Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

Ο όσιος πατήρ ημών Νικηφόρος ο Λεπρός

 Στέλιος Παπαντωνίου, φιλόλογος

Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Νικηφόρος ὁ Λεπρός

Ἡ καταγραφή τοῦ βίου Ἁγίων δὲν εἶναι μιὰ ἱστορική μόνο κατάθεση,

διότι περισσότερο διδακτικός εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς, ἡ πίστη, ἡ

προσευχὴ, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐφαρμογή τοῦ

«γενηθήτω το θέλημά Σου.» Ὅταν μάλιστα ὁ βίος ἑνός Ἁγίου

συνοδεύεται ἀπό ἄκρα δυστυχία, ἀπό ἀνίατες ἀσθένειες πού

μετατρέπονται ὅμως σέ ἀγώνα ἀναστάσιμο, τότε καὶ ἡ μελέτη τοῦ βίου

μετατρέπεται γιὰ τοὺς πιστοὺς σέ μάθημα ζωῆς καρτερικῆς μέσα στὴν

κλυδωνιζόμενη θάλασσα τοῦ βίου.

Ὁ Νικόλαος Τζανακάκης, ὅπως ὀνομαζόταν ἀρχικά ὁ Ὅσιος Νικηφόρος,

γεννήθηκε τὸ 1890 στό χωριό Σηρικάρι τοῦ Νομοῦ Χανίων Κρήτης.

Οἱ γονεῖς του ἦταν ἁπλοί καὶ εὐλαβεῖς χωρικοί, σέ πολύ μικρή ἡλικία

ὅμως τοὺς στερήθηκε.

ΣΤΑ ΧΑΝΙΑ Ὅταν ἔγινε δεκατριῶν χρόνων, ἕνας δικός του ποὺ εἶχε

ἀναλάβει νὰ τὸν μεγαλώσει, τόν ἔστειλε νά ἐργαστεῖ σ’ ἕνα κουρεῖο

στά Χανιά. Ἦταν ἀξιαγάπητος, ταπεινός, πρᾶος, πρόθυμος, ἐργατικός,

εὐγενικός καί γλυκομίλητος.

Τότε περίπου ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται ἐπάνω του τὰ πρῶτα σημάδια

τῆς νόσου τοῦ Χάνσεν, τῆς γνωστῆς λέπρας. Ἐκείνη τὴν ἐποχή, τοὺς

λεπρούς τοὺς ἀπομόνωναν στὸ νησί Σπιναλόγκα, διότι ἡ λέπρα ὡς

μεταδοτική ἀρρώστια ἀντιμετωπιζόταν μὲ φόβο καὶ ἀποτροπιασμό.

Γιά νά μήν τόν ἀντιληφθοῦν οἱ Ἀρχές καί τόν κλείσουν ἐκεῖ, σέ ἡλικία

δεκαέξι ἐτῶν ἔφυγε καὶ πῆγε στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Aἰγύπτου.


ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ Ἐκεῖ ἐργάστηκε σ’ ἕνα κουρεῖο καὶ γνωρίστηκε μέ

τήν ἑλληνική παροικία καί μέ Ἀρχιερεῖς του Πατριαρχείου. Τὰ σημάδια

ὅμως τῆς νόσου γίνονταν ὅλο καὶ πιὸ ἐμφανῆ, ἰδίως στὰ χέρια καὶ στὸ

πρόσωπο, γι’αὐτό ἀποφάσισε νὰ φύγει καὶ ἀπό ἐκεῖ. Ἐπισκέπτεται τὰ

Ἱεροσόλυμα καὶ ἀντλεῖ θάρρος καὶ ὑπομονή γιὰ νὰ κρατήσει τὸν δικό

του σταυρό καὶ νὰ ἀνέβει τὸν δικό του Γολγοθά.

Ἕνας ἐπίσκοπος τοῦ πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, στὸν ὁποῖο

ἐμπιστεύθηκε τό πρόβλημά του, τόν ἔστειλε στόν Γέροντα Ἄνθιμο

Βαγιάνο, τὸν μετέπειτα ἅγιο Ἄνθιμο, ἱδρυτή καί πνευματικό τῆς Ἱ. Μ.

