Κυριακή 14 Ιουλίου 2024

ΙΟΥΛΙΟΣ 1974

 

ΙΟΥΛΙΟΣ 1974

Τους ανέβασαν στο στρατιωτικό λεωφορείο, είχαν ήδη κάμει πολλές πρόβες, εν- δυο και “παρουσιάστε”, ήξεραν την αποστολή, θα σταθούν στο κοιμητήριο και θα τιμούν τους προσκεκλημένους που θα στέκονται προσοχή ενός λεπτού, θα καταθέτουν στεφάνι κι ύστερα πίσω στις δουλειές τους, πολλή δουλειά τέτοιον καιρό, να τελειώνουμε.

Πριν πενήντα ακριβώς χρόνια δεν ήταν το ίδιο με τους φαντάρους της εποχής, εκεί που περίμεναν απόλυση, “αύρΙο απολύομαι, ρε ψάρκα να πήξετε”, αρχίζουν τα τανκς να βάλλουν εναντίον του προεδικού, ο Αρχιεπίσκοπος διασώζεται, εισβάλλουν οι δικοί μας, ό τι θέλεις πες τους, “χουντικοί- προδότες- άφρονες- επίορκοι- ότι η καρδία αυτών μεμαλάκισται και ο νους ατμίδα καπνού”, λόγια και λόγια, αλλά το κόκκινο ποτάμι απλώθηκε στο νησί και το έπνιξε σε λίγες μέρες, με πόση λαχτάρα περίμενε το αποτρόπαιο η σουλτάνα, “νάτο -σία- προδοσία, δώστε τη χούντα στο λαό”, φώναξε, τράβηξε από το λεξιλόγιό σου όλη τη σαβούρα και τη λασπουριά, στο τέλος βίασαν τη βιασμένη, ξέσκισαν τη γη από τον Πενταδάκτυλο, αφέθηκαν χωρίς νερό τόσες καρδιές να πεθάνουν,  διωγμένοι από τα σπίτια τους τη ζωή τους,  κι άλλοι στα σεντούκια ανάσκελα, κι άλλοι στα πηγάδια και στα καμίνια, ποιος θρήνος, ποιος κλαυθμός της Κωνσταντίνου Πόλης, ο γκρεμός και το ρέμα, η σκοτεινιά κι η σκοτοδίνη, και στο χρόνο να  βαραίνει ένα τεράστιο τείχος, “απαγορεύεται η διέλευση στο μέλλον”.

Σάββατο 13 Ιουλίου 2024

Ρήνας Κατσελλή, Πρόσφυγας στον τόπο μου

 

ΡΗΝΑ ΚΑΤΣΕΛΛΗ, ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΟΥ, ΚΥΠΡΟΣ 74

Την φαντάζομαι όταν άκουσε από χείλη αξιωματικού ελλαδίτη “Πολύ καλή η κορούλα σας, έχει έξυπνα μάτια σαν του κ. Παπαδόπουλου” εννοώντας τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, εκείνον, κι η Ρήνα το κατέγραψε, λέω τέτοιες μέρες μόνο στα γραφτά της Ρήνας Κατσελλή θα ξαναζήσω την εποχή, έστω κι αν κέντρο της ζωής της ήταν η Κερύνεια, παρακολουθούσε όμως τα πάντα, είχε ήδη διαμορφώσει κώδικα αξιών, μπορούσε να υπερασπιστεί ιερά και όσια, κι έτσι καταφεύγω στο βιβλίο της “Πρόσφυγας στον τόπο μου”, που με μεταφέρει στις μέρες εκείνες, με τη χούντα να κυβερνά, με τους αξιωματικούς εδώ να καταγράφουν σε γαλάζιο τους δικούς τους, πράσινο τους έτσι κι έτσι και κόκκινο τους κομμουνιστές, κι οι οπαδοί τους εοκαβητατζήδες να πλουτίζουν, να κρατούν δέσμια τη μητρόπολη Κερύνειας  με τον γραμματέα της υπερεξουσιαστή και του ίδιου του μητροπολίτη.

“Ειδικά στις αρχές του 1974 γίνονταν γύρω μας πολλά παράξενα πράγματα. Βλέπαμε συμπολίτες μας να θέλουν να μονοπωλήσουν την ελληνικότητά μας φωνάζοντας σε κάθε περίσταση «ένωση ένωση!» ενώ παράλληλα το υλικό τους βιοτικό επίπεδο ανέβαινε όσο και ο φανατισμός τους. Δεκαεφτάχρονοι μαθητές αυθαδείαζαν στους καθηγητές τους. Είχαν τα πορτοφόλια τους γεμάτα χρήματα, ενώ βιοπαλαιστές με ορισμένο μισθό αποκτούσαν ξαφνικά οικόπεδα, διαμερίσματα, πολυέξοδες πολυτέλειες και ανέσεις.»

