Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2018

χρόνια τώρα


Χρόνια τώρα

Χρόνια τώρα μας κυνηγούν και δεν φεύγουμε από τον τόπο μας, τα σχέδια ήταν παλιά, ήρθε κι ο λιόντας και η χανούμη με τα ληστρικά και σάρωσαν μεριές μεριές τον τόπο, φυτεύτηκαν δέντρα στο αθώο αίμα και στο βιασμό, στο διωγμό και στην ταπείνωση της προσφυγιάς και αιχμαλωσίας, άλλοι ακόμα μαντρισμένοι στα χωριά τους, χιλιάδες ήταν, λίγοι απέμειναν, το μόνο που δεν αξίζει σ’αυτό τον κόσμο, τον ελληνικό κόσμο της Κύπρου,  είναι η προσβολή πως θα τουρκέψει, γιατί έχει ανάξιους ηγέτες, μα χιλιάδες γερό σιωπηρό λαό.

Δεν τα μπορώ τα κλάματα, θα ΄ρθει ο τούρκος να την πάρει, κι άλλα τέτοια,  γιατί δεν σώθηκε κανένας με τα παρακάλια και τη γλυφτουριά, με το γονάτισμα και με τους τεμενάδες, αν μη τι άλλο για μια αξιοπρέπεια ζούμε, δεν χρωστάμε σε κανέναν τούρκο σε κανέναν εγγλέζο σε κανέναν ξένο, χρωστάμε στους νεκρούς μας, στη γενιά μας, στα παιδιά μας. Και πολλά μάλιστα.

Και τι δηλαδή; Θα γεμίσουμε  αεροπλάνα και βαπόρια και θα γράφουμε τραγούδια προσφυγιάς; Άντε το κάναμε μια, θα το κάμουμε δυο και θα μας μείνει σύστημα; Κάθονται νέοι άνθρωποι και κουνιούνται μια εδώ μια εκεί με το ρυθμό και το τραγούδι, κι ύστερα λέει, αρκετά αγωνιστήκαμε για σήμερα, πάμε για καφέ. Κάποτε πρέπει να πάρουμε τα πάνω μας, ξέρουμε να γράφουμε και Όχι και να το λέμε και να αρνιούμαστε ό τι αφύσικο, γιατί όλα αυτά που τσαμπουνούν οι πολιτικάντηδες κι οι οσφυοκάμπτες εκεί οδηγούν, στην υποδούλωση, που τώρα γίνεται με λόγια, μας περιτυλίγουν με κάμποσα ακαταλαβίστικα, νομικά και νομικίστικα, κι οι κομματάρχες να κρατήσουν στο μαντρί τους τα αρνιά, κι οι άλλοι τα γίδια. Ούτε όπλα σας είπα να πιάσετε ούτε και να βγείτε στους δρόμους να φωνάζετε, αλλά ρε φίλε δεν είναι ντροπή να ετοιμάζεις θέλοντας μη θέλοντας τον κόσμο να υποταχτεί, γιατί βλέπεις τη δύναμη της τουρκιάς και τρέμεις με τις αγριοφωνάρες του ερντοάν και τις ειρωνείες του κάθε μεμέτη; Τέτοιο νου να τον βράσεις και να πιεις το ζουμί του.

Δεν παραδίδω τον τόπο μου, ο Θεός μου δωσε νου να κρίνω, ετοιμάζομαι για το κακό, ετοιμάζομαι όμως και για το καλό, να με καλούν με τα λοούθκια τους να σκλαβωθώ, και να τους φτύννω!

