Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Από περιουσίας


Από περιουσίας

Τέτοια εποχή, καλοκαιριάζει,  πάντα λέμε, η νοικοκυρά λέει,

αν θες να ζήσεις χρόνια πολλά κάνε ό τι σου λέει,

κατοχρονίτης τ΄ ομολόγησε,  

να βάλουμε μια κάποια τάξη στο χαρτομάνι,  

κόλλες, τετράδια, βιβλία,

 τόσα γραφτά εδώ κι εκεί,

τα φάιλ γεμίζουν επικίνδυνα, ξεχειλώνουν,

σαν καθόταν στις μπύρες έπινε και φούσκωνε,

ύστερα ανακάλυψε τη ζιβάνα,

έπινε και μεθούσε, ξεχνούσε γιατί,

φάιλ  παίρνουμε κι άλλα, κάθε λίγο εμφανίζονται καινούργια

ελκυστικά στην αγορά,  πολύχρωμα, μαύρα γλασέ,

χανόμαστε μές στα χαρτιά μας,

αυτό φοβούμαι να μην πάθω, να μη χαθώ στα χαρτιά μου,

ευτυχώς μένουν πολλά στο σκληρό μου δίσκο,  

μόνο αυτά είναι ικανά, τα νιώθω γρανιτένια,  

κι αν δεν γεμίζαν  τα μπαούλα αδημοσίευτα

δεν θα βγαινε  στο μεϊντάνι Η Γειτονιά μου,

ένα χρόνο στην αμέρικα και στοίβασα στην ξώπορτα

δέκα σακούλες κατάμαυρες,

οι γειτόνοι έμεναν να βλέπουν,  

άλλα κάθε χρόνο,

ξελαφραίνει το σπίτι, αναπνέει ο όροφος, δεν βαρυγκωμούν οι βιβλιοθήκες,

τρίζουν ολόχρονα στον ύπνο μου,

τα άλλα, αργά γρήγορα θ΄αποχαιρετήσουν

θα πάρουν το δρόμο τους,

ήταν εκ γενετής της φθοράς, ανεπρόκοπα,

ή  της μοδέρνας ανακύκλωσης,

την έμαθαν και τα μωρά παιδιά

και την απαιτούν με ύφος, γιατί το πετάς;  

Βαραίνουν τώρα οι προτιμήσεις των παιδιών ή των εγγονιών

Αυτά με τις κόλλες, όπως με τα βιβλία,

ποιος διαβάζει πια τα δικά μας,

άλλα δίνω άλλα ανακυκλώνω άλλα στις βιβλιοθήκες του δήμου

και του πανεπιστημίου γίνεται,

και παίρνεις και μια ωραία ευχαριστήρια επιστολή,

μεγάλο πρόβλημα όλοι μου λεν,

τι θα γίνουν όταν αποχαιρετούμε;  

όταν χάσαμε τα πάντα,

ξαναγοράσαμε τα κύρια,

όταν ψώνιζα με πόνο,

έβλεπα το βιβλιοπώλη που τα ζύγιζε

μέσα στην παλάμη του,

πού να ‘ξερα πως τ’ αγόραζε με τον τόνο

από την Καλαμαριά,

κι  αυτά,

κάτι λεξικάρες κι εγκυκλοπαίδειες

άχρηστα φανήκαν

τις εγκυκλοπαίδειες από σπίτι σε σπίτι πουλούσαν,

συγγενείς και φίλοι,

ήταν ό τι έπρεπε

να γεμίζει η βιβλιοθήκη της νοικοκυράς,

έβρισκες και τα κατάλληλα ξώφυλλα

 ανάλογα με το χρώμα των πολυθρόνων,

κάπως έτσι και με τους πίνακες ζωγραφικής,

ασορτί,

κι ύστερα ήρθαν τα ίντερνετ,

ποιος ανοίγει σήμερα μεγάλα βιβλία,

όλα έτοιμα κι ο Χάρος περιμένει να ρουφήξει

γνώσεις χτεσινές,

άλλα λένε σήμερα,  

τι θα γίνει με όλα αυτό το χαρτομάνι,

 ρωτά κι η νοικοκυρά,

κρίμα στα δάση και στα δέντρα,

η περιουσία μένει ευτυχώς μόνο εντός.

Δοκιμασμένα πράματα.