Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

Παρουσίαση του Λευκώματος στον άγιο Κασσιανό


Στέλιος Παπαντωνίου
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΛΕΥΚΩΜΑΤΟΣ ΕΠΙΤΑΦΙΩΝ ΕΠΤΑ ΘΥΜΙΑΜΑΤΑ
Κυρίες και κύριοι,
Η κατάθεση βιβλίων και μάλιστα λευκωμάτων στην τράπεζα των εκδόσεων  αποτελεί πράξη πολιτισμού μέσα σ΄έναν κόσμο ρηχότητας και ματαιοδοξίας.
Αν βρισκόμαστε σήμερα εδώ, το οφείλουμε εν πρώτοις στον κύριο Στέλιο Γεωργαλλίδη ο οποίος συνέλαβε την ιδέα και κίνησε όλα τα νήματα υλικά και πνευματικά για να ολοκληρωθεί αυτή η ιδέα.
Η ως τώρα παρουσία του και της Κεντρικής Ασφαλιστικής στην έκδοση λευκωμάτων πολυτελείας,  τους έχει αναγάγει στην πρώτη θέση στην Κύπρο. Οι προηγούμενες εκδόσεις λευκωμάτων για την Οδό Κλήμεντος, τον Καραγκιόζη, τον Πιν, τον Χαμπή και η οικονομική αρωγή σε εκδόσεις λευκωμάτων καλλιτεχνών και άλλες εκδόσεις αποδεικνύουν πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι με όραμα σ’ αυτό το νησί, που προωθούν τον πολιτισμό, πράγμα πολύ παρήγορο κι ελπιδοφόρο.
Ποια η αφόρμηση του βιβλίου που παρουσιάζουμε;
Ο κύριος Στέλιος Γεωργαλλίδης θυμάται από την ενορία του αγίου Σάββα και παρατήρησε από μικράς ηλικίας πως είναι συνήθεια στη Λευκωσία τη Μεγάλη Παρασκευή να επισκέπτονται εφτά εκκλησιές και να προσκυνούν οι πιστοί εφτά επιταφίους. Τον συγκίνησε και προβλημάτισε το έθιμο και αποφάσισε να παρουσιαστεί τούτο σε ένα σχετικό λεύκωμα διασώζοντας έτσι μια λευκωσιάτικη παράδοση. Άρα χρειαζόταν έναν καλλιτέχνη που θα αναλάμβανε το εικαστικό μέρος και τον είχε από την προηγούμενη επιτυχή του συνεργασία με τον Πέτρο Παπαπέτρου, και έναν συγγραφέα λυρικών θρησκευτικών κειμένων. Ο φίλος Πέτρος Παπαπέτρου, γνωρίζοντας τη σχέση μου με την εκκλησία και τις θρησκευτικές τελετές και λειτουργίες, απευθύνθηκε σε μένα.
Υλικό είχα έτοιμο από παλιά, γιατί κατέγραφα σε ποιητικό λόγο τις συγκινήσεις μου από την μεγάλη περίοδο της εκκλησιαστικής μας ζωής που αρχίζει από το Τριώδιο και τελειώνει με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο. Έζησα στη Λευκωσία τα έθιμα που σχετίζονται με την εκκλησία, και μπορούσα να φέρω σε πέρας τη συγγραφή για θέμα που με συγκινούσε από την παιδική μου ηλικία. Γι’ αυτό και ανέλαβα, σίγουρος για το αποτέλεσμα, γι’ αυτό και ευχαριστώ τον κύριο Στέλιο Γεωργαλλίδη για την έμπνευση και χρηματοδότηση του έργου και τον Πέτρο Παπαπέτρου για τη αγαστή συνεργασία.
Το λεύκωμα ονομάζεται ΕΠΙΤΑΦΙΩΝ ΕΠΤΑ ΘΥΜΙΑΜΑΤΑ.
Για να μπει σε τάξη το υλικό, τέθηκε ως βάση ο αριθμός εφτά, άρα κάθε προσκύνημα σε έναν επιτάφιο θα περιλάμβανε μέρη του όλου. Για να γίνει ζωντανή η παρουσία των ανθρώπων,  συνέλαβα την ιδέα μιας ομάδας φίλων που επισκέπτονται τους επιταφίους, και σε κάθε επίσκεψη σκέπτονται τα παρελθόντα και τα παρόντα του τόπου και των ανθρώπων του.
Στον πρώτο επιτάφιο, γράφω: «Περιμένοντας τους φίλους να μαζευτούμε για την καθιερωμένη προσκύνηση των εφτά επιταφίων, μεταφέρομαι νοερά στις απαρχές του κόσμου μας, το ρίγος των αρχεγόνων μπροστά στο θαύμα της φύσης, στο μυστήριο της ζωής και του θανάτου. Ίσως ο θαυμασμός μπροστά στις εναλλαγές των εποχών, πώς εκείνο τον παγερό χειμώνα διαδέχεται η κελαηδούσα άνοιξη, πώς εκείνος ο σπόρος που θάφτηκε ξεφυτρώνει τώρα από το χώμα και χαιρετά το φως, και γιατί τ’ αγαπημένα μου πρόσωπα που έθαψα στην αυλή να μην ξεπροβάλουν και πάλι να μου μιλήσουν;
Ίσως έτσι να γεννήθηκαν στην Αίγυπτο ο Όσιρις, στη Βαβυλωνία ο Ταμμούζ, στη Φρυγία ο Άττης και σε μας ο Διόνυσος κι ο Άδωνης.»
Από αρχαιοτάτων λοιπόν άρχεσθαι, από την προϊστορία και τον μύθο, τα πρώτα βαθύτατα μυστήρια του ανθρώπου και των αρχαίων θρησκειών.
ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Γιατί ο αριθμός εφτά; Πώς να ξεπρόβαλε στη ζωή μας αυτό το έθιμο, των εφτά επιταφίων; Ποιος θυμάται, ποιος κινεί τη μνήμη; Άλλοι θυμούνται, τρεις, πέντε ή εφτά εκκλησιές γύριζαν με τα πόδια, με το ποδήλατο, με τ’ αυτοκίνητο σπανιότερα, και προσκυνούσαν την Καθαρή Δευτέρα, να βοηθήσει ο Θεός να διανύσουν το καλό στάδιο της νηστείας, να διαπλεύσουν το πέλαγο. 
Την ίδια εποχή, λέει άλλος, θυμάται το έθιμο της προσκύνησης των εφτά επιταφίων, στις μεγάλες πόλεις, αν όχι μόνο  στη Λευκωσία εντός των τειχών, που εύκολα εύρισκε κανείς εφτά εκκλησιές.
Ο αριθμός εφτά, έτσι κι αλλιώς, από αρχαιοτάτων χρόνων είχε τη μαγεία του.
Και ακολουθούν ποιήματα που έγραψα για τον αριθμό εφτά
Για να μη καταφύγω σε εγκυκλοπαιδικές γνώσεις

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
Τώρα, στην τρίτη εκκλησιά, σκέφτομαι πως δεν φτάσαμε  τυχαία σ’ αυτή την πάνσεπτη μέρα! Πριν φτάσουμε στη Μεγάλη Βδομάδα διερχόμαστε το μεγάλο στάδιο με το  Τριώδιο. Σαν αγώνας πνευματικός, στο στάδιο της νηστείας.
Τι είναι τούτο το Τριώδιο; Βιβλίο που χρησιμοποιούμε στην Εκκλησία όλη αυτή την περίοδο, από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ως το Μεγάλο Σάββατο.  ‘Ενας αμέτρητος πλούτος, άγνωστος στους πολλούς!
Το λεύκωμα δεν έπρεπε να παρουσιάζεται ούτε ως εγκυκλοπαιδικό λεξικό για τη Μεγάλη Βδομάδα ούτε δασκαλίστικο ή ηθικολογικό. Θα το κινούσαν μόνο τα βιώματα, γι’ αυτό και οι ζωντανές σκηνές, για παράδειγμα:
«Στο μεταξύ πλησιάζουμε στο κουβούκλιο, ωραίος επιτάφιος, τα παιδιά και πάλι ξαγρύπνησαν για να τον στολίσουν. Φέτο σ’ αυτήν εδώ την εκκλησιά, διάλεξαν τα κρίνα, το λευκό χρώμα ταιριάζει στο κενοτάφιο, τι λέτε; ‘Ο, τι κι αν λέμε, η πίστη συνεχίζει να οπλίζει τον κόσμο μας. Δίπλα μου γνωστοί και άγνωστοι, ο κόσμος της Μεγάλης Παρασκευής, των εθίμων, στο βάθος ένας κόσμος ιερουργεί, αυτές  οι μυστικές διαδρομές στα έγκατα της ψυχής μας!»
ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
Βρισκόμαστε ακόμα στο στάδιο των προετοιμασιών. Κυριακή της Απόκρεω, η Τσικνοπέμπτη, το Ψυχοσάββατο, η Κυριακή της Τυρινής, εκκλησιαστικά και κοσμικά γιγνόμενα, με μνήμες από το παρελθόν.
Διαβάζω: « Κάθε τόπος κάθε γωνιά και τα έθιμά της, κι εμείς ανατρέχουμε στην παιδική μας ηλικία. »
Κι οι μνήμες δένονται με το παρόν, τον τέταρτο επιτάφιο που προσκυνά η ομάδα : «Βραδιάζει, ωραίος κι αυτός ο επιτάφιος, φαίνεται μάλιστα καλλιτεχνικά στολισμένος, ίσως και να κατέφυγαν σε επαγγελματία, πλούσια φαίνεται η εκκλησιά….» Θρησκεία, καθημερινότητα, σχόλια, μνήμες.
ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ
Και μόνο η επίσκεψη στις διάφορες εκκλησίες της Λευκωσίας μας φέρνει γαλήνη. Η μνήμη λειτουργεί ασταμάτητα. Την Παρασκευή της πρώτης εβδομάδας των νηστειών αρχίζουν το βράδυ οι Χαιρετισμοί στη Θεοτόκο. «Χαίρε νύμφη ανύμφευτε» «Άγγελος πρωτοστάτης…»             Ποιος δεν το ξέρει; Κι ύστερα το «Άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε», χάντρες στα πατερμά του πλούσιου λόγου της ελληνικής ορθοδοξίας.