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018



Και χα χα χα και χι χι χι εμείς ξέρουμε καλύτερα, να σε διαφωτίσουμε, κι η πένα κρύφτηκε στα πετσιά της και περίμενε να μάθει, έρχεται τσουνάμι,  ο απαυτός πετάγεται μ’ ανοιχτές τις χερούκλες, αρπάζει τα παντζούρια, «τα παράθυρα τα παράθυρα, κρατώ ανοιχτά τα παράθυρα» και χα χα χα και χι χι χι, μέχρι να μας εξηγήσει τι είναι διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, πετάγεται από τον γκρεμό η χαλαρή ομοσπονδία, η πένα κρύβεται στα πετσιά της μη ξέροντας τι είναι αυτό πάλι, ο γκρεμός χάσκει, τα χρόνια τα χαμένα γίνονται σαράντα πέντε, η ζωή του στον γκρεμό, έννοιες χάνονται, λέξεις χάνονται, τη γειτόνισσά του Ελευθερία βάδωσαν στο σπίτι, δεν της ανοίγουν, κάτι άλλες με φερετζέ του φέρνουν να τον συγχύσουν, μα δεν είναι αυτή, τα δικαιώματά μου, άνθρωπος είμαι μωρέ, χίλια νομικίστικα του τσαμπουνούν να τον πιθηκίσουν, (ενεργητικό μεταβατικό, άλλη χαλάστρα), κι η πένα σιωπά, τσουνάμι είναι, θα περάσει, αμ δε, αυτοί ποσειδωνίως το προκαλούν, αυτοί το χειρίζονται, ο γκρεμός χάσκει, τον περιμένει να πέσει μέσα, ας είναι καλά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Πού θα μου πάτε! Θα σωθώ και θα σας βλέπω στην κόλαση να κοχλάζετε στο ζουμί σας.

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2018

Στο καφενείο


ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ
Κάτσαμε στο καφενείο, από τα σπάνια, γιατί εκεί δούλευα, φοιτηταριό, δεν πήγαινα να χαζέψω, μα μια που το ’φερε, δεν ήταν και μεγάλος ο τρωικός πόλεμος, μου λέει, άφραγκοι ήταν οι άνθρωποι, αχρηματία επικρατούσε, πόσους να κουβαλήσουν, κι έπρεπε να οργώνουν τη γη, να περιμένουν να τους δώσει καρπούς, κι έτσι έκαμαν δέκα χρόνια, ειδ’ άλλως πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα θα τέλειωναν και θα πήγαιναν στα σπίτια τους, να βρουν τις Πηνελόπες τους, εμένα λέω ευτυχώς, αν της Τροίας ήταν μικρός, της Κύπρου ήταν μια σταλιά, όχι μου λέει, το λαμπρόν τζει που πέφτει κρούζει, συμφωνήσαμε.
Και ξαναβρεθήκαμε τώρα, ξανά τα ίδια, και τον ρωτώ, τα σαράντα τέσσερα χρόνια τι τα θέλει η Τουρκιά, όσα πήρε στην εκεχειρία τα διαγούμισε, από τις πρώτες μέρες τα ψυγεία κι όλα τα ηλεκτρικά είδη να μαντριστούν να τα στείλουν στην Τουρκία, γιατί δεν είχαν, τόσο φτωχοί ήταν, θα ‘βγαζαν τα έξοδα της εισβολής με το ξεπούλημά τους, και τα σπίτια μας στις τενέκες, με τον κλήρο τα μοίραζαν, και τα παντελόνια και τα πουκάμισά μας, τίτσιροι κι αλυπόλυτοι, οι πούαρ τέρκς, κι ύστερα άρχισαν οι κουβαλητοί με τις βράκες και τις φστάνες, δεν απαντούσε, ο Όμηρος δεν έγραψε τίποτε γι’ αυτά, κοίτα καμιά τουρκική εφημερίδα της εποχής, σαράντα χρόνια πόλεμο και βάλε, κι ακόμα ο Ερντοάν ανοίγει στόμα, προβάλλει δάχτυλα, απειλεί Αιγαίο και Κύπρο, δεν θα γίνει τίποτε αν δεν ρωτηθεί η Τουρκία, λέει, κι ο Ακκιντζί χις μάστερς βόις, τέτοια λαδόκολλα, μοιράζουν κόλλυβα μεταξύ τους, μόνο που χρειάζονται την υπογραφή μας, γι’ αυτό και κρατά σαράντα τέσσερα χρόνια ο πόλεμος και δεν κουνιέται ο στρατός, επειδή υπάρχει το κράτος, το κράτος μας, κάμε μου ένα σκέττο, σε παρακαλώ, γιατί εδώ πολλοί θα θρηνήσουν.  

