Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Οι μάσκες


Οι μάσκες

Κάποτε, λέει, θα πρέπει να ξαναπάρουμε το δρόμο Και τον παίρνουμε

Στην εκκλησιά περιμέναμε το δεσπότη, Έρχεται από τα ηνωμένη έθνη

Μεγάλη προσμονή μεγάλες ελπίδες μεγάλο το καράβι

Ύστερα από το μακελειό πιστεύαν στους οργανισμούς

Έστελλαν κάμποσους τόμους με υπογραφές

Υπόγραφαν με τα δάχτυλα και με την ψυχή τους

Ορφανεμένοι τόσα χρόνια ζητούσαν τη μάνα τους

Εκείνη μακελεμένη, μαλλιοτραβηγμένη

Έθαβε στις γωνιές των δρόμων τα πεινασμένα της παιδιά

Το δημαρχείο δεν είχε κάρα να κουβαλούν

τα ξέραμε μα πιστεύαμε Ό τι μας έλεγαν το δέναμε κόμπο

Ελάτε να πολεμήσουμε Να πολεμήσετε για τη μάνα σας

Να λευτερωθείτε μόλις τελειώσει το κακό

Κι έτρεχαν με τους ημιόνους και τα μουστάκια

Οι φτωχούληδες του Θεού και της αγγλιτέρας

Άφηναν τα κοκκαλάκια σε ξένα νεκροταφεία

Και περίμεναν οι άλλοι

Ο κόσμος λευτερώνεται Υψώνει χέρια στο φως

Το βλέπει το φως, το συλλαβίζει

Έρχονται περιστέρια και φωλιάζουν στα χαλάσματα

Στους τενεκέδες, στις τρύπες των πλιθαριών

Κι ύστερα από την αναμονή

Βασίλεψε η άψη, με το παραμικρό έπαιρνε η ζιβάνα, το σπίρτο

Άναβαν λαμπρακιές στις πόλεις, στα χωριά

Ουρανομήκεις ακούονταν οι ζητωκραυγές για την ένωση

Στην αγκαλιά της μάνας στην αγκαλιά

Με κάτι νεροπίστολα στην αρχή Με κάτι χειροποίητα

Οι νεροσωλήνες εκρήγνυνται Το μπαρούτι για το καθημέραν πάσχα

το φυτίλι άναβε στο πέταμα

Καινούργιοι αγώνες άλλα αθλήματα στα γήπεδα

Στα χωριά και στις πόλεις Στις χαράδρες και στα κρησφύγετα

-Εδώ με συγχωρεί η αγιοσύνη σας

Έπρεπε να ζητήσουμε την άδεια από τον ηγεμόνα Από τον ξεπουλητή

Από το σουλτάνο;

Κι έτσι πορευτήκαμε ως την πύλη που δεν ήταν μεγάλη Δεν ήταν ωραία,

Με στρογγυλά τραπέζια Με πολύ πολύ λαδικό πιάτα σαλάτες

Γλιστρούσαν τα πατώματα στα πατίνια ανισόρροποι και στα τραπεζώματα

Νομίζαμε πως όσοι βλέπουν με τα μάτια έχουν ψυχή

Ακούν με τα αφτιά έχουν ψυχή

Δικαίωμά μας να ζήσουμε άνθρωποι

Ίσως όμως να μη μας έβλεπαν έτσι Ίσως να μην άκουαν πως μιλούσαμε ανθρώπινα

Κι έτσι μια στην ανοικτή καταπακτή, τρεις τρεις στις αγχόνες

Χειροπόδαρα δεμένοι Κι έρχονται ακόμα σήμερα στο φως φυλλάδες ανατριχιαστικές

Απάνθρωπη μεταχείριση, πέθανε στα βασανιστήρια

Κι ο άλλος επαίρεται ως ο πολιτισμένος της ανθρωπότητας.

Κι η ζωή συνεχίζεται

Άρχισαν να πουλιούνται πια χονδρικά οι μάσκες

Καθημερινό καρναβάλι Από ξένους και δικούς

Ποιος είσαι ούτε στον καθρέφτη Τόση παραποίηση

Κι έτσι πέρασε σταγόνα σταγόνα στην ψυχή μας

Μια τερατώδης μάσκα

Που τη φορούμε καθημερινά και διαπερνούμε τα πλήθη

Ούτε τους καταλαβαίνουμε ούτε μας καταλαβαίνουν

Κι όλο εφευρίσκονται νέες μάσκες νέες μέθοδοι εξαπάτησης, επιστημονικές έρευνες, ψυχολογικά θέματα, σεμινάρια τα σεμινάρια

Να’ σαι συγκεντρωμένος στις βίδες να τις παρατηρείς που τρίζουν

Ξεβιδώνονται, επιστημοσύνη, χωρίς λευκές ποδιές, χωρίς τανάλιες δοντάγρες,

Εσωτερικού κι εξωτερικού σπουδές και πτυχία στην πλατεία κρέμασμα

Τα μυαλά δεν διακρίνονται στα τσιγκέλια ανάμεσα στα μοσχαράκια και τα αρνιά

Προς το παρόν στην ιδίαν θέσιν αναμένομεν.

Ευτυχώς χωρίς οδηγίες.