Τρίτη 17 Ιουλίου 2018

ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ ΕΚΒΑΤΑΝΑ 11-20


ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, ΕΚΒΑΤΑΝΑ, 11-20

Η συνάντηση στο  Παρίσι του συγγραφέα με ένα κύπριο φοιτητή που σπούδαζε στη Μόσχα του έδωσε την ευκαιρία να μάθει για τη ζωή στη σοβιετική ένωση και να διαφωτίσει και τους αναγνώστες του, πράγματα γνωστά πλέον, ύστερα από την κατάρρευση της σοβιετικής ένωσης. Ο Στέφανος είναι ένας καλός συζητητής, ξεψαχνίζει, ρωτά τα ουσιώδη, μαθαίνει και ταυτόχρονα διδάσκει, διαφωτίζει.

Επιστρέφουμε στα γεγονότα της κυπριακής τραγωδίας, βιασμοί, προσφυγιά, πού και πώς να εξαντλήσει το βάρος των γεγονότων ο συγγραφέας, πώς θα τα έλεγε ο Καβάφης, ποια θα ήταν η στάση του Σεφέρη; Μια σειρά πολεμικών γεγονότων, με τον απαραίτητο έρωτα να απαιτεί τα της ζωής μέσα στις μέρες του θανάτου, κι η πρόσκληση για το Λονδίνο, να αναλάβει μια εφημερίδα παροικιακή. Το Λονδίνο, οι κύπριοι εργοστασιάρχες, οι εφημερίδες, η Εκκλησία, οι φοιτητές  και τα κόμματα της αριστεράς εκεί. Μια γνωριμία με τον κυπριακό κόσμο μας του εξωτερικού.

Στο μυθιστόρημα μαθαίνεις πράγματα από πρώτο χέρι, από άνθρωπο που είχε την ευκαιρία στη ζωή του και τις εμπλοκές σε καταστάσεις και τις γνωριμίες με ανθρώπους, έναν οραματιστή, επαναστάτη, που μέσα από τις γνώσεις και την δίψα του διευρύνει τους ορίζοντές του και με τα επιστημονικά του εργαλεία αναλύει και μαθαίνει συνεχώς, ώστε να μεταδίνει  στον αναγνώστη το κλίμα της εποχής, τους προβληματισμούς και τις καταστάσεις, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες για μας τους κυπρίους.

Η γνωριμία με πολλούς γνωστούς του Λονδίνου και της πολιτικής ζωής,  η γνωριμία με τον Πλουτή Σέρβα του έδωσε ευκαιρία τομής στην κομμουνιστική ζωή των ηγητόρων του ΚΚΚ και του ΑΚΕΛ.

Συνάντηση με τον επίσκοπο Πάφου Χρυσόστομο, και σκέψεις για τη μικροπολιτική, τον επαρχιωτισμό, τον τοπικό συμφεροντολογισμό, τα συνθήματα της άνοιξης, του Μάη του 68 στο Παρίσι. Μια επίσκεψη του Λυσσαρίδη στο Λονδίνο  του δίνει ευκαιρία να εκθειάσει το πρόσωπο, να παραθέσει τις παρατηρήσεις του από τον Θουκυδίδη με τον οποίο βαθιά αναστρεφόταν, να καταλήξει όμως στη μάνα του σε μια συγκινητική αποστροφή. Μόνο ο γυρισμός στην Πενταλιά θα δώσει τέλος στα πνευματικά γυμνάσματα.

Ευτυχώς δεν μπορεί να πει κανείς στο συγγραφέα, έτσι γράφεται ένα μυθιστόρημα, γιατί έχουμε μπροστά μας ένα κείμενο- περίληψη όλων των κειμενικών ειδών, από ποίηση, πολιτική ανάλυση, Ιστορία, παράθεση κειμένων παντός είδους, ένας πολύπλευρος συγγραφέας ένα πολύπτυχο κείμενο μας δίνει, με τις  λογοτεχνικές ποιητικές νησίδες του, το φιλοσοφικό του λόγο, την ρεαλιστική του γραφή, τις εμβαθύνσεις στη γνώση και ανάλυση γνωστών του περιοχών του επιστητού. Ωφελημένοι βγαίνουμε από την ανάγνωση.

