Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

περιγραμματου


ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΟΥ
Την πρώτη φορά που την έπαθα ήταν η πρώτη μου χρονιά σε σχολείο, να διδάσκω Νέα Ελληνικά, διαβάζω μια έκθεση, ωραιότατη αρχή, «ο ήλιος ανεβαίνει στο άρμα του και φωτίζει τη γη», ύστερα από καιρό, άλλη έκθεση, «ο ήλιος ανεβαίνει στο άρμα του και φωτίζει τη γη», ρε λέω κάπου ξαναδιάβασα την εικόνα, και μετροφυλλώ όλα τα τετράδια, στο τέλος ήταν του ίδιου μαθητή, α ρε μπαγάσα λέω, νομίζεις πως βρήκες τη χρυσή μέθοδο να γράφεις ωραίες εκθέσεις; Κι ύστερα συναντηθήκαμε συνάδελφοι, πάει καιρός. Ένας φιλόλογος, όταν διαβάζει έκθεση μαθητή μαθήτριας, ξέρει πια το επίπεδο, δεν ξεγελιέται εύκολα, τον φωνάζει και του τα βροντάει, να μάθει να εκφράζεται μόνος και να μη φοβάται, δεν είναι οι σκέψεις δεν είναι ο τρόπος, δικά του να είναι, να αποκτήσει εμπιστοσύνη στον εαυτό του.
Τούτο δεν συμβαίνει πάντα στα σχολεία. Ήταν μια φορά κι  ένα καιρό της μόδας τα μαθητικά συνέδρια, και γράψε και να ξαναγράψεις οι συνάδελφοι τις ομιλίες των παιδιών, και τα παιδιά τις έλεγαν ωραία ωραία, κι οι σύνεδροι χειροκροτούσαν, άλλοι όμως ήταν οι συγγραφείς. Το ίδιο και σε μαθητικές εργασίες σε εφημερίδες και περιοδικά, αγνώριστα γίνονταν τα μαθητικά γραπτά από τις επεμβάσεις των διδασκόντων.
Ήταν και το τρίτο και χειρότερο, όταν επρόκειτο για εκδηλώσεις, κάτι για ψευδοκράτος, πολυτεχνείο και λοιπά, κατέφθαναν μέσω του τότε φαξ του σχολείου, από άνευ αριθμού αμαρκέ φαξ, ψηφίσματα έτοιμα από κομματικά γραφεία, και ομιλίες κι ώσπου να δεις και να πεις βρισκόταν έξω από το γραφείο ο μαθητής εκπρόσωπος αβγ να τα παραλάβει.
Οπότε το θέμα δεν είναι αν έχει δικαίωμα το παιδί να πει τα δικά του. Το θέμα είναι να είναι δικά του, και να μην το έχει χρησιμοποιήσει άλλος, για να υποβάλει τις ιδέες του. Οπότε τα πράγματα είναι χειρότερα. Ηρεμήστε.

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

περιστέρια


Περιστέρια
Η θεία Χαρίτα στη Λακατάμια πίσω από το καινούργιο της τότε σπίτι, μιλούμε για το χίλια εννιακόσια πενήντα, είχε ένα παλιό δίπατο, πλιθαρένιο, γεμάτο πεζούνια, τους είχαν βάλει στους τοίχους τενεκέδες του λαδιού ή του πετρελαίου, κομμένους στη μέση, σπιτάκι μοιάζαν για τα πετούμενα,








