Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Φαίδων Β΄


Φαιδων Β΄



Πλάτων δε οίμαι ησθένει

Γιατί δεν ήξερε ακόμα τις ανακόλουθες χορδές

που θ’ ακούγονταν

Μέσα στις μεσοπρόθεσμες συμφωνίες

και τις αχάριστες ζητωκραυγές των νικητών

Της άδικης δίκης των αθώων όπου γης

Κι αράχνιαζε γύρω το σκοτάδι στη φυλακή

κι απλώνονταν κύκλους μεγάλους

Ίσαμε τον τότε γνωστό κόσμο

Ως τη Βακτριανή και τα Εκβάτανα

Κι η σωτηρία δεν ήρθε με τη ναυαρχίδα του Απόλλωνα

Με τη σοφία της δάφνης ή τις χρησμωδίες της αλήθειας

Οι μεγάλες αλήθειες έμεναν κρυμμένες στο μύθο

Κι ο μόνος που όσο γερνούσε γινόταν φιλομυθότερος

δεν ήταν ο Σωκράτης

Αλλά ο Αριστοτέλης.

Ο Πλάτων πράγματι ησθένει.

…………………………

Φέρε βελόνες πευκοβελόντες

να ράψουμε το στόμα της αλήθειας

Φέρε το δηλητήριο σε ύαλο κερασί

Να ποτίσουμε τα στόματα που ανοίγουν στον ορίζοντα

και διαλαλούν πραμάτειες αγίνωτες ακόμα

Άπεπτες στον κόσμο

Άφθορες στο χρόνο

Που τρέχει πιο γρήγορα από τα στόματα

Που πρέπει να σταματήσει για να τον προφτάσουν

Με τα γαϊδουράκια τους τα φτωχά ανθρωπάκια.

………………………………………………………….



Εξοικονομήστε ενέργεια παρακαλώ,

μην μιλάτε,

μην αναπτύσσετε θεωρίες,

μην ταξιδεύετε στο διάστημα.

Θα χρειαστούμε διπλή και τριπλή δόση

Το κόνιο είναι λιγοστό’

τρίβουμε όσο χρειάζεται για ένα

Αλλά λέοντα.

………………………………………………………………………………

Ήταν δυνατό να υπάρχει Σωκράτης χωρίς Ξανθίππη;

Πίσω από κάθε μεγάλο άντρα

Βρίσκεται μια μεγάλη γυναίκα.

……………………………………………………………………………

Στη σκιά του κάθονταν

αλλά αυτή τη μέρα την τελευταία

Όρθρια βρέθηκε στη φυλακή

Κοντά στο μνήμα του

Ν’ ακούσει πρώτη το λόγο τον τελευταίο

Τι θα χαραμίσει την ψυχή του

αν δεν πει τον τελευταίο του λόγο

Λιτό κοφτό σπαρτιατικό

Φιλοσοφημένο

Όπως τον άκουαν τα παιδιά σαν της έλεγαν

δώσε γάλα δώσε καρύδια και σύκα και παστά

Κι αυτή γυρόφερνε τη γειτονιά

και ζωντάνευαν τα τέκνα του και τα τέκνα της

Ώσπου της έφερε την άλλη,  

Την κόρη του μεγάλου και δικαίου

κι αυτή πάλι πίσω του να τον κεντά σαν αλογόμυγα

Αυτή στο τέλος ήταν η μοίρα του

αυτήν του διάλεξε το μαντείο

Να τον αναγκάζει να φιλοσοφεί

Για να επιβιώσει.

………………………………..

Κι ο Φαίδων με τις μπούκλες του δεκοχτούρες

να παίζει ο γέρο δάσκαλος και να χαζεύει

τώρα που αρχίζουν να ξαναζούν τα μεγάλα παραμύθια

κι η αιωνιότητα κυκλώνεται λογικά και παράλογα

Ο χρόνος πλέκεται με το νήμα που ξετυλίγει

Το τρικό θα δέσει

Το σάβανο υφαίνεται

Έτσι όπως ο υφαντής φτιάχνει τα ιμάτια

και δεν ξέρει κανείς ποιο θα είναι το τελευταίο

ή ποια ψυχή θα το φορέσει.

