Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2018


Ζήνων Ζαννέτος

Στέλιος Παπαντωνίου Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΟΥ διηγήματα

«Ἕνα κεραμικό ῥάντιστρον ἁγιάσματος πατριδικοῦ Νόστου και Μνήμης, ἀπ’ ὅπου ὁ ὕσσωπος τῆς καρδιᾶς ῥαντίζει μέ στάγματα εὐλογίας –Καλοῦ Λόγου- τό πνεῦμα καί τό ἦθος τοῦ ἀναγνώστη.» (Ζήνων Ζαννέτος)

Ὁ ἀναγνώστης τοῦ βιβλίου τοῦ Στέλιου Παπαντωνίου «Ἡ γειτονιά μου», ἀπό τὸ πρῶτο ἀφήγημα, ἔρχεται σὲ κοινωνία μὲ τὴν ἰδιοτροπία τῆς γραφῆς, τόσο μὲ τὸ ἀσύνηθες τῆς μυθοποιίας, ὅσο καὶ μὲ τὴν προφορικότητα τῆς διηγηματικῆς ἔκφρασης, ποὺ  συνθέτει τὶς παραγράφους μὲ μακροπεριόδους προτάσεις, χωρίς τελεῖες, ἀλλά μὲ ἀναπνευστικές παύσεις (τῆς ἀνάσας), μὲ προτασικές ἱστορήσεις παράλληλες, συνάλληλες, ἐπάλληλες ἤ και ἄσχετες.

Ὁ συγγραφέας, μὲ τὸν τρόπο τοῦ παραμυθιοῦ, ἐγκοσμίζει τὴν ἱερή τάξη τοῦ Οὐρανοῦ, κάνοντας ἀρχή μὲ μιὰν ἔκδηλη παραφρασμένη ταυτωνυμία. Ἔτσι ὁ Χριστός γίνεται Χρίστος, ἡ Παναγία Παναγιώτα, ἡ Ἀνάσταση Ἀναστάσης, ἐνῶ οἱ  Ἄγγελοι και Ἅγιοι δροῦν και βιοτεύουν μὲ τὰ ὀνόματά τους στὰ σώματα ὁμωνύμων συνανθρώπων μας, συνοίκων τῆς Γειτονιᾶς τοῦ συγγραφέα. Ἡ γειτονιά αὐτή ἀναβιώνει τὴν ὄλβια καθημερινότητα τῆς ἄλλοτε Κύπριας βιοτῆς, διασώζοντας τὴν ἀγαθότητα τοῦ βιοτικοῦ διαλόγου τῆς Ζωῆς τοῦ πάλαι ποτὲ εὐδαίμονος καιροῦ τῆς καθημερινότητας τοῦ Κοινοῦ τῶν Κυπρίων. Μιὰ καθημερινότητα, ποὺ προσομοιάζει μὲ ἐκείνην τοῦ Οὐρανοῦ, ὅπως ἡ φαντασία καὶ ἡ πίστη τοῦ Χριστιανοῦ τὴν ἔπλασε. Ἡ γραφή τοῦ Παπαντωνίου, ἐφ’ ὅσον γηώνει τὴ συνοικία τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τὴν ἐκγειτονικεύει, δίνοντας ἀνθρωπομορφή στὴ Θεία Τάξη καὶ κρατώντας τὴν ταυτωνυμία ὡς σηματωρό σύμβολο τοῦ μύθου του, μοιραῖα ἀφηγεῖται ἀκροβατώντας ἐπί ὀλισθηροῦ ἱστοῦ βεβήλωσης καὶ καθαγιασμοῦ. Γιατί ἡ καθημερινότητα τῶν ἡρώων τοῦ μύθου τῆς ἀφήγησης ἀπό τὴν ἀγαθότητα τῆς προαίρεσης μπορεῖ να ὀλισθήσει στὴν ἀνθρωπίνη σφαλερότητα, τὴν ἁμαρτωλότητα.

