Εξεταστικό δοκίμιο τον έβαλαν να ετοιμάσει, αυτός νόμιζε πως είχε μπροστά του μεταπτυχιακούς φοιτητές, Τρίτη γυμνασίου ήταν τα παιδιά, δεν ήξερε δεν ρώταγε; Δεν μπορούσε να πει, «μα δεν δίδαξα στην τάξη, δεν ξέρω το επίπεδο των παιδιών…» Κι έτσι πορεύονται πανεπιστημιακοί που ετοιμάζουν βιβλία για τα παιδιά, επιθεωρητές που δεν πάτησαν σε έδρα, άνω του αέρος και του αιθέρος, των υπερουρανίων δυνάμεων το επίπεδο, αλλά τα παιδιά δεν ξέρουν να διαβάσουν, μέγιστο η ανάγνωση, να κατανοήσουν, να γράψουν απλά και καθαρά, μα αφού δεν κατανοούν πολλές φορές τις ερωτήσεις, «η καθαρεύουσα της δημοτικής» που λέω καμιά φορά, κι οι καθηγητές δεν μιλούν, δεν διαμαρτύρονται για τα άσχετα και για τους μαϊντανούς, κατά τα άλλα διδάσκουν κριτική ικανότητα και φούρνους του χότζα, αναγνωρίστε το επίπεδο των παιδιών και ανεβάστε τους, μην είστε στα ψηλά και να βλέπετε τα παιδιά αφ’ υψηλού. «Μπακ του μπέισικς» που έλεγαν κι οι αμερικάνοι τον καιρό μου!
Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2023
Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2023
μια προσευχή
ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Δεν θα λύσουμε το
θέμα των εξετάσεων των τετραμήνων στα
σχολεία Μέσης, μια μικρή βοήθεια αν δώσουμε στα παιδιά θα είναι ίσως σωτήρια
για την ψυχική τους υγεία, σημαντικότερη από τις γνώσεις που κυκλοφορούν στα
βιβλία και στο διαδίκτυο.
Εμείς εκεί στη
γειτονιά είχαμε το εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου, καμένο τώρα από τους τούρκους,
ανάμεσα στα Δημοτικά του αγίου Κασσιανού, το Αρρεναγωγείο είχε γίνει στα χρόνια
του αγώνα παράρτημα του Παγκυπρίου Γυμνασίου, είχαμε κι εμείς τα διαγωνίσματα
και τις εξετάσεις μας, κατεβαίναμε στο εκκλησάκι, ένας τεράστιος άγιος Γεώργιος
μας περίμενε να του ανάψουμε το κεράκι μας και να τον παρακαλέσουμε να μας συμπαρασταθεί
στις εξετάσεις, ηρεμούσαμε, βγαίναμε με την πίστη, προπάντων με την ήρεμη
καρδιά, και τη βεβαιότητα, θα γράψουμε, έχουμε βοηθό, αυτό λέω μακάρι να κάμουν
κι οι θεολόγοι στα σχολεία, κάποτε έλεγα στους συναδέλφους, μη μου μιλάτε για
τα αποτελέσματά σας στα Θρησκευτικά, καταγράψετε πόσοι πηγαίνουν εκκλησιά στην
αρχή του χρόνου κι αν κατορθώσετε να αυξήσετε τον αριθμό των εκκλησιαζομένων
μαθητών, τότε πετύχατε. Το ίδιο και τώρα, μακάρι οι θεολόγοι τουλάχιστον να
πείσουν τα παιδιά, μια προσευχή ρε παιδιά κάμετε τώρα που χρειάζεστε τη
βοήθεια, την ψυχική σας γαλήνη, μια προσευχή για τα παιδιά μας που αρχίζουν
εξετάσεις, μια προσευχή, παιδιά, τώρα που αρχίζετε εξετάσεις, σηκώστε το ψυχικό
σας τηλέφωνο και πείτε Του…
Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2023
Μαρία Πιερή Στασίνου, η απίθανη περιπέτεια του φα
Μαρία Πιερή Στασίνου, Η Απίθανη Περιπέτεια του Φα.
βασιλικά
ΒΑΣΙΛΙΚΑ
Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2023
ο λάκκος
Ο λάκκος
Μποὐλλου μπούλλου μπέπετζιη
Έππεσέν του το βρατζίν
Μες στον λάκκον τον βαθύν
Τζιαι κατέβην το μαυρίν
Για να φέρει το βρατζίν
Τζι έμεινέν τζει μέσα τζιει.
Από τα πρώτα
τραγουδάκια που ακούαμε μικρούλια, με την ανάλογη κίνηση, ο παππούς ή η μαμά να
σε κρατούν στα γόνατα και να κινούνται ρυθμικά μπρος πίσω και σένα μαζί να σε
γέρνουν πίσω μπρος και να το χαίρεσαι, υποψιάζομαι πως μεγάλη αγωνία θα
κατέλαβε τις δυο μικρές αδελφές σαν βρέθηκαν στο λάκκο, ο ιδιοκτήτης τον νόμιζε
καλά σκεπασμένο, καλός γείτονας, έκλαιε απαρηγόρητα, αλλά τα κοριτσάκια είχαν
άγιο, ο Θεός μαζί τους τέτοιες μέρες, ήταν και καλογυμνασμένα, και με
αυτοπεποίθηση, ξαφνικά βρέθηκαν στο πηγάδι
μα τα κατάφεραν. να ανέβει πρώτη η μικρή να καλέσει βοήθεια, ο μάστρε Γιωρκής
ήταν σκαρπάρης, εκεί στην Ξενοφώντος, σχεδόν αδιέξοδο, μικρό δρομάκι πάροδος
Ερμού, φαλακρός, με γυαλάκια, μουστακάκι, στρογγυλοπρόσωπος, κοντός, χοντρός
δεν μπορούσες να το πεις, μόνος στη ζωή, όπως έλεγαν οι γείτονες μάστροι και οι
καλφάδες που τον ήξεραν, από το Μιτσερό έλεγαν, πέθανε η γυναίκα του κι ήρθε κι
έμενε στη Χώρα, για μας ήταν ο αγαπητός, γιατί πάντα είχε μια άσπρη σακκούλα με
αφρούγια αθάσια και μας κερνούσε, πάρτε παιδιά σπάζουν εύκολα, μια μέρα μας
κατέβηκε κλαμένος, ένας ένας πήγαιναν οι γειτόνοι, τι συμβαίνει θκιέ Γιωρκή, το
μικρό μου αγγόνι έπεσε στο λάκκο και πνίγηκε…μια λύπη απλώθηκε στην Ξενοφώντος,
βουβαμάρα, η οικογένεια των σκαρπάρηδων πενθεί…
το παράθυρο
Το παράθυρο
Ένα παράθυρο με σιδερένια
κάγκελα, έξω μια μυγδαλιά, το ξύλινο παραθυρόφυλλο γεμάτο ξανίδες, ο χρόνος το γύμνωσε
από την πρώτη στιλπνότητα, αν ποτέ είχε, το χτύπησε ο ήλιος, η βροχή κι ο
αγέρας, ίδιο το παράθυρο στο Βουνό, στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς.
Μια μυγδαλιά έξω, στο Σύσκληπο, του Αντρέα Λαδόμματου
η γιαγιά έχει το ίδιο παράθυρο, αυτό ζωγράφισε, και κοντά του ήταν το κρεβάτι,
φανταστικό, και στης γιαγιά, να μπαίνει ο καθαρός αέρας, ο ήλιος, το φεγγάρι τα βράδια, κι ο
Παπαδιαμάντης ανεβάζει το Ουρανιώ στον εξώστη, ένα ίδιο παράθυρο στη φαντασία,
και παρατηρεί την κίνηση στο δρόμο, σκοτάδι ακόμα, πάνε οι γειτόνοι στην
εκκλησιά, Χριστούγεννα, κι ο Αργυράκης της Γαροφιαλιάς κι ο Νταραδήμος, κι ο
μπαμπα- Διόμας δεν έρχεται, η «Υπηρέτρα» η λέμβος του βυθίζεται.
Ο παππούς πληροφορήθηκε
πως ο Ανδρέας ήταν με το στρατό στον άγιο Ερμόλαο, βοσκός, να πάρει στο εγγόνι
ψωμί και κάνα χαλλούμι, πώς θα περάσει το παιδί, οι Τούρκοι πλησίαζαν κι η γιορτή
του αγίου Ερμολάου, 26 Ιουλίου, οι Τούρκοι
μπήκαν στο χωριό, βρήκαν σ΄ένα σπίτι τον παππού και άλλους καμιά δεκαριά, τους σκότωσαν,
ο παππούς δεν φάνηκε, ο μπαρπα-Διόμας γλίτωσε το θαλασσοπνιγμό, κι ήρθε στο
σπίτι, Ὤ, πενιχρὰ ἀλλ᾽ ὑπερτάτη
εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ! Το Ουρανιώ θα κάμει χριστούγεννα με τον πατέρα, ο
άγιος Ερμόλαος δεν μπορεί να υποδεχτεί τους ξένους του, τον πυροβολούν οι οχτροί
και τον σκοτώνουν, με τόσους άλλους…
Το παράθυρο έμεινε εκεί, στη ζωγραφιά του Λαδόματου, να θυμίζει τα κάγκελα της
σκλαβιάς, τα χρόνια που περνούν, τα περασμένα χρόνια, κι η μυγδαλιά ν’ ανθίζει στο
γαλάζιο χειμώνα…
Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2022
του δωδεκάμερου
Του δωδεκάμερου
Περνούσα από το
βιβλιοπωλείο του Κασουλίδη, Λιπέρτη ήταν αν δεν απατώμαι, πήγαινα για το
παπουτσίδικο του παππού, Ξενοφώντος, πάροδος Ερμού, άρχιζαν οι διακοπές των
Χριστουγέννων, Τρίτη Γυμνασίου, κυκλοφορούσαμε άνετα στη Λευκωσία, λίγος
κόσμος, γνωστοί σχεδόν οι περισσότεροι, ουδείς φόβος, πού πάει μόνο του το
παιδί, εκεί στην προθήκη ο Κασουλίδης έβαλε την Ανθολογία του Αποστολίδη,
χοντρό βιβλίο, πάνω από Α4, και τιμή εικοσιπέντε σελίνια, και πώς να τα βρούμε,
όλα αρχίζουν από το κεφάλι έλεγε ο μεγαλύτερος αδελφός, και τι να κάνω που αρχίζουν
και μένουν εκεί, μανία κι αυτή, ήταν καιρός που γνωρίζαμε στο σχολείο τον Παπαδιαμάντη,
τον Σολωμό, άλλους ποιητές ξεχασμένους σήμερα, δεν είχαν ανεφανεί τα μεγάλα ονόματα,
άντε ένας Παλαμάς, Δροσίνης, Πολέμης, τέτοια, στον παππού αν δούλευα καμιά
βδομάδα ίσως να μου έδινε κανένα δεκασέλινο, ήταν και γιορτές, πέρασα από το
σταυροπάζαρο στον πηγαιμό για το σπίτι, ήταν στη γωνία ο Αναστάσης ο πρόσφυγας,
μεγάλο κατάστημα, μεγάλες σακκούλες γεμάτες φασόλια, κουκκιά ρεβύθια, μα μύριζε
πολύ ο γλυκάνισσος κι η αρτισιά, ένα σακκουλάκι καφέ παρακαλώ, το παίρνω, πάω
σπίτι, βρίσκω ένα τετράγωνο ξύλο, ως μια πιθαμή επί πιθαμή, το μπουκαλάκι η μαύρη
βαφή των παπουτσιών ήταν σχεδόν στον πάτο, παίρνω τον τάπο, τον τοποθετώ στο
κέντρο του ξύλου, και καρφώνω σπόντες ένα γύρο, να μπορεί να κάθεται εκεί το
μπρίκι του καφέ, χρησιμοποιούσαμε τότε το μπλέ οινόπνευμα, το βάζαμε στην τάπα
κι ανάβαμε, καφές αργοψημένος υπέροχος, έμαθα τη δουλειά, μου ΄διναν στην αρχή
ένα γρόσι ο παππούς κι η γιαγιά, κι ήρθε η ώρα να μετατραπώ στον καφετζή της οικογένειας,
να αυξήσω τα έσοδα, μα δεν έφταναν...
Εκεί κάτι
μυρίστηκε η θεία Μαρούλα, εσύ κάτι θέλεις να αγοράσεις, μου λέει, παιδιά δεν είχε,
ελεύθερη ήταν, μας αγαπούσε σαν παιδιά της, άντε θεία, ναι μια Ανθολογία ποίησης,
πόσα υπολείπονται; Τόσα, πάρε, και έτσι τις διακοπές τις έβγαλα στο σπίτι
εκείνη τη χρονιά, τα βράδια κοντά στη σόμπα του γκαζιού ή του πετρελαίου, κάτω
στου παππού άναβε το μαγκάλι, ατμόσφαιρα, ακόμα θυμάμαι τα διαβάσματά μου, μια
και δυο τα ποιήματα εκείνα, του Διονύσιου, με τη θλίψη τους, μέσα στη χαρά των
γιορτών…