Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

οι θεοί

 ΟΙ ΘΕΟΙ

Το χειμώνα σφαλίζαμε τις πόρτες
Κι οι εφέστιοι θεοί
Μπαίναν από τις χαραμάδες
Με τις λευκές πουκαμίσες
Και τους παλιούς θρύλους
Της Δήμητρας και του Άδωνη.
Τους κρατούσαμε μακριά από την εκκλησιά
Κι αυτοί λιτάνευαν μαζί μας
Με τις δικές τους μελωδίες
Στεφανωμένοι, εύθυμοι
Τραγικοί, κωμικοί, σατιρικοί.

Τα καλοκαίρια καθόμασταν στο στενό
Περιμέναμε το αεράκι να δροσίσει
Ο ποταμός περνούσε μέσα από τη Χώρα
Κι ύστερα καμένα μαγαζιά
Έντομα διψασμένα.
Πρώτος πετούσε ψηλά με το κηρύκειο ο Ερμής
Σιγά σιγά φεύγαν κι οι υπόλοιποι δικοί μας
Έβλεπαν τον πόνο, τη λύπη, τον στεναγμό
Ρημαγμένες τις φωλιές των χελιδονιών
Γκρεμισμένα τα γειτονικά σπίτια.

Μας έμενε μόνος στα σπάργανα ο Χριστός
Να κλαίει να θρηνάται
Κι εμείς βιαστικά βιαστικά τον μεγαλώναμε
Να τον καρφώσουμε στο σταυρό
Να διαμοιραστούμε τα ιμάτια
Να ρίξουμε κλήρο:
Θ’ αναστηθεί- δεν θ’ αναστηθεί…

Το δράμα δεν έχει ακόμα λήξει.

Ο εφιαλτίσκος

 Ο εφιαλτίσκος

Αν στο τέλος αναφωνήσετε, «κι εγώ το ίδιο βλέπω», θα είστε κι εσείς απόφοιτος του Αθήνησιν Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, ίσως της δεκαετίας του εξήντα, ίσως της Φιλοσοφικής Σχολής, και ρωτούσαν κι οι αστυνομικοί στις εισόδους των διαφόρων υπηρεσιών, «δηλαδή θα γίνεις φιλόσοφος;»
Για κοινά όνειρα λέω, στον ύπνο, εφιαλτίσκους για την ακρίβεια, σε δυο τρεις παραλλαγές, τώρα μάλιστα άρχισαν να γεννώνται και παραλλαγές των παραλλαγών, η πρώτη, ενώ κοιμάσαι ωραίος ωραίος, βλέπεις στο όνειρό σου πως χρωστάς μάθημα, και να σε κόψει ο αθεόφοβος με τέσσερα και εβδομήντα πέντε και να έχεις να ξαναδιαβάσεις τα ίδια και τα ίδια και βαριέσαι και τα βαριέσαι, το χειρότερο να ξαναδιαβάζεις και να ξαναδιαβάζεις και να μην ξέρεις τι δεν ξέρεις, αφού όλα τα ξέρεις, και γιατί να σε κόψει, πούθε πιάστηκε, μα αφού τα ξέρω, ευτυχώς ξυπνάς και το χαίρεσαι: περασμένος, να ν καλά το τάλιρο!
Η επί το μεγαλοπρεπέστερον παραλλαγή είναι πως δεν πήρες το πτυχίο, και ιδρώνεις και ευτυχώς λειτουργεί ο νους, διά της εις άτοπον απαγωγής συμπεραίνεις πως «δεν γίνεται, αφού διδάσκω τόσα χρόνια, θα το έχω πάρει» και γυρνάς από την άλλη, αλλά και πάλι το είδες, και ταράχτηκες και δεν είσαι μόνος που το βλέπεις, έτσι συμπεραίνεις από τα λόγια των άλλων παθόντων, ακόμα και αρίστων.
Το τρίτο είναι εντός του «λειτουργήματος» που λεν, ήταν ένα παράρτημα μακριά από το κεντρικό κτήριο, συνεχόμενες ώρες, μέχρι να τελειώσεις στο ένα τμήμα, έπαιζε το κουδούνι, έτρεχες να προλάβεις να πας στο άλλο, στο παράρτημα, αλλά όλο κι έμεναν κάτι λεπτά χωρίς εσένα στην τάξη, κι οι μαθητές θορυβούσαν, «με ποιον έχετε μάθημα; Αργεί ο φιλόλογος», και να τρέχεις και να τρέχεις να προλάβεις μην αρχίσουν να θορυβούν, κι ο κέρβερος υποδιευθυντής του παραρτήματος να σε υποβλέπει, «τόνδε υπόδρα ιδών», μα τι να πει κι αυτός, δικαιολογούσε τα δικαιολογήσιμα!
Κι η παραλλαγή της παραλλαγής, τελευταία εκδοχή, μπήκε άλλος καθηγητής στην τάξη να κάμει μάθημα, «και γιατί δεν του είπατε πως είχατε μαζί μου;», «μα καθυστερήσατε», και μπήκε και βγήκε, μα «πώς λέγεται, είναι καινούργιος, ποιος είναι;» Κι μαθητές συνομιλούν μεταξύ τους και δεν ακούν, δεν απαντούν, ούτε πως είμαι εκεί… Πολύ κακή παραλλαγή αυτή! Είμαι στην τάξη ή δεν είμαι; Και μετρώ τα χρόνια κι είναι είκοσι που δεν είμαι!

Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

ο σκεπτικός

 

Ο ΣΚΕΠΤΙΚΟΣ

Φαίνεται πως δεν μας μένουν και πολλά πράματα να κάνουμε, παρά μόνο να προσπαθούμε να καταλάβουμε πώς βρεθήκαμε σ’ αυτή την κατάσταση, πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα και αέρα, να μπαινοβγαίνει ο οχτρός από όλες τις τρύπες όλων των στοιχείων, στοιχειό κι αυτός, κι εμείς να συνειδητοποιούμε μάλλον και μάλλον την αδυναμία, τις αδυναμίες, να προσπαθούμε να συλλάβουμε το μέγεθος ή τα μεγέθη των συμφερόντων, τις φιλίες, τις οικονομικές επιχειρήσεις που κρύβονται πίσω από κάθε πολιτική κίνηση και πράξη, την οικονομία εν γένει, που δρα υποβρυχίως και ωθεί ή χαλιναγωγεί σκέψεις, αποφάσεις και πολιτικές δράσεις, και στο τέλος τα ρίχνουμε όλα για καλό και για κακό στο κεφάλι μας, αλίμονο να μην φταίμε κι εμείς, πού είναι τα πολυβολεία μας, πού είναι η ασφάλειά μας, η άμυνά μας, όσο κι αν επαιτούμε συμμαχίες, δεν είναι ντροπή, τα συμφέροντά του ο καθένας, κι εμείς τα δικά μας.

Από το 60 που είπαμε να γιορτάσουμε ελευθερία, από τις πρώτες μέρες, περνούσε το αυτοκίνητο τότε του Μακάριου από Κολοκάση, εκεί καθόταν ο τατάς, μη νομίζεις γιε μου πως όλα αρχίζουν τώρα ρόδινα, έχει πολλά αρνητικά η συμφωνία, εμείς μικροί, ύστερα από τόσο αγώνα, φανατισμό, δοσμένοι με τα μπούνια στην ένωση, ακούαμε πολλά, καταλαβαίναμε λίγα, δεν είχαμε ακόμα διαβάσει συμφωνίες και άρθρα του συντάγματος, σιγά σιγά φάνηκαν οι αδυναμίες, το 63- 64 κινδυνέψαμε, φαντάροι – η μαγιά της Εθνοφρουράς-  στη Χαλκίδα, εδώ στην Κύπρο δεν ήξεραν τίποτε, ποιοι είστε, πούθε έρχεστε; το 67, το 74 άλλες χρονολογίες τις αναλύουμε σε σελίδες, άλλες τις αφήνουμε με μια γραμμή, ασχολίαστες, κι όμως ίσως σ’ αυτές να κρύβονται πολλά κύρια, η όλη δράση των πάντων στην Κύπρο, ακόμα κι ο «φάκελος» λεγόμενος «της Κύπρου» κουτσουρεμένος είναι , ο κάθε ενδιαφερόμενος έβρισκε τρόπο να επέμβη, να σβήσει να αλλάξει, και τι σημαίνει «άμυνα», μήπως εννοούσε κάτι άλλο και τι σημαίνει ετούτο και το άλλο, όλα αρχίζουν με ερωτηματικά και δεν τελειώνουν. Κι αυτά για τα δικά μας, ένα νησί, όχι το οποιοδήποτε για μας, ο τόπος κι η ανάσα μας.

