Κυριακή 6 Μαΐου 2018

αγριόφατσες


αγριόφατσες
Μόλις είδε τις αγριόφατσες εκείνες στην τηλεόραση η κυρά Παναγιώτα τον φώναξε τον Χρίστο της, ρε γιε μου ρε καλέ μου, ακούω πως κάνεις παρέα με τέτοιους, εγώ μόνο που τους βλέπω τρέμω, χλομιάζω σβήνω, κι εσύ, να βγει τ’ όνομα, καλύτερα το μάτι σου, ένα παιδί του κατηχητικού, από τη μια στην εκκλησιά κι από την άλλη με τους πορνοβοσκούς της Χώρας, γιατί καλύτερα της Πάφου ή της Λεμεσού;  και γι’ αυτούς ποιος θα μεριμνήσει, δάσκαλοι δεν μπήκαν απάνω τους, παπάδες και γονιοί και φίλοι, καταστράφηκαν τα παιδιά, και καταστρέφουν κι άλλους, εγώ γι’ αυτούς ήρθα στον κόσμο, η μόνη που μπορούσε κάτι να προσφέρει στο δίσκο, ένα γλυκό του κουταλιού λίγο δροσερό νερό, η τεχνολογία, η τηλεόραση να πούμε, κι αυτή χειρότερη, χοιροβόσκει και διαφημίζει μανταλάκια μαντιλάκια, πεταμένος χρόνος πεταμένα λεφτά, μασκαραλίκια πράματα, γι’ αυτό σου λέω, όσο το μπορώ, μαζί τους θα γυροφέρνω, κι αν σωθεί κανένας σώθηκε, δεν σώθηκε κανένας, οι γιοι της απώλειας. Έχουμε ευθύνη, έχουμε ευθύνη, μια χαμένη γενιά, σε μια χαμένη χώρα, από τότε, πολλή παρεξήγηση η δημοκρατία, κάνε ό τι θέλεις παιδί μου, να είσαι ελεύθερος, διάλεξε μόνος παιδί μου ν ‘ αποκτήσεις ευθύνη, μην εμποδίζετε τα παιδιά, αφήστε τα να εκφραστούν, μη βάζετε όρια, τα ψυχολογικά, τα ψυχολογικά να προσέχετε, μην πάθει το παιδί, και μη σηκώσεις χέρι, σου το’ κοψα, ποιος δάσκαλος σου σήκωσε φωνή, στο Υπουργείο, να δω εγώ, πολυφωνία, πολυλογία, πολυακαταστασία, πολυθεσίτες, πολυάσχολοι, παντογνώστες ημιγνώστες, τι κάνεις παιδί μου, λεξιλογικές ασκήσεις, α ρε συ, ξέχασες το με καλό γάλα βυζασμένος.  Ένα σύστημα που παρακολουθεί τα άλλα, δεν ξεψαχνίζει τις ανάγκες τις δικές του, στις τσέπες του, στις γωνιές των δρόμων και των σπιτιών,  ακούει με ξένα αυτιά βλέπει με ξένα μάτια, η Ευρώπη πολύ μεγάλη, κι εμείς πολύ μικροί, εκείνοι ξέρουν καλύτερα, ας ήταν ένας να βάλει φωνή, κι αυτός πνίγηκε.

Πάλι κοντά σου, Χρίστο παιδί μου, δώσε ένα χέρι, τον παραδέχτηκε η κυρά Παναγιώτα.

