ΠΥΡ
Επειδή όσο πάνε πληθαίνουν οι
αναμάρτητοι σ’ αυτό τον τόπο και βάλλουν τον λίθον κατά των αμαρτωλών, θυμήθηκα
και το «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω» και τον Διονύσιο Σολωμό με τον
καλόγερό του, να θέλει να βρει πόσοι είναι
οι δίκαιοι και να μην τους μετρά ούτε με τα τρία δάκτυλα, κι έτσι έβαλε τον
σταυρό του, όπως καλή ώρα σταυροκοπιόμαστε όσοι νιώθουμε αμαρτωλοί σ’ αυτή την
νήσον των αγίων, και μας εκπλήττει η ευκολία με την οποία από τη μια γίνονται
οι μεγάλες ματσαράγγες, η καθυστέρηση να έρθουν στο φως, η συγκάλυψη που λεν,
κι όταν χαράξει λίγο, κι αρχίζουν να ξεφυτρώνουν τα ανομήματα, έτοιμοι μπρος,
απάνω τους, όποιος φανεί αυστηρότερος κριτής. Κι οι κριτές όμως έχουν το χρώμα τους,
κόκκινο και μπλε και πράσινο αναλόγως και με άλλους συνδυασμούς, κομματικούς ή
ιδεολογικούς κατά που τους ονομάζουν. Είναι κι όσοι κάθονται καραούλι ή
στέκονται στην κλούβα και περιμένουν, έτοιμοι από τα μικράτα τους, γεννημένοι
κριτές και επικριτές, άνωθεν εντεταλμένοι. Όλοι
στο φέιζπουκ αναγνωρίζονται και ταξινομούνται, σαν μια γειτονιά ή σαν στο χωριό,
γνωριζόμαστε από ανήλικα παιδιά, ξερόμαστε που λέει κι ένας συγγραφέας. Ο
γράφων αποκαλύπτει με τα γραφτά του τον εαυτό του. «Τ’ άσπρο
χαρτί σκληρός καθρέφτης επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.» λέει κι ο Σεφέρης. · «Επί των αναγνωρισμένων στόχων…» · «…Βάλατε πυρ!»