Ἡ γραφή, μέσα ἀπό τὸν καθαρμό τῆς Μνήμης καὶ τοῦ Νόστου ἀναδεικνύει τὸν Κύπριον οὑμανισμό τῆς παραδοσιακῆς ζωῆς τοῦ κόσμου τῆς Κύπρου καθαγιασμένον μὲ τὴ σφραγίδα  τοῦ εὐλογημένου πλήθους τῶν Ἁγίων τῆς Κύπρου, κάποιων πανορθοδόξου λατρείας καὶ προσκύνησης. Ὁ οὑμανισμός αὐτός εἶναι γνώρισμα τοῦ Ἤθους τῶν Κυπρίων καὶ συνιστᾶ μιὰ πτυχή τοῦ Ἔρωτα Πατρίδας, ὁ ὁποῖος ἐνδημεῖ διιστορικά στὴν ψυχή τῶν Κυπρίων ὡς σωστική ἀσπίδα, λόγῳ καὶ τοῦ διαρκῶς ἐλλοχεύοντος κινδύνου ληστρικοῦ ἀφανισμοῦ τους. Σκηνικός χῶρος τοῦ μύθου τῆς ἀφήγησης, κατά δήλωση τοῦ συγγραφέα, εἶναι ὁ ἀγώνας τῆς Ε.Ο.Κ.Α.: «Κάπου τότε γεννήθηκε κι ὁ Χρίστος» (σελ.12) Ἡ ἀφηγηματική ἀναγωγή τῶν ἀνθρωπίνων στὰ θεϊκά καὶ παλίνδρομα, καθώς ἀνελίσσεται ὁ μῦθος τῶν ἀφηγημάτων, δίνει στὴ γραφή ἐνάργεια και ἀναγνωστικό ἐνδιαφέρον.

Στὸ ἔργο «Ἡ γειτονιά μου» ὑπάρχει μιὰ νεωτερική ἀφηγηματική τεχνική ποὺ θὰ τὴν ὀνόμαζα «συνειρμική ἀναφορικότητα» διαφραστικῶν ψηφίδων ποὺ ἡ μνημική τους ἀνάκληση, ὡς ἀφηγηματικός τόπος και τρόπος χρήσης λειτουργεῖ ἄλλοτε ὡς εἰρωνεία, ἄλλοτε ὡς διαστατική νοηματική βάθυνση, ἐνίοτε δέ, ὡς ἀφασική ὑπερρεαλιστική ἔκφραση. Ἡ ἀναφορικότητά τους παραπέμπει σὲ ἱστορικές βιοτικές καταστάσεις τοῦ Κοινοῦ Κυπρίων, στὴ μνημική ἀνεικόνιση τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Κύπρου καὶ ἄλλοτε σὲ σημειολογική πνευματικήν ἀναφορικότητα ἀπό τὴ γνωστική κιβωτό τοῦ συγγραφέα, τὴν ἀρκούντως εὔπορη.

 ἔνταξη τῶν ρηματικῶν νοηματικῶν αὐτῶν κύβων-ρήσεων μέσα στὴν ἀφηγηματική πλοκή, ἐκτός τῆς ἀναφορικότητάς τους ὡς μεταφορέων νοημάτων μὲ ἰδιόλογη φώνηση, ἀποκαλύπτουν τὸν γνωστικόν πλοῦτο τοῦ συγγραφέα, ἀλλά καὶ τὴν ἱκανότητά του ὡς πρὸς τὴν ἀναπεμπτική συμβολισμική ἤ μεταφορική λογοτεχνική τους χρήση, τὴ συνειρμική τους ἀναφορικότητα, ἡ ὁποία καὶ συνδιαμορφώνει μιάν ἰδιότροπη ἑρμηνεία τοῦ μυστικοῦ λόγου τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου μαζί μὲ τὴν εὐτραπελία τῆς καθημερινότητας, ποὺ φωνεῖ
ὡς πολιτική ἀνατομία ἤ ὡς παιγνιώδης θυμοσοφία.