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΕΚΤΟΣ
Συνεχίζουμε το ταξίδι και στις σκέψεις μας, πώς φτάσαμε στη σεπτή αυτή μέρα! Οι Κυριακές των Νηστειών. Η πρώτη νίκη της Ορθοδοξίας, πρώτη νηστειών, που συνεχίζεται με το έργο του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, τη δεύτερη Κυριακή των νηστειών. Τρίτη Κυριακή, της σταυροπροσκυνήσεως. Η τετάρτη Κυριακή των νηστειών, του Ιωάννου της Κλίμακος, Η πέμπτη Κυριακή νηστειών της Μαρίας της Αιγυπτίας, και οδηγούμαστε στο Σάββατον του Λαζάρου. Το όλο τελειώνει με την Κυριακή των Βαϊων.
Με το βράδυ της Κυριακής των Βαϊων μπαίνουμε στο Νυμφίο.
Οι περισσότεροι την Τρίτη το βράδυ πηγαίνουμε στην εκκλησιά, για ν’ ακούσουμε το τροπάριο της Κασσιανής, ακολουθούν Νιπτήρας, Μυστικός δείπνος, προσευχή, προδοσία, μεγάλη Πέμπτη τα δώδεκα ευαγγέλια, Σήμερον κρεμάται, κι η λαϊκή μας μούσα στο τραγούδι της Παναγίας, τη άλλα μέρα Αποκαθήλωση.
Και μπαίνουμε στο κύριο θέμα, τον επιτάφιο.
«Έφεραν τον επιτάφιο κεντημένο, από το ιερό ο ιερέας με εξαπτέρυγα και ψάλτες, έρχονται στο κουβούκλιο και τον τοποθετούν.» Άκρα συγκίνηση.

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ
«Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν. Η ζωή, πώς θνήσκεις; Πώς και τάφω οικείς; Του θανάτου το βασίλειον λύεις δε, και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς». 
Θλίψη στις καρδιές, άνθρωπος δικός μας, ο Θεός μας, κατεβαίνει στον Άδη. Έχει μιαν άλλη διάσταση η κηδεία του, δεν είναι όπως των κοινών ανθρώπων, κάτι υπερφυσικό πλανάται στην εκκλησία, κατεβαίνει από τα κατηχούμενα, από τους σκεπασμένους με τα μαύρα κρέπια πολυελαίους, όλα ακατάληπτα, η ζωή εν τάφω.
Μέσα από τα λουλούδια του επιταφίου η μυρουδιά της ανάστασης, το λευκό χρώμα, οι λαμπάδες, ανάβει η φλόγα της ζωής, δεν πεθαίνει. Αυτή η πίστη μας κρατά στη ζωή, και στη μικρή μας νήσο, με τα τόσα βάσανα, με τα πάθια της σκλαβιάς, η πίστη στην ανάσταση. 
Με την καρδιά του βιβλίου στα εγκώμια και στους επιταφίους κλείνει το κύριο μέρος.
*********
Εδώ πια άνετα μπορώ να εκθειάσω την καλλιτεχνική φλέβα του Πέτρου Παπαπέτρου, την ευαισθησία, το σεβασμό στο θέμα και στα κείμενα, την αυστηρή επαγγελματικότητα, τη γενική επιμέλεια, τον αγώνα για εύρεση μεταφραστή, για τα αγγλικά ήδη υπήρχε δοκιμασμένος ο Ανδρέας Παπαπέτρου, για τα ρωσικά καταφύγαμε σε μητροπόλεις και μοναστήρια, σε συγγενείς και φίλους, ο μεταφραστής έπρεπε να κατέχει τα εκκλησιαστικά, δεν ήταν μια απλή γλωσσική μετάφραση, και με ευχαρίστηση συνεργαστήκαμε με τον Oleg Tsybenko άριστο γνώστη της ελληνικής και της εκκλησιαστικής ορολογίας.
Ο αγώνας της Αυγής Παπαπέτρου, να μπουν τα κείμενα στη σειρά στις τρεις γλώσσες και παράλληλα, σωστά στην εμφάνιση και τυπογραφικά άρτια, το όλο πνεύμα συνεργασίας έδωσε τους καρπούς του.
*************
Η εκκλησιαστική όμως ζωή συνεχίζεται, έρχεται η πρώτη ανάσταση, η Κυριακή του Πάσχα, το Πεντηκοστάριο. Όλα αυτά πια σε λευκές σελίδες, λαμπροφορούν.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Με τη Δευτέρα του αγίου Πνεύματος τελειώνει μια μεγάλη περίοδος της θρησκευτικής μας ζωής, που αρχίζει στο πρώτο μέρος με το Τριώδιο – του Τελώνου και Φαρισαίου- προχωρεί στη Μεγάλη Εβδομάδα με ιδιαίτερη έμφαση στο δεύτερο μέρος στην ταφή του Ιησού Χριστού και στο έθιμο της προσκύνησης Επτά επιταφίων, και στο τρίτο μέρος παρακολουθούμε τα μετά την ταφή, ως την ημέρα της Πεντηκοστής και του αγίου Πνεύματος, που μας έστειλε ο Ιησούς για να είναι πάντα μαζί μας και να μας φωτίζει.
Τέλος ευχαριστίες πάμπολλες.
Το βιβλίο γράφτηκε σε στενή συνεργασία με τον φίλτατο Πέτρο Παπαπέτρου (Πιν) υπεύθυνο της εικονογράφησης και όλων των λεπτομερειών για την καλή του εμφάνιση, πρώτιστα και τελικά  όμως ο συγγραφέας οφείλει ευχαριστήρια στον εμπνευστή του έργου και χρηματοδότη του, τον κύριο Στέλιο Γεωργαλλίδη, και την Κεντρική Ασφαλιστική, της οποίας είναι ο γενικός διευθυντής.

ΤΕΛΟΣ


Επιταφίων επτά θυμιάματα (ανακοίνωση στην εφημερίδα)