Κι αν το ιμάτιο είναι το τελευταίο

Τι θ’ απογίνει μια ψυχή;



Στέλιος Παπαντωνίου

εικόνες το γυμνούλι κι ο γέροντας


Εικόνες

Το γυμνούλι κι ο γέροντας

Αρχαιότατο ήταν το έθιμο, θεόσδοτο, από Αβραάμ και Ισαάκ, κι όταν ήρθε η όγδοη μέρα πήρε κι η Μαρία το παιδί, ήταν και δική μας συνήθεια, μόλις μπορούσε να καθίσει μόνο,  το κουβαλούσαν το παιδί στο φωτογράφο να ποζάρει γυμνούλι, αρσενικό ήταν θηλυκό, απόδειξη πως είχε… Κανένας δεν ξέρει πόθεν ξεκίνησε η μόδα, κι έτσι όλοι είχαμε μια τέτοια φωτογραφία, με τα χρόνια την έτρωγε ο σκόρος ή οι οχτροί στις επιδρομές, είχαμε κι εμείς στην εκκλησιά μια διπλή εικόνα, ο άγιος Βασίλειος μεγαλοπρεπής στα δεξιά και αριστερά το μικράκι γυμνό, έτοιμο για την περιτομή, από πάνω του ιερείς με τις λεπίδες και στις κεφαλές αρχιερατικές μίτρες, ωραία σύνθεση μόνο που την χάναμε, την εικόνα, μια εδώ μια εκεί, κι έτσι της κάναμε μια γωνιά να την βλέπουμε συνεχώς, να βεβαιωνόμαστε για την ύπαρξή της.

Ο Βασίλης άλλο πράμα, δεν είναι αυτός της Κόκα Κόλα, ούτε κατά διάνοια, ένας αγαθότατος άνθρωπος, μυαλωμένος, επαναστάτης, όλο δύναμη και σφρίγος πνευματικό, δεν έμεινε λόγος ωραίος να μην γράψει, φτωχός να μην τον βοηθήσει, λίγο ο Γρηγόριος εκείνος του αντιστάθηκε, για μένα μεγάλη πράξη είναι η απραξία, του είπε, ωραίο λέει; Ωραιότατο!!! Ύστερα τον έβαλαν με μια κόκκινη πανωφόρα και με γένια λευκά να γυρίζει με ένα μαγνητοφωνάκι στους δρόμους πρωτοχρονιάτικα και να τραγουδά το γνωστόν, εκεί τα παρατράγουδα, «συσαρχο συσαρχο ντισσακυρί ααα», υπάρχει βέβαια ωραιότατη ερμηνεία του, «δες και με δες και με το παλικάρι», που ‘λεγε ο καψούρης στην γκόμενα, άλλου παπά ευαγγέλια.

Στο σπίτι παλιά το μαγκάλι, και ρίχναμε στα κάρβουνα φύλλα ελιάς, να δούμε αν θ’ αναποδογυρίσει, «άη Βασίλη βασιλιά, δείξε και φανέρωσε αν μ’ άγαπά…», από μέσα σου έλεγες το όνομα, δεν ήταν ανάγκη να γίνει και τουτούκκι, μικρός είσαι ακόμα για τέτοια, γεια σου Φρόυδ, οι έρωτες από την πολύ μικρή μας ηλικία αρχίζουν, κι έτσι με τα καλά μας που παννίζαμε τέτοια μέρα, με το κλαδί το πεύκο που αγοράζαμε και στολίζαμε με βαμβάκι, με τα λαμπιόνια από τον Πισσαρίδη και τον Κόκκινο στην Ερμού, με τον αρχιεπίσκοπο στην εκκλησιά, ήταν προνόμιο του Κασσιανού μας, αργότερα το ‘φαγαν, εν ταις λαμπρότησι λοιπόν των ημερών, με τα ήθη και τα έθιμα, καταγραμμένα πια σε μεγάλα κιτάπια, ύστερα από το μεγάλο κακό των βαρβάρων, γιατί κι ο κόσμος τα εγκαταλείπει, τώρα ξενυχτά, κάτι για ρεβεγιόν ο λόγος, εμείς ακόμα στο σπίτι την περνάμε, οικογενειακά, να σβήσουμε τα φώτα τα μεσάνυχτα, να τα ανάψουμε με τον καινούργιο χρόνο, να φιληθούμε το φιλί της αγάπης μας, να ξυπνήσουμε πρωί να πάμε στην εκκλησιά, αν δεν πάμε εμείς, ποιοι θα παν; Και πώς θ’ αρχίσει με τη βοήθεια του Θεού ο νέος χρόνος;    

