Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

καφενείον τα Νέα Ελευθέρια

 

Καφενείον τα Νέα Ελευθέρια

Ήταν γνωστός για χρόνια ως ο καφενές του Κάουρα, τον είχε ίσως για εικοσαετία και βάλε, έμενε τις νύχτες εκεί πολλές φορές ο Μιχαλής, έτσι τον φώναζαν, αδελφός του καφετζή, κάθονταν και έξω τα καλοκαίρια πολλοί και μέσα βέβαια, υπήρχε αριστερά το καμαράκι για τους χαρτοπαίχτες, ένα μεγάλο μπιλιάρδο στη μέση, κειμήλιο βαρύ, με τις στέκες τις μπίλιες τα τεμπεσίρια ή τεμεσίνια που τα λέγαμε, τραπεζάκια με το τάβλι τους και στο βάθος ο μεγάλος πάγκος, πίσω του ουτζάκι και τα σχετικά, μια ατμόσφαιρα του καπνού και του καφέ, ως τώρα μένει στη μύτη, ο Παπάκωστας πάντα έξω στη γωνία κοντά στο μπακάλικο του Κυριάκου να πίνει τον καφέ του και να διαβάζει την εφημερίδα, ο δίσκος με τον καφέ και το νερό σε άλλη καρέκλα, ψάθινη.

Ήρθε όμως καιρός να τα παρατήσει ο Κάουρας και ανησυχία μεγάλη έπεσε στη γειτονιά, ήταν και καιροί που χρειαζόταν ένα κεντρικό σημείο να συγκεντρώνονται οι άνθρωποι, οι τούρκοι είχαν ήδη αρχίσει τις φασαρίες στον άγιο Λουκά, έπρεπε να οργανωθεί ο κόσμος, οι άντρες να αναλάβουν την πολιτοφυλακή, κάποιοι να ξαγρυπνούν μη μας κάψουν στον ύπνο. Κι έτσι ο πατέρας έπεισε τη θεία Μαρούλα και τον θείο Αντρέα να αναλάβουν το καφενείο, η μάνα μου στο σπίτι για την ανατροφή του Χριστάκη και όλα τα λοιπά σχετικά.

Γύρω στο 1964 άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι οηέδες, Δανοί και Σουηδοί στη γειτονιά, τους άφηναν στις ελεύθερες ώρες να έρχονται στο καφενείο, γεμάτο χειμώνα καλοκαίρι, η θεία τηγάνιζε κρεμύδι και χοτ τοκ και αυγά, τα έβαζε στο φραντζολάκι του Πιτζιολή, και τα τραπέζια γεμάτα, ουίσκι το ποτό, και να τρέχουν τα δρώματά τους το καλοκαίρι και να τους μένει αξέχαστη η διαμονή στην Κύπρο, ήταν ακόμα έστω και με τις φασαρίες η γειτονιά μισός παράδεισος. Το 1974 καταστράφηκε η περιοχή εκεί, μένει στη μνήμη.

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

Πόλη που ράγισε, Παναγιώτης Νικολαΐδης

 

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Πόλη που Ράγισε, Σμίλη

Η ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Νικολαΐδη “Πόλη που Ράγισε” φωτίζει τη σκληρή και θλιβερή πραγματικότητα της μοιρασμένης από την τουρκική εισβολή Λευκωσίας, συνυφασμένης με την αγαπημένη του και με την ποίηση, σε μια τριάδα ομοούσια.

Μελετημένος ο τίτλος, “που ράγισε”, αναφέρεται στην ιστορική στιγμή παρά στο τετελεσμένο της διαίρεσης, “ραγισμένη”, αφήνοντας ελπίδα και ρωγμή φωτός.