ΕΠΙΤΑΦΙΩΝ ΕΠΤΑ ΘΥΜΙΑΜΑΤΑ
Του Στέλιου Παπαντωνίου
Το Λεύκωμα εικόνων με τίτλο «Επιταφίων Επτά Θυμιάματα» είναι καρπός συνεργασίας πολλών, πρώτα του συλλαβόντος την ιδέα κ. Στέλιου Γεωργαλλίδη, διευθυντή της εταιρείας που το χρηματοδότησε και εξέδωσε, της Κεντρικής Ασφαλιστικής Εταιρείας, που δεν είναι λίγες οι φορές που χρηματοδότησε λευκώματα καλλιτεχνών, και ακολούθως των πρωτεργατών, του Στέλιου Παπαντωνίου που έγραψε τα κείμενα, του Πέτρου Παπαπέτρου (Πιν) που ανέλαβε την καλλιτεχνική επιμέλεια, της P.A.P GRAPHICS LTD τον σχεδιασμό, των μεταφραστών Ανδρέα Παπαπέτρου στα αγγλικά, Μάξιμου Τσιπένκο στα ρωσικά, των φωτογράφων Ανδρέα Μανώλη και Θωμά Κωστή, και άλλων πολλών που με την αγάπη τους στην ιδέα και στην πραγματοποίησή της συνεργάστηκαν συντονισμένα για να παραχθεί το εξαίσιο αποτέλεσμα.
Είναι δύσκολο να γράφει κανένας για έργο στο οποίο συνέβαλε, αν όσα γράφει δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Στην περίπτωσή μας όπως υπάρχει το έργο, το  λεύκωμα, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τεκμήριο των λόγων.
Πρόκειται για ένα έργο 175 σελίδων, πλούσιο σε φωτογραφίες από διάφορες εκκλησίες της εντός των τειχών Λευκωσίας, την ημέρα του Επιταφίου, Μεγάλη Παρασκευή, με ποιητικά και πεζά κείμενα αναφερόμενα στην ημέρα, στις προηγούμενες και στις ακολουθούσες, αρχής γενομένης από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου όταν αρχίζει το Τριώδιον με έμφαση στη Μεγάλη Βδομάδα και ιδιαίτερα τη Μεγάλη Παρασκευή, ως την ημέρα της Πεντηκοστής και του Αγίου Πνεύματος, μια περίοδο 120 ημερών, του ενός τρίτου του εκκλησιαστικού έτους.
Αφετηρία του λευκώματος στάθηκαν οι εμπειρίες του κ. Στέλιου Γεωργαλλίδη και οι παιδικές μνήμες από την ενορία του αγίου Σάββα τη Μεγάλη Παρασκευή με τους προσκυνητές να έρχονται κατά κύματα στην εκκλησία για να προσκυνήσουν τον επιτάφιο. Η επιστροφή στις ρίζες και στον παιδικό παράδεισο, στα εκκλησιαστικά έθιμα της Λευκωσίας, συγκίνησαν και τους πρωτεργάτες που είχαν και έχουν παρόμοιες εμπειρίες. Το υλικό έπρεπε να δομηθεί έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στον αριθμό εφτά, γι’ αυτό και αδρομερώς μπορώ να πω πως συνελήφθη η ιδέας μιας ομάδας φίλων που επισκέπτεται εφτά επιταφίους, σε εφτά εκκλησιές και σε κάθε επίσκεψη βλέπει, ακούει, συζητά, θυμάται, κρίνει. Ύστερα από ένα πρόλογο μικρό και περιεκτικό ακολουθεί η γενική θεώρηση της μακράς εκκλησιαστικής περιόδου. Στο κείμενο με τίτλο Επιτάφιος Πρώτος γίνεται αναφορά στις απαρχές του κόσμου και του μυστηρίου του θανάτου και της ζωής, στις αρχαίες θρησκείες που εμπνεύστηκαν από τον θαμμένο σπόρο που ανασταίνεται την άνοιξη, στον δεύτερο επιτάφιο γίνεται προσπάθεια σύλληψης της σημασίας του αριθμού εφτά, κι εδώ, για να μη είναι το κείμενο εγκυκλοπαιδικό, κατατίθεται σε ποιητικά σύνολα. Στον Επιτάφιο τρίτο, διερχόμεθα το Τριώδιον από Τελώνου και Φαρισαίου, Ασώτου, στον τέταρτο γίνεται αναφορά στην Κυριακή της Απόκρεω και των σχετικών εθίμων, στην Τσικνοπέμπτη και το Ψυχοσάββατον, την Κυριακή της Τυρινής, με μνήμες από την Ιστορία της Κύπρου. Στον πέμπτο επιτάφιο, ενώ συνεχίζεται η φανταστική επίσκεψη της παρέας στις διάφορες εκκλησίες, ερχόμαστε στην Καθαρά Δευτέρα, τα έθιμα και τις εκκλησιαστικές ακολουθίες των ημερών, προηγιασμένες, Χαιρετισμούς στη Θεοτόκο. Στον έκτο επιτάφιο αρχίζουν οι Κυριακές των Νηστειών, ως την Μεγάλη Παρασκευή το πρωί με την αποκαθήλωση. Το κύριο μέρος βρίσκεται στον Επιτάφιο Έβδομο, με την όλη τελετουργία του επιταφίου και τα σχετικά έθιμα και εγκώμια. Από τη μια τα κείμενα, από την άλλη εικόνες με όλο το σεβασμό στον επιτάφιο και στον Αθάνατο Κύριο. Ακολουθεί μια σειρά από εικόνες από διάφορες εκκλησίες της Λευκωσίας κατά την ημέρα εκείνη, ο Θρήνος της Παναγίας, η Προφητεία Ιεζεκιήλ, και τέλος, σε λευκές σελίδες η πρώτη ανάσταση ως την Δευτέρα του αγίου Πνεύματος με τον εν Κύπρω κατακλυσμό.
Το όλο λεύκωμα κατατίθεται ως στοιχείον πολιτισμού και τεκμήριο της θρησκευτικότητας του λαού μας. Ευχαριστίες.

  


Η Κυθρέα μου


Η ΚΥΘΡΕΑ ΜΟΥ
Στέλιου Παπαντωνίου
Μικρός θυμάμαι πήγαινα με τους γονείς και τη γιαγιά στην Κυθρέα, στη Χαρδακιώτισσα, στη Μαρίτσα και στον Τάκη, είχε λεωφορείο κι έφερνε επιβάτες από την Κυθρέα στη Λευκωσία, ύστερα πήγαν στην Αγγλία, αργότερα μάθαμε πως την κόρη τους Ανδρούλα πάντρεψαν στην Ελλάδα, κι ο Πάμπος, ο γιος, αεροπόρος, ύστερα στη Λάρνακα εγκαταστημένος. Το σπίτι της Μαρίτσας, ένας παράδεισος λουλουδιών, απέξω πέτρινο δρομάκι, και το ποταμάκι να κυλά, πάπιες να πλατσουρίζουν, απάνω ένα δημοτικό, κι ύστερα ο φίλος μου Κώστας Γιάλουκας, μου λέει, μα αυτά που περιγράφεις είναι στη γειτονιά μου, λίγο πιο πάνω το σπίτι μου, γνωστοί από το Παγκύπριο Γυμνάσιο, όπου πολλοί Κυθρεώτες πρώτευαν στα γράμματα και στην ανθρωπιά, ένας από αυτούς ο Ιάκωβος του Αριστείδη. Η Παντελίτσα, ερχόταν,  η μάνα του εκεί, στη Μαρίτσα της Χαμπούς, Μαρίτσα κι αυτή, συγγενείς όλοι, της οικογένειας του Κάρατζιη, όπως τα έγραψε κι ο καλός Στέλιος Πετάσης, κι έτσι βρήκα κι εξηγήσεις στις επισκέψεις στην Κυθρέα και στις οικογενειακές μου ρίζες, από τη μεριά της μάνας μου, από τον άγιο Κασσιανό.
Πιο κάτω ο φίλος μου και συμμαθητής Νίνος Χριστοδουλίδης, αδελφός της μακαριστής Θέλμας, γιατρός στην Αμερική, η Όλγα ήταν η μεγάλη δασκάλα της ραπτικής στην περιοχή και μέγιστη δασκάλα της ευγένειας, του Ποντίκα γυναίκα, άλλη ψυχούλα αυτός, με το ποδήλατο να γυρίζει τη Χώρα, ο Θεός μακαρίσει τον. Μια φωτογραφία που έβαλε κάποτε στο διαδίχτυο ο γιος της Θέλμας, ο Αλέξανδρος,  δείχνει το σπίτι τους και την ύβρη του κλέφτη, να στήσει μπροστά στο πέτρινο εκείνο οικοδόμημα ένα τοιχάρι με τσιμεντότουβλα, αισθητική απαξία, νομίζουν πως με την παραποίηση θα γίνουν δικά τους, πού να ξέρουν πως ακόμα οι ψυχές μας γυρίζουν εκεί και τους ρίχνουν δίκαιες κατάρες να επιπέσουν στον ύπνο τους. Το σπίτι του φίλου μου Νίκου Ορφανίδη δεν ξέρω πού είναι, το φαντάζομαι όμως από τις περιγραφές του, άλλος πονεμένος της πατρίδας.
Κι ύστερα, από της Μαρίτσας και του Τάκη, κατεβαίναμε στους άλλους συγγενείς, ξαδέλφια του πατέρα μου τώρα, από την παπαδιά μητέρα του, τον Θωμά Πετρίδη του δημαρχείου, τον Παύλο Παυλίδη με την ευγενική του κυρία Άννα- μακαριστή τώρα- τα παιδιά τους, Γιώργο, Μάριο, Άριστο, στην ηλικία μας περίπου, ένα πνευματικό φυτώριο το σπίτι τους, με το δάσκαλο πατέρα της Άννας και της Γιωργούλας, τον  Αριστόδημο.
Μια στου Παύλου, μια στου Θωμά, της Γιωργούλας με τα ζαφειρένια μάτια και τις μεγάλες στο λάδι και το ξύδι ελιές, με τον Σταύρο τον μεγάλο τους γιο συνομιλούμε τακτικά στο τηλέφωνο ή παρακολουθεί τα γραφτά μου και επικροτεί, τον Αντρέα καιρό έχω να τον δω, στις ξενιτιές νομίζω.
Ταχύτατος ο νους κι η παιχνιδιάρα μνήμη, με ταξιδεύουν σε τόπους και χρόνους αγαπημένους, στο καφενείο του Στυλή, εκεί στη μεγάλη γωνία, στο κουρείο, στην Ανδρεανή και στον Αντρέα, αδελφό του Παύλου, αγκαλιάζω την περιοχή, τις στροφές των δρόμων, τις εκκλησιές και τα σπίτια, τα καφενεία και τους μύλους, η ατμόσφαιρα αθάνατη στη μνήμη, αυτά δεν πεθαίνουν, γράφονται, συντηρούνται, είναι η ζωή μας, είναι δικά μας, όσους ακαλαίσθητους τοίχους με τσιμεντότουβλα κι αν βάλουν. Οι κλέφτες!

ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ


ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΙΩΣΗΦ Σ. ΙΩΣΗΦΙΔΗ:  ΕΡΩΣ, ΜΥΘΟΣ, ΒΑΘΟΣ 
ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ, 200 ΧΑΪΚΟΥ
Κυρίες και κύριοι,
Ακούοντας τον όρο χαϊκού ο καθένας έχει στο νου μια εντύπωση,                  με λουλούδια, πουλάκια και πετούμενη ποιητική διάθεση,                 ευαισθησίες λεπτές, οπτικές κι ακουστικές εικόνες,                                        «στο μαραμένο κλαδί κουρνιασμένο κοράκι- φθινοπωρινό σούρουπο», ζωγραφική στενά συνυφασμένη…
Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης όμως με το βιβλίο του Έρως Μύθος Βάθος, ποιητική συλλογή με διακόσια  χαϊκού, εκδόσεις ΡΩΜΗ Θεσσαλονίκη, επιβεβαιώνει κάτι άλλο, ελληνικό, πως το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν, με ένα στέρεο ποιητικό λόγο.
Δεκαεφτά συλλαβές, τρεις μικροί στίχοι, εφτά οχτώ λέξεις, και πέρασε το μήνυμα. Απαιτητικό, άρα, το χαϊκού, στη συμπυκνωμένη σοφία ή στο συνταρακτικό συναίσθημα.
“Ου παντός πλειν εις Κόρινθον” και ου παντός γράφειν χαϊκού ή λακωνίζειν.  Προπαιδεία πολλή χρειάζεται και                                          χειρισμός της γλώσσας δεξιός.
Η συλλογή χωρίζεται σε τρία μέρη, Έρως,        Μύθος,         Βάθος .
Κάτω από την πρώτη ενότητα περιλαμβάνονται ποιήματα με τον έρωτα σε διάφορες μορφές ή πτυχές ή φανερώσεις, ως αγάπη, ως δύναμη, δημιουργία, αλλά και θεϊκόν τι,     ως η γέννηση του Κυρίου, απόδειξη της αγάπης του στον άνθρωπο. Προ πάντων όμως ως υπέρβαση.
Χαϊκού πρώτο:  «Συγχωροχάρτι ο Άδης στον Έρωτα χαρίζει μόνο.»
Τέθηκε ήδη με το πρώτο χαϊκού η σφραγίδα της προσωπικότητας του ποιητή:  η ενασχόλησή του με την Τέχνη-  που του δόθηκε ως χάρη –                                                         τον οδήγησε στις συλλήψεις του αιωνίου, των αξιών και μεγάλων αληθειών. Ο Έρως υπερβαίνει τον Άδη, και του συγχωρείται κάθε τι, γιατί δεν οδηγεί στη διαμάχη, αλλά αντίθετα, ενώνει τα αντίθετα.  «Ήλθε ο Χάρος, είδε τον Έρωτά μας, απήλθ’ άπρακτος»
Περιδιαβάζοντας κανείς στη συλλογή και πιάνοντας την άκρη μιας ιδέας, το μίτο στο λαβύρινθο, βρίσκει αμέσως το επόμενο χαϊκού που θα ταιριάσει, θα συμπληρώσει, θα επιβεβαιώσει τη σύλληψη του ποιητή και την ολοκληρωμένη προσπάθειά του να αγκαλιάσει ένα τόσο βαθύ και πλατύ θέμα ως ο Έρως.    Όμως είναι αδύνατη σε μια παρουσίαση η σφαιρική σύλληψη ενός θέματος τόσο αρχαίου με τόσο βάθος και πλάτος, γι’ αυτό και θα μείνουμε σε μερικές πτυχές του θέματος, που οφθαλμοφανώς συλλαμβάνουμε και μπορούμε να αποτυπώσουμε στην πεζή μας ανάλυση.
Τέτοιες είναι η σκιαγράφηση του σώματος της ερωμένης, η παρουσία και απουσία, ο έρως ως απελευθερωτική από το εγώ δύναμη, που συνεπάγεται και το επικινδύνως ζην κατά το Θουκυδίδειο «το ελεύθερον το εύψυχον και μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους». Αλλά και ο έρως ως διασώζων εκ των κινδύνων, δύναμη έλκουσα τα αντίθετα, παντοκράτωρ και θαυματουργός, τροφή και προσφορά, με την ιερότητα της Παναγίας και τους αγώνες των ανθρώπων για ελευθερία, έρως φιλόσοφος με τα διαρκή και ουσιώδη ερωτήματα, έρως αυτοσκοπός και δημιουργός πνευματικών έργων, κατά το πλατωνικόν «τόκος εν τω καλώ».
Το πρώτο ζωγραφικό της ερωμένης είναι το                                                «Πολύς άνεμος ξοδεύτηκε πάνω σου να σε σμιλέψει».                                    Η χάρη κι η ομορφιά της αγαπημένης σμιλεύεται από τον άνεμο. Πίσω όμως από κάθε λέξη κρύβονται πολλά. Πρώτα πρώτα το σμιλεύω ως ρήμα παραπέμπει στη σμίλη του γλύπτη, άρα έχουμε ένα άγαλμα, το «εφ΄ ω τις αγάλλεται», ένα χάρμα οφθαλμών. Ή                                                      «Με το χρυσό του σε χρύσωσε ο ήλιος΄ δύει κουρελής.»                                 Δεν φτάνει το φως, η ζεστασιά, είναι και το χρυσάφι, ως το πολυτίμητο  κόσμημα το οποίο απεκδύεται ο ήλιος, για να στολίσει την αγαπημένη.  Πλην των αισθήσεων, ο ερών αναπτύσσει και άλλες δυνάμεις «Κι όμως σε νιώθω: Τυφλός την εικόνα σου, κουφός το άσμα σου.»
Δεν είναι όμως μόνη η ομορφιά το «ευ της μορφής», αλλά και τα συναισθήματα που επιδρούν στον κόσμο «Γελάς κι αλλάζουν όλα: δελφίνια πετούν, πουλιά κολυμπούν».
Λέει κι ο Ερωτόκριτος «Μα όλα για μένα σφάλασιν και πάσιν άνω κάτω, για με ξαναγεννήθηκεν η φύση των πραμάτω.»
Η μουσική που εκπέμπει η αγαπημένη,                                                                   « Άρπα δεν έχεις, μ’ ακούω τις χορδές σου σαν καρδιοχτύπι».
΄Η ακόμα επιτυγχάνει το ζην εκτός τόπου και χρόνου, άρα στις διαστάσεις του ατόπου και αχρόνου:                                                              «Μαζί σου νιώθω τον αιώνα μου στιγμή κι αυτήν αιώνα.»
Ένα άλλο μοτίβο είναι η απουσία΄ με την απουσία ασφυκτιά, δεν αναπνέει, «Ω , χλωροφύλλη του δένδρου του έρωτα, οξυγόνωσ’ με»   «Μόνος στη βροχή χορεύω με μια λιγνή ντάμα ομπρέλα».                       Με την παρουσία όμως της ερωμένης πληρούται ο ερών και τα σύμπαντα.                                                                                                           «Μέλισσα εσύ, άνθος εγώ, με φιλί φτιάχνουμε μέλι.» ο έρως δημιουργός του γλυκυτάτου.
Το επικίνδυνο της διαδρομής, ο κίνδυνος να χάσει ο ερών ή ερώμενος την ψυχή του με την εμπλοκή του στον άγνωστο άλλο, διαφαίνεται στο «Έρωτα ρίξε κλαδί να κρατηθώ σώος στον γκρεμό.»                                        Το επικινδύνως ζην και πορεύεσθαι απαιτεί ανώτερες δυνάμεις, που κρατούν εν εγρηγόρσει τον ερωτευμένο και τον συνοδεύουν στην κρημνώδη πορεία.
Ο ποιητής μας βεβαιώνει πως ο ΄Ερως διασώζει από τους κινδύνους, για να επιτευχθεί το ποθούμενο.                                                                            «Ψυχές π’ αγαπούν βγάζουν στην πλάτη φτερά μπροστά στον γκρεμό.»
Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει το αντιφατικό των πραγμάτων, η θέση και η αντίθεση, γι’ αυτό και η πείρα λέει:                                             «Έρως άνεμος ελλιμενίζει σκάφος ή το τσακίζει.»  Αυτό το πλησίασμα των αντιθέτων δεν γίνεται χωρίς την υπερδύναμη που κρύβει ο Έρως μέσα του, με την οποία υπερβαίνει κάθε εμπόδιο.
Ο έρως μπορεί να επιτελέσει θαύματα ως ο περιπατών επί υδάτων Κύριος: «Αγαπώντας σε βαδίζω επ’ υδάτων ως την ακτή σου.»                Ποθητό τέρμα η ακτή και ο βαδίζων επί υδάτων, πιστός στη δύναμη του έρωτα, πορεύεται στο ιδεατό τέρμα.
Με την ιερότητα του έρωτος, συνάπτεται το τρίστιχο: Έρως ιερός «φάγετε και πίετε», Δείπνος Μυστικός.                                                                                   
Ο επιούσιος άρτος της αγάπης καθημέραν τρέφει τους πεινώντας αλλά και τον τρέφοντα. Δίνε παιδί μου να πλουτίσεις, έλεγε κι η μάνα μου.                                            «Δίνε, καρδιά μου, κι αν σε κάνουν θρύψαλα τα συνέχει φως.»