Και τι να πούμε για τα ελλαδικά, η μια κυβέρνηση να διαδέχεται την άλλη, πιέσεις και οικονομική καταβαράθρωση,  αλλά οι οχτροί οι ίδιοι, και πρώτη η Τουρκία, ο ανισόρροπος, φίλος του Τραμπ, επιχειρηματίας, καλά τα έχει με τη Ρωσία, καλά με τη Γερμανία, και τους άλλους φίλους της, ακόμα και στην ΕΕ, με χιλιάδες άγνωστους Χ στις συμφωνίες με την Αίγυπτο, με την Ιταλία, στους χάρτες, στις δηλώσεις, άλλες από τη δεξιά άλλες από την αριστερά, αντιπολίτευση, κι όλοι οι ειδικοί και σχολιαστές,  με τη δική τους θέση ο καθένας, ασυμφωνία μερική ή πλήρης, κι εμείς άντε να σχηματίσουμε τη δική μας γνώμη, όχι γνώση.

Και ποια παιχνίδια παίζονται στην ΕΕ, ποια η Γαλλία ποια η Γερμανία, καλά ξεφορτωθήκαμε- αν- την Αγγλία, το πετσί και το τομάρι, άλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη, και να προσπαθώ τώρα εγώ να βγάλω συμπεράσματα, Ερμής γίνομαι, προσπαθώ να διαβλέψω, να ερμηνεύσω όσα διαβάζω, αφού την πλήρη αλήθεια δεν θα την βρω, αν ζούσα στην αρχαιότητα θα ήμουν οπαδός του σκεπτικισμού, ένα σκεπτικός, κι αυτοί με τόσες διαβαθμίσεις. Κι ο νους δουλεύει, κι η γη κινείται.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

Ηρέμησε!

 

 

Ηρέμησε!

Μεγαλύτερη σημασία από τα γεγονότα έχουν η αφήγησή τους και οι περιγραφές τόπων, σχεδίων, ετοιμότητας. Αυτά, για να είναι αντικειμενικά, εξαρτώνται από τις γνώσεις και πληροφορίες που έχει ένας για το γιγνόμενο ή γενονός, οπότε, εκλογικευόμενο μεταδίδεται και στους άλλους ως είδηση και ερμηνεία της.

Η κομματική τοποθέτηση των ερμηνευόντων παίζει τεράστιο ρόλο, γιατί αυτή καταβροχθίζει οποιαδήποτε αντικειμενικότητα, αφού αυτό που παρουσιάζεται δεν είναι παρά η προκαθορισμένη θέση: αποτυχία πλήρης -οτιδήποτε και να συμβαίνει- για τον κομματικό αντίπαλο, ή επιτυχία πλήρης από τον κομματικό ακόλουθο που τώρα βρίσκεται στην εξουσία.

Είναι και οι άμεσα συνδεδεμένοι με το γιγνόμενο ή γεγονός: οι πολιτικοί και πολιτειακοί άρχοντες, οι ειδήμονες στρατιωτικοί, νομικοί και πολλοί άλλοι.  Κανονικά λες, «αυτοί ξέρουν καλύτερα, ξέρουν τις λεπτομέρειες, έχουν όλες τις πληροφορίες, δεν υπάρχουν γι’ αυτούς άγνωστοι Χ  όσοι υπάρχουν για μας τους απλούς πολίτες». Αν είσαι του κυβερνώντος κόμματος, υποστηρίζεις πως, «αφού ξέρουν καλύτερα, κρίνουν καλύτερα, αποφασίζουν με βάση το συμφέρον της Ελλάδας και του ελληνισμού». Αν είσαι της αντιπολίτευσης, όλα τα αρνητικά τα φέρνεις στην επιφάνεια, προβάλλεις περισσότερο τις θέσεις του αντιπάλου παρά της δικής σου πλευράς, σχεδόν χαιρεκακείς για τα γεγονότα που παρουσιάζεις πάντα αρνητικά για την πλευρά σου, αφού δεν είναι το κόμμα σου που κυβερνά, ας με άκουγαν!