Η ανατροφή του μικρού παιδιού τους, οι θεωρίες του Πιαζιέ, οι προβληματισμοί για τη δεύτερη διατριβή του, μας περιδιαβάζουν σε μεθοδολογικά επιστημονικά θέματα ανάμικτα με τη φαντασία και τις σημαντικές γνωριμίες του με προσωπικότητες της εποχής. Η σφραγίδα όμως όλων των ιστορικών συγκρίσεων και αναφορών είναι η αρετή και η θυσία για ελευθερία και ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κι έτσι τελειώσαμε αισίως στο εικοστό κεφάλαιο.

Στέλιος Παπαντωνίου

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018

Στέφανου Κωνσταντινίδη ΕΚΒΑΤΑΝΑ




ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, ΕΚΒΑΤΑΝΑ

Στο τέλος, αυτό συμβαίνει με τους ποιητές που γράφουν πεζά, η ποίηση δεν τους εγκαταλείπει, τους αρέσουν τα παιχνίδια με την ιστορία, τη φιλοσοφία, την αυτογνωσία, αφήνονται ελεύθεροι,  γράφουν κι έτσι τους χαιρόμαστε. Ο μεγαλέξαντρος, η Ρωξάνη η Οφιλία, τα Εκβάτανα και όσα μας ταξιδεύουν, αλλά πάντα επιστρέφουν στην Πενταλιά. Το μέγα δίδαγμα. Από κει που ξεκίνησες, εκεί να επιστρέψεις.

Ο συγγραφέας ξέρει να διαβάζει την ιστορία, κάτι παραπάνω από Ιστορία, έλεγχος και κριτική των πηγών, ο επιστήμονας δεν υποχωρεί μπροστά στο μυθιστοριογράφο, που κυκλώνει το θέμα, και περικυκλώνει τους αναγνώστες μέσα στο λαβύρινθο των σκέψεων, γνώσεων και προβληματισμών του, με ωραίες όμως αναφορές, μυθικές  και ποιητικές, αφού ο λογοτέχνης μπορεί να πάει πιο πέρα από τον ιστορικό, δεν παύει όμως να είναι ο επαναστάτης, που ταυτόχρονα παλεύει για την ανατροπή δικτατοριών  και φιλοσοφεί για τη δομή των λογοτεχνικών έργων.

Κάποτε λες, οι άνθρωποι στην ίδια εποχή τα ίδια πράγματα αγάπησαν τους ίδιους ποιητές τους ίδιους μύθους, γι’ αυτό και συνεννοούνται, εσωτερικά, τα κοινά δεσμά τόπων και χρόνων και του πνευματικού κλίματος που οδηγούν και πάλι στην αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας ή στη διαπίστωση της μέσα από τους μαιάνδρους του ποταμού της σκέψης και της μνήμης.

Είμαστε όλοι ξεριζωμένοι από κάπου. Μια χαρακτηριστική φράση μεστή περιεχομένου, ανάμεσα στις ιστορίες μελών της οικογένειας αλλά και της γενικότερης προσφυγιάς που επικρατεί σήμερα στον κόσμο μας. Κι έτσι με μια μονοκοντυλιά, φεύγουμε από την Πενταλιά, πάμε στην Αίγυπτο, στην Αθήνα και μάλιστα στο Παρίσι, τον καιρό των μεγάλων ονομάτων όπως του Σαρτρ, του Ντε Γκολ, του υπαρξισμού ως φιλοσοφίας και τρόπου ζωής και τις συζητήσεις για το επαναστατικό πνεύμα των Γάλλων, με θέσεις και αντιθέσεις, λόγο και αντίλογο, πλατωνικοί διάλογοι ένα πράμα.

Τον ίδιο καιρό στην Κύπρο δρα η ΕΟΚΑ Β’ ο Μακάριος και ο Γρίβας, ο καθένας στις θέσεις του, συζητήσεις επί συζητήσεων, το μέλλον αόρατο αλλά μοιάζει  οδυνηρό. Ζούμε με το συγγραφέα για λίγο το Λονδίνο και παρακολουθούμε τις προσωπικές σχέσεις του συγγραφέα με την Ανδρομάχη, οι πολιτικές αναλύσεις μαρξιστικού τύπου και Θουκυδίδειας έμπνευσης εμπλέκονται στις ερωτικές σχέσεις , η διαπλοκή καλλιτέχνη και επιστήμονα είναι εμφανής.