Τα δυο κλωνάρια της πόλης, στη συνείδηση ενωμένα- στην πραγματικότητα χωρισμένα διά της βίας, γεννούν εικόνες αντίθετες ή συμπληρωματικές. “Όπως καταλαβαίνεις επισκέπτη η Λευκωσία έχει δύο όψεις όπως η έρημος είναι η άλλη όψη της θάλασσας.” Οι αγώνες και θυσίες των ηρώων μας όπως και η φύση συνηγορούν στο αίτημα για ενότητα του τόπου και συνοδεύονται από τον έρωτα προς την αγαπημένη γυναίκα και προς την ποίηση, έκφραση του τρισχιλιετούς πολιτισμού μας.

Με στίχους κάποτε στην κυπριακή διάλεκτο ζωντανεύει αναμνήσεις παιδικές ολόφρεσκες, συγκινητικές, μια όαση μέσα στη μεγάλη ερημιά του πολέμου που μερικοί μας παρακινούν να συνηθίσουμε και μ’ αυτήν να ζούμε. Στην αγαπημένη απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο, την έχει μπροστά του  ως το ποίημα στο χαρτί, ένας ολόκληρος κόσμος. “Αγαπημένη, αυτός ο στίχος είναι φτιαγμένος από στάχτη.”

Τους ομότεχνούς του δεν ξεχνά αλλά τιμά, γιατί είναι ο συμπυκνωμένος πολιτισμός μας, αντίδοτο στην επιθετική βαρβαρότητα που έφερε τη δυστυχία στον τόπο και στους ανθρώπους. Το θέμα της διαιρεμένης διά της βίας Λευκωσίας είναι αγκάθι στην πολιτική και πνευματική ζωή. Ο Νικολαΐδης όμως καταθέτει καθαρή τη διαμαρτυρία του για την αδικία χωρίς προσωπεία .

Επιτυχημένες παρομοιώσεις και ποιητικά ευρήματα, παράθεση λέξεων- εννοιών- εικόνες σκληρές εναλλασσόμενες με λυρισμό, λόγος μελετημένα δομημένος ποιητικά, ώστε να αποτελεί τέλειο όλον, κάποτε λακωνικός, σοφός, περιεκτικός αληθειών και ομορφιάς είτε στην κοινή νεοελληνική είτε στην κυπριακή, όταν χρειάζεται, πάντως ζωντανός και ρέων, είτε εσωτερικές καταστάσεις αναλύει είτε εξωτερικές εικόνες περιγράφει, της καθημερινής ζωής στην πόλη του, που την βαραίνει η φωνή του μουεζίνη, δεν παύει όμως να κρατά ψηλά την ελληνικότητά της.

Στέλιος Παπαντωνίου

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

Αντρέας Σύγκελος, Ο Αθάνατος δεν υπάρχει πια

 

Αντρέας Σύγκελος, Ο Αθάνατος δεν υπάρχει πια, Εκδόσεις Επιφανίου

“Ο Αθάνατος δεν υπάρχει πια είναι ένα μυθιστόρημα του Αντρέα Σύγκελου, η ιστορία του οποίου  εκτυλίσσεται στην Κύπρο, για λίγο στην Ελλάδα και στην Αυστραλία, από το 1950 περίπου ως τις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα.

Τη βασική γραμμή του διατρέχει ένας μεγάλος έρωτας που δεν ευτύχησε, λόγω της πατριαρχικής συμπεριφοράς του πατέρα της κόρης, αιτίου της δυστυχίας δυο νέων. Περιπέτειες και αγωνίες, συναισθηματικά δοσμένες με ευαισθησία καταστάσεις αγάπης και έρωτα, συγκρούσεις και αποδοχές των χτυπημάτων της μοίρας, φιλία, οικογενειακοί δεσμοί, σεβασμός στον συνάνθρωπο.

Μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, με αναδρομές στο παρελθόν ή προδρομικές σκηνές που περιέχουν κύτταρα των όσων θα ακολουθήσουν. Ο ήρωας σε μεγάλη ηλικία αναπολεί και λεπτομερώς αφηγείται τα της ζωής του με περιγραφές τόπων, χρονικών περιόδων, κοινωνικών και συναισθηματικών καταστάσεων.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι οι ιστορικές σελίδες μιας κρίσιμης για τον τόπο εποχής, αφού ο ήρωας έζησε τις αναστατώσεις του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής του 1974 όντας στρατευμένος. Με τις εμπειρίες του ο συγγραφέας επιβεβαιώνει όσα έχουν γίνει ως τώρα αποδεκτά και από τους μελετητές της περιόδου, και μάλιστα την προδοσία.