Κι είμαστε και οι αναγνώστες των ειδήσεων και κρίσεων, διαβάζουμε λεγόμενες αναλύσεις, διαβάζουμε και κρίνουμε κι εμείς τα αναγινωσκόμενα, συγχυζόμαστε ωραία ωραία, μια έτσι τα λεν οι Τούρκοι, μάνες στα επικοινωνιακά παίγνια, μια έτσι τα λέει ο Δένδιας κι ο Μητσοτάκης (είναι και το όνομα το βαρυφορτωμένο, ‘είναι δυνατόν Μητσοτάκης και να κάνει το ορθό;’) είναι και οι «ειδήμονες» στα εισαγωγικά τους, τόσα ξέρουν τόσα γράφουν,  είναι κι οι της αρπαχτής, ό, τι αρπάξει από δω κι από κει, δωρεάν λαμβάνουσι δωρεάν δίδουν,  κι εμείς υπομένομεν και αναμένομεν και το φέιζπουκ γεμίζει, η ελευθερία του λόγου βάζει τις παλάμες στ’ αφτιά, κάποτε κλείνει και τα μάτια, δεν πληρώνει κανείς για όσα λέγει και γράφει.

Συμπέρασμα, δεν είναι ανάγκη να τα διαβάζεις όλα. Ηρέμησε!     

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020

Πεγειώτη

 

Πεγειώτη

Θες να πεις, Γιάννη Πεγειώτη φίλε μου, έχεις καμιά σχέση με την Πέγεια; Ή θα καταντήσουμε του Παπαδιαμάντη που μας έδωσε τη Σκίαθό του και την αθανατίσαμε στη μνήμη, κι όταν την επισκεφτήκαμε είπαμε πως αυτή του Αλεξανδρή είναι πιο ωραία από την πραγματική, τουριστική, κοσμοπολίτικη, πρόβλημα αν θα την αναγνώριζε ο καλόγερος  συγγραφέας αν ξαναρχόταν στη γη.

Κι έτσι είπαμε κι εμείς να δούμε την Πέγεια, μια τεράστια πολιτεία, χάνεσαι στους δρόμους, ευθεία σχεδόν δεν υπάρχει, πήραν οι ντεβέλοποι τα όρη και τα παραρά, καθένας και το οικόπεδό του, το τετράγωνο και τα ξεροχώματά του, άντε καμιά τερατσιά μέσα μέσα, και τώρα, αδιέξοδα των αδιεξόδων, φυτεύεις στη γη ένα συγκρότημα κατοικιών, το μεγάλο κόλπο είναι μια πισίνα στο κέντρο, έλυσες το πρόβλημα, το μικρό κόλπο είναι και μια βουκεμβίλια, να ρίχνει τα λουλούδια στην πισίνα, να έρχεται το πρωί το παιδί να καθαρίσει, άντε και δυο τρεις κάκτους και μια φοινικιά απαραίτητη, να κάμουμε τη δική μας μαγευτική πολιτεία, εξωτικά πράματα, και το βουνό, απλώνεις το χέρι και το αγγίζεις στην κορυφή, χαϊδεύεις πρωινά σύγνεφα, και νυχτερινά κοντά στον άγιο Γεώργιο, α, εδώ θα ήθελα να ψάλλω, να αντικρύζω τη θάλασσα στο ευλογητό και στο  δι’ ευχών, να βλέπω τον ουρανό να ενώνεται με τη θάλασσα, και τα βαριά σύγνεφα με τη μαυρίλα τους να κρέμονται κουρτίνες.

Μα για ποιο πράμα μιλάς, να μου πεις! Ξεφούσκωσε η Κερύνεια, ξεφούσκωσε η Αμμόχωστος και παραφούσκωσαν Λάρνακα και Λεμεσός και Πάφος, καθεμιά και το βασίλειό της, σχεδόν την κυβέρνησή της, με το διαβατήριο να περνάς, φύτρωσαν στα βουνά καινούργιες πολιτείες, μια αγια Νάπα άγνωστη στους πολλούς κι ένα Παραλίμνι, ποιος τα πιάνει, ένας ολόκληρος κόσμος περιμένει τον τουρισμό, πουλούμε βουνό, θάλασσα, ήλιο, κι εγώ ρωτώ τον Πεγειώτη αν έχει σχέση μ’ αυτή την Πέγεια που βλέπω αυτές τις μέρες και στους δρόμους της χάνομαι.  