Κυριακή 14 Ιουλίου 2019

Το πραξικόπημα συνεχίζεται


Το πραξικόπημα συνεχίζεται

Πραξικόπημα είναι κάθε ενέργεια που αποβλέπει στην ανατροπή της νόμιμης τάξης με βίαια μέσα αλλά -γιατί όχι- και με ύπουλα, αφού το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο, η ανατροπή της νομιμότητας. ‘Υστερα από την τουρκοκυπριακή ανταρσία του 1963, ύστερα από το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου τον Ιούλιο του 1974, ύστερα από την τουρκική εισβολή, η Κυπριακή Δημοκρατία συνεχίζει να αναγνωρίζεται ως κράτος μέλος του ΟΗΕ και της ΕΕ και αυτή παραμένει η μόνη σταθερή ασπίδα προστασίας της ελληνικής κοινότητας της Κύπρου, του 82% του πληθυσμού του νησιού. Κυπριακή Δημοκρατία είμαστε όλοι εμείς που παραμένουμε στις θέσεις μας, γιατί πιστεύουμε πως έχουμε υποχρέωση στο παρελθόν και στο μέλλον του τόπου, στα παιδιά και στα εγγόνια μας, υπερασπιζόμαστε το κράτος μας και πιστεύουμε πως πρέπει να διατηρηθεί στη ζωή, για να συνεχίσει ο ελληνισμός να υπάρχει σ’ αυτή τη γωνιά της γης.

Και όμως δεν είναι λίγες οι φορές που με λόγια και πράξεις πολλοί ή λίγοι προσπαθούν να αμφισβητήσουν την κρατική μας υπόσταση, ρωτώντας για παράδειγμα, «μα είναι η Κύπρος κανονικό κράτος;» Ή εξισώνοντάς το με το ψευδοκράτος, με το εξυπναδίστικο , «τι ψευδοκράτος τι κλεφτοκράτος!»

Κανείς δεν αμφιβάλλει για τις αδυναμίες της κρατικής μηχανής ή των εκάστοτε κυβερνήσεων. Αλλά Κυπριακή Δημοκρατία είμαστε όλοι εμείς, και το κράτος δεν καθρεφτίζει τίποτε άλλο παρά τους εαυτούς μας. Αδυναμίες του αδυναμίες μας. «Μα για ποια Κυπριακή Δημοκρατία μιλάμε;», ρωτούν. Αυτήν του 1960, του ‘70, του ‘80 και πάει λέγοντας. Τη Δημοκρατία που σου στέλνει στο σπίτι την επιταγή, κι εσύ ωραία ωραία την μασουλάς, χωρίς να ρωτάς τι και ποιο κράτος σου την έστειλε. Πληρώνουμε φόρους, υπακούμε στους νόμους του, περιμένουμε τις συντάξεις ή τα επιδόματα, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, έχουμε δοσοληψίες με αυτό το κράτος, με την ταυτότητά του κυκλοφορούμε, κι αυτό πρέπει να σεβόμαστε αλλά και να απαιτούμε να μας σέβεται, όσο κι αν είναι σαρανταπληγιασμένο, γιατί κράτος δεν είναι αόρατες ουσίες αλλά συγκεκριμένοι άνθρωποι, που υπάρχουν και λειτουργούν και λειτουργούμε κι εμείς και υπάρχουμε ως πολίτες.

Η Τουρκία ή οι Τουρκοκύπριοι έχουν απόλυτο δίκαιο στις απαιτήσεις τους εναντίον μας; Τους ακούσατε καμιά φορά να λεν άλλα αντί άλλων, παρά να υπερασπίζονται τα άδικα αιτήματά τους; Εμείς γιατί, στην τόση εξυπνάδα μας, να αμφισβητούμε το κράτος μας, να υπερασπιζόμαστε θεληματικά ή άθελα τα δίκαια του οχτρού, την ώρα που κινδυνεύουμε να εξαφανιστούμε από προσώπου της γης; Ύψιστο δίκαιο είναι αυτές τις ώρες η σωτηρία της πατρίδας και όχι η απόδειξη της ορθότητας των κομματικών μας θέσεων ή της δικής μας θεώρησης του κυπριακού. Αυτά μπορεί να είναι θέματα για συζήτηση, στην πράξη όμως όλοι μας καλούμαστε να υπερασπιζόμαστε το κράτος μας, την Κυπριακή Δημοκρατία, γιατί αυτή είμαστε εμείς, τα παιδιά και τα εγγόνια μας, που πρέπει να μείνουν ριζωμένα εδώ που έχουν τρισχιλιόχρονες ρίζες και να μην ξεριζωθούν με τις διαρκώς επαναλαμβανόμενες  πραξικοπηματικές μας διακηρύξεις και ενέργειες.