Παρακολουθεί το εκκλησιαστικό ζήτημα, την καθαίρεση των μητροπολιτών που εναντιώθηκαν στον Μακάριο και τον καθαίρεσαν, την ενθρόνιση νέου μητροπολίτη, απειλητικές επιστολές κυκλοφορούν.

Ακολουθεί το κεφάλαιο ΙΙ Ιντερμέδιο απάνθρωπης ηλιθιότητας και οδύνης – 15 Ιουλίου 1974

Στην Κερύνεια, στο δωμάτιό της στο πατρικό σπίτι, αρχίζει να γράφει, αφού προηγουμένως αναφέρεται σε όλα τα χαρακτηριστικά εκείνης της μέρας, ο ραδιοφωνικός σταθμός καταλαμβάνεται, εμβατήρια και ανακοινώσεις, η Εθνική Φρουρά ανέλαβε την εξουσία για να αποφευχθεί εμφύλιος σπαραγμός, και το αλησμόνητο εκείνης της ημέρας «ο Μακάριος είναι νεκρός».

«Ακούω τα εμβατήρια περιμένοντας την επόμενη ανακοίνωση και γράφω ψύχραιμα. «Ποιος πάει για το καλύτερο ο Θεός το ξέρει. » Μικρά πιόνια για να κερδηθεί το παιχνίδι της Παγκόσμιας Ανοησίας. Πόσες μάνες θα κλάψουν! Τι θα απογίνουμε; Δεν ξέρω. Εκείνο που έχει σημασία είναι να μη χάσουμε την αξιοπρέπειά μας. Μέσα στη μικρότητα να κρατήσουμε την ταυτότητά μας: Έλληνες Κύπριοι με αξιοπρέπεια 40 αιώνων. Δεν λέω τίποτε άλλο. Η καρδιά μου είναι σφιγμένη κόμπο.»

Στη Μητρόπολη ο Μητροπολίτης ετοιμάζεται να φύγει, ένα τανκ χτύπησε, ο πρώτος φαντάρος που αρνήθηκε να ρίξει εναντίον της σκοτώθηκε από τους αξιωματικούς του, οι νέοι που έτρεξαν να σώσουν τη Μητρόπολη διαλύθηκαν, τις κόρες που ήταν εκεί τις πήραν στον αστυνομικό σταθμό, γυναικόπαιδα στο φρούριο της Κερύνειας ετοίμαζαν συλλαλητήριο αλλά απειλήθηκαν με πυρ εναντίον τους, το δάσος του Προφήτη Ηλία και της Γομαρίστρας καιγόταν.

Ο Μακάριος είναι ζωντανός, νέα κυβέρνηση αναλαμβάνει, έρευνες σε σπίτια από τους χουντικούς και συλλήψεις μακαριακών συνεχίζονται. Τους φυλακίζουν στο κάστρο της Κερύνειας. Στα νοσοκομεία πρυτανεύει η απανθρωπία.

Στη γραφή της ολοφάνερος ο πόνος από τον εμφύλιο σπαραγμό και την αιματοχυσία. Ως άλλος Σωκράτης δηλώνει, «ποτέ δε θα με πιάσει εθνικός μαζωχισμός που να με κάνει να σκοτώσω πολιτικούς αντιφρονούντες ή αντιπάλους αδελφούς μου. Το νομίζω εντιμότερο και ευκολότερο να σκοτωθώ από αυτούς.»

«Το καθαυτό πραξικόπημα το έκαναν αξιωματικοί από την Ελλάδα που ήρθαν ειδικά για αυτό το σκοπό μα ήταν αρκετοί για να κάνουν το κακό, για να μολύνουν τον τόπο… να μολύνουν την Κύπρο που κουβαλεί πάνω της 42 αιώνων ζωντανό ελληνικό πολιτισμό.»

ΙΙΙ Αλλόφυλη εισβολή

«Στο φρούριο τους κρατούμενους τους είχαν κλειδωμένους και καυγάδιζαν αν έπρεπε να τους αφήσουν ελεύθερους ή όχι. Αυτοί από τα κλειδωμένα κελιά φώναζαν να τους δώσουν όπλα να πολεμήσουν τους τούρκους.»… «Τους άνοιξαν δυο  ώρες μετά το πρώτο σφυροκόπημα των τουρκικών αεροπλάνων. Βγήκαν από τα κελιά μισοπεθαμένοι από την τρομάρα και δεν ήξεραν τι να κάνουν, πού να πάνε.»