Κυριακή 9 Αυγούστου 2020

δύο μηδέν

 

Δύο μηδέν

Οι δυο κοινότητες της Κύπρου, σε αγώνες ενός αιώνα η μια εναντίον της άλλης, παρουσιάζουν το παράδοξο, οι λίγοι «πούαρ τερκς» να νικούν τους πολλούς, την ελληνική κοινότητα της Κύπρου, εξού και οι εορτασμοί και θρήνοι είναι αντίστοιχοι, δύο μηδέν εορτασμοί υπέρ των τουρκοκυπρίων και μηδέν δύο θρήνοι και οδυρμοί των πολλών ελληνοκυπρίων. Το μέγα πολιτικό χαρτί είναι να το παίζεις ο μικρός και αδικημένος, ενώ στην πραγματικότητα είσαι ο πολύς και αδικών, αφού έχεις τη σουλτάνα την καλοφαγού, την οποία όμως ξεχνούν χρόνια και ζαμάνια οι ελληνοκύπριοι, οπότε κι αυτή εμφανίζεται δι’ αέρος και θαλάσσης, και χτυπά δι’ ανόμων χημικών  όπλων και  ναπάλμ, που μόνο εμείς βλέπουμε, οι άλλοι πρέπει να είναι της Χιροσίμα για να τα δουν.

Η Τουρκία αλωνίζει αιώνα σχεδόν τώρα, με τα σχέδια του Εριμ, με τα οράματα Ερντογάν,  με τους αξιωματικούς των μυστικών υπηρεσιών, με τους  δασκάλους, με την οργάνωση και την εξάσκηση στα όπλα νέων και νεανίδων, με παραστρατιωτικές και τρομοκρατικές οργανώσεις, μια λέγονται «βολκάν», μια «τμτ», «διχοτόμηση ή θάνατος» το σύνθημά τους, ενώ το δικό μας από «ένωση» έγινε «επανένωση της πατρίδας μας», ένα άλλο όνομα της διχοτόμησης, αλλά στο πιο σοφιστικέ, «δ.δ.ο.».

Κι έτσι, ενώ εμείς θρηνούμε τα αθώα θύματα της Τηλλυρίας, αυτοί το γιορτάζουν κανονικά μεταφερόμενοι από θαλάσσης και αέρος, εκείνο όμως το από ξηράς είναι το πρόβλημα, γιατί ζητούν και παίρνουν από μας την άδεια να μεταβούν στα Κόκκινα για να γιορτάσουν τις βόμβες με τις οποίες έκαψαν τα παιδιά μας, κι εδώ είναι το  αναξιοπρεπές για μας, αντί να τους απαγορεύσουμε τη διάβαση, ή τουλάχιστο να ζητήσουμε να σεβαστούν τους νεκρούς μας, τους επιτρέπουμε με πολλά τραγούδια και παρατράγουδα να γιορτάζουν και να εκφωνούν τους πανηγυρικούς τους της οκάς, ενώ οι νεκροί μας πρέπει να ετοιμάζουν όλο το χρόνο στους τάφους τους, καμένοι, το φαρμάκι τους, για  να μας το χύσουν τέτοιες μέρες, αφού είμαστε και φαινόμαστε -ασυζητητί-  πολύ ανάξιοι. Ούτε για το φτύμμα τους!

 