Παναγίας Βοηθείας στήν Χίο καί ἐφημέριο τοῦ ἐκεῖ λωβοκομείου-

λεπροκομείου, ἱδρυμένου ἀπό τὸν καιρό τῶν σταυροφόρων.

ΣΤΗ ΧΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΑΝΘΙΜΟ Ὁ Νικόλαος ὅταν ἔφτασε στὴ Χίο

τὸ 1914 ἦταν 24 ἐτῶν. Τὸ λεπροκομεῖο τῆς Χίου ἦταν ἕνα συγκρότημα

μὲ πολλά ὁμοιόμορφα σπιτάκια. Ἐκεῖ ὑπῆρχε τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου

Λαζάρου, ὅπου φυλασσόταν ἡ θαυματουργός εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς

Ὑπακοῆς. Μέσα σὲ δύο χρόνια ὁ μετέπειτα Ἅγιος Ἄνθιμος τὸν ἔκρινε

ἕτοιμο γιὰ τὸ ἀγγελικό σχῆμα καὶ τὸν ἔκειρε μοναχό μὲ τὸ ὄνομα

Νικηφόρος.

Ὁ Νικηφόρος ζοῦσε τήν μοναχική ζωή μέ αὐστηρή ἄσκηση καί τελεία

ὑπακοή. Κοντά στόν πατέρα Ἄνθιμο, ὁ Νικηφόρος ἔφθασε σέ ὕψη

ἀρετῆς, γενόμενος ὁ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς. Ὑπῆρχε μιὰ ἰδιαίτερη

πνευματική σχέση τοῦ Ἁγίου Ἀνθίμου μὲ τὸν μοναχὸ Νικηφόρο. Ὁ π.

Νικηφόρος προσευχόταν τὴ νύχτα ὧρες ἀτελείωτες, κάνοντας

μετάνοιες ἀμέτρητες. Ἦταν καλλίφωνος καὶ ὁ κύριος ψάλτης τοῦ ναοῦ.

Ἐξ αἰτίας τῆς ἀσθενείας του ὅμως, σιγά-σιγά ἔχασε τὸ φῶς του κι ἔτσι

ἔψαλλε πολλές φορές καί ἀπάγγελλε τὰ ἀποστολικά ἀναγνώσματα


ἀπό στήθους. Μάλιστα κατέγραψε σὲ ἕνα κατάλογο καὶ τὰ θαύματα

τοῦ Ἁγίου Ἀνθίμου, τά ὁποῖα εἶχε δεῖ «ἰδίοις ὄμμασιν».


Τὸ 1957 ἔκλεισε τὸ Λωβοκομεῖο τῆς Χίου καὶ τοὺς ἐναπομείναντες

ἀσθενεῖς μαζί μὲ τὸν πατέρα Νικηφόρο τοὺς ἔστειλαν στὸν

Ἀντιλεπρικό Σταθμό Ἁγίας Βαρβάρας Ἀθηνῶν, στὸ Αἰγάλεω

(Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων). Τὴν ἐποχή ἐκείνη ὁ πατήρ Νικηφόρος

ἦταν περίπου 67 ἐτῶν. Τὰ μέλη του καὶ τὰ μάτια του εἶχαν τελείως

ἀλλοιωθεῖ καὶ παραμορφωθεῖ ἀπό τὴν νόσο.

Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος τοῦ ἔδωσε συστατική ἐπιστολή, στήν ὁποία ἔγραφε

στόν πατέρα Εὐμένιο νά προσέξει «τόν θησαυρό πού τοῦ στέλνει ἡ

Παναγία», διότι ἔχει πολλά νά ὠφεληθῆ ἀπό αὐτόν.

ΣΤΙΣ ΑΘΗΝΕΣ ΜΕ ΤΟΝ π. ΕΥΜΕΝΙΟ

Ἐκεῖ ὁ ὅσιος Νικηφόρος πέρασε ὅλο τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του.