Στέλιος Παπαντωνίου  

εικονες- οι γεννήσεις


ΕΙΚΟΝΕΣ

Οι γεννήσεις

Τα παιδιά της μάνας μου, ύστερα από μένα, δεν κρατήθηκαν στη ζωή, όταν πήγε στην εκκλησιά και ζήτησε από τον Παπάκωστα να την διαβάσει γιατί ποσαράντωσε, μα τι, λέει, έριψα το παιδί, παπά μου, τώρα το ακούω, το άλλο, ο Άντρος μας, το σπίτι γέμισε συγγενείς και γειτόνους, μπαινόβγαινε ο γιατρός στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα, σε λίγο ακούστηκε το κλάμα, μεγάλη χαρά, μεγάλωσε, θέριεψε, τον έφαε ο καρκίνος, οι σφαίρες στην ειρήνη και στον πόλεμο, ο όλμος στο φυλάκιο του Καπαρτή, πιο φονικό από όλα το τσιγάρο, με τα πακέτα τον συνόδεψε στο φέρετρο η γυναίκα του, κι έτσι μείναμε μόνοι, ο μεγάλος κι εγώ.                                             Κι ύστερα παρακολουθήσαμε γεννήσεις και γεννήσεις, ξαδέλφια και γειτόνους, κι αργότερα βέβαια τα δικά μας παιδιά, γεννήσαμε κύριε διευθυντά, και τι κάνατε, κορίτσι, δεν πειράζει, κι εγώ κορίτσια έχω, πριν γεννηθεί το πρώτο, ήταν αγόρι, όλοι ήξεραν να διαβάζουν την κοιλιά της γυναίκας μου, και τα ευχαριστήθηκα τα κορίτσια μου κι ύστερα τις εγγονές μου, η γέννησή σου Χριστέ ο Θεός ημών, Άνθρωπος γενόμενος ατρέπτως.                                                                                             Πάντα σχεδόν στα νηπιαγωγεία και στα δημοτικά η ίδια σκηνή, ο Ιωσήφ και η Μαρία, οι βοσκοί, και αγγελούδια πολλά, όλα τα παιδιά στην παράσταση, να χαίρονται που παίζουν, κι οι εικόνες στην εκκλησιά το ίδιο, ο Ιωσήφ παράμερα ακουμπισμένος στο ραβδί, σπήλαιο, όπως το φαντάζονται οι αγιογράφοι, άγγελοι στον ουρανό κι επιγραφή «επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία», προβατάκια ποιμένες κι ο μικρούλης στη φάτνη, η Μαρία σκυμμένη επάνω του, κι ύστερα μια ολόκληρη φιλολογία γύρω από τον Ιωσήφ, τι βλέπω, εγώ σε πήρα άσπιλη κι αμόλυντη και τι δράμα τώρα ζω, θα σε στείλω πίσω στους γονιούς σου, μα ο άγγελος αρχάγγελος όλα τα κανονίζει, τον ταρακουνά, μάθε και λίγη θαυματουργία, πελεκάνος άνθρωπος!                                                                                       Στη Χρυσαλινιώτισσα, απέναντι από την εκκλησία, ο πελεκάνος ήταν μοναδικός, ένα κατάστημα καθαρότατο, μερακλής της δουλειάς, ο Ιωσήφ δεν είχε μηχανήματα, όλα με το χέρι, μάθαινε κι ο μικρός κοντά του δουλειά, υπάκουο παιδί, μου έφτιαξε ένα γραφείο, στερεότατο, τίποτε δεν το ταρακουνά, εκεί να διαβάζω και να γράφω, μα την πρώτη Ανθολογία Αποστολίδη Χριστούγεννα την πήρα, δώρο από τη θεία Μαρούλα, Τρίτη τάξη Γυμνασίου, και την καταβρόχθισα, κοντά στη σόμπα του γκαζιού, μόλις τότε είχαν κυκλοφορήσει, με τη γιαγιά και τον παππού όμως τέτοιες μέρες καθόμασταν γύρω από το μαγκάλι, και με την ελιά στο χέρι, ελιές οφτές και ψωμί από τον φούρναρη στα κάρβουνα, ύστερα εμπνεύστηκε η μάνα μου να φτιάχνει το μοναδικό της ψωμί, μυρουδάτο και να φουρνίζει και να μοιράζει, πάντα ανοιχτοχέρα και περήφανη για τα καλούδια της.                                                                          Κι επειδή τα πάντα εν σοφία εποίησαν, εκείνο το πρωινό ξύπνημα, στις πέντε αρχίζει ο όρθρος, λίγα βήματα το σπίτι από την εκκλησιά, ξαστεριά, το αγιάζι,  ξυπνούσαν κι οι αγγέλοι της γειτονιάς, κι η καμπάνα χαρμόσυνη, από το δημοτικό μαθαίναμε να ψάλλουμε το απολυτίκιο της ημέρας και το Λαθών ετέχθης υπό το σπήλαιον, ένα ωραιότατο κομμάτι από τις Ώρες, μερακλής θα ήταν  ο δάσκαλος που το ξεψάχνισε, κι ύστερα όλες οι γιορτές στα σχολεία, όταν ακόμα οι εορτασμοί ήταν ενδοτμηματικοί, το ευαγγέλιο της ημέρας και οι ψαλμοί ήταν σε πρώτη ζήτηση, αργότερα ήρθαν τα ξενικά, άλλοι καιροί άλλα ήθη.                                                         Και προ πάντων βέβαια τα δώρα, όλη η Λήδρας γεμάτη τότε με πεζούς ή ποδηλάτες, που ψώνιζαν, κι εμείς γυμνασιόπαιδα, δεν ξεχνιέται, αφού όλοι κρατούσαν πακέτα, βλέπουμε στη γωνία εκεί στου Μαγγλή πεταμένα κάμποσα, φορτωθήκαμε από δυο τρία η παρέα, μην κυκλοφορούμε εκτός τόπου και χρόνου, κι εμείς τα δώρα μας, κι ο πατέρας να απορεί, περνούσε με το ποδήλατο, πού τα βρήκε τα λεφτά να πάρει δώρα, ο γιος σου; Απορεί πάσα κτίσις.                                          Τόσο μεγάλο θαύμα, κι όμως ο Ιωσήφ στη γωνιά του περιβάλλεται με την μεγάλη αγάπη μας, στην ανθρώπινη γωνιά μας.

