές, τόποι, στις δυο διαστάσεις, της πραγματικότητας και της φαντασίας, της οριζόντιας θεώρησης και της κάθετης.
Τζι έναν πορίζιν φύτεψεν
πορίζιν του καμού τζιαί της χαράς.
Στης Κύπρου μόνον την καρκιάν εβλάστησεν
τζια ρίζει πρόσω τζει τους λας.
Μια φυσιογνωμία του χώρου, που επιδρά στη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων, και κατ’ επέκταση στη ζωή και στη δημιουργία τους.

Λαλούν το αγάπισμαν τζαι πεθυμιάν\λαλούν το του καμού δροσολαξιάν.
Τζι εν τ’ αερούδιν που γλυκοφυσά/μέσα στης Κύπρου της καρκιάν.

Το Φιλίν,
το πρώτο και αιώνιο, με την συναισθηματική και πλημμυριστική του δύναμη, με το μύρο και την αναστάτωση χαράζεται στη μνήμη

Τα Φύλλα της Καρκιάς,
όταν ανοίγουν, όση μαυρίλα κι αν πλακώνει εξωτερικά, τόσο η προσμονή του φωτός και της άνοιξης μεγαλώνει μαζί με την ανάγκη καταφυγής στο έτερον.

Το Βενέτικον Γρουσάφιν των ματιών της ή του, για τους άλλους είναι το άριστον, για το ποιητικό υποκείμενο όμως μετατρέπεται σε θύελλα και γλιστερόν κατάρτι, καημός, γιατί η μόνη σταθερά στον κόσμο είναι αυτά τα δυο μάτια και χωρίς αυτά το χάος και το ψέμα, η αποδιοργάνωση του κόσμου.  


Περιπαιχτικόν,
μια πινελιά ανέμελη μέσα στον ασφυκτικό κλοιό των άλλων ποιημάτων που μαρτυρούν τη σοβαρότητα της ποιήτριας, με τη Γριστινού και το Στασή σ’ ένα περιπαιχτικό, όπως λέει ο τίτλος, στιγμιότυπο.


Το Μολύβωμαν,
ο διάλογος του γηράσκοντος με τη νεοτάτη ύπαρξη, κι οι αντιθέσεις της θάλλουσας ζωής και του φθίνοντος, θνήσκοντος, σβήνοντος.

Η Ποραντίδα σε τέσσερα ολιγόστιχα μέρη
ανιστορεί ποιητικά την άνοδο και πτώση του ερωτευμένου, που ανέρχεται ως παραδείσου και κατέρχεται ως άδου, αφού παρατημένος δεν έχει άλλη εκλογή από την έξωση από τον παράδεισο και τη φυγή χωρίς να γυρίσει τα μάτια πίσω.  

Τέλος,
Το Μαρτάπριλλον
Τζειν το αθθάτον γιασουμίν πων μέσα στην αυλή σου
τζειν το κλωνίν βασιλιτζιάς που ρέμπει του στενού σου
την δροσινήν φιούραν σου εν πώχουν μοιρασκέριν.

Άμμα τζιαι  το Μαρτάπριλλον τέλεια μοιαστόν σου ένι.
Καλοσπιάζουν σε τζαι την πριλοήν σο έχουν\
μα πάλε ένι φτάννουν την δροσιάν πώ΄σιει το δειν σου.

Νά χα καρκιάν πετράθασον καρκιάν χαρκωματένην
που την θωρκάν σου κρούζει πιον τζαι γίνεται καμίνιν.


Η ποιητική συλλογή τα κιόνενα της Τζένης Κωνσταντινίδη σε εκδόσεις ακτή γλυπτά εξωφύλλου του φίλτατου Ανδρέα Σαββίδη και σχέδια εσωτερικού χώρου της ίδιας της ποιήτριας, αποτελούν μια σημαντική κατάθεση στο θησαυροφυλάκιο της κυπριακής ποίησης σε κυπριακή διάλεκτο, που με το λεξιλόγιό της μαρτυρεί την ελληνικότητα του κόσμου μας και την τρισχιλιετή συνεχή πορεία του.
Ευχαριστώ