Ἡ ἱστορία τοῦ τόπου, ὡς δραστικός πραγματωμένος βίος τοῦ Κοινοῦ τῶν Κυπρίων, ἡ φιλόσοφη καὶ θυμόσοφη θεώρησή της, ἐνίοτε ἡ αἱρετική ἀνάγνωσή της, τὰ πρωτεύοντα ἱστορικά γεγενημένα και τὰ δευτερεύοντα βιοτικά συμβάντα τῶν προσώπων τῆς γειτονιᾶς ἀποτελοῦν τὴν βιωματικήν ἰλύν τοῦ βιβλίου τὴν ἰλύν, ποὺ μὲ τὴν κάμινον τῆς Τέχνης μεταμορφώνεται σὲ πετρώδη ὕλη, ποὺ τέμνεται καὶ τεμαχίζεται σὲ ψηφίδες, οἱ ὁποῖες μὲ τὴν τεχνική τοῦ ψηφιδωτοῦ συνθέτουν τὸ πρόσωπο τοῦ μύθου. Οἱ ψηφίδες αὐτῆς τῆς ἰλύος ἀποσπῶνται ἀπό τὸ χρόνο τους καὶ σὲ μιὰ συγχονία βιωματική φωνοῦν τὸν προσωπικό λόγο, τὴ βιωματική δηλαδή φώνηση τῆς πρόσληψής τους ἀπό τὸν συγγραφέα. Ὁ ἀφηγηματικός αὐτός τρόπος γραφῆς δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν περιοδικότητα καὶ τὴ χρονική ἀκολουθία τῆς ἱστορίας, γιατί ὁ λόγος τῆς ἀναφορᾶς τους  ἄλλοτε ὑπηρετεῖ τὸ πρωθύστερο, ἄλλοτε τὴ συγχρονικότητα ὡς συμβολική συγκριτική μεθοδολογική ἑρμηνεία καὶ ἄλλοτε ὡς ἁπλός παιχνιώδης συνειρμός, ποὺ παίζει μὲ τὴν ὁμοιοφωνία τῶν λέξεων ἤ τήν ἀφασική εἰρωνεία τῆς μεταφορικῆς χρήσης τοῦ νοήματος κάποιας γλωσσικῆς ψηφίδας-ρήσης.

Ἡ συνειρμική ἀναφορικότητα εἶναι ἕνας νεωτερικός ἀφηγηματικός τρόπος, ποὺ ζωηρεύει τὴν μονοτονία τῆς ἀφήγησης καὶ τὴν ἐπιδερμικότητα τῆς προφορικότητας τῆς ἀφηγηματικῆς ροῆς, ἐνῶ, ὅταν ἡ συνειρμική ἀναφορικότητα ἀποστάζει δραματικὰ ἤ τραγικά σκέμματα, προκαλεῖ θλιβήν καὶ ἔλεγον, πόνον καὶ ἀπέλπιδα πικρία. Οἱ περιπτώσεις αὐτές μᾶς ὑποψιάζουν γιὰ τὴ στάση τοῦ συγγραφέα ἔναντι τῶν δρωμένων τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου, τὴν οὑμανιστικήν ἀνάγνωση τῆς τραγικότητας τῆς Ζωῆς καὶ τὴ συνειδητότητα τοῦ Λόγου τῆς Ἱστορίας. Τα σήματα, βέβαια, αὐτά ἐκπέμπονται ἀπό τὸν λόγον τῆς κρυπτείας τῆς γραφῆς μὲ τὸν μυστικό τους τρόπο προκαλοῦν τὴν ἑρμηνευτική ἀνάγνωση καὶ ἀποκαλύπτονται στὴ βάσανο τοῦ στοχασμοῦ τοῦ ἀναγνώστη.

