Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Καλλιόπη


Καλλιόπη

Ήταν πάντα αισιόδοξη, όχι πως δεν πέρασε πολλά στη ζωή της, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του πατέρα, μόνη κι έρημη πράγματι, σ’ ένα σπίτι που ζούσαμε κάποτε δεκατρία άτομα, κι ύστερα άρχισε να γέρνει, ένας ένας έφευγε, άλλοι για τον άλλο κόσμο, άλλοι για να κάμουν τη δική τους οικογένεια, αυτή στο πόστο της , δεν εγκατέλειπε τη γειτονιά, ολόκληρο καινούργιο σπίτι έχτισε ο πατέρας, στην περιοχή Προδρόμου, ένα ερημοκλήσι ήταν τότε, χωράφια, ο ποταμός κοντά, τον διασχίζαμε με τα ποδήλατα και βρισκόμασταν εκεί, από τη γειτονιά δεν φεύγω, τι να κάμει κι εκείνος, το πούλησε, δεν μπορούσε να τα βάλει με το περιβάλλον, γείτονες συγγενείς φίλοι, δίπλα η εκκλησιά, μελίσσι. Κι όταν λοιπόν έφυγε και κείνος, άρχισε η μοναξιά να τρίζει τα δόντια, χρωστούμε -λέμε οι αρσενικοί, δε δίνουμε και μεγάλη σημασία, ξέρουμε πως τα βγάζει πέρα, ο καθένας τα δικά του, και την ξεχνούμε ή έχουμε εμπιστοσύνη, χωρίς να σκεφτόμαστε πως κι εκείνη άνθρωπος είναι, έχει τους φόβους, μόνη σ’ ένα σπίτι, σε μεγάλη ηλικία, κοντά οι τούρκοι, τα φυλάκια, μια ζωή τα πέρασε, αλτ τις ει, μέσα στη νύχτα, πυροβολισμοί, κι ο χότζας να ξαγρυπνά με τις μεγαφωνικές του εγκαταστάσεις, η κατακυρίευση του αέρα μας, ώσπου της πήραμε μια ξένη  συντροφιά, και ποια μάνα δέχεται ξένη στο σπίτι, μούτρα κι αρνήσεις, ώσπου κατάλαβε πως μόνη δεν τα ’βγαζε πέρα, κι ύστερα δεν τα ΄βγαζε ούτε και με την ξένη γυναίκα, και την πήραμε σε οίκον ευγηρίας ή όπως αλλιώς λέγονται, αμαρτίες τέκνων παιδεύουσι γονείς, κι έτσι που σήμερα τη θυμήθηκα, η γιορτή της, βρίσκονταν δυο τρεις με το ίδιο όνομα, Καλλιόπη, κι  έκαναν τη γιορτή στην εκκλησιά, δώρισαν και μια μικρή εικόνα της αγίας, ζωγραφισμένη από την Πόπη του Μάριου, κι η Κάλια, κι άλλη παλιά γειτόνισσά της, το γιόρταζαν, καλά να είναι η καθεμιά εκεί που είναι, την αισιοδοξία της όμως, όσο κι αν καταβάλλει το μαυρισμένο τσουκάλι τη μέρα μας, σαν τη θυμηθούμε αναθαρρεύουμε, κράτησες τόσα χρόνια στη γειτονιά ρε μάνα, λέω, κι εμείς πώς να μην πολεμήσουμε με δόντια και με νύχια να την κρατήσουμε τούτη την πατρίδα, ο σκύλος γαυγίζει, το λιοντάρι βρουχιέται, κι εμείς διατελούντες εν ειρήνη, έχουμε εκείνη τη βαθύτατη πίστη, στις τρεις χιλιάδες χρόνια, στη ρίζα μέσα στην κάθε ψυχή του καθενός μας, πως σαν έρθει η ώρα θα αρνηθούμε την παράδοση σε ξένα χέρια, θα κρατήσουμε τη γη μας, εγώ δεν ξεχνώ πόσο ήσουν πάντα αισιόδοξη. Και με το δίκιο σου και με την πίστη σου. Καλά μας δίδασκες. Μόνο με το παράδειγμα. Και τη σιωπή.