Στὸν Ἀντιλεπρικό Σταθμό ζοῦσε καὶ ὁ πατήρ Εὐμένιος, ὁ ὁποῖος εἶχε

ἐπίσης προσβληθεῖ ἀπό τὴν ἴδια νόσο, ἀλλά μετά ἀπό ἐπιτυχή

φαρμακευτική ἀγωγή θεραπεύτηκε τελείως. Ἀποφάσισε ὅμως νὰ

μείνει ὅλο τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του μέσα στὸν Ἀντιλεπρικό Σταθμό

κοντά στοὺς συνασθενεῖς του, τοὺς ὁποίους φρόντιζε μὲ πολλή ἀγάπη.

Ἔτσι ὁ π. Εὐμένιος ἔγινε ὑποτακτικός στὸν πατέρα Νικηφόρο. Πλῆθος

κόσμου συνέρρεε στὸ ταπεινό κελλάκι τοῦ λεπροῦ μοναχοῦ

Νικηφόρου, στὴν Ἁγία Βαρβάρα τοῦ Αἰγάλεω, γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐχή

του.

Ὁ πατήρ Εὐμένιος ἕνα βράδυ, ἀφοῦ ἑτοίμασε τον π. Νικηφόρο, πῆγε

νά κοιμηθεῖ. Εἶχε ὅμως μιά ἀνησυχία, ἐπιστρέφει στό κελλάκι, ἀνοίγει

τήν πόρτα σιγά-σιγά καὶ βλέπει τόν Λεπρό Νικηφόρο νά αἰωρεῖται ὡς


ἕνα μέτρο πάνω ἀπό τὴ γῆ καὶ μέ τά χέρια ὑψωμένα νά προσεύχεται.

Τό πρόσωπό του ἔλαμπε περισσότερο κι ἀπό τὸν ἥλιο.

Ὁ π. Νικηφόρος ζοῦσε μὲ γνήσια ὑπακοή, μὲ νηστεία αὐστηρή,

ἐργαζόμενος στοὺς κήπους.

Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Νικηφόρος ἐκοιμήθη στίς 4 Ἰανουαρίου 1964 και

ἑορτάζεται στις 4 Ἰανουαρίου. Τὰ ἅγιά του λείψανα εὐωδιάζουν.

Ὁ πατήρ Εὐμένιος καὶ ἄλλοι πιστοί ἀνέφεραν πολλές περιπτώσεις,

κατά τὶς ὁποῖες ἔγιναν θαύματα ἀπό τον ἅγιο Νικηφόρο. Ὑπάρχουν

ἐπίσης πολλές μαρτυρίες ὅτι ὁ Ἅγιός μας εἶχε δεχθεῖ ἀπό τὸ Πανάγιον

Πνεῦμα τὸ χάρισμα τῆς διορατικότητας καθώς καὶ πλῆθος ἄλλων

χαρισμάτων. Πλεῖστα θαύματά του εἶναι καταγραμμένα, ἀφοῦ καὶ

σήμερα ὁ ἅγιος βοηθεῖ ὅποιον ἔχει ἀνάγκη. Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα

ζῶσι.

Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, μέ Συνοδική Πράξη τῆς 3ης

Δεκεμβρίου τοῦ 2012, κατέταξε τόν Ὅσιο Νικηφόρο τόν Λεπρό τόν

Θαυματουργό στό Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.


Ἀπολυτίκιον Ὁσίου Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ

Νικηφόρου Ὁσίου, τοῦ λεπροῦ τὰ παλαίσματα, καὶ τὴν ἐν ἀσκήσει

ἀνδρείαν, κατεπλάγησαν Ἄγγελοι· ὡς ἄλλος γὰρ Ἰὼβ τὰ ἀλγεινά,

ὑπέμεινε δοξάζων τὸν Θεόν, νῦν δὲ δόξῃ ἐστεφάνωται παρ’ Αὐτοῦ,

θαυμάτων διακρίσεσιν. Χαίροις τῶν Μοναστῶν χειραγωγέ, χαίροις

φωτὸς ὁ πρόβολος· χαίροις ὁ εὐωδίας χαρμονήν, προχέων ἐκ

λειψάνων σου.