Ἡ Κύπρος, ὡς οἰκητήριος τόπος Ζωῆς, εὐλογήθηκε διαχρονικά νὰ εὐφρανθεῖ μὲ τὸν αἰωρισμό τοῦ θαύματος τῆς ζωῆς καὶ τῆς δημιουργίας, ἀλλά καὶ νὰ βιώσει τὴν κατάρα τῆς παραλόγου ἐπικράτειας τοῦ θανάτου, τῆς πτωτικῆς τραγικῆς μοίρας στὶς ἐσχατιές τοῦ γνόφου τῆς ζωῆς καὶ στὰ γκρεμνά τῆς ἀβύσσου τοῦ θανάτου τῆς δόθηκε, σὲ  σχεδόν ἀπόλυτα μεγέθη, ἡ εὐδαίμων ζωή τοῦ βίου καὶ ἡ μεγίστη δυστυχία τοῦ θανάτου. Μιὰ τέτοια μοῖρα βιοτικοῦ πεπρωμένου ἐγκυμονεῖ ἀφ’ ἑαυτῆς τὸν Λόγον τῆς Τέχνης, ὀρθολογίαν τοῦ πνευματικοῦ στοχασμοῦ ἤ ὑπερρεαλιστικήν παραλογία. Κυρίως, ὅμως, ἡ Τέχνη διαλέγεται μὲ τὸ σκληρό πρόσωπο τῆς Μοίρας –τὸ μοιρολόι, τὸν λόγον τῆς Μοίρας- τὸν συναισθηματικόν ἔλεγον καὶ τὸ προζύμι τῆς πίκρας και τῆς θλιβῆς. Στοὺς καιρούς μας ὁ θαυματουργός ἀγώνας τῆς Ε.Ο.Κ.Α. καὶ ἡ τραγωδία τοῦ ’74, δύο κορυφαῖα συμβεβηκότα τῆς ἱστορίας τῆς Κύπρου, κυοφόρησαν τὸν δημιουργικό πυρετό τοῦ πνεύματος ποὺ γέννησε τὸν καλλιτεχνικό στεναγμό, που ξέσπασε σὲ πληθωρική καλλιτεχνική παραγωγή και δημιουργία, κυρίως στον τομέα τῆς Λογοτεχνίας, στὸ τελευταῖο τέταρτο τοῦ 20οῦ  αἰώνα καὶ ἐντεῦθεν.

«Ἡ Γειτονιά μου» τοῦ Στέλιου Παπαντωνίου ἐντάσσεται σ’αὐτόν τὸν λογοτεχνικόν ὀργασμό τῆς Κύπρου. Τὴν γέννησε μιὰ οἰστρήλατη στοχασμική ἀνάγνωση τοῦ ’74, ποὺ ψηλαφεῖ τὸ κομποσκοίνι τῆς πορείας πρὸς τὴν πραγμάτωση τῶν γεγενημένων στὴν Κύπρο, μὲ ὕστατον ἰσόρροπο κόμπο τὴν ἀνθρωπίνη τραγωδία τῆς εἰσβολῆς καὶ τὰ συνακόλουθά της. Μὲ ἵστορα λογισμό τοῦ ἱστορικοῦ προσώπου τῆς Κύπρου, μὲ εὐαισθησιακό διάλογο μὲ σταθμούς τῆς βηματοδρομίας της, ἐνίοτε μὲ σκωπτική θώπευση, μέχρι καὶ εἰρωνική στηλίτευση ἄγει τὸν λογοτεχνικόν του στοχασμό στὰ ταμιεῖα τῆς Μνήμης καὶ τοῦ Νόστου και πειρᾶται νὰ ψηφιδώσει ἔλλογες ἤ μοιραῖες καὶ θαυμαστές ἐκφάνσεις τοῦ Λόγου τῆς Ἱστορίας, ὡς παρηγορίαν τοῦ πνεύματος καὶ πράυνση τοῦ πυρέσσοντος πόνου καὶ τῆς ἰδιοπρόσωπης πικρίας τῆς Κύπρου ἀπό τὴν κάκωση καὶ τὸν ἀκρωτηριασμό τοῦ σώματός της.