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

Κλεοπάτρα Μακρίδου, Δώρος Λοΐζου


Κλεοπάτρα Μακρίδου, Δώρος Λοΐζου, Ο ωραίος της επανάστασης, Κουκκίδα

Στο έργο τίθεται ως προμετωπίδα το ποίημα του Δώρου Λοΐζου «Το τραγούδι του Λεύτερου» γνωστό μελοποιημένο, - Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω..- με τα εκρηκτικά μηνύματα του επαναστάτη. Από τη μια τα όπλα του, από την άλλη ο εχθρός- στόχος. Είναι σημαντική η προμετωπίδα, γιατί μπορεί η όλη σύνθεση της Κλεοπάτρας Μακρίδου να θεωρηθεί ανάπτυξη του ποιήματος του Δώρου: με τα όπλα από τη μια του επαναστάτη και από την άλλη με τον εχθρό και τα δικά του όπλα, της μυστικής διπλωματίας και της προδοσίας ιδιαίτερα. Ιδανικό η ελευθερία του ανθρώπου, η Ανθρωπιά του, ενσαρκωμένη στον νέο ωραίο ποιητή.
Η ποιητική σύνθεση αποτελείται από έξι ενότητες, μια σταδιακή χρονική εξέλιξη των ιστορικών γεγονότων, με θεμελιό την επαναστατική σκέψη, ποίηση και δράση από τα μαθητικά χρόνια του Παγκυπρίου Γυμνασίου με την εσφραγισμένη πια μάχη της Σεβερείου βιβλιοθήκης, ως τη σημαδιακή μέρα της 30ης Αυγούστου του 1974, με τη δολοφονία του Δώρου Λοΐζου.
Ήδη το «ωραίος» ως ώριμος, τελειωμένος, ιδανικός, εκφράζεται ποικιλότροπα στο ποίημα, με παράλληλους άλλους ποιητές και ήρωες από αρχαιοτάτων χρόνων ως τη νεότερη εποχή της Κυπριακής και Ελληνικής γενικότερα Ιστορίας.
Τοπικά η δράση του ήρωα δεν περιορίζεται στο νησί, αλλά εξακτινώνεται και στην Ελλάδα τον καιρό της δικτατορίας, του τέρατος που περισφίγγει τους αγωνιζόμενους, αλλά που πρέπει να εξαφανιστεί, για να λάμψει το φως της ελευθερίας. Η ποιήτρια πολλές φορές απευθύνεται στον ήρωα ωραίο ποιητή με θαυμασμό και φιλοσοφική διάθεση, για να επιτύχει τη γενίκευση και την αναγκαία διαιώνια θεώρηση των νοημάτων και συναισθημάτων, έναντι του θυσιασθέντος ήρωα επαναστάτη ποιητή.
Ο ποιητικός λόγος της Κλεοπάτρας Μακρίδου ανηφορίζει όσο πλησιάζει στην κορύφωση των ημερών και στη δολοφονία του ήρωα. Φως ελευθερίας και σκότος δικτατορίας και προδοσίας αντιμάχονται, σύμβολα και συμβολικά πρόσωπα διαδέχονται το ένα το άλλο, η συγκρουσιακή εποχή παρουσιάζεται με όλα τα ποιητικά όπλα της ποιήτριας, που ανέλαβε όντως μια δύσκολη ποιητική αποστολή, το προσωπικό δοξολόγημα ενός πραγματικού ποιητή εκ των ελαχίστων της Κύπρου και αδικημένων ποιητικά, λόγω της κομματικής εκμετάλλευσης μερικών.
Νεοέλληνες ποιητές και στίχοι τους ακούονται ευκρινώς στο ποίημα, και πολύ φυσικά, αφού ο ωραίος ποιητής δεν γεννιέται εκ του μηδενός, αλλά είναι τέκνο των Ελλήνων ποιητών και ηρώων.
Η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, οι ημέρες εκείνες, η προδοσία, ο εισβολέας και τα σχέδιά του, όλο το εικονοστάσι του πάθους της Κύπρου του 1974, οδηγεί σε μια απολογία μετά θάνατον, μια αναφορά του στρατιώτη στο νεκρό ποιητή, θλιβερή για την κατάντια μας, ύστερα από τα τόσα θλιβερά και καταστροφικά, για να οδηγηθεί η ποιήτρια στη φιλοσοφική ενατένιση, στο δοξολόγημα ιδεών και ιδεολόγων, ποιητή αγωνιστή και ωραίου ανθρώπου, που οδηγεί τον ποιητικό λόγο στην ανύψωση.
Η παρούσα κατάσταση, η σύγχυση και κακοποίηση της αλήθειας, η ισοπέδωση των πάντων, η θλιβερή κατάπτωσή μας, σε σύγκριση με το ύψος του ήρωα ανθρώπου ιδεολόγου ποιητή οδηγεί την ποιήτρια στην καταγγελία της κατρακύλας και στην πίστη πως η αγνότητα και οι αγώνες του ποιητή θα οδηγήσουν στη σωτηρία.
Στο έργο συνυπάρχει η Ιστορική πραγματικότητα, οι συγκρούσεις της συγκεκριμένης περιόδου, οι ιδέες κα οι αγώνες για πραγμάτωσή τους, τα εχθρικά εμπόδια, ο θάνατος, η καταστροφή, η θυσία, αυτό όμως που και πάλι προβάλλεται είναι η ενσάρκωση της ελευθερίας, της αγάπης και της ανθρωπιάς από τον ποιητή Δώρο Λοΐζου και η πίστη πως έχουμε ανάγκη να εμβαπτιζόμαστε στις ιδέες και στα ιδεατά πρόσωπα.
Η όλη σύνθεση πορεύεται σταδιακά και ανηφορικά, με τους ποικίλους της ρυθμούς και ήχους, ώσπου να φτάσει στο ύψιστο ανέβασμα προς το τέλος με τη φιλοσοφική σύλληψη της ιδέας. Δύσκολο το εγχείρημα, άξια εργάτρια η ποιήτρια.
Στέλιος Παπαντωνίου