Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

ψυχοσάββατο


Δεν χωρούν αλλού, κάλλιο στο δρομάκι, να απλώσουμε όπως παλιά,καρέκλες και τραπέζια, αδιέξοδο είναι, δεν ενοχλούμε κανένα, κι ας αρχίσουν να καταφθάνουν, οι παππούδες κι οι γιαγιάδες, προηγείται η προγιαγιά Ελένη κι ύστερα ο Παπάντωνης κι η Ειρήνη παπαδιά, ο Στυλλής κι η Ελεγκού, ο πατέρας κι η μητέρα, μαζί τους κι  ο γιος, ύστερα να βάλουμε τους θείους και τις θείες και τη μικρή Ελένη, ξαδέλφια που χτυπήθηκαν στο παιχνίδι, από αυτοκίνητο, καταφθάνουν από το Καϊμακλί, το Βουνό και τον άι Επίκτητο, τη Λεμεσό, τη Λακατάμια, τη Φλάσου,  τη μακρινή Αυστραλία, γεμίζει σιγά σιγά το στενό, στην εκκλησιά ο παπάς έβαλε ευλογητό, μόνο με πετραχήλι, παίρνει το θυμιατό, έχει γεμίσει ο σολέας, όλα τα πιάτα χάμω, στα σκαλιά, μπροστά στις εικόνες, κάθε πιάτο με το ψωμάκι του και το κερί του, και μνημονοχάρτια, πολλά μνημονοχάρτια, στο τέλος όλα τα κόλλυβα στη μεγάλη σανιά, στο χαλκούδι,  να τα βγάλουμε στο νάρθηκα, να μοιραστούν στον κόσμο, να μακαρίσουμε, όπου και να πάμε μαζί μας τους έχουμε,  πηγαινοέρχονται με το αυτοκίνητο, με τ’ αεροπλάνο και το πλοίο,  περνώντας από το νεκροταφείο καμιά φορά τους αφήνω εκεί, τους πήρα τη βόλτα τους, ούτε να σταματήσω το αυτοκίνητο δεν χρειάζεται, πετούν από το παράθυρο, μέσα από τα τζάμια, κάποτε σαν πουλιά σαν περιστέρια, κάποτε εικόνες κινηματογράφου, κυκλοφορούν, δυσκολεύονται λίγο με την απανθρωπιά, να τους αναποδογυρίσουν τους κιόνενους σταυρούς, να καταπατήσουν και να ασεβήσουν στα οικόπεδά τους, τσουκνίδες, διεκτραγωδούν με το βλέμμα την κατάσταση, λυπούνται για την κατάντια, επιστρέφουν όμως στη ριγμένη καγκελόπορτα, στο απάνθρωπο θέαμα, σκυφτοί, γερασμένοι, ξαποσταίνουν λίγο έξω στο σημηντήρι, μα τους αρέσει ο περίπατος. Κι έτσι τους έχουμε μαζί μας, όπου κι αν είναι, όπου κι αν είμαστε.