Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

ένας άλλος ποδοσφαιρικός αγώνας


Ένας άλλος ποδοσφαιρικός αγώνας

Θα ήταν πριν από το πενήντα πέντε, κοντά στο φούρνο του Πιτζιολή ήταν το ιατρείο του Σιεφκτέτ, οδοντογιατρός, καλότατος άνθρωπος, ευγενικός, άσπρο μαλλί, γυαλάκια, ελαφρύ χέρι για ενέσεις και εξαγωγές, με τα μηχανήματα του παλιού καιρού αλλά προσεκτικός, με μας τα παιδιά προπάντων, κι έτσι τον προτιμούσαμε, ακόμα και σήμερα το σπίτι του στέκεται εκεί, άλλοι μέσα τώρα, μα οι παλιοί ακόμα λέμε «εκεί στου Σιεφκέτ», είχε ένα γιο, αππωμένος, θυμωθκιάρης, ασυγκράτητος, έτοιμο το ζωνάρι του για καυγά, κι όμως θέλησε να οργανώσει πάνω στην τάπια, πάνω από το σημερινό γήπεδο του Ορφέα, ποδοσφαιρικό αγώνα ανάμεσα στους Έλληνες και Τούρκους της γειτονιάς, δεχτήκαμε, ετοιμαστήκαμε, πόση ώρα διάρκεσε δεν θυμάμαι, κάτι αγκρίσματα, κάτι που δεν άρεσε στο Σιεφκεττούι, άρχισε καυγάς, ρίξαμε πέτρες, φάγαμε πέτρες κι ο ποδοσφαιρικός αγώνας κατάληξε ροτσοπολεμικός. Αυτοί τράβηξαν για κάτω από το τεισιό, κι εμείς στα σπίτια μας.

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

Ένας μακελλάρης στα σπίτια μας


Ένας μακελλάρης στα σπίτια μας

Macellarius λέει το λατινικό λεξικό είναι ο κρεωπώλης, και παρά τη νηστεία των ημερών, καθημερινά στα σπίτια μας κυκλοφορεί ένας μακελλάρης, όχι ο νεοζηλανδός, μηδενικό αυτός μπροστά του, ένας πολύ γνωστός και κάποτε σε μερικούς αγαπητός, ο πρόεδρος της Τουρκίας Ερντοάν. Η περίπτωση είναι ίσως παθολογική. Οποιαδήποτε όμως και αν είναι η πάθησή του, διερωτώμαι γιατί να ανοίγω την εφημερίδα και να τον βλέπω με όλη την αγριότητά του, στις ειδήσεις από τηλεοράσεως να τον παρακολουθώ να μιλά για φέρετρα και άλλα θλιβερά και φοβερά, να απειλεί όλο τον κόσμο, να κραυγάζει για τις αδικίες εναντίον του, να τον βλέπουν τα παιδάκια και να τρέχουν να φύγουν φωνάζοντας «ο κκουλλάς»….Κι αν τα παιδιά βλέπουν σωστά, πώς μερικοί μεγάλοι νομίζουν πως θα τα βρουν μαζί του, θα συνομιλήσουν, θα λύσουν προβλήματα; Και ιδιαίτερα το κυπριακό! Υπάρχει περίπτωση να τα βρούμε με τον κκουλλά;;;;;

το βρεθούμενο


Το βρεθούμενο.

Μηδένα προ του τέλους μακάριζε, κι άντε να κάμει κόλλυβα η θεια μου, γιατί κατέβηκαν στο δώμα κάμποσα πεζούνια, άρχισαν να κατατρών το στάρι απλωμένο για τα κόλλυβα, έτσι έπρεπε, όποιος δεν φυλάει τα ρούχα του δεν τον κατοικούνε, κι ύστερα όταν φάνηκαν τα μαύρα κοράκια άρχισαν να χτυπούν τενεκέδες να διώξουν τα πετούμενα, «γιούχα» φώναζαν «γιούχα», κι αυτά δεν κατέβαιναν ούτε στις παπουτσοσυκιές, άφηναν τον καρπό να τον διαγουμίσουν οι άξιοι, που ήξεραν να τα κόψουν, με ένα μικρό μαστραπί του γαλάτου, κάποτε είχε στην άκρη κι ένα σκουπόξυλο καρφωμένο, η προέκταση του χεριού, να φτάνουν τα ψηλά, μη γεμίζουν αγκάθια, κι ύστερα τα άπλωναν σ’ ένα καρότσι, και πάγο σπασμένη μια κολόνα από πάνω, κι έτσι κατέβαιναν στην Ερμού και στο  γυναικοπάζαρο και στη Λήδρας, καλοκαίρι καιρό, να ευφραίνεται ο φτωχός μερακλής. Έτσι έβγαινε το μεροκάματο.

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

Η αχαριστία της ψευδοαριστείας


Η αχαριστία της ψευδοαριστείας

Δυστυχώς η εμφάνιση καταλόγων με ονόματα πολιτικών, στους οποίους χαρίστηκαν ή διαγράφηκαν χρέη από τις τράπεζες ή τον συνεργατισμό, αποδεικνύει και πάλιν πως ό, τι ονομάζουμε δημοκρατία με τις αρχές της έχει καταπατηθεί και οι όροι έχουν αντιστραφεί προς το χειρότερο.

Δημοκρατία σημαίνει πρώτα δικαιοσύνη και ισονομία, δηλαδή όλοι έχουν τα ίδια δικαιώματα όπως και καθήκοντα ως πολίτες, είναι ίσοι απέναντι στο νόμο και υποχρεούνται να σέβονται και να εφαρμόζουν τους νόμους και τις αξίες που διέπουν μια κοινωνία, όπως το δανείζεσθαι αλλά και αποπληρώνειν τα χρέη. Ό τι ισχύει για τον πλούσιο ισχύει και για τον φτωχό, ό τι ισχύει για τον πολίτη ισχύει και για τον πολιτικό.

Και πάλιν δυστυχώς, αποδεικνύεται πως πολλοί πολιτικοί, εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους, ζήτησαν και πέτυχαν διαγραφή των χρεών τους ή χαριστική μεταχείριση, σε αντίθεση με τους απλούς πολίτες που δεν είχαν καμιά ισχύ να προβούν σε τέτοιες πράξεις και αναγκάζονται να ξεπουλήσουν όσα έχουν για να αποπληρώσουν τα χρέη τους,  που πρέπει, έτσι κι αλλιώς να αποπληρωθούν, αφού δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να εφαρμόζουν τη συμφωνία που υπέγραψαν με τον δανειοδότη.

Αντί όμως οι πολιτικοί να είναι οι ταγοί και διδάσκαλοι της εφαρμογής του δικαίου, αποδεικνύονται το αντίθετο, καταπατητές κάθε δικαιοσύνης και σεβασμού του κοινού συμφέροντος, καθοδηγημένοι μόνο και μόνο από το προσωπικό συμφέρον το οποίο καταπατεί το κοινό όφελος.

Από παιδιά του δημοτικού διδαχτήκαμε την αποταμίευση, για να φτάσουμε στα γηρατειά και να καταλάβουμε πως αυτό που μπορεί τότε να ήταν καλό, σήμερα αποδεικνύεται πως χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες καταντά κακό για το σύνολο και εύκολη λεία για τους λίγους εκμεταλλευτές του κόπου και των στερήσεων του λαού.

Σε τελευταία ανάλυση και πάλι αποδεικνύεται η γενιά της γέννησης της Κυπριακής Δημοκρατίας η χειρότερη μετά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, γιατί στηρίχτηκε όχι στον νόμο αλλά στα μέσα, στις κουμπαριές, στις κομματικές ταυτότητες και στον ωχαδερφισμό.

Κι έχουμε ακόμα πολλά να δούμε και ν’ ακούσουμε.

Στέλιος Παπαντωνίου

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2019

Καθαρά Δευτέρα α΄


ΜΕΘ΄ ΗΜΩΝ Ο ΘΕΟΣ – ΚΑΛΟ ΣΤΑΔΙΟ

Πρώτα πρώτα από το σπίτι παρέλαυνε όλο το συγγενολόι, παλιοί γειτόνοι, κι η μάνα ήταν έτοιμη, φούρνιζε το ψωμί της, δαχτυλιές, μυρωδάτα με μαστίχα και γλυκάνισο,  ταχίνη χτυπημένη από τα χέρια της, λεμόνι, σκόρδο,  μαϊντανό, ταραμά για τη γιαγιά όχι τους έτοιμους τους σημερινούς, πραγματικό κόκκινο αυγοτάραχο, ελιές τσακιστές και μαύρες, κάμποσα κρεμμυδάκια, ρόκα, μαρούλι, κάτι ταχινόπιτες και κολοκωτές αργότερα μπήκαν στο λιτό τραπέζι, η πόρτα πάντα ανοιχτή, ήταν συνήθειο να προσκυνούν σε εφτά εκκλησιές της Λευκωσίας να βοηθήσει ο Θεός στο καλό στάδιο, και στον άγιο Κασσιανό, η σκούφια του αγίου, ο παπάς να διαβάζει τους πιστούς αν ήθελαν, ανοιχτές όλες οι εκκλησιές αυτή τη μέρα, κι εμείς με τα ποδήλατα κατά το μεσημέρι για την Αθαλάσσα, ένα τεράστιο χωράφι σπαρμένο  να χανόμαστε μέσα, πρώτα περνούσαμε από την εκκλησιά του άϊ Γιώργη, κι ύστερα κοντά στα ποταμάκια και τις λίμνες της περιοχής, όπου βρίσκαμε. Ήταν κι η περιοχή Κύκκου,  στη Λευκωσία και πάλι ο λόγος, ποταμάκια, χέλια, πεταλίνες, βατράχια, τεράστια δέντρα, ευκάλυπτοι οι περισσότεροι, τώρα δρόμοι και πολυκατοικίες, πού να φανταστεί κανείς τι ήταν οι εν Λευκωσία παράδεισοι, τέτοια μέρα, με τις άμαξες άλλοι, ντυμένοι ακόμα μασκαράδες, δεν τέλειωνε με την Κυριακή η μεταμφίεση, τραγούδια και καλή καρδιά  και τ’ απόγεμα στην εκκλησιά:  Κύριε των δυνάμεων, εκείνο το μεθ΄ ημών, γινόταν με θυμό και δεν ήταν και αφύσικο, τόσο συχνά που μας παρουσίαζαν το Θεό οργισμένο, ξεχνούσαν την αγάπη. Μεθ’ ημών ο Θεός. Καλό στάδιο. 

ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ


ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ

Κι αν δεν καταφέρναμε το πετάσι, ήθελε τέχνη, να ισοζυγίζεις το σκελετό, να δέσεις γερά με σπάγγο, να επιτύχεις την ουρά, και αν δεν πετύχαινε, τις περισσότερες φορές αυτό γινόταν, γι’ αυτό καταφεύγαμε και στην ψαλίδα, ένα χαρτί τσακισμένο τριγωνικά, δέναμε την μια άκρη με σπάγγο να τραβούμε, και με λίγη ουρά ή με καθόλου, τα καταφέρναμε να πετά, ας ήταν και στο καντούνι, δεν ήταν ανάγκη να πάμε στο τεισιό, εκεί κοντά στον Ορφέα, κάποτε δεν είχε τσικό, έπρεπε να βρει, κι εμείς τί ήμαστε, μας παίρνουν στο ΓΣΠ, ενθουσιασμός μεγάλος, ευτυχώς ο προπονητής νωρίς κατάλαβε πως δεν έκανα για παίχτης, πήγα να βάλω γκολ στη δική μας ομάδα, με απέβαλε, και γλίτωσα, κόσμος όμως πολύς πάντα ερχόταν Καθαρή Δευτέρα στην εκκλησιά, τόσες εκκλησιές εκεί κοντά, Χρυσαλινιώτισσα, άγιος Ιάκωβος, άις Γιώργης, παλιά ο άις Λουκάς, και πολύ κοντά ο άις Γιάννης, κι ο άις Αντώνης, κι ο Τρυπιώτης με τον άι Σάββα, ένα γύρο να έδινες τις έβρισκες όλες ανοιχτές, ερχόταν λοιπόν ο κόσμος, να προσκυνήσει τις εικόνες, να βάλει τη σκούφια του αγίου Κασσιανού στο κεφάλι, καθόταν κι ο παπάς, να βγάλει καμιά μπακκίρα, φτωχός άνθρωπος, τόσα στόματα είχε να θρέψει, κι ύστερα οι περισσότεροι συγγενείς περνούσαν από το σπίτι, πάντα η μάνα μου είχε τραπέζι στρωμένο με όλα τα αγαθά της ημέρας, άλλο που φούρνιζε κι η ίδια ένα κουλούρι μοναδικό σε γεύση, με τις μυρουδιές και το μέχλεπι και τη μαστίχα, καλό που ξεχνώ τα ονόματα των υλικών, η γεύση όμως εκεί, στον ουρανίσκο. Έρχονταν οι ξαδέλφες της από το Στρόβολο, ο παππούς Στυλλής είχε αδελφό το θείο Γιωρκή, Ψιμολοφίτες, σκαρπάρηδες κι οι δυο, ταχίνη, χόρτα, κουλούρια, ελιές μαύρες και τσακιστές, πλούσια τα ελέη σου, δεν ήθελε και πολλά κανείς να ευχαριστεί το Θεό και τον άνθρωπο που καθόρισε τις γιορτάρες μέρες. Πέθαναν οι γονιοί, πέθανε ένας ολόκληρος κόσμος, μας μένει η στιφή γεύση από τα χαμένα έθιμα, τον αέρα των ημερών, μια γειτονιά μελίσσι, στράγγισε, ερημώθηκε, ένα μικρό δείγμα της μένει, ας είναι κι αυτό, να θυμίζει γωνιά παραδείσου.


Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

οι ανεύθυνοι


ΟΙ ΑΝΕΥΘΥΝΟΙ

Το να αναλαμβάνει ο άνθρωπος τις ευθύνες του είναι το πιο εύκολο, όταν είναι έτοιμος γι’ αυτό. Και είναι έτοιμος, όταν γνωρίζει και συνειδητοποιεί πως περαστικός είναι από τις διάφορες θέσεις. Δεν γεννήθηκε κανένας μόνο για να κυβερνά. Θα γίνει και υπήκοος, θα παίξει στη ζωή διάφορους ρόλους, προπάντων όμως με αξιοπρέπεια, αντάξια δηλαδή του Ανθρώπου, με σεβασμό στον εαυτό του και στους άλλους.

Στην Κύπρο φαίνεται πως τα διδάγματα που δίνονται από τους κυβερνώντες κάθε λογής είναι τα χειρότερα. Παιδεία παρέχουν όχι μόνο τα Σχολεία και τα Μέσα και οι Γονείς και η Εκκλησία και τα Θέατρα και οι Καλλιτέχνες αλλά προπάντων και οι Κυβερνώντες, με τις πράξεις και όχι με τα λόγια. Οι πράξεις φανερώνουν το ήθος. Και τούτο βρίσκεται μάλλον στα σκαλοπάτια του γκρεμού.

Η ανάληψη ευθύνης για πράξεις ή παραλείψει, η παραίτηση από θέση που αποδείχτηκε απαιτητική και ανάξιος ο φορέας της, η αντρίκια αντιμετώπιση των αποτυχιών είναι σπάνια, σ’ έναν τόπο που γνώρισε έναν τιτάνιο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του οποίου καθημερινά αποδεικνυόμαστε ανάξιοι. Περισσότερο όμως από όλους ανάξιοι οι ανεύθυνοι.

Έξυπνες ατάκες και λογύδρια δεν μπορούν να καλύψουν το ηθικό κενό, ούτε κάλυψη του κατωτέρου από τον ανώτερο. Αντίθετα ο καθένας περιμένει από τον ανώτερο και το ανώτερο δίδαγμα, που είναι σεβασμός των νόμων και των θεσμών. Η πνευματική σύγχυση επιτείνεται σε έναν τόπο που αναζητά τη δικαιοσύνη από τους ξένους, αλλά πρώτα πρέπει να την βλέπει να πρυτανεύει στο εσωτερικό της χώρας του από τους ίδιους τους πολιτικούς και πολίτες.

Περιμένουμε κινήσεις αξιοπρεπείς κι όχι ατάκες ελληνικού κωμικού κινηματογράφου.

Στέλιος Παπαντωνίου