Αυτή η θεϊκή αγάπη εκφράζεται σε διάφορα σημεία της συλλογής,             «Η φάτνη, καρδιά, τ’ άχυρα, ίνες πλεκτού, να Τον θερμαίνουν.» που μεταφέρουν νοερά στη γέννηση του Θεανθρώπου στη φάτνη και στην καρδιά των πιστών. Πάσα η φύσις μέτοχος του θείου μυστηρίου της αγάπης. Και προπάντων ο άνθρωπος:                                                         «Μαμά, φωνάζω. Σοφοί λεν πως εννοώ “Θε μου σου χρωστώ.”»            ένα χαϊκού αποδοχής του θαύματος της γέννησης και ύπαρξης του ανθρώπου, της πορείας και διαφύλαξής του από αλλότριες δυνάμεις, κάτω από την παντοδυναμία του αγαθού Θεού.                                                                                                      
Αλλά ούτε η υψίστη των μητέρων αγνοείται:                                              «Παναγία σεπτή, στο κέντρο του Αυγούστου και της καρδιάς μας.» «Πανταχού παρών ο Θεός, με πρεσβευτές παιδιά και μάνες.»                         Το πιο συγκινητικό όμως είναι το εμπνευσμένο από τη γνωστή νουβέλα: «Καρδιά της μάνας ξερίζωσες. Κι έπεσες. Πονάς; Σε ρωτά.» όπου η θυσία για το παιδί και η προς αυτό στοργή φανερώνει την αυταπάρνηση ή την  αυτοθυσία ως ουσία της αγάπης.
Κι ακόμα μια άλλη πτυχή παναθρώπινη, ο έρως της ελευθερίας, σε παγκόσμιες διαστάσεις και διαχρονικές:                                                          «Έρως λευτεριάς τώρα, ύστερα, πριχού, δω, εκεί, παντού» όπου ο έρως της ελευθερίας είναι κάλεσμα στην αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου, το ικάνειν εις το τέλος, τον σκοπό, τη θέωση ή τελείωση.
Μια άλλη φανέρωση του έρωτα είναι τα ερωτήματα των ερωτευμένων σε λίγους στίχους. Η ρίζα των ερωτημάτων βρίσκεται στο πνευματικό ανέβασμα. Κατ΄αρχάς ίσως προβληματίζει ο παραλληλισμός σοφών κι εραστών, η καταφυγή όμως στην έννοια του φιλείν δίνει την εξήγηση. Το φιλείν την σοφία, των φιλοσόφων, και το φιλείν του έρωτος, οδηγεί στα ερωτήματα:                                                                 
«Ναι; Μήπως; ΄Οχι; σαν αγαπάς δεν μέλει τι θ’ απαντήσεις» και το δεύτερο : «Από πού, προς πού, πότε, πώς, γιατί, ρωτούν σοφοί κι εραστές.»                                                                                                 
Μεγαλύτερης σημασίας είναι στην περίπτωση αυτή τα ερωτηματικά παρά οι απαντήσεις. «Πονάς, τρέμεις; Τι; Τρεις συλλαβές, Α -γα -πη αρκούν ν’ αντέχεις.»
Η διάκριση σκοπού και αυτοσκοπού σ΄ένα χαϊκού  βρίσκει την απάντησή της: «Ποιος ανταμείβει την αγάπη; Ποιος άλλος παρά η ίδια;» Δεν αγαπάμε για να επιτύχουμε τίποτε άλλο εκτός από την ίδια την αγάπη, δεν την χρησιμοποιούμε ως μέσο αλλά ως τέλος, είναι αυτοσκοπός.
Ο έρως δεν είναι μόνο ο πλάστης των νέων βλαστών αλλά και των ωραίων έργων τέχνης, τόκος εν τω καλώ, κατά το πλατωνικόν.
Η Πρώτη ενότητα των ποιημάτων χαϊκού του Ιωσήφ Ιωσηφίδη  έδωσε και την απάντηση γιατί ο έρως να τεθεί πρώτος, αφού αυτός ενώνει τα διεστώτα, παράγει και προάγει την πνευματική ζωή και δημιουργία και ως συνεκτικός των πάντων περιέχει και δεν περιέχεται.
ππππππππππππππππππ
Ερχόμαστε στη β΄ενότητα της συλλογής, με τίτλο, Μύθος.
Εμπνευσμένος από το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη «Τρελλή Ροδιά» ανοίγει μ’ αυτήν ένα διάλογο από δέκα χαϊκού με υπότιτλο «δέκα μικροί μύθοι της τρελής ροδιάς» Λέξεις, εικόνες, σκέψεις συνομιλούν με το ποίημα ή με την τρελή ροδιά στην οποία με αγάπη απευθύνεται
81. Τρελή μου ροδιά, σαν γελάς φυσά νοτιάς στων νιών τα στήθη.            Μια συνταρακτική δύναμη που αναστατώνει τους νέους, μια δύναμη αυτοπραγματούμενη, ολοκληρωμένη.                                                                  82. Κλαδί σού κόβουν κλέφτες, μπόρες, μα μπορείς ν’ ανδρώνεις άλλα.                                      83. Λικνίζεις κορμό, ξελογιάσεις τους νέους, πηδούν τα σκότη.
Μια γυναικεία χάρη επαναστατική και ξελογιάστρα από τη μια ερωτική από την άλλη πνευματική δίνει δύναμη υπέρβασης του σκότους, ταξιδεύοντας τους ακόλουθούς της στο όνειρο.
84. Παιδί με κρατάς κι ο άνεμος μας παίρνει σ’ ονείρου βόλτα.
Προσηλωμένος στην ομορφιά της ο ποιητής νιώθει την ελκτική της δύναμη και την παιγνιώδη και ονειρώδη διάθεσή της.
85. Στη φυλλωσιά σου καλείς να παίξω κρυφτό με το φεγγάρι.
Το παίζειν από Ηρακλείτου μπορεί να είναι η αρχή της δημιουργίας, «Αἰὼν παῖς ἐστι παίζων, πεσσεύων∙ παιδὸς ἡ βασιληίη –.»                      Περισσότερο όμως από παιχνίδι ο ποιητής πιστεύει στη δημιουργική δύναμη του όντος που ωθεί, ανεβάζει, παρωθεί στο άνοιγμα των φτερών, είτε έρως είναι είτε ιδέα.
86. Σκάλα μού στήνεις ν’ ανέβω στην κορφή σου, ν’ ανοίξω φτερά.
Κάτω από αυτή την προοπτική, της τρελής ροδιάς ως έρωτος, μπορούμε να πούμε πως υποδορίως συνεχίζεται η διαπραγμάτευση της δημιουργικής δύναμης του έρωτα της πρώτης ενότητας, τώρα κάτω από άλλη πρωταγωνιστική μορφή, την τρελή ροδιά.
Ως δημιουργική δύναμη ωθεί στην παραγωγή λογοτεχνικών έργων, φέρνει στο φως τα κρυπτά στα βάθη των ψυχών και μεταλαμβάνει της αληθείας την οποία μεταποιεί σε λόγο.                                                       87. Σκιρτώντας ψάλλεις, σαν Αμάλθεια καλείς το λάλον ύδωρ.
‘Ετσι η Μούσα τρελή ροδιά εκπληρώνει έναν υψηλό προορισμό της, ως φωτοδότης της ανθρωπότητας.
88. Στο φως ριγώντας γδύνεις ψυχή και σκύβεις να κοινωνήσεις.
Αν στην προηγούμενη ενότητα του Έρωτος είδαμε το κινδυνώδες και το κρημνικό στοιχείο της στενής οδού και του ρηξικέλευθου, παρόμοια εδώ η τρελή ροδιά
89. Να ! Φτερουγίζεις στον ώμο του ονείρου, τρελή μου ροδιά.
Φτερουγίζει στον ώμο του ονείρου, βρίσκεται στο μεταξύ, έτοιμη να συλλάβει το ασύλληπτο και άφατο, εξ ου και το τελευταίο
90. Χάνω τη λαλιά σαν μοιάζεις σοφή Σιωπή με ήχους άστρων.                      
Το αντιφατικό των μεγάλων αληθειών συνελήφθη και εκφράστηκε με τη Σιωπή, μια σύλληψη που μεταφέρει στο πνεύμα του δοκιμίου του Αλμπέρ Καμύ για το Παράλογο στο Μύθο του Σισύφου.
Για τον οποίο το 93. Σίσυφε μην κλαις, η πέτρα σου φθείρεται κατεβ’ ανέβα.
Και ο διάλογος με τον Αλμπέρ Καμύ 96. Το Φθινόπωρο ζει σαν Άλλη Άνοιξη, * εντός κι ερήμην.
Η διαλεκτική του κατέβ’ ανέβα, της άνοιξης με το φθινόπωρο, το αντιφατικό των αληθειών και η δύναμη της αντίφασης να κρύβει μέσα της μεγάλες αλήθειες δίνονται πράγματι κλεισμένες σε κόκκο εκρηκτικό νοημάτων.
Μια σειρά από κατηγορικές προσταγές θα’ λεγε κανείς βρίσκουμε στα
94. Ανακάλυψε πίστη μέσα σου, δάδα να καις Λερναίες.
95. Αύριο θα ’ναι Δευτέρα Παρουσία. Μην κλαις. Όργωνε!
97. Η γη σού γεννά πιο πολλά σαν ιδρώσεις παρά σαν βρέξει.
Η υπέρβαση των αντινομιών όντως βρίσκεται στην πίστη, γι’ αυτό όποιος την έχει καίει μ’ αυτήν πολυκέφαλα τέρατα, ένα των οποίων η αεργίη, το όνειδος, ως  Ησίοδος φησίν. Γι’ αυτό και η αρχαία κατηγορική προστακτική «Εργάζευ», βρίσκει ανταπόκριση στο χαϊκού του Ιωσηφίδη, «ίδρωνε, όργωνε».
Μια ενότητα άλλη αποτελούν χαϊκού αφιερωμένα στον ήλιο, την πηγή του φωτός, της ομορφιάς, της μουσικής, του κύκλου που επανέρχεται.

