Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Της κρεμάλας


Της κρεμάλας

Άλλος αυτός ο Μιχαλάκης στην κρεμάλα, μαζί με τον Αντρέα, ο Μιχάλης ο ταχυδρομικός είδαν πολλά τα μάτια του χρόνια στη ζωή, να δούμε ακόμα πόσα, χρονοτριβούσε, δεν κατέβαινε στις Κεντρικές Φυλακές στη Λευκωσία, ίσως ακουστούν τα αιτήματα, όλοι στους δρόμους, όπου υπήρχε ελληνική ψυχή, διαδηλώσεις για τη σωτηρία τους, το άδικο ξεσήκωνε τον κόσμο, δεν ήταν και πολύς καιρός που τους σκότωναν στους δρόμους μια οι Γερμανοί, μια οι Ιταλοί, μια τα ίδια τα αδέλφια, κι αυτός περίμενε, κι έγραφε στον αδελφό, διαβάζουμε και σήμερα και κλαίμε και ντρεπόμαστε για την κατάντια, η ψυχική μου ηρεμία είναι μεγάλη, με στωικότητα αντιμετωπίζω το άδικο, λυπούμαι μόνο που δεν θα μπορέσω να τανύσω στον πατέρα και στη μητέρα τώρα στα γεράματα, τα αδέλφια μου εσάς, σαν να ακούς το Ρίτσο να τα λέει με τον Αυξεντίου, ο αγώνας εξευγένιζε τους ανθρώπους, συμφιλίωνε με το θάνατο, γίνονταν άγιοι στην πρώτη νεότητα, εκ νεότητός μου πολλά πολεμεί με πάθη, αυτούς κανένα, μόνο ο πόθος της ελευθερίας, της ένωσης με την Ελλάδα, της προσφοράς στο όραμα. Ο Μιχάλης ο ταχυδρομικός περιμένει, δεν έχει να πάρει καμιά ψυχή, έμεινε αθάνατη μαζί μας, με το φωτοστέφανο της δόξας, γι’ αυτό δεν καταλαβαίνουμε τον κόσμο σήμερα, γιατί ζήσαμε αυτά.