 ήταν κι οι τοίχοι γεμάτοι τρύπες, κούρνιαζαν εκεί, στον περιστερεώνα θα λεγαν οι γραμματιζούμενοι ποιητάδες, και το πρωί η θεία γέμιζε τη χούφτα σιτάρι και τα καλούσε για φαΐ κι αυτά κατέβαιναν από το εξοχικό τους, νερό εκεί κοντά, με τη τουλούμπα τότε, στο βάθος συκιές και λεμονιές, οι απαραίτητες για κάθε σπίτι, κι έτσι είπαμε κι εμείς τότε που χτίζαμε, να βάλουμε καμιά λεμονιά και καμιά ελιά στο πεζοδρόμιο, ηλίθια πράματα, όταν ήρθε η συμπεθερά από την Αγγλία με αναπηρικό, τι γίνεται εδώ, πεζοδρόμιο και δεν μπορώ να κινηθώ, με το δίκιο της, αλλά να που κι η ίδια η κυβέρνηση στις μεγάλες τότε αστοχίες μας κάλεσε να δηλώσουμε ακόμα και τις ελιές που είχαμε στο πεζοδρόμια για να πάρουμε επιδότηση από την Ευρώπη, πω πω βοήθειες, τις ελιές κατέβηκαν μια μέρα του δημαρχείου, γεμάτες αρρώστια, κύριε, πρέπει να τις κόψουμε, κόψε, στην πραγματικότητα εμπόδιζαν τη θέα του δρόμου από το αλτ, να γίνουμε και πρόξενοι δυστυχήματος, τις έκοψαν, κάτι σαν διακοσμητικό τις άφησαν, να όμως που τώρα το καλοκαίρι με τέτοιες ζέστες χρειάζονται και πότισμα τα λουλούδια και τα δέντρα του πεζοδρομίου, και νάσου κατεβαίνουν και τα περιστέρια, γέμισε η γειτονιά, στο γειτονικό σπίτι, καινούργιο, τώρα κτίζεται, δεν τέλειωσε ακόμα, ήταν κάτι ψηλές σιδερένιες δοκοί, κούρνιαζαν εκεί, ήρθε όμως ώρα να τις καλύψουν, βλέπουν εκεί οι εργάτες κάτι αυγά κι ένα πουλάκι, μας τα πέταξαν στην αυλή, αφιλόξενοι σήμερα με τα μοντέρνα οικοδομικά υλικά, ούτε για χελιδόνια ούτε για περιστέρια είμαστε, η μονοκρατορία του ανθρώπου εντός εισαγωγικών, εκεί λοιπόν που πότιζα, κατέβηκαν δυο περιστέρια, ήπιαν το νεράκι τους, περήφανα κι ωραία, μου κέντρισαν τη μνήμη, και πέταξαν στα δέντρα εκεί απέναντι, να τα χαρώ.  

σιαγονες


ΣΙΑΓΟΝΕΣ
Οι σιαγόνες για ραπίσματα, το μεγαλύτερο το ‘74, ακούστηκε ένα τσακ κι αντηχεί ακόμα στους έχοντας ώτα και νουν και όμματα, η σιαγόνα έφτασε στο χώμα, δεν θα το φάει, αργά γρήγορα θα την φάει, εξαφανίστηκαν στεριές και θάλασσες, μέρες και νύχτες, όνειρα στην αστροφεγγιά, στις φεγγαρόφωτες νύχτες, στη χάση του φεγγαριού, μια ψηλά στο Βουνό, με τον παππού και τη γιαγιά να ποτίζουν το Περβολούδι και του Ματσάγγου, στο πανηγύρι τ’ άι Χρυσοστόμου, μια στα καντούνια της Χώρας, της μεγάλης ευτυχίας και ατέρμονης χαράς, μια στον Άι Δίχτητο, στην παράγκα και στην ακροθαλασσιά, στο Πέντε Μίλι, στο Έξι Μίλι στην Αϊκρκώτισσα, στον ‘Αι Γιώργη στου Ασπρή, τέλειωναν οι εξετάσεις τελευταία μέρα παίρναμε μαζί μας στο σχολείο και τα θαλασσινά μας, στα λεωφορεία του Τσέντα κατ’ ευθείαν, εκεί στο ΟΧΙ, κάποτε  ταξίδια για τον Απόστολο Αντρέα με την πρωινή δροσιά, κρατούν ακόμα στη μνήμη, η καταβύθιση όμως μεγάλη, πνιχτική, δεν έχουμε τι να δείξουμε στα παιδιά μας, ό τι έμεινε κατάληξε να μην είναι αυτό που ζήσαμε, καινούργια σπίτια, πολυκατοικίες, όροφοι στους ορόφους, και πάλι στην άμμο, όπως τότε στην Αμμόχωστο, ήταν όμως κι εκεί ωραία, κοντά το περβόλι του Πισία, της θείας Χρυστάλλας, μια φορά πήγα μα έμεινε αξέχαστο με τη μεγάλη δεξαμενή, τι να πούμε στα παιδιά μας, τι να πούμε στα εγγόνια, μια καταστροφή, κι άλλοι το χαίρονται, καλά να πάθεις, άλλοι σιωπούν, άλλοι θρηνούν μέσα στον καυτό Ιούνιο, Ιούλιος έρχεται, τότε ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων τρεμουλιάζει στο σύμπαν, η Ιστορία κρίνει, ή καλύτερα οι ιστορικοί, κι αυτοί άνθρωποι είναι, με το παραμύθι του ο καθένας, την οπτική του γωνία, εγώ όμως ξέρω, γιατί τα έζησα.

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020

ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΛΑΝΘΑΝΟΜΑΙ


ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΛΑΝΘΑΝΟΜΑΙ
Οι πλείστοι γνώστες των πολιτικών και στρατιωτικών καταστάσεων, οι πλείστοι ιστορικοί και κοινωνιολόγοι, μελετητές και στοχαστές, παρουσιάζοντας την κατάσταση στα ελληνοτουρκικά και ελληνοκυπριακοτουρκικά απλώνουν μαύρες μαντήλες απ’ άκρου εις άκρον των μελετημάτων τους, οπότε οι αναγινώσκοντες, μέσα σε τόση απελπισία, αφού όπλα δεν έχουν, άμυνα δεν έχουν, ο εχθρός ήδη είναι εντός και επί τα αυτά, διεξόδους έχουμε μόνο τη λεωφόρο Τροόδους για τα όρη και τα παραρά ή τη λεωφόρο Λεμεσού για αεροδρόμιο Λάρνακος ή λιμάνι Λεμεσού, για να ταξιδέψεις όμως πρέπει να έχεις χαρτίν του γιατρού πως δεν είσαι κορωνοϊοφόρος ταξιδευτής, άρα πρέπει κάθε τρεις μέρες να περνάμε από χημεία, και με την προϋπόθεση πως, αν μπούμε σε λεωφόρο δεν θα πλακωθούμε ο ένας με τον άλλο καθοδόν, αν όλα αυτά είναι αδύνατα σε περίπτωση άλλης εχθρικής επίθεσης, τότε το συμπέρασμα είναι πως ο καθένας πρέπει να κάτσει στο σπίτι του και να περιμένει να πεθάνει αντιηρωικά. Δυστυχώς αυτό συμπεραίνω, θα ήμουν όμως ευτυχέστατος αν κάνω λάθος.

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

Οδύσσεια Νέα


ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΝΕΑ
Δεν ξέρω, Οδυσσέα μου, αν ανήκεις στην τάξη των προσφύγων, να ρωτήσουμε τους ειδήμονες, το 1974 με την εισβολή των Τούρκων στο νησί, όλοι που διωχτήκαμε ήμασταν «πρόσφυγοι», που έλεγε κι η γιαγιά, ύστερα όμως άλλαξαν τα ονόματα οδών και αριθμών, ετοιμάστηκαν δόκτορες να αποδείξουν το αντίθετο, η βρύση έτρεχε καθαρό κρύσταλλο χρήμα, βρομισμένο αλλά οι μύτες κλειστές, δεν «ακουόταν η μυρουδιά», που ‘λεγε κι ο Κρητικός ανθυπολοχαγός στο Κεν Λάρνακος, υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι να αποδεικνύεις τα αντίθετα του πραγματικού, κι έτσι ένα σύγνεφο βροχής κατέβηκε, τα πήρε το ποτάμι, τα πήρε ο ποταμός, φόρεσαν πολύ λευκές μπλούζες οι ειδήμονες, και μια μάσκα, δεν ήταν για τον ιό, χαραγμένο χαμόγελο ήταν, το σιδηρούν κομματικό προσωπείο, κι άλλοι περίμεναν στη γωνιά, ευκαιρία ήταν να εμέσουν τη χολή που κρατούσαν μέσα τους βαθιά και τους καρκίνευε, καιρός να αποβάλουν, κι αποβάλλουν νυχθημερόν, τούρκοι και ρωμιοί, δεν ξέρω αν είναι εξωμότες, ίσως και εξισλαμισθέντες χριστιανοί, από τον καιρό που μας άφησαν εδώ τις δυο τρεις χιλιάδες στρατιώτες οι τουρκομαννοί, έσκυψαν πολλοί το κεφάλι, είχαν στο σπίτι εκκλησιά και στο χωριό πήγαιναν στο τζαμί, άλλου παπά ευαγγέλια, μα έγιναν όλα αυτά που σου λέω, κι ύστερα μας ρωτούν, «μα γιατί δεν λάβατε υπόψη το σύνοικο στοιχείο;» Το στοιχείο το καταλαβαίνουμε, όπως λες το «στοιχειό του μεσονύχτου», έμεινε το σύνοικο, μα τώρα πληθαίνουν οι σύνοικοι, από περίπτερο ΟΧΙ και κάτω, κι ήταν ωραίοι δρόμοι, εκεί το σινεμά Ρόγιαλ, τα σπίτια του Ουζουνιάν, ένα ωραίο ζαχαροπλαστείο, κι η Ξάνθη του Ξενιέρου έμεινε στον καθρέφτη να χτενίζει τα κιτρινωπά μαλλιά της, όλα κατάμαυρα τώρα, κάτι μεταξύ Ινδιών και Μπακλατές, γίναμε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, Οδυσσέα μου, όνειρο προεδρικό βλέπεις, εσύ μόνο τους Τρώες ήξερες και τους Αχαιούς, εύκολα πράματα, λοιπόν, εδώ στο περιγιάλι που βρέθηκες τώρα, του Τζιυρκού που λέμε, παραπάνω το χωριό, ο άγιος Επίκτητος, δεν είναι ο φιλόσοφος, όχι, ούτε τον ένα ξέρεις ούτε τον άλλο, λοιπόν, εδώ, την βλέπεις την καλύβη, λίγα καλάμια έφερε ο Σκάρος, δυο τρεις πασσάλους και την έστησε, μπροστά στη θάλασσα το μποστάνι, ζαρζαβατικά και πέπονες, ακουστά τους έχεις ίσως από την Ιθάκη, πιο κάτω να σε πάρω μια βόλτα να δεις άγρια τοπία, θαλασσινές σπηλιές, μαζί με τον Ευριπίδη γράφουμε την τραγωδία μας εις το σπήλαιον, «αναπνοήν έχον προς την θάλασσαν»,  δεν το  ήξερα τότε, τώρα καταλαβαίνω τις ομοιότητες, τις στιγμές της αιωνιότητας που επαναλαμβάνονται, «τι λες, μου λέει, δεν πολυκαταλαβαίνω, εγώ θέλω την Ιθάκη μου», «εδώ συμφωνούμε απόλυτα», του λέω, όλοι οι πραγματικοί πρόσφυγες την Ιθάκη μας θέλουμε, κι ας κουρεύονται νούμερο ένα οι δικτάτορες και δόκτορες των όρων της Ιστορίας.
Εμείς έχουμε οδηγό την αλάνθαστη ψυχή μας.


Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

της θάλασσας


ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Τη θάλασσα που σε πικραίνει
τη φοβάσαι και στον ύπνο σου,
κατεβαίνει από τον Πενταδάκτυλο,
μπαίνει ακάλεστη στο δωμάτιο,
τρασκελά κάγκελα και παράθυρα,
τον κήπο και τα κυπαρίσσια,
τις ελιές και τερατσιές,
κάθεται καμιά φορά στο βουνό,
βλέπει τα φωσάκια της Χώρας
και με μια βουτιά βρίσκεται στα πρόθυρά σου,
δεν χτυπά,
δεν είναι Αθηνά δεν είσαι Τηλέμαχος,
ο χαμένος Οδυσσέας ταξιδεύει ακόμα,
οι Θεοί δεν συνεδρίασαν,
ο Ποσειδώνας όλο και οργίζεται,
με την τρίαινα αναδεύει τη θάλασσα,
δεν είναι η παιδούλα των δώδεκα και δεκαπέντε
που αγκάλιαζες δροσερή,
εκεί στις γούβες με το αλάτι,
δεν είναι το αεράκι κοντά στο ποτάμι και στις καλαμιές,
αυτή μια δράκαινα,
βγήκε λες από έργα του Σαίξπηρ,
νύχια τεράστια να γαντζωθούν πάνω σου,
γεροντικά δόντια
να θέλουν να μπηχτούν στο κορμί σου,
όχι όχι, αναπηδάς,
η θάλασσα του Επίκτητου,
της Κερύνειας και του Βαρωσιού
δεν ήταν ποτέ με ακάνθινο στεφάνι στολισμένες,
πώς έγινε,
και τα συρματοπλέγματα πληθαίνουν,
δεν βρήκες τον τρόπο εσύ,
δεν δέχεσαι τα διατάγματα,
τις υποκλίσεις,
τους ρητορικούς λόγους
τον κρείσσω λόγον και τον ήττω,
κουάξ κουάξ τα βατράχια στο ποτάμι,
κι εσύ να ξαγρυπνάς
λουσμένος στον ιδρώτα
μιας λεκιασμένης Λευκωσίας,
ακατανόητης,
κι οι ρήτορες πληθαίνουν,
συγχυσμένοι.
Στο μυαλό μου καθαρή η εικόνα σου,
των δώδεκα και δεκαπέντε χρόνων,
έλα στην αγκαλιά μου.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

αναβαθμοί


ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ
Η χαρά διαγράφεται φωτεινή στα χείλη
από το Ελεήμον ελέησόν με ο Θεός,
απλόχωρα μεταδίνεται στο δοξαστικό των αίνων,
οι καμπάνες ετοιμάζονται σε λίγο να δοξολογήσουν,
εν υψίστοις ήδη συγκεντρώθηκαν οι δυνάμεις,
μικρός θόρυβος ώσπου να επιβληθεί η σιωπή
ενός λεπτού πριν την παμφωνία,
μόλις τελειώσουν κάθονται,
αναπαύονται,
θα επιτελέσουν το μέγα έργο στο Χερουβικό,
άκρα σιγή,
στην αγια Σοφιά ακούγεται ακόμα,
φτάνει και στα δικά μας ώτα
κι ευφραίνει ψυχές,
ένα αγγελούδι σαν χελιδόνι πριν την ώρα του
βιάζεται να δοκιμάσει τα φτερά
της ουράνιας φωνής του,
θα κρατά ίσον στο Άξιον εστίν ως αληθώς
ήδη αστράφτουν τα πρόσωπα φωτεινά
η ανεκλάλητη χαρά
τους συνοδεύει ως το σπίτι.