Ὑποπτεύομαι πὼς ἡ πρώτη μαγιά τῆς ἀφηγηματικῆς ἰλύος τοῦ Παπαντωνίου βρίσκεται σ’ ἕναν ἔλλογο σχεδιασμό ψηφίδωσης τοῦ σύγχρονου βεβαρυμένου προσώπου τῆς Κύπρου ὑπό τον ζόφον τοῦ Ἀττίλα, μ’ ἕνα νεωτερικό συμβολισμικό τρόπο, μὲ βασική τεχνοτροπία τὴν ἀναίρεση τῆς περιοδικῆς ἀφήγησης τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς χρονικῆς, ἡμερολογιακῆς ἀκολουθίας της. Ἡ ἱστορία τῆς Κύπρου, αὐτό ποὺ, ὀρθότερα, θὰ ἀποκαλούσαμε ὁ διαιώνιος πραγματωμένος βίος τοῦ νησιοῦ, ἀποσπᾶται ἀπό τὶς σελίδες τῆς ἐπίπεδης ἱστόρησης καὶ γίνεται στοχαστική καὶ συναισθηματική ἰλὺς τῆς ἀφηγηματικῆς εὐαισθησίας τοῦ συγγραφέα. Ἡ ζύμωση αὐτή τῆς Ἱστορίας πειρᾶται, μὲ λογοτεχνική νεοτροπία, νὰ κατανοήσει τὴ διαχρονική ὑφαντική τῆς Κλωθοῦς Μοίρας τῆς Κύπρου, αὐτῆς ποὺ ἀναπαράγει τὶς ψυχικές ἀντοχές τῆς τραγωδικῆς θλιβῆς και πικρίας, τὶς μυστικὲς ἰδιοπρόσωπες δυνάμεις ἐπιβίωσης, ἀνάστασης καὶ δημιουργικῆς ἀναθαυματουργίας καὶ διάρκειας.

Ἡ νεοτροπία τῆς γραφῆς τοῦ Παπαντωνίου συνίσταται στὴν ἁγιοποίηση τῆς Γειτονιᾶς του, πού τώρα σε νεκρική σιωπή στενάζει μερικῶς κατεχόμενη και λεηλατημένη ἀπό τὸν σαρακηνόν εἰσβολέα. Ἀναβιώνοντας τὴ σταματημένη ἀνάσα τῆς Γειτονιᾶς του ὁ Παπαντωνίου ἐξεικονίζει τὸν πρὸ τοῦ ’74 βίο της μὲ ἥρωες-πολίτες ποὺ μετώκησαν ἀπό τὴν Πολιτεία τοῦ Οὐρανοῦ στὴ γειτονιά τῆς ἁγιότητας. Ἔτσι, μετωνομάζει τον Χριστόν σε Χρῖστο, τὴν Παναγία σὲ Παναγιώτα, τὴν Ἀνάσταση σὲ Ἀναστάση, τὴν ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων Του σὲ σπίτι τοῦ γείτονα πολίτη μὲ δράση ἐπάλληλη τοῦ Βίου τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων του ἐκείνη τοῦ νοικοκύρη γείτονά του. Ἔτσι ὁ βίος τοῦ Χριστοῦ συμπλέκεται καὶ ἐξανθρωπίζεται ὡς δραστικός μῦθος τοῦ ἀνθρώπου Χρίστου, καταδηλώνοντας μ’ αὐτό τον τρόπο τὴν ἄλλοτε ἀγαθότητα τῆς βιοτῆς τῆς Γειτονιᾶς, τὸ καθημερινὸ ἦθος τῆς συμβίωσης τῶν κατοίκων της. Κατά συναισθηματικήν ἀντίστιξη ἡ φωνή τῆς ἄλλοτε εὐφρόσυνης βιοτῆς παραπέμπει στὸν σημερινό πόνο τῆς τωρινῆς σιωπῆς τῆς νεκρωμένης πια γειτονιᾶς, πόνο ποὺ βιώνει ὁ ἐν ἐξορία τῆς Γειτονιᾶς του διαβιῶν συγγραφέας. Ἐξορία ὑπαρξιακή, πνευματική, βιωματική, βιοτική. Ἀπό τὴ μιά, εὐφροσύνη-συναισθηματική και πνευματική-ἀναβιωματική ἐξεικόνιση τῆς κοινοτικῆς βιοτικῆς ἀγαθότητας, ἀπ’ ὅπου ἐλευθερώνονται γαληνά καὶ εὐάρεστα συναισθήματα καὶ ἐνθυμήματα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, τά ὑφέρποντα ἐναργῆ κατ’ ἀντίστιξη συναισθήματα τοῦ ἀβάσταχτου πόνου, τῆς ὁριακῆς θλιβῆς καὶ πικρίας, ὡς ἀμνυακή μήτρα τῆς γένεσης τῆς γραφῆς. Τὰ τελευταῖα, χωρίς νὰ περιγράφονται, ἀνακύπτουν ἀπό τὴν ἀνάγνωση καὶ τὴν ὑποψία  τῆς τελεολογίας τῆς γραφῆς.