Στο φρούριο «τα αντιαεροπορικά ήταν λειψά. Κάποιος τους είχε αφαιρέσει εξαρτήματα- κυρίως σκόπευτρα- οι ασύρματοι είχαν καταστραφεί ύστερα από μυστηριώδικη διαταγή.»

ΙV. Προσφυγιά 1974

Στο ξενοδοχείο Ντόουμ είχαν καταφύγει 1800 «με φρουρά των Ηνωμένων Εθνών απ’ έξω. Πολλοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στο χωριό Μπέλλα-παϊς, γυναίκες γέννησαν στους κάμπους, παιδιά δεν έχουν γάλα, μεγάλοι πεινούν, εμείς εδώ πρέπει να λογαριαζόμαστε από τους πιο τυχερούς.»

« ‘Ολο και περισσότερο σκέφτουμαι τη βαλίτσα με τα ημερολόγια και τα άλλα πολύτιμα για μένα χαρτιά που άφησα πίσω…  Τόσος κόσμος χάνεται και εγώ σκέπτομαι λίγα κουρελόχαρτα. Αν όμως χαθούν θα πληγωθώ αφάνταστα. Θα πρέπει να λογαριάζουμαι κι εγώ από τους βαριά τραυματισμένους ίσως ακρωτηριασμένους πνευματικά.»

«Τα σπίτια μας στην Κερύνεια έχουν ήδη λεηλατηθεί από Τούρκους στρατιώτες και ντόπιους Τουρκοκύπριους…στέλνουν με πλοία τα νοικοκυριά μας στην Τουρκία.»

«Θυμήθηκα την περικοπή του Ευαγγελίου: «Θησαυρίζετε θησαυρούς εν τω ουρανώ, όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσι και κλέπτουσι.» Ναι, το ζήτημα είναι να μην αφήσουμε τον εσωτερικό μας κόσμο να σκληρύνει ή να ασκημίσει με τις αδικίες που μας κάνουν. Να μείνουμε και στην προσφυγιά μας αξιοπρεπείς, να έχουμε πάντα τους ανιδιοτελείς στόχους μας,  κι αν μας αδίκησαν, να μη γίνουμε εμείς άδικοι κι αν μας λεηλάτησαν τα αγαθά μας να μη λεηλατήσουμε και εμείς την ψυχή μας από ό τι καλό και αγαθό έχει.»

Εις μνημόσυνον Ρήνας Κατσελλή.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

Οιδίποδες

 Τόσο που πλήθυναν οι Οιδίποδες σ’ αυτή την ξέρα

Κι η Σφίγγα καθόταν και περίμενε την ώρα
Ν’ αρπάξει να καραβροχθίσει
Αμαρτωλούς κι αθώους.
Γύρω οι σειρήνες τραγουδούσαν
Είχαν ξετρελλάνει τους μνηστήρες
Κι η Πηνελόπη στο υπερώο θρηνούσε
Ξέροντας πως ο Οδυσσέας την Ιθάκη δεν θα δει.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2024

ακούω και πάλι

 

ΑΚΟΥΩ ΚΑΙ ΠΑΛΙ

Ακούω και πάλι τα ποδοβολητά

των αλόγων αρμάτων

εισέρχονται σε τόπους συγνεφιασμένους

Κάποτε φλεγόταν το κυβερνείο

κι ύστερα το είπαν αρμοστείο

Κανένας ανάξιος

δεν αρμόζει να σφετερίζεται τον τόπο

Θαμμένα κόκκαλα ιερά

Τρεις χιλιάδες χρόνια

μιλούν μια σπάνια γλώσσα

Αρκάδες πρόγονοι

τραγουδούν στα παράλια

Κι ύστερα από αιώνες

ουρλιάζουν λύκοι

άσπροι μαύροι κόκκινοι γκρίζοι

Σ’ ένα εκκλησάκι ερημικό

Σε μια παραλία γαλήνια

Στα βουνά πεύκα και κάστρα

Γράφοντας Ιστορία κι Ομορφιά.

Παραδείσια.

 

 

ετσι που πλησιάζουν και πάλι οι μέρες

 

Έτσι που πλησιάζουν και πάλι οι μέρες

Να θυμάσαι εκείνη τη νύχτα

Στο Γυμνάσιο Κύκκου

“Να φτιάξουμε μια ομάδα για τη μάχη”

Λέει ένας ουρανοκατέβατος

“Πάμε για τον άη Βασίλη κι Ερμόλαο”

-Φέρε όπλα, παλικάρι

“Ένα έχω χωρίς κλείστρο,

θα πέφτει ο ένας και θα το παίρνει ο άλλος.”

