Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

ΟΙ ΑΓΙΟΜΟΛΟΓΗΤΑΔΕΣ

ΟΙ ΑΓΙΟΜΟΛΟΓΗΤΑΔΕΣ
Δεν ήταν από το Γούρρι, δε λάτρευαν το μαμμωνά, δεν είχαν μπει στην ήβη, άβηβοι, άβιδοι, σαν ήρθε ο ξυλουργός να μετρήσει το κούφωμα, θάλασσα τα’ κανε, φέρνει το ερμάρι, μια σπιθαμή και κάτι το κενό, μη φοβάσαι αφεντικό, παίρνει μια σανίδα, την βάζει εκεί, και μου ζωγραφίζει, κάτι σαν μισό μπαλκόνι μισό ισόγειο, στο μπαλκόνι η κυρά Παναγιώτα κι η Ελισάβετ, να αλληλοασπάζονται, μη βγαίνεις μόνη έξω από το σπίτι, ούτε να περνάς από τον καφενέ να σε βλέπουν οι άντρες, δυο δυο να πηγαίνετε, δυο δυο πήγαιναν τα κορίτσια, και να περνάς από το νάρθηκα της εκκλησιάς, καλά μάνα, δε θα με φαν.
Ο Γουρίας κι ο Σαμωνάς αποκεφαλίστηκαν από τους Τούρκους μαζί με τους άλλους επισκόπους, ενάτη Ιουλίου 1821, γράφει το ποίημά του ο Βασίλης, το ξέρει ο κόσμος, το ανέβαζαν τα παιδιά θεατρικό στα σκολειά, εκεί στη Λεμύθου, έκαμε μπαμ.
Ο Άβιβος όμως, αρχιδιάκονος αυτός, μια μέρα έρχεται ο αρχιεπίσκοπος στην εκκλησιά με δυο διακόνους, ξέρετε, λέω, οι διάκονοι του αρχιεπισκόπου γίνονται ιστορικά πρόσωπα, τους θυμόμαστε μικροί, τον Αδάμο, τον Κυριάκο, το δικό μας το Γεώργιο, μελετηρός άνθρωπος, μερακλής, σαν έφυγε ο άλλος παπάς για την Αγγλία, έμεινε χάσκοντα ο δέσποτας, εκείνη την ώρα του τον στέλλει ο Θεός, εσύ θα πας να σαρίζεις στην οικία του γέροντα Κασσιανού, του λέει, μια συγκινητική τελετή, δεν καταφέραμε να τη δούμε σε βίντεο.
Η Κυρά Φροσύνη λοιπόν, εκεί που καθόταν στο σπιτάκι της στη Λάπηθο, να σου που καταφθάνουν οι δώδεκα απόστολοι, δεκαπενταύγουστο πλησίαζε, τους τηλεφώνησε η κυρα Παναγιώτα, τρέξτε, προλαβαίνετε δεν προλαβαίνετε, της χτυπούν την πόρτα, σώσε μας γιαγιά, μας κυνηγούν τα τουρκιά, μπείτε εδώ στον κρυψώνα, την αρπάζουν ύστερα, την χτυπούν με τα χοντροπάπουτσα στο πρόσωπο, τη σέρνουν γυμνή σαν τον Έκτορα πίσω από το άρμα, πες μας πού τους κρύβεις, δεν ομολόγησε, της έστησαν μνημεία, κάνουμε εσπερινό στη μνήμη της, επιτύμβια ανάγλυφα και στρατιωτικές τιμές, βιβλία για τη θέληση και τον ηρωισμό της, είναι να κλαις για την κατάντια μας. Σήμερα λέω.
Αυτά ο Άβιβος κι η Ευφροσύνη, και πεθαίνει Κυριακή του Πάσχα, τρέχουν οι δώδεκα, δεκαπενταύγουστο, θρηνούν και οδύρονται, γδέρνουν τη μνήμη και δεν γδέρνεται, κι εμείς, τρεις, ο μεγάλος, ο μεσαίος, ο μικρός, ένας για την Αγγλία, κι άλλος για την Ελλάδα, ο τρίτος ο μικρότερος εγώ δεν θέλω γράμματα, λέει, δώστε μου το επιβάλλον μέρος της ουσίας, το έφαγε ο καρκίνος κι ο σαρακοφαγωμένος εγκέφαλος, ο άλλος ο καλύτερος, το φιλοσόφησε, ούτε χρήματα θέλω ούτε δόξες και τιμές και την απολαμβάνει, αλλά εμείς, όχι τρεις, εφτά στο διαμερισματάκι στους ομολογητάδες, δυο θυγατέρες, δυο τα πεθερικά, ένας ο κουνιάδος, κι ένα μικρό χωλ, ανοίγαμε τον καναπέ κρεβάτι τη νύχτα, όχι μόνο περάσαμε, μα ο Θεός έστειλε και στο Δημοτικό εκεί τα παιδιά μας, και στα Γυμνάσια,  ο πατέρας ήταν στην ξενιτιά, και το μικρό δεν το χώνευε, όπου να’ ναι θα ρθει, έλεγε στο Γουρία και στο Σαμμωνά και στον Άβιβο, κι αυτοί κουνούσαν το κεφάλι με κατανόηση κι αγάπη.
Πολύ μικρή η φωτογραφία τους, και τι παράξενα ονόματα!