Σάββατο 13 Ιουλίου 2019


Ποια βότανα

Ποια βότανα, ποια σατανικά φαρμάκια αναμειγνύουν σε ψευδαργύρου κανάτια και μας ποτίζουν, για να κοιμόμαστε, να νυστάζουμε, να μην ξυπνούμε, σαρακοφαγωμένοι σαράντα πέντε χρόνια, κι όλο να βυθιζόμαστε στα κουφάρια μας, στις γελοίες κηδείες μας, την ώρα που ο μουεζίνης γυρίζει την κασέτα του κι ακούγεται το κλικ, να μας περιλούζει βρόμικα λύματα, κι εμείς περιμένουμε κάθαρση, όχι αυτή την κατάντια του καραγκιόζη και του βεζύρη, να μας κρατάν πίσω από το μπερντέ, χάρτινες γελοίες φιγούρες, να παίζουμε και να παρακολουθούμε, να μας παίζουν και να παρακολουθούμε, ενώ λιγδερή η κολυμβήθρα σκουριάζει, όσο περνούν τα χρόνια, και δεν είναι κανείς να καθαρίσει τα όσια.

Στέλιος Παπαντωνίου

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ


ΕΙΚΟΝΕΣ

Επαναστατικός ευαγγελισμός

Και πώς την περιμέναμε τη μέρα τούτη, γιατί θα φορούσαμε άσπρα πουκάμισα για την παρέλαση, ήταν παραδομένο, τρικό μπλε τον Οκτώβρη με τις 28, άσπρο πουκάμισο το Μάρτη με τις 25, στον πίνακα της τάξης φουστανέλες και δάφνες, πολύχρωμες κιμωλίες, πάλες και ζήτω, και τραγούδια της πατρίδας, εκείνα τα ωραία τα ηρωικά, ήταν τέτοια και τα χρόνια της ΕΟΚΑ μας που ζήσαμε παιδιά κι έφηβοι, κατέβαινε ο αρχάγγελος λοιπόν, δεν το μπορούσα εκείνο το «Άγγελος προτοστάντης», αυτό καταλάβαινα, γίνεται προτοστάντης, διαμαρτυρόμενος, στην ορθόδοξη εκκλησία; Πώς, τι έλεγε; Απορία ψάλτου: βηξ. Κι ύστερα έμαθα, κι άκουα κι έψελνα «Τη Υπερμάχω στρατηγώ» και στην εκκλησιά και στις διαδηλώσεις, τα παιδιά στην Ευρύχου σηκώνονταν πρωί για το εωθινό, ανέβαιναν εκεί, στον τόπο της θυσίας του Μάρκου Δράκου, κάθε χρονιά, με τις σάλπιγγες και τα στεφάνια, αντλούσαν αίμα και ήθος ηρωικό, κάπως έτσι θα τ’ αποφάσισε κι η Μαριγούλα, να πάει στην Ορεινή, να δει την ξαδέλφη της Ελισάβετ, μετά τον ευαγγελισμό, ένας τεράστιος άγγελος στην  εικόνα και το σπίτι κατά που το συλλάβει ο αγιογράφος, κάποτε με στοές και κολόνες, κάποτε νεοκλασικό, κι ο Προδρομάκης σκίρτησε εν αγαλλιάσει εν τη κοιλία της, τι ωραίο απόσπασμα, τι θεία περικοπή, την διαβάζει ο παπάς  ξανά και ξανά κι εγώ μαζί τους, βλέπω την εξώπορτα, το λιακωτό, σαν τα παλιά νησιώτικα σπίτια, σαν της γειτονιάς