Σάββατο 5 Μαΐου 2018

Σαμαρείτες


Ου συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις και όμως να, ο Χριστός μια με την παραβολή του καλού Σαμαρείτη μια με την κουβέντα του με τη Σαμαρείτιδα, τους φέρνει στο προσκήνιο, καλή ώρα εμείς με τον Σενέρ Λεβέντ, ούτε τον ξέρουμε ούτε μας ξέρει, προσωπικά λέω, κι όμως οι περισσότεροι εδώ λεν, «να ένας τουρκοκύπριος που θέτει τα πράγματα στη σωστή τους βάση», «είμαι Ευρωπαίος» τους λέει εκεί στα συμβούλια και τα διαβούλια, «η Τουρκία επενέβη στην Κύπρο και με καταπιέζει κι εμένα και τους συμπατριώτες μου, ο Ερντογάν τυραννεί, και περιμένω από σας να με σώσετε, είμαι πολίτης της Ευρώπης», και μένουν οι εδώ με το στόμα ανοιχτό, σαν έμειναν οι μαθητές βλέποντας το Δάσκαλο να κάθεται και να μιλά παρά το φρέαρ του Ιακώβ με την κυρία, «άντε να πεις στον άντρα σου να έρθει, -δεν έχω άντρα Κύριε», νόμιζε πως τον απεκάλυψε αγνώτα, «άντε, της λέει, πέντε άνδρας έσχες και ον νυν έχεις ουκ έστι σου ανήρ», πολυγαμικό η Φωτεινή, κι όμως έγινε αγία, και μετεστράφη, αμήν και πότε θα ανοίξουν ως του τυφλού και οι οφθαλμοί των ημετέρων και να πουν, «βρε Ευρωπαίοι, είμαστε κι εμείς εδώ, υπέστημεν εισβολή, οι έποικοι γίναν περισσότεροι από τους γηγενείς, τις περιουσίες μας έφαγαν, τη θάλασσά μας χαρτογραφούν, νέα κράτη αναδύονται ώσπερ άλλαι αφροδίται εκ των γραφείων πολέμου της Τουρκίας», δυο κράτη λέει ο ένας, για να παρουσιάζεται ο άλλος, ο δικός μας ο λεμέσιος ως ο καλός πατριώτης, τα βάζει και με τον Ερντοάν, Θεέ και Κύριε, όλοι να μας κοροϊδεύουν πλέον; Καλά, αυτοί τη δουλειά τους! Οι δικοί μας;

Η Ειρηνού


Η Ειρηνού

Η Ειρηνού με τα κλαδωτά της, μαντήλα στο κεφάλι, κάπου εκεί στα λιοχώρια της Λακατάμιας, είχε πολλά ο κουμπάρος, εκεί καταφύγαμε το 58 με τις ταραχές στη γειτονιά, στου θείου Κόκου και της Χαρίτας, εκεί μάθαμε να οδηγούμε αυτοκίνητο στα δεκατέσσερα, ήταν ένα μαύρο βαν Φορντ,  μέσα στα αλώνια. Ακούμπησε στο ραβδί της, με κοίταζε περίλυπο, βέλαζαν παρέκει τα πρόβατά της, σκέφτεσαι το σπίτι, τη γειτονιά, τις καταστροφές, πολλά ακούγονταν εκείνες τις μέρες. Ο κουμπάρος άνοιγε μπροστά μου ένα όρυγμα, η περιοχή ήταν γεμάτη, τα σπίτια, οι αυλές, προσπαθούσε κάθε οικογένεια να σωθεί, το 63-64, όσοι μπορούσαν άνοιγαν όρυγμα, έβαζαν από πάνω ένα αγιωμένο τσίγκο, έκαναν και ασκήσεις  προετοιμασίας οι άνθρωποι. Ναι, σκέφτομαι τα τόσα που τραβήξαμε  και συ κι εγώ, από κανενός το νου δεν ξεριζώνονται, οι βομβαρδισμοί, τα αεροπλάνα του 74, εκεί στις ελιές του Κύκκου, το έμπεδον. Κι εγώ, αδυνατώ να μαντρίσω εδώ κοντά σας τα πρόβατα, και με το ζόρι ακόμα να επιβάλουν την παρουσία μου, εσείς ξίδι- ψωμί στον ουρανίσκο, γλυφό νερό η Ειρηνού. Εκεί στον Άιν Επίκτητο, στου Σκάρου και της Μοιρούς,  ήταν ένας λάκκος στην αυλή, η Γεωργία δίπλα φώναζε το Σωτήρη, άλλος αυτός, ρίχναμε με το σχοινί μέσα τον κάδο, γεμίζαμε, ρίχναμε στο κεφάλι νερό χαρά Θεού, ο Αντώνης, ο Πάνος, ο Χριστοφής, ο Ρένος, ο μικρός Άντης, γευόμαστε, γλυφό νερό μα κρύο, δροσερό. Κι εσύ αν έρθεις να μαντρίσεις εδώ κοντά, γλυφή και δροσερή θα είσαι, μα γίνεται; Βάλε φωνή του Λευτέρη, βάλε φωνή της Δικούς, χωρίς αυτούς μόνη δεν κάνεις, γλυφή θα ‘σαι, μόνη δεν κάνω, γλυφή θα είμαι. Κάτσε καλά, μου λέει, μάζωξε το νου όπου τον έχεις, ξαναβρές την ψυχή σου που χάνεται, δεν θέλω να ξεγελιούνται οι άνθρωποι με λόγια, με λέξεις, με ηχηρά ονόματα κι ας έγιναν στίχοι και τραγούδια, ειρήνη ειρήνη θέλουμε ειρήνη, βάλε φωνή του Λευτέρη, της Δικούς, κι όλα τα άλλα έπονται.

Τι στέκεσαι, κάτσε, σήμερα γιορτάζεις, γιορτάζει η οικογένεια. Πολλές Ειρήνες, Ρένοι και Ρένες, χρόνια πολλά! Λεύτερα και Δίκαια πρώτα.

Κι ειρηνικά, λέει, κι ακολούθησε τα πρόβατα.

 

Παρασκευή 4 Μαΐου 2018

Άγις Χαραλαμπίδης


Άγις Χαραλαμπίδης, Δειλινές Ανταύγειες, ποιήματα, εκδόσεις Αριστοτέλους, Λεμεσός 2017

Με τα ποιήματα της συλλογής οδηγούμαστε στο λυκόφως της ζωής, μια περίοδος αρχίζει, ευχόμαστε να είναι μεγάλη, να απολαύσει ο άνθρωπος τους καρπούς των μόχθων του, πρίν το μεγάλο κι άγνωστο τέλος. Το πικρό χιούμορ, η γνώση και η πείρα, παρακολουθούν και σχολιάζουν στιγμές της ζωής, με την καθημερινότητα να λαμβάνει τη δέουσα θέση της, ποιητικά δοσμένη. Ο ποιητής, ένας ευαίσθητος παρατηρητής και σχολιαστής, σοφός έγινε, με τόση πείρα,  μπορεί να εκφράζεται με το στυφνό γλυκό χαμόγελο και την ειρωνεία, ενώ η ζωή συνεχίζει να πορεύεται στον ίδιο δρόμο, με τα ίδια προβλήματα κι ερωτήματα. Οι πρεσβύτεροι παρατηρούν άλλα, τις αξίες, το ήθος, τα αιώνια και άυλα, που βρίσκουν σε μικρές λεπτομέρειες, σε υστερόγραφα και περιθώρια. Η γενική εικόνα παραμένει, διορθώνεται, ο καλλιτέχνης αγρυπνά. Η ώρα που ο ποιητής αναπολεί, θυμάται αγιασμένα πρόσωπα, πατέρα, μητέρα, φίλους και μικρά σημάδια της αγάπης. Πληροφορίες που θα ‘μεναν στις εφημερίδες αν δεν άγγιζαν χορδές, χαρές μικρές από τα παιδάκια και τα καθημερινά, που όμως μας ταξιδεύουν στο χρόνο και στα βάθη της ψυχής μας.

Η ευγενής ποίηση του Άγι Χαραλαμπίδη στις Δειλινές Ανταύγειες.

Στέλιος Παπαντωνίου


Δευτέρα 30 Απριλίου 2018

Η ΕΙΡΗΝΗ


Η ΕΙΡΗΝΗ

Αυτή με τις τσουρούες της στη βοσκή, μαυροφορεμένη,  στο περβολούδι και στου Ματσάγγου δεν είχε καμιά σχέση με την κυρία εκείνη με το στέμμα, τον μανδύα, τον πολύτιμο σταυρό στο χέρι, τα χρυσά αστεράκια, αυστηρή θωριά, εικόνα που μας έφεραν από τα τούρκικα, όταν εγκατέλειψαν τις εκκλησιές οι προπάτορές μας το 1571, κι έκαναν τις εικόνες των αγίων μας γεφύρια να περνούν στα σπίτια τους οι σύνοικοι, μια νύχτα τις έφεραν με κάρο, ένα στη Χρυσαλινιώτισσα ένα στον άγιο Κασσιανό, ο Ζαμπακίδης με το όνομα, και τα δυο τώρα στο Μουσείο, εκτός από δυο τρεις, την έχουμε εκεί, δικό της στασίδι, μέσα στη βιτρίνα την έχουμε, μια κυρία πραγματική, το συναξάρι της λέει πολλά, κι ανορθόγραφο το Ηρήνη, με δασεία και ήτα,  δεν πειράζει, και η ελληνική σημαία μας των Κυπρίων που πολέμησαν στα 1821 στην Ελλάδα ανορθόγραφη είναι,  ΣΗΜΕΑ ΕΛΗΝΗΚΙ ΠΑΤΡΗΣ ΚΗΠΡΟΥκι όμως πέρασε τις εξετάσεις της αγωνιστικότητας, δεν μιλούμε για τα σημερινά.

Λοιπόν, η Ειρήνη, αργότερα το μάθαμε, όλοι «στετέ παπαδιά» την λέγαμε, και μείναμε με ανοιχτό το στόμα, από αυτήν γέμισε η οικογένεια, η Ειρηνιά της Αλεξάντρας, μόλις που είχε αρχίσει να μαθαίνει να κάθεται στη βούφα να υφαίνει, κάτω στο σκοτεινό εκείνο δωμάτιο με τα σιδερένια κάγκελα, στο δάπεδο χώμα, της άλλης ήταν όλα χρυσά, ο πατέρας της πενταπλούσιος, στο χρυσάφι την έντυνε, πήγε να επιβάλει τα είδωλα, άλλος αυτός, έμαθε σιγά σιγά το μάθημά του, πολλά τα θαυμαστά και θαυμάσια, αλλά  η παπαδιά έσπερνε ονόματα στην οικογένεια, Ειρήνη Ειρήνη θέλουμε ειρήνη, και επί γης ειρήνη λέει και η δοξολογία, άλλη λοιπόν η Ειρηνούλα της Δεσπούς και η Ηρούλα του Γιώρκου και η Ρένα του Σωκράτη και ο Ρένος της Μοιρούς, πλούσια τα ελέη σου, κι όλα αυτά κάπου από την Κυθρέα θα άρχισαν, αφού η στετέ παπαδιά ήταν από εκεί, αδελφή της Φορούς, της Μυροφόρας, τυφλής στα γερατειά της, κατά που μου είπαν τελευταία, είχα ξεχάσει, κάπου κοιμόταν.

Κι ο καθένας με την τύχη του, κι η καθεμιά, άλλος με την σύνταξη, άλλος με την εγγλέζα,  άλλη με τα ταξίδια της, άλλη με τις δουλειές της, άλλη στην οικογένεια, σπάνια πια βρισκόμαστε, αν ζούσαν οι δικοί μου πολύ θα λυπόνταν  που καταλήξαμε να μη συναπαντιόμαστε με τους συγγενείς, να μην ξέρουμε πια το σόι, πέρασαν οι καιροί, όλα τα χαλάσαμε, κι όμως, εκατό τόσο χρόνων το ρολόι του Νικολή του τυφλού στην εκκλησιά και χτυπά τους χτύπους της καρδιάς του κανονικά, χωρίς ούτε ένα στεντ.

Πολύ μεγάλο λοιπόν όνομα, το συναξάρι της λέει πολλά,  η εικόνα άλλα τόσα, σήμερα περνάμε με τις φωτογραφίες, κι ακόμα δεν τους έχω, ευτυχώς ζουν, καιρός να τους ζητήσω, να κάμω το γενεαλογικό δέντρο που λεν, άλλη μόδα κι αυτή, μα η ειρήνη καθυστερεί, κατάληξε ένα σύνθημα κενό και επίφοβο, δηλαδή αν μας επιτεθούν εμείς θα σταθούμε με λευκές σημαίες να φωνάζουμε ειρήνη; Και τι θα κάμεις, θα σου πουν, θα σταθείς να πολεμήσεις, και γιατί όχι, αν δεν σταθείς να πολεμήσεις, θα σε σκοτώσουν αμαχητί, τουλάχιστο με ό τι έχεις πολέμα  κι άσε τις κενοβροντίες. Καλά, στην ηλικία σου δικαιούσαι να λες ό τι θες, τον πόλεμο τον περάσαμε, κανονικά έπρεπε να κατέβη κι η ειρήνη, άρμα θες των ανθεστηρίων, με αλεξίπτωτο σαν άις Βασίλης, αλλά μας την κατεβάζουν πάνοπλη, με τους δικούς τους όρους, και με επεμβάσεις και με στρατεύματα και με αέρια και με βέτα, αυτή δεν είναι ειρήνη, είναι υποδούλωση, άλλη τουρκοκρατία με την υπογραφή μας δεν την αντέχουν ούτε τα φερέφωνα, κι έτσι την Ειρήνη τη γιορτάζουμε τη μέρα της, κι αν είναι να επιτευχθεί, καλώς, ειδ’ άλλως, συνηθισμένα τα βουνά από χιόνια. Μια ζωή ανειρήνευτη ζήσαμε.

Στέλιος Παπαντωνίου

Σάββατο 28 Απριλίου 2018

Οι πεινώντες και διψώντες


Οι πεινώντες και διψώντες

Όταν τον ρώτησα τι κάνεις, μου είπε πως πεινούσε και διψούσε, δεν φαινόταν, ήταν μια εσωτερική καταπακτή, κάπου στον εγκέφαλο, δεν την συνειδητοποιούσε, παρά μόνο έβλεπε ποθαμασμένος τις καινούργιες Πόρσε, τις μεγάλες κατοικίες με τις πισίνες, εδώ στη γειτονιά μου δεν είχαμε ποτέ, παρά μόνο δυο δεξαμενές, μια στου γιατρού Σαββίδη, ο γιος του ο Λούης είχε δυο άλογα πίσω από τη δεξαμενή, σαν κάμαρη φαινόταν, με μισή ξύλινη πόρτα να ξεπροβάλλουν δυο περήφανα κεφάλια, ένα μαυρόασπρο, άλλο καφετί, και μια άλλη δεξαμενή στης κυρίας Μαρίας του Αντώνη, υπαστυνόμου εκ Πάφου, Κούκλια για την ακρίβεια,  ήταν πίσω από το σπίτι της ένας μεγάλος κήπος, τον απολάμβανε ένα κατάμαυρο μαλλουρωτό σκυλί, η Ρίτα, κι ύστερα τον έκτισε, κάτι μικρές καμαρούλες, έρχονταν στη Λευκωσία από χωριά, κι όταν έκλεισαν τα σχολεία, Γυμνάσια στη Λάρνακα, τα είχε ενοικιάσει σε δυο τρία παιδιά από την Αραδίππου, σε ιδιωτικό πήγαιναν εδώ, Λύκειο Νεοκλέους, τότε ήρθαν και στο Παγκύπριο μαθητές από άλλες πόλεις, συμμαθητές μας, στην ίδια τάξη, στο ίδιο τμήμα, είχε ήδη κλείσει το δικό μας την προηγούμενη χρονιά, οι εγγλέζοι μόλις έβλεπαν ελληνική σημαία να κυματίζει σε σχολείο το σφράγιζαν, κι εμείς με τα ποδήλατα πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι καθηγητών και σε εκκλησιές, κρυφό σκολειό σου λέω.

Με τον πόλεμο του 74 ήρθαν διωγμένα τα παιδιά, στην Ευρύχου τότε, ένα γκρεμισμένο ερείπιο οι ψυχές τους, άλλοι στο απογευματινό, άλλοι πρωινό, και αντιστρόφως, άλλοι στα αντίσκηνα έξω από το σχολείο, και στην Παλουριώτισσα από το 76, φερμένα από την Καρπασία την αγία και πολύπαθη, φοβισμένα κορίτσια, Παγκύπριον Γυμνάσιον Θηλέων Παλουριωτίσσης ήταν το σχολείο, στη νεκρή ζώνη, ολόκληρο ένα φυλάκιο με συρματοπλέγματα και γαιόσακους ένα  γύρο, όταν αργότερα έγινε μικτό και μπήκαν αγόρια έπρεπε να εγκλιματιστούν αργά και σταθερά δασκάλες και μαθήτριες, με τόσες αδυναμίες, οι άνθρωποι με τόσα προβλήματα, πώς να ‘χεις και ποιες απαιτήσεις, να φανείς επιεικής, κάναμε και τίποτ’ άλλο; μα τα πράγματα έδειχναν πού οδηγούνταν, τα απομεινάρια του πολέμου τα σωρεύουμε σήμερα, σε ποια σκουπίδια να τα πετάξουμε που ΄γιναν κι αυτά επιστήμη, ευρωπαϊκοί κανονισμοί, έτσι κι οι άλλοι πήραν τα πάνω τους με τον πολλαπλασιασμό της αξίας των περιουσιών τους, κι οι πένητες δεν χώνευαν την πενία τους κι ήθελαν σε μια νύχτα να γίνουν πλούσιοι, γιατί οι άλλοι είναι καλύτεροι; είναι κι ένα νησί, ανθρωποφάγο το λένε, τώρα το μαθαίνουμε, πάλι οι τούρκοι το ’φεραν στην επιφάνεια, είσαι ρατσιστής, μου λέει, τα έχεις όλα αναγάγει στο πραξικόπημα και στην εισβολή, καλύτερα δες την κατάντια σου. Αυτό κάνω, του λέω.

Στέλιος Παπαντωνίου