Πήγε στη Σμύρνη


Πήγε στη Σμύρνη το 1950, δεν ήταν έτοιμος, κλονίστηκε συγκλονίστηκε, μας ήρθε εδώ το 53 -54 άκουσε αηδόνια, δεν κοιμόταν, πήγε στη Σαλαμίνα, στον άγιο Νεόφυτο, θυμήθηκε τις μούλες, ήξερε για τους μουλάρηδες στον πόλεμο που τους καλούσαν να πολεμήσουν για την Ελλάδα, από τη μια ο Αισχύλος με την ύβρι και την τίσι του, μεταφυσικά πράματα, αιτήματα της ψυχής, από την άλλη ο Μακρυγιάννης με τα κρικέλια που δεν έχει η γης, μίλησε, προειδοποίησε, ποιος ακούει τους ποιητές, δεν έζησε, δεν είδε, ικανόν τη ημέρα η κακία αυτής, ουδεμία σύγκριση βέβαια, αλλά άντε να σταθείς στο τουρκικό φυλάκιο, να δώσεις ταυτότητα στον ψευδο, για να πας να σε ψήσει καφέ η χανούμη, εδώ οι πορτοκαλιές σου, εκεί οι τριανταφυλλιές σου,  στους τοίχους τα κάδρα των φίλων σου ζωγράφων, έτσι σου είπαν, άλλοι το έχουν εύκολο, μπαινοβγαίνουν, δεν ταράσσονται, κι εσύ κάθεσαι αγαλμάτιο, δεν αποδέχεσαι, το νιώθεις προσβολή, δεν πας.-


ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

Σ’ αυτή τη μισοχώρα
Φυσά ο βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει
Και κρατώ ανοιχτά τα παράθυρα
Με τσακισμένη φωνή με πόνο ψυχής
Πλησιάζω αργά στο παράθυρο
Κι ακούω βαθιά μια κραυγή
«Τα παράθυρα, τα παράθυρα»

Φυσά ο βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει
Κι αν κλείσει το παράθυρο
Θα μου μείνουν οι βράκες
θα μου μείνουν οι φστάνες
Θα μου μείνουν τα μεχμετζίκ

Ως τώρα κρατώ ανοιχτά τα παράθυρα
Πόσους να διώξω πόσους ν’ αφήσω
σκέφτομαι με μαύρη καρδιά

Φυσά ο βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει
Και  ξυπνώ με τους έποικους
Η καρδούλα τους πάλλεται
Και ξυπνώ με τα μεχμετζίκ
Ανάβω φωτιά τους φτιάνω τσαγάκι
Φυσά ο βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει
(να ‘μαστε λίγο ανθρωπιστές)

Ας όψεται ο βοριάς που φυσά
Και τ’ αρνάκια παγώνει
Σαράντα τέσσερα χρόνια.

Ξύπνα βρεεεεεε

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ


ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ

Κι οι αμερικανοί αγκριστήκαν με τους εγγλέζους

και διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους,                                                                                                             ούτε το τσάι σας θέλουμε ούτε φόρους πληρώνουμε,                                                                                και την γιορτάζουν και την χαίρονται και την παρελαύνουν και χορεύουν                                               κι επισκέπτονται το πλοίο εκεί, στη Βοστώνη αραγμένο,

κι εμείς τα βάλαμε με τους εγγλέζους και μας έδεσαν με τα μελάνια χειροπόδαρα,

κάτι συμφωνίες και κάτι δικαιώματα,

πώς να ’χεις εμπιστοσύνη στους συντάκτες τέτοιων κειμένων,

να επεμβαίνει ο κάθε γιουσούφης, γιατί το σχεδίασε από καιρό μαζί με τον εγγλέζο,