Το Πολυτεχνείο κατεβάζει Παπαδόπουλο και ανεβάζει Ιωαννίδη, από δικτατορία σε δικτατορία, συναντήσεις Καραμανλή το 1973 με αμερικανούς, αλλά πάντα τα αρχεία για τον μελετητή είναι ελεγμένα, με πολλή προσπάθεια μπορεί να βρει κανείς την πάσα αλήθεια. Το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου γίνεται ενώ ο συγγραφέας βρίσκεται στο Παρίσι. Η αγωνία, οι προσπάθειες να διευρυνθεί η ομάδα με Ελλαδίτες ονόματα ξακουστά της εποχής, ίσως βοηθήσουν. Η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο είναι γεγονός, όπως και οι προσπάθειες να κατανοήσουν, να διαφωτίσουν, να επιδράσουν, η ομάδα των φοιτητών στη Γαλλία. Η εξιστόρηση των γεγονότων, των κύριων επεισοδίων, των πρωταγωνιστών, της πτώσης της Κύπρου. Αυτά, στα πρώτα δέκα κεφάλαια του βιβλίου. Είναι η καλύτερη περίοδος να το βρει κανείς και να το διαβάσει. Αξίζει. Στέφανου Κωνσταντινίδη ΕΚΒΑΤΑΝΑ.

Στέλιος Παπαντωνίου


Κυριακή 15 Ιουλίου 2018

15 Ιουλίου


15 Ιουλίου

Σήμερα, λέω, είναι η καλύτερη μέρα να σκοτώσει ο Αχιλλέας τον Αγαμέμνονα, τον συγκρατεί όμως η Αθηνά, τον αρπάζει από τα μαλλιά, μην τον σκοτώσεις, άλλοι θα τον σκοτώσουν στο τέλος, η γυναίκα του κι ο Αίγισθος, κι αυτούς ο Ορέστης κι η Ηλέκτρα. Καλύτερα, λέω, είναι μέρα να σκοτώσει ο Αγαμέμνονας τον Αχιλλέα, άλλοι όμως περιμένουν, έχει το αδύναμό του σημείο, την πτέρνα. Μας τρώει η αχίλλειος πτέρνα, δεν μαθαίνουμε κι ούτε θα μάθουμε, ο Αχιλλέας κι ο Αγαμέμνονας δεν μας δίδαξαν, το πραξικόπημα κι η εισβολή δεν μας διδάσκουν, νομίζουμε πως αν τα βάλουμε ο ένας με τον άλλο θα βγάλουμε το άχτι μας, θα δικαιωθούμε, φορούμε τα γυαλιά που μας έδωσαν στο κόμμα, το μυαλό μας βουρκωμένο, μεγάλη υπόθεση να το καθαρίσουμε, μέσα σε τόσο αίμα πνίγηκε, σε τόσο πόνο, χάσαμε την μισή πατρίδα, και τώρα τι; Μας έμεινε η άλλη μισή; Έχουμε ακόμα καιρό; Πόσα χρόνια ακόμα χρειαζόμαστε να πούμε ας συνεργαστούμε, να βάλουμε μια κοινή γραμμή κι όλοι να την ακολουθήσουμε, να σώσουμε την πατρίδα; Τι τα κάμαμε τα παιδιά, τι κάμαμε τα εγγόνια, να μην έχουν πατρίδα, να ξεσπιτωθούν, να υποδουλωθούν, να ζουν υποτακτικοί και ραγιάδες, γι’ αυτό τα γεννήσαμε; Ο σκοπός των  ανθρώπων είναι η ελευθερία και στο άλλο του νομίσματος η ευθύνη. Τούτο σημαίνει να γδυθούμε της αμαρτίας το ντύμα που μας βαραίνει βρεμένο στο εγώ μας, στο κόμμα μας, στους χειρότερούς μας, που περιμένουν να μας καταβροχθίσουν, ν’ αναλάβουμε την ευθύνη για όσα έγιναν, όσα γίνονται, όσα θα γίνουν. Δώσε Θεέ μου να βρούμε τη δύναμη! Δεν έχουμε άλλο καιρό!

Στέλιος Παπαντωνίου


Σάββατο 14 Ιουλίου 2018

Του Ορφέα και της Ευρυδίκης


Του Ορφέα και της Ευρυδίκης

Το εγχείρημα ήταν παράνομο, πραξικοπηματικό. Ο Ορφέας  κατέβηκε με τη βία στον άδη  να την φέρει τη γλυκιά του Ευρυδίκη στο φως και την έχασε. Και κινδυνεύει τώρα, κατατεμαχισμένος ο Ορφέας, να μείνει για πάντα στον Άδη.  