101. Ήλιε, για στάσου ν’ αντιγράψουν υφάντρες το χρυσαφί σου.
Το ακόλουθο θυμίζει το του Ηρακλείτου
«Κόσμον τόνδε, τόν αυτών απάντων, ούτε τις θεών, ούτε ανθρώπων εποίησε, αλλά ην αεί καί έστι και έσται πυρ αείζωον απτόμενον μέτρα καί αποσβεννύμενο μέτρα."
106. Ανάβει μέρα σβήνει μέρα ανάβει…Φως, ζω. Σκότος, ζω.

Και από τον κόσμο, στη φύση: 
107. Η Φύση καλεί και βρίσκομαι εντός της πριν φτάσω εκεί. ΄
ή ακόμα
108. Σπάσε το τσόφλι, πιάσε τ’ ασπράδι μου, μπες, φτάσε στον κρόκο.

Ο άνθρωπος ο ίδιος, ων πλάσμα φυσικό, βρίσκεται μέσα στη φύση, είναι μέρος της και όμως ψάχνει να βρει το βαθύτερο νόημά της, πρέπει να φτάσει στα όντως όντα.
109. Παρθένο ρόδο, τ’ αγκάθια σου φύλακες τ’ αγνού κι ωραίου.

Στο τέλος όμως έχει συλληφθεί η μεγάλη αλήθεια της ανακύκλωσης και της αιωνιότητας.                                                                                                       110. Αναβιώ Κύκλε: γη, σπόρος, βλαστός, καρπός. Τ’ απόν δες: Παρόν!

Σ’ αυτή τη δεύτερη ενότητα της συλλογής των χαϊκού βρίσκουμε μερικά ειδικού ενδιαφέροντος ποιήματα, που συγκινούν κάθε Έλληνα, από Μακρυγιάννη ως τη μάνα του Γρηγόρη Αυξεντίου, ανθρώπων μιας πάστας συνέχισης του γένους, χρέους στους άλλους.

117. Δεν υπάρχουνε ‘Απόδημοι Έλληνες’. Η Ελλάς παντού.
120. Θεριά μας χτυπούν, δεν νικούν. Τρων από μας και μένει μαγιά. *
* Στρατηγός Μακρυγιάννης προς τον Γάλλο ναύαρχο Derigny
125. Γιος ήρως νεκρός. ‘Πατρίς, χαλάλι ο γιος μου’ Όρθια. Δεν κλαις. *

Αναφορά στη μητέρα του ήρωα, Αντωνού, και στους στίχους της.

Στο τέλος, ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης αποτελεί αντίγραφο του ποιήματός του 112. «Κεφάλι ψηλά χαρταετέ, μα πάτα στη γη με σπάγκο.»
Προσγειωμένος άνθρωπος, μα υψιπέτης.

Συμπερασματικά, η δεύτερη ενότητα μας έδωσε πλην της λυρικής συν ζήτησης με την Τρελλή Ροδιά, φιλοσοφικές συλλήψεις, απόπειρες έκφρασης του ανέκφραστου, συνομιλίες με μεγάλους του Λόγου, Κατηγορικές Προστακτικές, φυσικές ομολογίες και ιστορικές περήφανες σημάνσεις.

Βάθος
Η τρίτη ενότητα, Βάθος, χρειάζεται περισσότερη μελέτη και καταβύθιση στην αρχαία σοφία, αφού οι ρίζες ανήκουν στα πανάρχαια εκείνα χρόνια και στους σοφούς προγόνους. Παράλληλα νοήματα βρίσκουμε στα κείμενα ή στα αποφθέγματα των προπατόρων, που διαιωνίζονται με την ποίηση και την επαναφορά τους στη σημερινή ζωή.
Η ενότητα αρχίζει με ένα ωραίο χαϊκού, ενδεικτικό της βεβαιότητας πως, για να φτάσει ένας στο βάθος των εννοιών και της αλήθειας, πρέπει να κοπιάσει, να ματώσει.
141. Όσο σε λιώνουν Ανθέ, τόσο πιο πολύ ευωδιάζεις.
Ότι βρισκόμαστε στην Ιδέα των πραγμάτων κοντά , φαίνεται από το πιο κάτω
142. Τα κάλλη γερνούν, οι καλλονές ξεβάφουν, το Κάλλος διαρκεί.
Όπου το κάλλος είναι η αιώνια ιδέα, η άφθαρτη, γιατί βρίσκεται σε άλλο κόσμο, τον νοητό.
161. Το αθέατο Κάλλος βλέπω με τρίτο μάτι των αισθήσεων.
Σ’ αυτό τον αιώνιο κόσμο   έφθασαν μεγάλοι δάσκαλοι, ο Σωκράτης και ο Πλάτων, για τους οποίους ίσως και να ισχύει το
143. Διδάσκοντάς σε διδάσκομαι δυο φορές, στοχάζομαι τρεις.
Μόνο ένας καλός δάσκαλος μπορούσε να το γράψει, που έχει ήδη βιώσει πως καλύτερος τρόπος για να μάθει κανείς κάτι, είναι να το διδάξει.
Πείρα ζωής αποπνέουν τα 144.                                                                             Πριν τον εχθρό ας χτυπώ τ’ αδύνατα του εαυτού μου.
Κατά το πλατωνικό,  “ Τό νικᾶν ἑαυτόν πασῶν τῶν νικῶν ἡ ἀρίστη καί ἡ μεγίστη ”. ή  “ Οὐδείς ἐλεύθερος μή κρατῶν ἑαυτοῦ.
Και παράλληλο και ταυτόσημο,
148. Τέλειος κανείς. Μα λάθη λιγοστεύω καθημερινά.
Οπότε σίγουρα ο ποιητής μας δεν ανήκει στην τάξη των                               146. Απείρως νάνοι πάσχουν από έπαρση απείρως ψηλή.
Εδώ πια ξεκάθαρα βρισκόμαστε στο καταστάλαγμα της σοφίας των ανθρώπων και το χαϊκού είναι μια μορφή ποιητική που μπορεί άνετα να αποδώσει αυτή τη συμπύκνωση νοημάτων και λόγων. Όπως λέει κι ο Μένανδρος: Μη δια πολλών ολίγα λέγειν, αλλά δι ' ολίγων πολλά. 
Με το του Δημοσθένη «Δει δη τας πόλεις ουκ αναθήμασιν, αλλά ταις των οικούντων αρεταίς κοσμείν.» αντιστοιχούμε το του Ιωσηφίδη
145. Στέκεις Αρετή. H πόλη μου δεν θέλει άλλα μνημεία.
Για το παρακάτω θυμόμαστε  το κατά Αμμώνιο Αριστοτελικό  * Φίλος Πλάτων φιλτάτη η αλήθεια, και το γραφόμενο στην υποσημείωση κατά Ιωσήφ* Διάλογος με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη
150. Φίλε σε τιμώ, μα πιο πολύ το δίκιο σοφό των πολλών. 
Ένα φιλοσοφικό παράδοξο, τη χελώνα και το λαγό ή τον Αχιλλέα και τη χελώνα μαζί με τον κυριακό λόγο για τους πρώτους που θα γίνουν έσχατοι και τους έσχατους που γίνονται πρώτοι ανακαλεί το 154.
Λαγός έσχατος, χελώνα πρώτη, θέμα πίστης το θαύμα.   
Το αυτό και το μικρά ζύμη όλον το φύραμα ζυμοί.
155. Μικρό προζύμι, μέγα έργο πέτυχες, άπειρους άρτους.
λέει ο ποιητής μας.
Ένας ευαίσθητος δέκτης των σημερινών παγκόσμιων προβλημάτων με σφαιρική ματιά δεν μπορεί να μη βλέπει την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και τις επιπτώσεις της στον ίδιο τον άνθρωπο. Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος κατακρίνεται επίσης σε τόνο προφητικό.
156. Χτυπούν τη Φύση, μα μες στα δάκρυά της έρμοι θα πνιγούν.
Πίσω από το 158. Κάτω απ’ τη γη ο σπόρος βλέπει. Στη γη με φως συ βλέπεις; κρύβεται η αριστοτελική εντελέχεια.
Ο σπόρος μέσα στη γη ξέρει πως πρέπει να οδηγήσει στον καρπό,  ο άνθρωπος βλέπει αυτό τον σκοπό της ζωής του, να τελειωθεί και να καρποφορήσει;
Ζωγραφική εστί σιγώσα ποίησις ..Ποίησις δε φθεγγομένη ζωγραφία. επίγραμμα του Λουκιανού
και ο Ιωσήφ 193. Στίχος άλαλος ο πίνακας, κι ο στίχος πίνακα λαλιά.
*************
Κυρίες και κύριοι,
Στόχος μου βέβαια δεν είναι να βρω τα παράλληλα στην ελληνική ή ξένη γραμματεία των χαϊκού που παρουσιάζουμε. Οι ιδέες ως αιώνιες κι ακατάλυτες επανέρχονται στη ζωή μας και εμπνέουν ποιητές κι αναγνώστες.
Το τελευταίο της συλλογής:
200. Άνω τελεία η θανή· διασκελισμός μείζων εν όψει.
Η ζωή συνεχίζεται στην αιωνιότητα, γιατί έχει τη διάσταση του αχρόνου, που κερδίζουν οι άνθρωποι του πνεύματος, ως συνεχιστές του όντως Δημιουργού.
Ευχαριστώ τον ποιητή Ιωσήφ Ιωσηφίδη που μου έδωσε τη χαρά της μελέτης και παρουσίασης της συλλογής του. Η συλλογή αυτή θα συμβάλει στην ενδυνάμωση της σκέψης, στον εμπλουτισμό του εσωτερικού μας κόσμου. Γι’ αυτό
Ευχαριστώ όλους σας.






Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

ο καουμπόυς


Ο καουμπόυς

Κατεβαίνει στο γήπεδο σαν κάουμπόυς που είναι, τραβά την κουμπούρα, καλά του λεν, δικό σου το μισό γήπεδο στο βορρά, άσε και για μας κάτι στο νότο, ύστερα αφρίζουν τα νερά, ανεβαίνει στην επιφάνεια θαυμαστό αέριο, κάτι σαν το υγρό πυρ των βυζαντινών, βορρά στεριά και θάλασσα νότο,  θάλασσα αερική μου φτάνει, μην τραβάτε αέριο, μην αναπνέετε, δώστε υπηκοότητες αμέσως, και διορθώστε εκείνη τη νομοθεσία σας, λέει στους βορείους των ερυθροδέρμων ο πατριάρχης τους όλος ένα θυμό, κι αυτοί σκύβουν κεφάλι, ο σκύλος εκεί που τρώει γαυγίζει, κι οι δικοί μας σκύλοι το ίδιο, κάποτε γαυγίζουν, κάποτε ξεθαρρεύουν και λεν, αν συνεχίσετε να αναπνέετε θα αρχίσουμε έρευνες κι εμείς, ιδίως ένα τελευταίο οζερσάι  παλικαράκι, ημιφάλακρο κι επί των εξωτερικών αυλών οδοκαθαριστής,  παίρνει διαταγές, εκτελεί διαταγές, λαμπρό πεδίο έμπροσθέν του, όσα ακούει ως λάθη από τον μεγάλο διορθωτή της οικουμένης έρντοαν, τα  διορθώνει αυθωρεί και παραχρήμα, που έλεγαν οι παλιοί δάσκαλοι, διορθώνει νομοθεσίες κάποτε και δικές μας, εμείς λέμε επανένωση, επανένωση, ένωση ήταν ο αρχικός στόχος, τώρα ως μοντέρνοι μεθιστορικοί θηριοδαμαστές βάλαμε και αναδιπλασιασμό και το κάναμε επανένωση, με ποιους, το θηρίο δεν το δαμάσαμε, το θηρίο κατατρώει ως σκύλος    ροτβάιλερ, φωνάζει ο γενικός γραμματέας για συνομιλίες, ναι λέμε, έλα να δεις και πες τι ως τώρα μας πήραν κι ύστερα τι δώσαμε και δώσαμε και δώσαμε πόσα δώσαμε και τίποτε δεν πήραμε, καλά τυφλοί και κωφοί εσείς και με τα χέρια πλυμένα, κι εμείς ανίδεοι και κάποτε χορτάτοι, ως πού θα πάει το παραμύθι, εσείς συνομιλίες, εμείς δείπνα και ζιβάνες, σουτζιούκκο και εκμέκ καντεϊφ, αν σας τραβά ο οργανισμός μην έρθετε σε συνομιλίες, ακούει ο δικός μας, άλλο υπάκουο παιδί, φωνάζει ο αμερικανός, μόνο με συνομιλίες, φωνάζει ο γάλλος κι ο ευρωπαίος, καγχάζει ο εγγλέζος, περίγελο των σκυλιών γίναμε και μάλιστα των τουρκβάιλερ που δεν γαυγίζουν μόνο, κατατρών και σάρκες, εμείς όμως εκεί, τι τη φύτεψε την ελιά ο παππούς, τι την φύτεψε την τερατσιά η γιαγιά, για να καθόμαστε μόνο στον ίσκιο τους;