μου το νάρθηκα της εκκλησιάς, πλακοστρωμένο, μπαίνει η Μαριγούλα, και «πώς το ‘ κανες ξαδελφούλα, και πώς το’ κανε η μητέρα του Κυρίου μου να ‘ρθει σε μένα,  και καλώς όρισες βρε, καιρό να σε δούμε», αγκαλιάσματα και φιλιά, το ίδιο και στην άγια Λαύρα, ξέρω ιστορία δεν είν’ ανάγκη να επεμβαίνετε, εκεί αντρακλάδες φουστανελάδες γενειοφόροι προπάπποι, να είναι καλά οι ζωγράφοι, με τις εικόνες τους ιστορούν, θεολογούν, τέρπουν ψυχές, ανεβάζουν στην ιδέα, στο θείο, στις αξίες που πιστέψαμε μια ζωή, θρησκεία- πατρίδα- οικογένεια, η θρησκεία μάς ανεβάζει στο θείο, η πατρίδα μάς ενώνει και καλεί και στη θυσία για όλους, ελευθερία ή θάνατος, η οικογένεια δένει στενά, ανθρώπινα πράματα, και ζούμε κι ευτυχούμε με τις αξίες μας και με τις ιδέες μας και με τον ιδεατό κόσμο μας, η μεταφυσική είναι πιο πάνω από τη φυσική και το ρεαλισμό, τι κάθομαι τώρα και ζαλίζω, ο καθένας το δρόμο της ευτυχίας του, της πλήρωσης της ψυχής του. Κι ο αρχάγγελος κατεβαίνει από τον ουρανό, κι εμείς ανεβαίνουμε στον ουρανό, «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία», έτσι ζούμε, ανάμεσα στη γη και στα ουράνια, και σ’ όποιον αρέσει. Δεν ζητήσαμε άδεια. Την πήραμε, την έχουμε και την χαιρόμαστε. Και στα δικά σας.

Στο Μαρί

Δεν γνώριζα κανένα κι ούτε ήταν ανάγκη, ήταν όλοι τους παιδιά μας, άκουσα όμως και το όνομα Βασίλης Κρόκος, ο πατέρας του ήταν μαθητής μου στη Λεμύθου, ψηλό ξερακιανό παιδί, ήσυχο και μελετηρό, τον παρακολούθησα ύστερα να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας στην αστυνομία, ήταν διευθυντής στη Λάρνακα- αν δεν απατώμαι-  όταν ήμουν κι εγώ, αργότερα ήρθε στη Λευκωσία, έφτασε πολύ ψηλά, έδωσε αμέσως την παύση, με το μεγάλο κακό που βρήκε την οικογένειά του, το λαμπρόν τζει που ππέφτει κρούζει. Δεν είναι να συζητά κανείς αν είναι ήρωες ή αντιήρωες, παιδιά που θυσιάστηκαν στο καθήκον, μια ολόκληρη ζωή δοσμένη στην πατρίδα, για τους άλλους.  Αιωνία η μνήμη είναι πάντα λίγο να το λέμε. Η τραγωδία ήρωες έχει, που τα βάζουν με την άγνωστη μοίρα, την πιο δυνατή. Στο καθήκον έπεσαν, τους κινδύνους τους διέβλεπαν, με το σώμα και την ψυχή πάλεψαν. Να μην μας ξανασυμβεί τέτοιο κακό. Ανάπαυσον Κύριε μετά δικαίων τους δούλους σου.