Εἶναι σύνηθες ἡ μνημική ἀναβίωση ὡς ἀφηγηματική γραφή, ὅπως «Ἡ Γειτονιά μου» τοῦ Στέλιου Παπαντωνίου νὰ ἐκπέμψει σκέμματα εὐγενισμένα, λυρικά και ρομαντικά εὐήδονα, κεκαθαρμένη καταλλαγή τῶν κοινοτικῶν διαφορῶν καὶ συγκρούσεων, ἐξαγιασμένη ἀνάμνηση τῶν δυσχερειῶν τῆς καθημερινότητας καὶ συναισθηματικό γλυκασμό τοῦ μιμνησκόμενου πρὶν. Οἱ εἰκόνες τῆς μνήμης , ἐξεργασμένες στὸν μυστικό θάλαμο τοῦ νόστου, ξεθωριάζουν τὸ κακό καὶ τὸ ἄσχημο καὶ ἀγαθύνουν, καλλύνουν μὲ ἰριδίζουσα φωτοστέφεια  τὸν κόσμο τῆς ἄλλοτε βιοτῆς καὶ ζήσης. Ὁ Παπαντωνίου, κατακυριευμένος από τὴν πίκρα καὶ τὸν πόνο τῆς ἀπώλειας τοῦ γενέθλιου τόπου τῆς ὕπαρξης καὶ τοῦ βίου του, ἀναβιώνει νοσταλγικά τὶς βιοτικές εἰκονες, τὶς κατατεθειμένες στὴν τράπεζα τῆς Μνήμης, μὲ συναισθηματικό ἐπιτόκιο εὐάρεστο καὶ, μὲ πρωτότυπον τρόπον ἀφηγηματικῆς ἀνάπλασης, καθαγιάζει καὶ ὡραϊζει τὸν κόσμο τῆς μνήμης καὶ τὴ βιοτή του, τὸν τόπο τῆς παιδικῆς ἀθωότητας, τὴ Γειτονιά ὅπου γεννήθηκε καὶ ἔγινε ἡ γειτονιά τῆς καρδιά του.

Ἡ Μνήμη, ὡς λογοτεχνική μήτρα, δουλεύει με σύμβολα, αναφορές, προσομοιώσεις καὶ ἄλλα λογοτεχνικά σχήματα καὶ διαστασιάζει, ἀλλοιώνει ἤ καὶ στρεβλώνει τὴν πραγματικότητα γιὰ νὰ πλάσει τὸν μῦθον της. Μὲ ἀνάλογο τρόπο παρήχθη ἡ γραφή τῆς «Γειτονιάς » τοῦ Παπαντωνίου. Ἡ ἐμπλοκή τῆς Ἱστορίας τῆς Κύπρου στὸν ἀφηγηματικό μύθο τῶν προσώπων διαστασιάζει τὴ βιοτή τῆς Γειτονιᾶς σὲ κοινοτική βιοτή τοῦ Κοινοῦ τῶν  Κυπρίων καὶ μὲ ἀβίαστο τρόπο ἡ Σταύρωση τῶν προσώπων τῆς Γειτονιᾶς παραπέμπει στὴ Σταύρωση τῆς Κύπρου καὶ τοῦ Κοινοῦ της.

