Σάββατο 21 Μαΐου 2011

Τα ελληνικά


ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Τα ελληνικά είναι μια αρχαιότατη γλώσσα, άρα χρησιμοποιήθηκε από εκατομμύρια ανθρώπους όλων των επιπέδων μόρφωσης και εξυπνάδας, όλων των επιστημών και της φιλοσοφίας ποίησης, γενικά λογοτεχνίας και θρησκείας, άρα η χρήση της  έδωσε τεράστιο πλούτο λεξιλογίου και συντακτικών δομών και μεγάλη ευελιξία, ώστε να εκφράζει τα δυνάμενα να εκφραστούν αλλά και τα ανέκφραστα όσον το δυνατόν, όπως με την ποίηση ή την προσευχή.
Τα ελληνικά ως προφορική γλώσσα έχει τις εκατοντάδες διαλέκτους της, από αρχαιοτάτων χρόνων ως σήμερα  με τα επιμέρους ιδιώματα και με τις λέξεις και συντάξεις των διαφόρων επαγγελματικών ομάδων, ηλικίας, κοινωνικής τάξης κτλ. Ως γραπτή γλώσσα πέρασε διάφορες ιστορικές φάσεις που επιδρούν στη γραφή- ορθογραφία  της παρ’ όλη την προσπάθεια απλούστευσης.
Το παιδί επικοινωνεί με τους γύρω του και μαθαίνει τη γλώσσα ως τα πέντε περίπου χρόνια του, άρα σημασία έχει το περιβάλλον του με τα ακούσματά του και το σχολείο μέσα στο οποίο θα αναπτύξει περισσότερο τις γλωσσικές ικανότητές του.
Στην Κύπρο είναι ιδιαίτερα προβληματική η χρήση της κυπριακής και μέσα στο σχολείο και μέσα στην τάξη κατά την ώρα του μαθήματος, άρα ο χρόνος μαθημάτων δεν χρησιμοποιείται πλήρης για τη χρήση της πανελλήνιας γλώσσας, στην οποία και διεξάγονται οι εξετάσεις.
Ο προφορικός λόγος είναι διαφορετικός από τον γραπτό, γιατί με τον προφορικό έχει την ευκαιρία ο ομιλών συνεχώς να διορθώνει το τι και πώς το λέει, ανταποκρινόμενος άμεσα στις ανάγκες της επικοινωνίας και στις επιδράσεις  που έχει ο λόγος του στους ακροατές του, μπορεί να χρησιμοποιήσει χειρονομίες, τοπικά ιδιώματα, ξένες λέξεις, ένα μεγάλο οπλοστάσιο μορφασμών και σιωπών, για να μεταδώσει τα νοήματα ή συναισθήματα ή βουλήματά του και θα δοκιμάζει, ώσπου να επιτύχει την επικοινωνία, το πρακτικό αποτέλεσμα.
Ο γραπτός λόγος είναι πιο απαιτητικός. Απαιτεί γνώση της γραφής, της ορθογραφίας, της καλλιγραφίας -γιατί οι καλακατσούνες τιμωρούνται σιωπηρά- γνώση της σύνταξης, παρατηρητικότητα και συνεχή έλεγχο των γραφομένων, ώσπου να φτάσει το γραπτό στο επιθυμητό επίπεδο. Οι συνεχείς διορθώσεις είναι απαραίτητες, πράγμα που σημαίνει ανάγκη χρόνου και ανάγνωσης πάλι και πάλι, αυτοκριτικής και αυτοδιόρθωσης, για τα οποία δεν υπάρχει χρόνος, άρα σε περιορισμένα χρονικά πλαίσια το γραπτό θα είναι κατώτερο των δυνατοτήτων του συγγραφέα. Όσοι γράφουν γνωρίζουν τις δυσκολίες ή τις τεχνικές, όσοι δεν γράφουν και απλά κρίνουν ή βαθμολογούν γραπτά έχουν ένα κάποιο ιδεατό πρότυπο στο νου, με το οποίο κρίνουν, χωρίς οι ίδιοι προηγουμένως να έχουν γράψει, για να κατανοήσουν τις δυσκολίες και τις ανάγκες του γράφοντος.
Αν από τις 365 μέρες το χρόνο το παιδί πηγαίνει στο σχολείο τις 200 και από αυτές είναι στην τάξη και κάνει μάθημα επί πέντε εξηντάλεπτες ώρες, άρα 1000 ώρες το χρόνο ασχολείται με τη γλώσσα, επί δώδεκα χρόνια δημοτικό γυμνάσιο λύκειο, 12000 ώρες έχει ευκαιρία να ακούει, διαβάζει, ασκείται στη και με τη γλώσσα, εφόσον το περιβάλλον είναι ιδανικό, μιλούν όλοι σωστά ελληνικά, γράφουν και μαθαίνουν να γράφουν σωστά ελληνικά, αφού όλα τα μαθήματα σε τελευταία ανάλυση έχουν θεμέλιο τη γλώσσα.
Στο μεταξύ ενώ 12 000 ώρες είναι στο σχολείο, άλλες έστω τόσες το λιγότερο είναι στο σπίτι, όπου ακούει μουσική –πολλά ξένα τραγούδια, παρακολουθεί έργα κινηματογράφου και τηλεόρασης, ισπανικές σειρές και αμφιβόλου ελληνικότητας ελληνικές ή κυπριακές, με συνομιλία με τους φίλους και τους γονείς στην κυπριακή.
Το μόνο περιβάλλον που μπορεί άρα να ελεγχθεί και από το οποίο μπορούμε να ζητήσουμε λόγο για τα αποτελέσματά του είναι το σχολείο. Τι έκανες, δάσκαλε και καθηγητή, τις 12000 ώρες που ήταν στα χέρια σου το παιδί μου;