Είναι μερικές μέρες που δεν θα ΄θελε κανείς να ξημερώνουν, όπως η 15 Ιουλίου. Είμαστε η τραγικότερη γενιά της Κύπρου. Γεννηθήκαμε κι αναγιωθήκαμε με το όνειρο της ένωσης με την Ελλάδα και κινδυνεύουμε να γίνουμε επαρχία της Τουρκίας. Αγαπήσαμε την Ελλάδα μέχρι λατρείας , κι όμως ζήσαμε το πραξικόπημα εναντίον του αρχιεπισκόπου Μακαρίου και εναντίον του ελληνικού κυπριακού λαού στις 15 Ιουλίου 1974 . Ήταν η πιο εγκληματική και καταστροφική για τον τόπο ενέργεια της χούντας των συνταγματαρχών που κυβερνούσαν την Ελλάδα από το 1967, με πρώτο στην αρχή τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και ύστερα από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Δημήτριο Ιωαννίδη, φανατικό εχθρό του Μακαρίου.

Ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ του 1955-59 εναντίον της βρετανικής αποικιοκρατίας  οδήγησε το λαό μας στα ύψη της ηθικής και ανδρείας, η δημιουργία όμως της ΕΟΚΑ Β΄ συνέβαλε στην υπόσκαψη του Μακαρίου, εκλελεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην αποδυνάμωση του νησιού και στην τελική καταστροφή του με την βάρβαρη τουρκική εισβολή.

 Άνθρωποι που κινούνταν βασικά από το μίσος εναντίον του Μακαρίου και την ψευδαίσθηση πως αγωνίζονταν για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, πως θα ‘φερναν στο φως την Ευρυδίκη,  στράφηκαν εναντίον των ίδιων των αδελφών τους. Κινημένοι εκείνη την αποφράδα ημέρα οι πραξικοπηματίες από αμερικανικό δάχτυλο, που σκοπό είχε τη διχοτόμηση της Κύπρου, στράφηκαν εναντίον του Προεδρικού, του ΡΙΚ, της Αρχιεπισκοπής και άλλων στόχων αντίστασης, με αποτέλεσμα τη δολοφονία δημοκρατικών αντιστασιακών Ελλήνων της Κύπρου και την επιβολή ενός δικτατορικού καθεστώτος, έστω και οκταημέρου. Το χείριστο και κάκιστο έδωσαν αφορμή στην Τουρκία να εισβάλει και να διχοτομήσει την Κύπρο, οδηγώντας στο θάνατο χιλιάδες αθώους, στην προσφυγιά, στον εγκλωβισμό,  στην κακοποίηση ανθρώπων, αιχμαλώτων, και νεκρών ακόμα αγνοουμένων ηρώων.

Προπάντων όμως έδωσαν μια νέα γεωγραφική και πολιτική διάσταση στον τόπο, με την Τουρκία να έχει κερδίσει όσα είχε σχεδιάσει από τη δεκαετία του 50, τη συγκέντρωση του τουρκικού πληθυσμού στα βόρεια κατειλημμένα εδάφη μας και την αναγκαστική μετακίνηση των κατοίκων των περιοχών αυτών στο νότιο ελεύθερο τμήμα, που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία.

Το πραξικόπημα χαρακτηρίστηκε άφρον, εγκληματικό. Στάθηκε η μεγαλύτερη πληγή της Κύπρου, που έδωσε πια μια νέα τροπή στην Ιστορία της, γεμάτη πόνο και οδύνη, γιατί έφερε τον μεγαλύτερο εχθρό του τόπου μέσα στον ίδιο μας τον τόπο.

Αναγνώσεις των ιδίων αυτών γεγονότων υπάρχουν διάφορες και διαφορετικές. Ο καθένας όπως τα είδε και τα έζησε. Με την επιλεκτική του μνήμη να αφαιρεί ή να προσθέτει. Αναμφισβήτητος όμως είναι ο κίνδυνος που διατρέχουμε τώρα, και η επικίνδυνη κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, που απαιτεί τη συνεργασία όλων και την πανελλήνια και πανευρωπαϊκή ακόμα κινητοποίηση. Πρώτα όμως ας τα βρούμε μεταξύ μας. Ζητούμε την ελευθερία και αξιοπρέπειά μας, ό τι απολαμβάνει ο κάθε ευρωπαίος, ο κάθε πολίτης ενός κανονικού κράτους.