Τὸ πρῶτο ἀφήγημα τῆς «Γειτονιᾶς» εἶναι ἡ φωτογραφία τοῦ πληθυσμοῦ ποὺ πρόκειται νὰ βιογραφηθεῖ μὲ τὸν τρόπο τῆς Λογοτεχνίας. Ἡ περιγραφή τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ μᾶς πάει στὶς ἀσπρόμαυρες ἐκεῖνες στημένες «πόζες» φωτογράφησης τῆς οἰκογένειας, στὰ ἄλλοτε περίλαμπρα πανηγύρια τῶν χωριῶν μας, μὲ ἱεράρχηση προσόμοια ἐκείνης τῆς φωτογράφησης: μπροστά καὶ προβεβλημένος ὁ πατέρας, πατριάρχης τῆς οἰκογένειας, ἡ μάνα δίπλα του σὲ σεμνότερη στάση καὶ ἔκφραση καὶ σὲ ἄλλα ἐπίπεδα τὰ παιδιά. Στὴ «Γειτονιά» ὁ Χρῖστος (Χριστός) ἀνοίγει τήν ἀφήγηση καὶ ἀκολουθοῦν ἡ Παναγιώτα (Παναγία) καὶ οἱ ἐπώνυμοι γείτονες (ἅγιοι).

Ὁ Παπαντωνίου ἐξαντλεῖ, σχεδόν, τὴν ἀφηγηματική του τεχνική στὸ πρῶτο, κιόλας, ἀφήγημά του μὲ τίτλο ὁ Χρῖστος. Σ’ αὐτό ἡ ἀνάγνωση συναντᾶ τή συνειρμική ἀναφορική παραπομπή, τὴν πλοκή τοῦ ἱστορικοῦ –παρελθοντικοῦ-γεγονότος σὲ συγχρονική διαπλοκή μὲ τὰ ἀφηγούμενα, τὴ φιλοπαίγμονα διάθεση ἕως τὸν εἰρωνικό στιγματισμό, τὴ λόγια γνώση τοῦ συγγραφέα, ποὺ τὴ χρησιμοποιεῖ ὡς ἄρτυμα στὸ σῶμα τῆς ἀφήγησης καὶ, κατά κύριο λόγο, τὸ ἐπάλληλο τῆς ἀφήγησης ἐπί τῆς ὁμολόγου δράσεως καὶ τὸ παιχνίδι τῶν συμβόλων, ὅπου ἡ Θειοτόκος περιπέτεια ἐνανθρωπίζεται καὶ τὸ ἀντίστροφο: ὁ ἀνθρώπινος βίος ἐνδύεται τὴν ἁγιότοκο περιπέτεια καὶ καθαγιάζεται ὡς γλυκασμός τῆς ζωῆς καὶ ὡς κοινοτική ἔκφραση.

Τὸ ἔργο τοῦ Στέλιου Παπαντωνίου ἐντάσσεται στὴν κατηγορία τῶν ἔργων ποὺ μποροῦν νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς δοκιμή αὐτογνωσίας, μυστικός συνειδησιακός ἔλεγχος καὶ πνευματικός διάλογος ἀναζήτησης τοῦ βαθμοῦ τῆς προσωπικῆς εὐθύνης γιὰ τὰ τραγικά συμβεβηκότα τῆς Κύπρου. Τὸν βαθμόν αὐτῆς τῆς εὐθύνης γιὰ την κατάντια τῆς Πατρίδας οἱ εὐαίσθητοι δημιουργοί τῆς Κύπρου προσπάθησαν ὁ καθένας μὲ τὴ  δημιουργική του δωρεά νὰ ἀναδείξουν μέσα στὰ μετὰ τὴν εἰσβολή ἔργα τῆς Τέχνης, ὡς ἀνακουφιστικήν κάθαρση τῆς ψυχῆς.

Τὴν εὔροια τῆς ἀνάγνωσης καὶ τὸ ἐνδιαφέρον ἐκτός τῶν ἄλλων ἐπιτείνει καὶ ὀ ἰδιόμορφος ἀφηγηματικός τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ποικίλλεται ἡ γραφή τῆς «Γειτονιάς»: συχνά ἡ ἀφήγηση ἔχει τὴ ροή τῆς προφορικότητας, τὸν τρόπο της καὶ τὴν ἀνάσα τοῦ προφορικοῦ λόγου. Μακροπερίοδοι αφήγησης, τελεῖες τοῦ προφορικοῦ λόγου, ποὺ εἶναι ἔμμεσες παύσεις γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς ἀνάσας, συμπαράταξη πολλῶν αὐτόνομων ἐπεισοδίων καὶ στοιχείων τοῦ μύθου στὴν ἴδια ἀφηγηματική περίοδο μὲ χαλαρό νοηματικό σύνδεσμο ἀποτυπώνουν τὴ ροή τῆς προφορικότητας. Ἡ λογικότητα τῆς περιόδου καὶ ἡ χαλαρή παράταξη καὶ λογική ὑπόταξη τοῦ νοήματος ἐκφέρονται σχεδόν ἀπνευστί καὶ γι’αὐτό τὰ σημεῖα τῆς στίξης ἀκολουθοῦν τὴ μουσικότητα τῆς προφορικότητας, ὅπως ἡ μουσική ἐκφορά τῶν ἐκκλησιαστικῶν ποιημάτων μὲ τὴ Βυζαντινή μουσική, ὅπου οἱ παύσεις τῆς φωνῆς- τελεῖες, κόμματα, -δὲν ἀκολουθοῦν πιστά τὴ λογικότητα τοῦ ποιητικοῦ κειμένου. Σ’ αὐτή τὴν ἀπνευστί ἐκφορά τοῦ λόγου, ἐκτός τοῦ νοήματος τῆς περιόδου συνωθούνται καὶ συνειρμοί λεκτικῶν ἤχων, εἰρωνική σάτιρα τῆς δράσης, ὡς σχολιασμός, ἀκόμα καὶ φράσεις –κλισέ του συρμού, πού, τελικά, συνθέτουν ἕνα ζωντανόν  ἀφηγηματικό λόγο, ποὺ κρατᾶ τὸ ἐνδιαφέρον  τοῦ ἀναγνώστη ὀξυμμένο. Ὅπως ὁ παραμυθοποιός πασχίζει οἱ παύσεις τῆς ἀφήγησής του νὰ εἶναι σχεδόν ἀνήκουστες γιὰ νὰ κρατᾶ σὲ ἐγρήγορση φαντασιακή τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀκροατῆ του, ἔστω καὶ μὲ θολούρα τῆς λογικῆς σύνταξης τοῦ λόγου καὶ τοῦ εἱρμοῦ του, ἔτσι καὶ ἡ προφορικότητα τῆς γραφῆς ἐπαυξάνει τὸ ἐνδιαφέρον τῆς ἀνάγνωσης μὲ παύσεις αἰωρούμενης λογικότητας καὶ λογικῆς συνέπειας, μὲ ἀναπνευστικά κόμματα σὲ θέση τελείας.

Ἐπιλογικά θὰ μποροῦσε νὰ εἰπωθεῖ πὼς ἡ ὅλη γραφή τοῦ ἔργου τοῦ Σ. Παπαντωνίου « Ἡ Γιτονιά μου» καὶ οἱ καθ’ ἑρμηνευτικήν ὑποψίαν προθέσεις της- ἡ μυθολογία τῆς ἀφήγησης, ὁ ἐντοπισμός τῆς δράσης, τὸ κοινοτικόν ἦθος τῶν προσώπων, ἡ ἀναφορική συνειρμική ἐμπλοκή τῆς ἱστορίας τῆς Κύπρου-ὑποκρύπτουν ἕνα ἀβάστακτο πατριδικόν ἐρωτισμό γιὰ τὴν Κύπρο, ὁ ὁποῖος φύσει ἐμπεριέχει αἰσθήματα ἁγιότητας καὶ γλυκασμοῦ τῆς Ζωῆς, ἀλλά καὶ λόγω τῆς σύγχρονης ὀφιονίου πληγῆς τοῦ τόπου, ἔντονα συνοδά προκύπτοντα συναισθήματα της θλιβῆς, τοῦ ἐλέγου καὶ τοῦ τραγωδικού πόνου τοῦ θανάτου ποὺ πλουταίνουν τὸ εὔκρατο κλῖμα τῆς ἀνάγνωσης.

Μεσοῦντος Νοεμβρίου 2018                                                                      Ζήνων Ζαννέτος