Αν δεν έχει πεθάνει από την ντροπή του

για το λόγο και μόνο που εκφώνησε

Καιρός να το κάμει

Οικειοθελώς.

ρηνα κατσελλή πρόσφυγας στον τόπο μου 1

 

ΡΗΝΑ ΚΑΤΣΕΛΛΗ, ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΟΥ, ΚΥΠΡΟΣ 74

Την φαντάζομαι όταν άκουσε από χείλη αξιωματικού ελλαδίτη “Πολύ καλή η κορούλα σας, έχει έξυπνα μάτια σαν του κ. Παπαδόπουλου” εννοώντας τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, εκείνον, κι η Ρήνα το κατέγραψε, λέω τέτοιες μέρες μόνο στα γραφτά της Ρήνας Κατσελλή θα ξαναζήσω την εποχή, έστω κι αν κέντρο της ζωής της ήταν η Κερύνεια, παρακολουθούσε όμως τα πάντα, είχε ήδη διαμορφώσει κώδικα αξιών, μπορούσε να υπερασπιστεί ιερά και όσια, κι έτσι καταφεύγω στο βιβλίο της “Πρόσφυγας στον τόπο μου”, που με μεταφέρει στις μέρες εκείνες, με τη χούντα να κυβερνά, με τους αξιωματικούς εδώ να καταγράφουν σε γαλάζιο τους δικούς τους, πράσινο τους έτσι κι έτσι και κόκκινο τους κομμουνιστές, κι οι οπαδοί τους εοκαβητατζήδες να πλουτίζουν, να κρατούν δέσμια τη μητρόπολη Κερύνειας  με τον γραμματέα της υπερεξουσιαστή και του ίδιου του μητροπολίτη.

“Ειδικά στις αρχές του 1974 γίνονταν γύρω μας πολλά παράξενα πράγματα. Βλέπαμε συμπολίτες μας να θέλουν να μονοπωλήσουν την ελληνικότητά μας φωνάζοντας σε κάθε περίσταση «ένωση ένωση!» ενώ παράλληλα το υλικό τους βιοτικό επίπεδο ανέβαινε όσο και ο φανατισμός τους. Δεκαεφτάχρονοι μαθητές αυθαδείαζαν στους καθηγητές τους. Είχαν τα πορτοφόλια τους γεμάτα χρήματα, ενώ βιοπαλαιστές με ορισμένο μισθό αποκτούσαν ξαφνικά οικόπεδα, διαμερίσματα, πολυέξοδες πολυτέλειες και ανέσεις.»

Παρακολουθεί το εκκλησιαστικό ζήτημα, την καθαίρεση των μητροπολιτών που εναντιώθηκαν στον Μακάριο και τον καθαίρεσαν, την ενθρόνιση νέου μητροπολίτη, απειλητικές επιστολές κυκλοφορούν.

Ακολουθεί το κεφάλαιο ΙΙ Ιντερμέδιο απάνθρωπης ηλιθιότητας και οδύνης – 15 Ιουλίου 1974

 

 

Τρίτη 9 Ιουλίου 2024

Ρήνα Κατσελλή, Κερύνεια, Εκ Στόματος Γερόντων, μυθιστόρημα

 

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ρήνα Κατσελλή, Κερύνεια, Εκ Στόματος Γερόντων, μυθιστόρημα

Η Ρήνα Κατσελλή έχει αθανατίσει την Κερύνεια σε όλο το έργο της. Θαυμαστή είναι για όσα έχει γράψει αλλά και γιατί ο χρόνος εξατμίζεται μέσα στο έργο της, αφού αναφερόμενη στο παρελθόν, ζει το ζοφερό παρόν μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και διαγράφει το μέλλον, προσπαθώντας να μαλακώσει τον πόνο από τις πληγές και να δώσει φιλειρηνική λύση σε μια μελλοντική συμβίωση.

Όσα όμως γράφει κεντούν έντονα τον εσωτερικό μας κόσμο, τις μνήμες και τη σκέψη μας, αφού παρακολουθούμε πως καμιά αλλαγή δεν έχει επέλθει στην συμπεριφορά των Τούρκων. Η τότε τουρκοκρατία (μετά το 1571) και η νυν (μετά το 1974)  ελάχιστα διαφέρουν ή καθόλου, αφού η νοοτροπία του αγά, του κλέφτη, του άδικου  συνεχίζεται, όπως όμως και του ραγιά, πολλών δικών μας, υποταγμένων στην δύναμη του ισχυρού και ανίερου.