 

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2018

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου

Σημασία έχει πως, άνθρωποι που νομίζεις πως είναι καλλιεργημένοι, μορφωμένοι, διαβασμένοι, γράφουν σε εφημερίδες και περιοδικά και συμβουλεύουν, βρίσκονται υπεράνω, όλα τα ξέρουν, για όλα και όλους κρίνουν, όλοι αυτοί, δέχονται να γίνουν φερέφωνα ξένων, να συνεργαστούν στο να περισυλλέξουν λέξεις που καίνε, γιατί καμένος είναι ο τόπος κι οι καρδιές μας, δυστυχία και αδικία ζούμε κατάσαρκα σαράντα πέντε σχεδόν χρόνια, κι όμως, ανέχονται την κατεύθυνση στο λεξιλόγιό τους, πιστεύουν, τόσο ανόητοι, πως αν αλλάξουν τις λέξεις θα επιτύχουν κι ένα καλύτερο κόσμο, συνύπαρξη του φονιά με το θύμα του, γιατί του άλλαξε τη λέξη και δεν τιμώρησε το φονιά, τίμησε τον κλέφτη και δεν απέδωσε το κλεμμένο σπίτι στον ιδιοκτήτη του. Οι λέξεις κυβερνούν τον κόσμο, σωστά, μα να έχουν και το αντίκρισμά τους στην πραγματικότητα, όχι να διαστρέφουμε την πραγματικότητα με άλλες λέξεις, κι αυτή να είναι από κάτω σαθρή και μίζερη και άδικη και ματοβαμμένη. Ζουν στον ίδιο τόπο με μας; Παρακολουθούν πως κάθε μέρα ενταφιάζουμε απομεινάρια νεκρών μας αγνοουμένων, σ΄ένα κασελάκι ένα ελάχιστο απομεινάρι αγαπημένου, που τον περίμεναν οι δικοί του σαράντα τόσα χρόνια; Μιλούν, παρακολουθούν τον κόσμο τους, ή ζουν σε ένα φτιαχτό από άλλους σύμπαν, και πιστεύουν πως θα πείσουν όλους εμάς που ζούμε το άδικο, να δεχτούμε πως με λέξεις θα λύσουν το πρόβλημα; Το ίδιο βέβαια κάνουν κι οι πολιτικοί τόσα χρόνια, πόσα και πόσα δεν μας είπαν και δήλωσαν και έγραψαν για να μας πείσουν πως ζούμε μόνο σε εφιάλτη και πως αν αλλάξουμε τις λέξεις θα τον κάνουμε όνειρο θερινής νυχτός, ανάμεσα σε λούλουδα και κύματα δροσιάς! Το γλωσσάρι είναι μια μικρογραφία της μεγάλης απάτης για λύση του κυπριακού, μια εφεύρεση για ηλιθίους που νομίζουν πως όλοι κερδίζουν, κανένας δε χάνει, κι όμως απαιτούμε να ζήσουμε ως άνθρωποι ελεύθεροι και αξιοπρεπείς, γι’ αυτό και απαιτούμε να σέβονται τη νοημοσύνη μας. Στο τέλος κάποτε θα καταλάβουν πως η δική τους νοημοσύνη είναι κάτω του μετρίου, κι η ανθρωπιά τους των αναξίων.

Ευτυχώς όμως υπάρχουν και οι υπέρμαχοι της ελευθερίας του τόπου, άνθρωποι που εργάζονται και εκφράζονται υπηρετώντας αξίες και ιδανικά, και δεν είναι λίγοι. Τους διαβάζουμε, τους συγχαίρουμε, συμπαραστεκόμαστε στον αγώνα τους, που θα δικαιωθεί, δεν γίνεται. Η αλήθεια δεν κοιμάται ούτε αφανίζεται, όσες προσπάθειες και χρήματα κι αν εξαγοράζουν τους απατημένους. Τουλάχιστον αν συνειδητοποιήσουν την απάτη, θα αποκτήσουν έστω λίγη αυτογνωσία.

Στέλιος Παπαντωνίου

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2018

Το φανταρικό


Το φανταρικό

Φαντάρε πού πας, φαντάρε πού πας, πάρ’  την καραβάνα σου κι έλα να φας,  οι καραβάνες ήταν δυο, συζυγία, μια για τη σαλάτα ή το πρωινό τσάι, μια για τις πατάτες μπλουμ, στο Κεν Λάρνακος, μείναμε ως το Δεκέμβρη, οι καλοί γίνονταν και βαθμοφόροι, λοχίες, οι πορείες με τον Παπαπέτρου και τον Λοϊζου δίδασκαν Λάρνακα και πεδιάδα, στο δρόμο περδίκια, έτρεχαν οι φανατικοί του κυνηγιού, ήξεραν πως με δυο τρία μακριά πετάγματα τα πετούμενα κουράζονταν, τα ’φερναν στο λοχαγό, μια τιμητική για τους άρπαγες, κι ύστερα ήταν κάθε Κυριακή στην αρχή οι επισκέψεις των γονιών, ένα πανηγύρι, με τα φαγιά τους έρχονταν, καθόμασταν όλοι μαζί, επισκεπτήριο λεγόταν, κι ύστερα πάλι με τον εαυτό μας, ήμουν ήδη ο δάσκαλος, σεβαστός στα παιδιά του Παγκυπρίου, Κοιρανίδης, Σάββας Παύλου, Ποφαϊδης, ο θάνατος έχει δρόμους ανεξερεύνητους, καθόμασταν τα βράδια και τα φιλοσοφούσαμε, πάντα μαζί τους, εν- δυο- κάτω, δάσκαλε βγες έξω, εγώ δεν το μπορούσα, καψόνι τα παιδιά καψόνι κι εγώ, κι έτσι φιλέψαμε, μια μέρα έρχεται ένας Θεοτόκης Μπουντρούμης, εδώ είσαι ένα σκουπίδι, τίποτε δεν είσαι, εν- δυο -κάτω, πριν πάρω τις μεγάλες αποφάσεις στη ζωή μου το παίδευα, νηστεία αγρυπνία προσευχή, έτοιμος για όλα, και τι μου λες, και εν -δυο -κάτω και κάμψεις και ανεβοκατέβασμα στο λόφο, δεν σε φοβάμαι, ύστερα μου ζήτησε δανεικά, καλά να είναι εκεί που είναι, ήταν κι άνθρωποι καλόβολοι, σέβονταν, τι να τα κάμεις, ο Σωκράτης από το Φοινί καλή του ώρα, με θυμήθηκε. Οι πορείες για το πεδίο βολής ένα κατασκευαστήριο κιμωλίας, ασπροχώματα, βγάζαμε κιμωλία από το στόμα, δάσκαλοι γαρ, μάθαμε απ’ έξω πυρ και κίνηση και μια και δυο και εκατόν, και λύση και αρμολόγηση όπλου και πώς λέγεται, τι παθαίνουν τα πυρομαχικά αν τ’ αφήσουμε στην υγρασία, σκουριάζουν, οξειδώνονται. Μαλάκα! Κι άλλα τέτοια από τους εκπαιδευτές, ένα ανθολόγιο της ελληνικής ημών γλώττης.

‘Ηρθε ο Δεκέμβρης, πήραμε και τα νισιάνια, τοποθέτηση στον Άι Βασίλη κοντά στη Σκυλλούρα, ήταν από εκεί ένας παλιός μας ψάλτης, ο Παντελής, ήρθε ο πατέρας του στην εκκλησιά μας Μεγάλη Παρασκευή πρωί, αποκαθήλωση, τρελάθηκε ο άνθρωπος, πρώτη φορά παρακολουθούσε, μας πήρε στο χωριό μόλις πέρασε το Πάσχα, τραπέζι, αν ανοίξω την καρδιά μου θα την δείτε ολόχαρη, συγκινητικός.