Η ζωή στο χωριό και η ζωή στην πόλη, οι χαρακτήρες των ανθρώπων και οι συμπεριφορές τους ζωντανεύουν στο μυθιστόρημα όπως σε κινηματογραφική η ταινία.

Ο ρυθμός του μυθιστορήματος κυλά ανάλογα με τα εκτυλισσόμενα, με επιβραδύνσεις περισσότερο παρά με άλματα, γιατί ο συγγραφέας λεπτομερώς καταθέτει.

Ευχές να συνεχίσει να γράφει, γιατί η πείρα ζωής και η ευαισθησία του είναι πολύτιμοι σύντροφοί του που αποτυπώνονται καθαρά στον γραπτό του λόγο.

Στέλιος Παπαντωνίου

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2024

Κυριάκος Ευθυμίου, Προτελευταία Αλήθεια

 

Κυριάκος Ευθυμίου, Προτελευταία Αλήθεια, ποιήματα, Σαιξπηρικόν

Ο Κυριάκος Ευθυμίου είναι ποιητής βαθυστόχαστος, φιλοσοφεί ή διαλέγεται με τον εαυτό του, εισχωρεί στα βάθη του, βοηθώντας και τον αναγνώστη να φωτίσει άγνωστες πτυχές του εαυτού ή δυσερμήνευτες και ανέκφραστες, γιατί ως ποιητής έχει το χάρισμα να εκφράζει σε πυκνότατο και πρωτότυπο λόγο και των άλλων τα σκότη.

Σε ένα μέρος των ποιημάτων του καταθέτει τη δική του προβληματική και μαρτυρία για το Κυπριακό. Έχοντας ζήσει σε ακριτική περιοχή, σε οικογενειακή εστία και θαλπωρή, πονώντας για τα αποτελέσματα και τις αιτίες των παθών μας, ως αληθής και σοφός έμπειρος γνώστης και αναγνώστης της Ιστορίας εκφέρει πολύτιμο λόγο για τη  διχοτομημένη πατρίδα, τον δυνατό αντίπαλο και την εν πολλοίς αδυναμία μας, ταγών και λαού. Θλίβεται ή αντιμετωπίζει στωικά τα πράγματα, αφού η θλίψη του είναι αξιοπρεπέστατη.

Τα πρόσωπα της οικογένειάς του, σεβαστά και αγαπητά, θανόντα αλλά ποιητικά ζώντα, τον μεταφέρουν στο παρελθόν που αντικρίζει διαλογικά.

Δροσερές εικόνες προετοιμάζουν για τις μεγάλες αλήθειες και δομούν με αντιθέσεις ή συμπληρωματικές εικόνες το ποίημα, ένα αυτοτελές κόσμημα. Μια λυρική περιγραφή μπορεί να συνυπάρχει με την σκληρή Ιστορία, και το όλον να κρύβει σκληρές αλήθειες και νοήματασε άλλα επίπεδα.

Ο ποιητής υπήρξε στη ζωή του ηθοποιός, σκηνοθέτης, αναγνώστης ποιημάτων και μελετητής τους, ένας πνευματικός πλούτος που τον συνοδεύει στο έργο του, στο οποίο φανερώνονται οπτικά και οι πιο αφηρημένες έννοιες, θαυμαστό αποτέλεσμα.

Ο μοναχικός συνομιλητής του εαυτού του ξεπερνά τα όρια της εξομολόγησης και λακωνικά εκφράζει την εμπειρική σοφία του αλλά και επιστημονικές αλήθειες για την ύπαρξη και τη γενικότερη Ιστορία μας.

Ο τίτλος της συλλογής προοιωνίζει πως τα γραφόμενα θα είναι αν όχι αποχαιρετιστήριος λόγος το απαύγασμα της μελέτης και εσωτερικής εις βάθος διερεύνησης του ίδιου με γενικευμένες τις αλήθειες, αφού μπορούν να ισχύουν για τον καθένα.

Ο θάνατος αποτελεί αγκωνάρι του όλου οικοδομήματος όπως και η και η τραγικότητα του ανθρώπου και η σιωπηρή αποδοχή της μοίρας ως ανώτερης δύναμης την οποία αποδέχεται ο άνθρωπος ή ύστερα από εσωτερικό αγώνα γνωρίζει και μπορεί πλέον να φωτίσει.

Εκφραστικά, επιτυχημένα εκμεταλλεύτηκε λαϊκές ρήσεις ή εκφράσεις, τις οποίες εξεικονίζει  ζωοποιώντας τες. Η μεγάλη του όμως τέχνη είναι ο σφιχτοδεμένος λόγος, ο ουσιώδης, και η εμφάνιση και εξεικόνιση των αφανών αφηρημένων εννοιών. Από αυτή την άποψη, ο Κυριάκος Ευθυμίου αναδεικνύεται δάσκαλος της ποίησης και γνώστης και τεχνίτης των θεμελιωδών μυστικών της.

Στέλιος Παπαντωνίου

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

μερικοί μεν, αλλά το κακό γίνεται

 

Μερικοί μεν, αλλά το κακό γίνεται

Πενήντα χρόνια από την τουρκική εισβολή και δεν βλέπουμε ελπίδα σωτηρίας. Αντίθετα, η αγωνιστικότητα πολλών έχει μετατραπεί σε βεβαιότητα πως “το δίκαιο είναι με το μέρος του αντιπάλου”, γι’ αυτό δίνουν προτεραιότητα στην προδοσία του πραξικοπήματος και της όλης περιόδου αναθεματίζοντας τους αίτιους και αφήνοντας στο απυρόβλητο τον εισβολέα.

Αλλά γιατί έγινε η εισβολή; Για να αποκατασταθεί η διασαλευθείσα τάξη. Επανήλθε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά τα σχέδια των εισβολέων και των συμμάχων τους ήταν η διχοτόμηση του νησιού. Από το 1950 ανετρέφετο το όνειρο, “για τακσίμ για ολούμ”, διχοτόμηση ή θάνατο. Λησμονημένη και η Βολκάν και η ΤΜΤ, οι τρομοκρατικές οργανώσεις των τούρκων της Κύπρου, λησμονημένος ο Ντεκτάς που έθεσε τις βάσεις. Εμείς για ένωση ξεκινήσαμε και βρεθήκαμε διχοτομημένοι, με όνειρο πλέον την επανένωση του νησιού, και ο καθένας καταλαβαίνει πως “επανένωση” δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συγκόλληση δυο κρατιδίων, αφού εξισώνουν πολλοί το ψευδοκρατίδιο της Τουρκίας με το δικό μας κακώς αποκαλούμενο “κλεφτοκράτος”.

Ουδείς αμφιβάλλει για τα λάθη μας. Αλλά η ερώτηση είναι: τι λύση θέλουμε, τι κράτος θέλουμε, τι αφήνουμε στα παιδιά και στα εγγόνια μας, που δεν είναι δίκαιο να πληρώσουν τις δικές μας αμαρτίες ζώντας σε ένα ανελεύθερο καθεστώς με την Τουρκία να το διαφεντεύει. Αν δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για την ελεύθερη διαβίωση με ασφάλεια των μελλουσών γενεών των Ελλήνων στην Κύπρο, τότε να μην προχωρήσουμε σε αποδοχή καμιάς λύσης υποδούλωσης και τουρκοποίησης του νησιού.

Ποιος από μας μπορεί να σηκώσει αυτό το ιστορικό βάρος, της διά της υπογραφής μας αναγνώρισης των τετελεσμένων της εισβολής; Και αυτό βέβαια με την προϋπόθεση και βεβαιότητα πως ξέρουμε ποιος είναι ο εχθρός, τον έχουμε σπουδάσει ιστορικά, έχουμε παρακολουθήσει και καθημερινά επιβεβαιώνουμε τα χαρακτηριστικά του, ιμπεριαλιστική δύναμη, κατοχική, επεκτατική, απάνθρωπη, χωρίς ίχνος δυνατότητας συνεννόησης και εμπιστοσύνης σε υποσχέσεις ή διαβεβαιώσεις του, που γίνονται μόνο και μόνο για τα δικά του συμφέροντα, που επικαλύπτει με τον μανδύα της ειρήνης στην περιοχή, ενώ οφθαλμοφανώς αποβλέπει στην κατάληψη εδαφών, θάλασσας, αέρα και αερίου των γειτόνων.

Μερικοί ήδη έχουν αποδεχτεί τα τετελεσμένα της εισβολής, αφού θεωρούν νομική πράξη την ίδρυση του ψευδοκράτους, το σύνταγμά του και την αρπαγή των περιουσιών μας ως νόμιμη, κατά την τουρκοκυπριακή νομοθεσία. Και αυτό το κακό δεν αναλαμβάνει κανείς να το εξαλείψει, την υποστήριξη του αντιπάλου, αφού ο καθένας έχει την ελευθερία της γνώμης του. Άσχετο αν δίνει όπλα στον εχθρό.

Η επανατοποθέτηση του κυπριακού ως προβλήματος εισβολής και κατοχής δεν πραγματοποιείται επίσημα από καμιά κυβέρνηση. Τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών άλλα υποστηρίζουν, ενώ οι απεσταλμένοι του διεθνούς οργανισμού άλλα πρεσβεύουν και προωθούν. Η Αγγλία επεμβαίνει υποστηρίζοντας τα τουρκικά συμφέροντα, ενώ το κρατίδιο του Τατάρ εμμένει στην αναγνώρισή του ως ισότιμου της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Συμπερασματικά, δύσκολοι οι καιροί, πολλοί μηδίζουν, αλλά ένα κράτος μας έμεινε: η Κυπριακή Δημοκρατία. Τουλάχιστον να το διαφυλάξουμε με κάθε θυσία. Και γι’ αυτό έχουν πολλά να γίνουν και από το ίδιο το κράτος και από μας τους πολίτες του.

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

για τα αυτονόητα

 

ΓΙΑ ΤΑ ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ

Δεν ζητώ να είσαι πανεπιστήμονας, αλλά μια και αναλαμβάνεις μια δουλειά, κοίτα κανένα λεξικό τι λέει. “Ομοφοβικό” χαρακτήριζε συνεχώς η παρουσιάστρια στην τηλεόραση  το φιλμάκι του Μεσογαίας, έτσι το βάφτισαν και το επαναλαμβάνουν, αλλά τίποτε το ομοφοβικό δεν έχει, με βάση την Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.

Με τον όρο ομοφοβίαομοφυλοφοβία ή ομοερωτοφοβία εννοείται το μίσος, η αποστροφή ή οι διακρίσεις σε βάρος των ομοφυλοφίλων ή και γενικότερα των ΛΟΑΤ+ ατόμων. Η λέξη είναι αντιδάνειο από την αγγλική Ηomophobia που ετυμολογείται από τις ελληνικές λέξεις ομός (όμοιος) και φοβία. Πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1969 από τον Αμερικανό κλινικό ψυχολόγο George Weinberg και έγινε γνωστή με το βιβλίο του Society and the Healthy Homosexual (1971)[1]. Η ομοφοβία μπορεί να περιλαμβάνει μίσος, εχθρότητα ή λεκτική αποδοκιμασία των ομοφυλόφιλων ανθρώπων. Συχνά φτάνει ως το σημείο να εκδηλώνεται πολύ επικίνδυνα, όπως επιθέσεις, ξυλοδαρμούς, ακόμη και φόνους.

Ουδέν από τα πιο πάνω ισχύει για το περί ου ο λόγος φιλμάκι.