αυτοί αφεντάδες κι εμείς ραγιάδες,

τα μυριζόμασταν κι όμως ακόμα δεν τα χωνέψαμε,

και τρέχουμε να γεμίσουμε τσάι φτηνό τα τάγκια μας, ρε πού πάτε,

αν δεν πάνε προωθούν τη διχοτόμηση, λένε,

όταν ήρθε και μας είπε «Νενικήκαμεν»,

αυτή τη λέξη πιπιλούσαμε,

ήταν όμως άλλοι, ψακεμένοι άνθρωποι,

«περιτυλιγμένους μας έχουν», έλεγαν,

δεν καταλάβαινα,

κι αργότερα άρχισε να ποτυλίγεται το κουβάρι,

μόλις το τέλειωνε η θεία Μαρούλα, μπάλα πολύχρωμη,  

σήμαινε πως θα άρχιζε καινούργιο τρικό,

τρέξε πάνω κάτω γρήγορα στο δρομάκι μπροστά να σε βλέπω,

να τελειώσει γρήγορα, να το φορέσεις,

ένα μπακλαβαδωτό με κουμπιά στο λαιμό,

δεν ήμουν κι ενθουσιασμένος

αλλά δεν υπήρχε και δεύτερο,

κι ύστερα μας κατέβασαν το φοιτηταριό το εξήντα τέσσερα

με ένα πλοιάριο από το Μεγάλο Πεύκο,

να υπερασπιστούμε την Κυπριακή Δημοκρατία,

αυτήν που μας στέλλει στο σπίτι τις επιταγές και τις εξαργυρώνουμε,

περαστικοί από Χαλκίδα,

γαλέτα του πολέμου του σαράντα,

σαράντα μέρες νηστεία αγρυπνία προσευχή

τα στρατιωτικά γυμνάσια,

και τα χρόνια γράφονταν αργά αργά  στην Ιστορία,

με αίμα και αγωνία,

τώρα φεύγει η ελληνική μεραρχία,

τώρα εοκαβητατζίζουμε,

σήμερα δεν τολμούν οι δάσκαλοι να ρωτήσουν τα παιδιά στα σχολεία

τι συνέβη τότε και τι πότε,

όλο και κάποιος δασκαλεμένος θα πεταχτεί να τα πει

όπως τα μαθαίνει στο κόμμα, να μη γίνει ταλατούρι κι η τάξη,

καλύτερα να σιωπούμε, πάμε παρακάτω,

εδώ τα τουρκικά στρατεύματα και δεν τολμούν να πουν έξω βρε, ουστ,

κι όλο εφευρίσκουν δικαιολογίες,

να δεις τώρα που θα τα βάλουν με τα F16 και τα ελικόπτερα,

γι’ αυτή την ένωση με την Ελλάδα κινήσαμε ως την αγχόνη

και μας σκουντούν να ενωθούμε με την Τουρκία, ρε ουστ.   


Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ


ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Θουκυδίδης Αθηναίος ξυγγραφεάρας, όχι Αλιμούσιος, ποιος ξέρει τώρα τον Ταχτακαλά, λες από τη Λευκωσία μια κι έξω, κι ήταν λέει καιροί που δεν υπήρχε το όνομα «Έλληνες» για όλους τους, κι έτσι δεν υπήρχαν ούτε «βάρβαροι», κλεψιά όμως μεγάλη και τρανή, τότε, και μάλιστα την είχαν περί πολλού, περήφανοι κλέφτες, κι ο Κολοκοτρώνης, να κάμουμε λέει και καμιά καλή πράξη, να λευτερώσουμε τα κοπέλια που κουβαλούν τώρα οι Τούρκοι, να πάμε με καθαρή καρδιά, της νύχτας οι αρματολοί και της αυγής oι κλέφτες, ολονυχτίς κουρσεύανε και τες αυγές κοιμώνται, κοιμώνται στα δασά κλαριά και στους παχιούς τους ίσκιους. Είχαν αρνιά και ψήνανε, κριάρια σουβλισμένα, κι έτσι κι έγινε, γιούργια και λευτερώνουν τα παιδιά, μα οι παλιοί μη έχοντας βαρβάρους, όπως οι βάρβαροι που έχουν τώρα εμάς,  έκλεβε ο ένας τον άλλο, κι έτσι οπλοφορούσαν όλοι, όπως το εξήντα τρία όχι όμως το πενήντα πέντε, λίγα και μέιτ ιν σάιπρους, κάτι παλιοσωλήνες και πόμπες που κατασκεύαζε ο Σέρβος πάνω στο ανώι του, απέναντι από τον Άι Κασσιανό μου, την τελευταία μέρα πριν παραδώσουν οπλισμό, να κάτσεις όλη νύχτα να φτιάχνεις πόμπες ήταν του Γρίβα η διαταγή, να παραδώσουμε πολλές, μη μας νομίσουν φτωχαδάκια, κι εμείς από το σπίτι ακούαμε τις σωλήνες και τα πριόνια.

Ευτυχώς ο Θουκυδίδης πέθανε, ύστερα εμφανίστηκαν κλέφτες και κλέφτες, ξένοι και δικοί, τούρκοι και ρωμιοί, πού να προλάβαινε ο άνθρωπος!!!

Στέλιος Παπαντωνίου