Στο πάνω του δρόμου το διοικητήριο, ένα σπίτι του χωριού, καλοχτισμένο, στο κάτω το στρατόπεδο, ο πρώτος διοικητής αυστηρός το ’παιζε, το μυαλό του στη Μπε εμ βε, καμάρι και παράσημο το’ χανε πολλοί καλαμαράδες, μην παρεξηγείτε τη λέξη, αγαπητική είναι, άδεια δεν έπαιρνα, έμενα στο στρατόπεδο, επιλοχίας, όλα τα ’κανα μόνος, καθαριότητα, τάξη και ευτρέπεια, έμαθα να πλέκω καλάμια και να κάνουμε με τα παιδιά ψαθαριές, περιτοίχισμα του στρατοπέδου, να νεκατεύω τσιμέντο για δάπεδο, να βάφω θαλάμους με τους επαγγελματίες, χωρίς έξοδα σουλουπιάσαμε το στρατόπεδο, ήταν ένας μερακλής διοικητής, βγες έξω και θα πάρεις τιμητική με τόση δουλειά που κάνεις, πού να ‘ ξερε πως φοβόμουν μην πεθάνω φαντάρος, κατράμι κυκλοφορούσε στις φλέβες μου. ‘Οπου μια Κυριακή, μέσα εγώ, όπως πάντα σχεδόν, ήταν Μάρτης του 70, ο Μακάριος ξεκινά για το μοναστήρι του Μαχαιρά, να τιμήσει την μνήμη Αυξεντίου Γρηγορίου του Μεγάλου, του βάζουν από τη βιβλιοθήκη τη Σεβέρειο, κατεβαίνει το ελικόπτερο και σώζεται ο Μακάριος, κάτι ονόματα ακούονται, Πουλίτσας, Παπαποστόλου, Γιωρκάτζης, Αδάμος, κάπου τριγυρίζουν την Ιστορία να τους γράψει, άλλοι τα λεν από  μόνοι τους, τα συγγράφουν, καλό διάβασμα.   

Τρίτη 10 Ιουλίου 2018

Λεξιλόγιο


Λεξιλόγιο

Ύστερα από τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, την τουρκοκυπριακή ανταρσία του 63, τους βομβαρδισμούς με ναπάλμ στην Τυλληρία, το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, ακολούθησε η παράνομη εισβολή του Αττίλα, που  μάς ανάγκασε να γίνουμε πρόσφυγες στις ελεύθερες περιοχές. Άλλοι παρέμειναν εγκλωβισμένοι, συνελήφθησαν αρκετοί αιχμάλωτοι, που μεταφέρθηκαν στα μπουντρούμια της Τουρκίας ή της Λευκωσίας, ενώ ο κατοχικός στρατός είχε διαπράξει εγκλήματα πολέμου άπειρα. Μια εισβολή με νεκρούς, αγνοουμένους, κακοποιημένους νεκρούς που μεταφέρονταν σαν σκουπίδια από τόπο σε τόπο, κατά διαταγή του παράνομου καθεστώτος, για να μην ξεσκεπαστεί το απάνθρωπο έγκλημα. Στις κατεχόμενες περιοχές κουβαλήθηκαν τουρκοκύπριοι στους οποίους μοίρασαν τις περιουσίες μας, κι ύστερα άρχισαν να καταφθάνουν από την Τουρκία έποικοι που κατάκλεψαν ό τι άφησαν οι άλλοι. Οργανώθηκε παράνομο τουρκοκυπριακό κρατίδιο, αναγνωρισμένο μόνο από την Τουρκία. Του ψευδοκράτους ηγείται εγκάθετος της Άγκυρας, που, αν ανοίξει το στόμα, τον ρωτά ο σουλτάνος αν ακούν τ’ αφτιά του τι λέει το στόμα του. Άλλοι που παρουσιάζονται ως κυβερνώντες στα κατεχόμενα από τον Αττίλα εδάφη μας είναι ο ψευδοπρωθυπουργός και άλλοι ψευδοϋπουργοί. Πριν ανοίξει ο Ντενκτάς τις πύλες των κατεχομένων, για να μπαινοβγαίνουν με επίδειξη ταυτότητας ή διαβατηρίου ελληνοκύπριοι, είχαν γίνει αρκετές απαγωγές αθώων Ελλήνων που πλησίαζαν τη νεκρή ζώνη, από τον κατοχικό στρατό, ο οποίος παραμένει στα σκλαβωμένα εδάφη μας εδώ και σαράντα τόσα χρόνια. Το διεθνές έγκλημα συνεχίζεται, χωρίς οι λέξεις να το απαλύνουν, και χωρίς να μας τρομοκρατούν προσπάθειες αλλαγής του λεξιλογίου μας, που εκφράζουν την πάσα αλήθεια.