Η κατάσταση έχει εκτροχιαστεί. Υπάρχει διάχυτη η βεβαιότητα πως γίνεται προσπάθεια από αόρατους κύκλους να μας επιβάλουν αφύσικες ή παρά φύσιν καταστάσεις ως φυσικές, γι’ αυτό  και διαμαρτύρονται θορυβωδώς ενάντια σε όποιον εκφράζει τα ως τώρα αυτονόητα και φυσικά, τις αρχές και αξίες του λαού μας, που πρεσβεύει χιλιάδες χρόνια.

Το γεγονός ότι ένας δάσκαλος στο σχολείο δίνει την ευκαιρία να ακούσουν τα παιδιά την άποψη της Εκκλησίας για τα δύο φύλα, άρρεν και θήλυ,  εκφρασμένη από έναν από τους πιο μορφωμένους Έλληνες Ορθόδοξους Χριστιανούς, τον Μεσογαίας Νικόλαο, και η τρομαγμένη διαταγή από την υπουργό Παιδείας να γίνει έρευνα για την ενέργεια του δασκάλου- θεολόγου, φανερώνει πως κινδυνεύουμε πλέον υποστηρίζοντας τα αυτονόητα. Χρειάζεται νηφαλιότητα, γνώση βαθιά και υπεύθυνη για κάθε τι που αφορά τα παιδιά και την παιδεία, ενώ ο θόρυβος ουδέν ωφελεί.

Μια νέα μορφή ανελευθερίας παρατηρείται, αντιδημοκρατικές διαδικασίες, προσπάθεια ανατροπής των ως τώρα φυσικών αληθειών, γι’ αυτό και πρέπει να πολεμούμε πλέον και για τα αυτονόητα

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

της γλώσσας μας

 

ΤΗς ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑς

Κάθε πουλί με τη φωνή του χαίρεται, κι εμείς με τη γλώσσα μας, προσέχοντας μη μας πουν εθνικιστές αν αρχίσουμε να την παινεύουμε, που της αξίζει χιλιάδες χίλια, γιατί πανάρχαιη που είναι, ποιητικότατη, παραγωγική με τον Όμηρο και εξής, με τους βυζαντινούς και εξής, με τους σημερινούς λογοτέχνες που την αγαπούν και την μελετούν και την καλλιεργούν, γιατί η αγάπη φαίνεται στο μόχθο να την γνωρίσουν, να γράψουν και να μιλήσουν, να εκφραστούν ανθρώπινα, με τη συγκίνηση και με τη λογική την αυστηρή τους, γιατί μπορεί να γίνει και γριά φαρμακερή, και κακογλωσσού, ο καθένας στο χαρτί τον εαυτό του εκφράζει, καθρέφτης του η γλώσσα και τα γραφόμενά του και τα λεγόμενα.

Τι χαρές κρύβει το γράψιμο μόνο όσοι καταπιάνονται με αυτό γνωρίζουν, μια φορά το γράφεις κι ύστερα προσπαθείς να θυμηθείς πώς το είπες και δεν ξανάρχεται, πόθεν κατεβαίνουν, πόθεν συνταιριάζονται και μπαίνουν στο ρυθμό και στο τραγούδι κάποτε ή στο διάλογο και στον πεζό λόγο.

Άξιος που γνώρισε τον Όμηρο και τους αρχαίους συγγραφείς παντός είδους, τόσο πλούσιοι που είμαστε και όμως δίνουμε στα παιδιά μας κάτι φτωχά ψίχουλα και τα κακοποιούμε πνευματικά, ενώ ολόκληροι κόσμοι περιμένουν στις βιβλιοθήκες, σήμερα δωρεάν μπορείς να τους βρεις στο διαδίκτυο, κι όμως, άδικος κόπος να ασχολείσαι με τον μαϊντανό, και μ’ αυτόν να περιμένεις ν’ αναθρέψεις παιδιά και να καλλιεργήσεις παιδεία, κάτι πάει λάθος, λάθος.

Τι καινούργιο διάβασες; Μακάρι να μπορέσω να διαβάσω τα παλιά.