Κύριο θέμα του πρώτου μέρους του μυθιστορήματος Κερύνεια εκ στόματος γερόντων είναι το χτίσιμο καμπαναριού στον ιερό ναό του Αρχαγγέλου και η τοποθέτηση του σταυρού πάνω ψηλά. Ήδη το 1856 με το Χάττι Χουμαγιούν επιτρεπόταν στους χριστιανούς να κτίσουν ναούς και να χτυπούν την καμπάνα. Οι Τούρκοι όμως της Κερύνειας το κρατούσαν μυστικό από τους χριστιανούς κι έτσι, ενώ από τη μια έχτιζαν οι χριστιανοί τις εκκλησιές τους τη μέρα, από την άλλη τις νύχτες οι τούρκοι τις κατέστρεφαν, ένα άθλιο φαινόμενο που επαναλαμβάνεται από το 1974, στην προσπάθειά τους να εκριζώσουν κάθε ελληνικό και χριστιανικό από τα τουρκοπατημένα άγια ελληνικά εδάφη μας.

Για να βρουν ποιοι είναι οι χαλαστές, μπήκαν σ΄έναν τάφο δυο τρεις κερυνειώτες. Όταν είδαν τους χαλαστές «οι παλάμες τους μάτωναν  καθώς μπήγονταν σε αυτές τα νύχια αθώα εξιλαστήρια θύματα της αδικίας που δεν μπορούσαν να χτυπήσουν» ενώ δηλαδή βρίσκονται μέσα στον τάφο το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να σφίξουν τόσο τις παλάμες ώστε να ματώνουν από τα ίδια τα νύχια τους. Οι ίδιοι μην μπορώντας να χτυπήσουν τον εχθρό αυτοκαταστρέφονται, κάτι πολύ δικό μας, να αλληλοτρωγόμαστε, μη μπορώντας να τα βάλουμε με τον πραγματικό εχθρό. Μας πειράζει η σκλαβιά, η αδικία, το δίκαιο του δυνατού, κι ενώ είναι μπροστά στα μάτια μας ο αίτιος, ο τούρκος, καταφεύγουμε σε αλχημείες, πολιτικολογίες που εκτρέπουν το πρόβλημα και στρέφουν στον εαυτό μας τα αίτια της καταστροφής μας.

Παρακάτω γίνεται λόγος για την χήρα του αδικοσκοτωμένου, η οποία είδε μπροστά στα μάτια της να σκοτώνουν τον άντρα της γιατί διαμαρτυρήθηκε όταν μπήκαν τούρκοι στο περβόλι τους και τους έκλεψαν. Πηγαίνει στον δικηγόρο, τον κύριο Σιακαλλή, και περιμένει εκδίκηση, δικαιοσύνη, όπως περιμένουμε και εμείς τόσον καιρό, με τόσους αγνοούμενους αλλά και συγκεκριμένα να τιμωρηθεί ο δολοφόνος του Σολωμού Σολωμού Κενάν Ακίν, υπουργός του ψευδοκράτους και πράκτορας των τουρκικών μυστικών δυνάμεων.

Παρακάτω όμως ο ίδιος ο δικηγόρος διερωτάται « γιατί  να αγοράζουμε σπίτια, γιατί πασχίζουμε να κάμουμε εμπόριο για να προκόψουμε, να αναστηλώσουμε τον τόπο, τη στιγμή που μπορούν να ρθουν οι μεθυσμένοι και να ρημάξουν ό, τι αναστήσαμε μια ολόκληρη ζωή;»

Και βεβαίως δεν είναι μόνο δικά του τα ερωτηματικά αφού κι εμάς σήμερα μάς παιδεύουν. Από την στιγμή που πάτησε η Τουρκιά στον τόπο μας, το μόνο που κάνει είναι να καταστρέφει και να εκμεταλλεύεται ό,τι εμείς με ιδρώτα και με τιμιότητα ανεγείραμε ή αποκτήσαμε.

Η απάντηση όμως έχει δοθεί προηγουμένως: «Η Τζιερύνεια έν τόπος δικός μας ΄που παλιά. Τζιαι οι εκκλησιές της έν δικές μας. Αν εφευκατίσαν τους παππούδες μας οι Φράντζιοι τζιαι οι Τούρτζιοι  τζιαι αφήκαν την να γερημώσει, εμείς πρέπει να ξανάρτουμεν πίσω, να την ξαναχτίσουμεν.»

Η Ιστορία επαναλαμβάνεται, η λογοτεχνία αφήνει μηνύματα. Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω.