Σάββατο, 9 Ιουνίου 2018

Ο κυρ Αλέξανδρος


Ο κυρ Αλέξανδρος

Α μπα. Μόνο έναν Αλέξανδρο εσύ ξέρεις, ακούω τη φωνή, τον βλέπω να ’ρχεται τρικλίζοντας δεν θα ’λεγα ακριβώς, κάπως έτσι, γερόντιο με την πανωφόρα του κατακαλόκαιρα, γερμένο το κεφάλι, κι εμείς πού είμαστε, στα ράφια της βιβλιοθήκης, όχι βέβαια, όταν πήραμε να την βάψουμε και κατεβάσαμε τα βιβλία, τόμοι το έργο σου, κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, εσύ ήσουν άλλος άνθρωπος, μια πέννα να λιώνει στα δάκτυλά σου, ένας ολόκληρος κόσμος να ζωντανεύει με το πνεύμα σου, για το νησί σου λέω, πήγα κάποτε, περίμενα να το δω όπως το περιγράφεις, εδώ κι εκεί, πάντα στα βιβλία οι περιγραφές είναι πιο ωραίες από το ίδιο το τοπίο, χαίρομαι που ήρθες σήμερα, και μη βιάζεσαι να φύγεις, πολλά έγραψες, την ελληνική φύση και τον έρωτά σου στην κατακαημένη πατρίδα, και στον Χριστούλη, και στην κυρα Παναγιά, τα καλοκαίρια εκεί γίνεται του χαμού, μπαινοβγαίνει κόσμος στο σπίτι σου, φωτογραφίες στους τοίχους, το κρεβατάκι σου, το γραφειάκι, μελετητές και μελετητές, και συ το ’ξερες από τότε, το καταλάβαινες, το διαισθανόσουν, ήσουν μεγάλος, θαυματουργός, θαυματοποιός, από την τρίτη γυμνασίου μας γοήτευες, με το Χριστό στο Κάστρο, την Υπηρέτρα, κι ύστερα για χρόνια μαζί σου να μελετούν τα παιδιά τη Φόνισσα, εργάρα, να μαθαίνουν και κανένα ελληνικό, ό τι και να πει κανείς για σένα λίγο είναι, και τώρα σε βρίσκουμε στο διαδίχτυο, λες μια λέξη, βρες την στον Παπαδιαμάντη, και σου τη βρίσκει και σου τη φέρνει, ούτε στ’ όνειρό σου παππούλη μου, οι μελετητάδες κάνουν χρυσές δουλειές, μα η αγάπη δεν φαίνεται στη μηχανή, βαθιά στην καρδιά κρύβεται, από τα παιδικάτα μας, από τους αναστεναγμούς των φτωχών, από την πίκρα της ζωής, και τα βάσανα, που με τίποτα δεν τελειώνουν. Καλά τα είπες όλα. Μη μου βιάζεσαι. Να τα ξαναπούμε.