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

ΝΟΜΑΔΑΣ, Η ΕΞΟΔΟΣ Α΄


ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ «ΝΟΜΑΔΑΣ, Α΄ Η ΕΞΟΔΟΣ» [ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ]
Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης είναι γνωστός στην Κύπρο, - άλλο στο εξωτερικό- γιατί με τα άρθρα του στον Κυριακάτικο  Φιλελεύθερο αποδεικνύει πως ποτέ του δεν ξεχνά την πατρίδα και συνεχώς παρακολουθεί κάθε πολιτική κίνηση. Από τη μαθητική του ηλικία  έδειξε τα ενδιαφέροντά του, που ήταν πολλά, όχι μόνο θεωρητικά αλλά και πρακτικά, μέτοχος σε αγώνες και υπερασπιστής του δικαίου και της δημοκρατίας. Παράλληλα όμως διψούσε για μάθηση και για έκφραση, εξ ου και οι σπουδές του και οι αναζητήσεις του στην ποίηση και στη δημοσιογραφία και απαιτητικότερα στην πεζογραφία. Ήδη το βιβλίο του «Νομάδας Α΄ Η Έξοδος» παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία και σχολιάστηκε ποικιλότροπα.
Η αλήθεια είναι πως ο τίτλος Νομάδας προβληματίζει αλλά και απαντά πολύπλευρα στο ερώτημα: τι σημαίνει νομάδας, και γιατί να διαλέξει ο Στέφανος αυτό τον τίτλο; Νομαδικός λαός είναι  αυτός που τριγυρνά από τόπο σε τόπο. Όπως ένας νομάδας νιώθει και ο συγγραφέας, το αισθάνεται και το μεταδίδει και στους αναγνώστες. Ο άνθρωπός μας μπαίνει στο αυτοκίνητο, στο τρένο, στο καράβι, στο αεροπλάνο και κινά για ξένους τόπους κι άλλα μέρη.
Κι όμως στενή δεν του στεκόταν η Πενταλιά, μ’ ένα τόσο ανοιχτό τοπίο, εκεί ψηλά ν’ αγναντεύει τα γύρω χωριά και τη νύχτα τον έναστρο ουρανό. Ίσως αυτό –λέω- να στάθηκε η αιτία:  η απλωσιά κι ο άγνωστος κόσμος των αστεριών, να επεκτάθηκε στον κόσμο της γνώσης, της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας, των ξένων γλωσσών, της ποίησης, της μουσικής, της πολιτικής τέχνης και δράσης αυτός ο κόσμος-με λίγα λόγια- αναδύεται από το μυθιστόρημά του.                     
Ο κοσμογύριστος Οδυσσέας, με τις γνώσεις και τις περιπέτειές του, με τις Κίρκες και τους Κύκλωπες, και την μία Ιθάκη, την Κύπρο, που δε φεύγει από το νου του όσο κι αν της ξεφεύγει, όσο κι αν απομακρύνεται δεν της ξεκολλά, γι’ αυτό και γράφει συνεχώς σε παντοία μέσα, για να είναι σε επαφή με τον τόπο του, γερά δεμένος με την ποίηση, τις επιστήμες και τέχνες.
Μεγάλη ευτυχία είναι οι ιστορικοί χρόνοι συγγραφέα και αναγνώστη να συμπίπτουν, έστω και λιγάκι, όπως και οι τόποι μας. Τότε διαβάζουμε και ξαναζούμε μαζί του, τα κοινά μαθητικά χρόνια μας τον καιρό του αγώνα της ΕΟΚΑ, ο ένας στην Πάφο ο άλλος στη Λευκωσία, την κοινή φοιτητική ζωή στην Αθήνα, ένα χρόνο πάνω ένα κάτω, γνώριμα μονοπάτια που περπατήσαμε. Είναι όμως κι άλλα, που δεν ξέρουμε και μαθαίνουμε, για την έξοδο, τη Γαλλία και τον Καναδά. Το βιβλίο είναι ένας πλήρης κόσμος, πλούσιος σε εμπειρίες, γνώσεις, απόλαυση αισθητική σε διάφορες στιγμές και σελίδες του.
Τι είναι όμως το βιβλίο αυτό; Αυτοβιογραφία, μυθιστόρημα, μυθιστορία, χρονικό, καλά να πάθει όποιος προσπαθεί να βρίσκει ταμπελίτσες και να ταξινομεί τα σύγχρονα βιβλία, που δεν ξεχωρίζουν την ποίηση από την πεζογραφία, το ένα είδος ή το άλλο. Αυτά είναι για όσους νιώθουν στήριγμα της γνώσης τους όρους, δεν λαμβάνουν όμως υπόψη πως όρος είναι και περιορισμός, και πώς να περιορίσεις τον Νομάδα!
Μας φτάνει πως έχουμε να κάμουμε με ένα βιβλίο που έχει ταυτότητα, συνέπεια, πλούτο γνώσεων, ποίηση και πεζογραφία, απομνημονεύματα και επιστολές, χρονικά, ψυχολογικές, κοινωνιολογικές, πολιτικές αναλύσεις, σκέψεις, ενέργειες, πράξεις, συναισθήματα και βιώματα, προβληματισμούς, ταξίδια κάποτε στο άγνωστο και στην προβληματίζουσα μοίρα.
Αν ξετυλίγουμε το κουβάρι χρονολογικά, θα αρχίσουμε από την παιδική ηλικία στην Πενταλιά, τους γονείς και δασκάλους, τη ζωή στο χωριό, τις πρώτες αναζητήσεις, κι ύστερα στο Κολλέγιο στην Πάφο, μια ζωή που ανοίγει παράθυρα, γνωριμίες με εξ Ελλάδος καθηγητές του καιρού εκείνου, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, τον αγώνα του 55-59, τη συμμετοχή σ’ αυτόν και την εκδίπλωση της συμμετοχής στα κοινά με τα πρώτα διαβάσματα και τις αριστερές πολιτικοοικονομικές καταβολές. Και τις συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου και τα παρεπόμενα.
Κι ύστερα η απόφαση για σπουδές, να τον κυνηγά η φτώχεια μα να μην τα βάζει κάτω, κι η Αθήνα με τις αγάπες της, τις σπουδές, τον κόσμο της δεκαετίας του εξήντα, με την πολιτιστική κίνηση και τους πνευματικούς ανθρώπους που γνώρισε εν πολλοίς μέσω συνεντεύξεων που τους ζητούσε, υπακούοντας ταυτόχρονα στη δημοσιογραφική του κλίση. Τραυματικό γεγονός ο θάνατος της αδελφής του, κι ύστερα το Παρίσι κι οι  αντιδικτατορικές συζητήσεις και αναποτελεσματικές ενέργειες  με όλα τα γνωρίσματα της ελλαδικής ουρανοπορείας και θεωρητικολογίας, με πρόσωπα όμως που σφράγισαν την εποχή. 
 Αν όμως δεν πάρουμε τη χρονική γραμμή, θ’ αναζητήσουμε στο βιβλίο  τον ζωντανό νέο πρωταγωνιστή με τη δραστήρια και πλήρη ζωή αλλά και τα βιώματα του θανάτου, τον προβληματισμό γι’ αυτόν , την οικονομική κατάστασή του, της οικογένειας και των τόπων της ζωής του, την κοινωνική του ζωή και τις κοινωνιολογικές του αναλύσεις, τα πολιτικά πράγματα στην Κύπρο και στην Ελλάδα από το 1955 και εξής, με τις τοποθετήσεις και τις αναλύσεις του, το συναισθηματικό του κόσμο και τις ιστορικές του γνώσεις, την επιστημονική πολυμέρεια και τα ερείσματα των σκέψεων, προβληματισμών και ενεργειών του, το ήθος και την ηθικότητά του, τα καλλιτεχνικά του ενδιαφέροντα και τάλαντα, την ποιητική του και ρητορική του, τις μεταφυσικές του αγωνίες, χωρίς το Θεό.
Όλα αυτά αποδεικνύουν για μια ακόμα φορά το πλούσιο του βιβλίου, ένα υλικό που κατά το δυνατόν τιθασεύεται με την τάξη, αλλά και πάλι κάτι διαφεύγει. Λέει κι ο Σεφέρης, το χαρτί σου επιστρέφει αυτό που είσαι. Καθρέφτης του συγγραφέα είναι το βιβλίο του.           
Νιώθω πολύ τυχερός που μιλώ για το  μυθιστόρημα του Στέφανου Κωνσταντινίδη Νομάδας Α΄Η έξοδος, γιατί από την αρχή το βρίσκω ποιητικότατο και μου αρέσει η γραφή του. Ιδιαίτερα εκείνος ο ρόλος του ονείρου, μέσα ή έξω από αυτό, σηκώνει μια πραγματεία. Στέφανος Κωνσταντινίδης, 1941, Πενταλιά και οι παρυφές του ονείρου. Πολύ μεταδοτικός ο λόγος του, καλοσύνη του να μας παίρνει μαζί του στα ταξίδια του, στις στιγμές του χρόνου του, από τη γέννησή του. Ποίηση και πεζογραφία αξεδιάλυτα, εκείνα τα θανατερά μανιτάρια θα’ παιξαν μεγάλο ρόλο στη ζωή του. Ποιητής, πεζογράφος, επιστήμονας, η τριαδική μονάδα παρούσα και σφραγίζουσα το βιβλίο. Πινελιές της κυπριακής ιστορίας στον κύριο καμβά της εξιστόρησης, κοινωνικοοικονομικές πτυχές παρούσες, ένα βλέμμα ολοστρόγγυλο στον τόπο και στο χρόνο να ζωντανεύει τις σκηνές. Ίσως ο ανοικτός νυχτερινός ουρανός να του άνοιξε δρόμους για τη νομαδική ζωή και την παγκόσμια σκέψη.
Μεταφερόμαστε επί πτερύγων βιβλίου στο παρελθόν, στο β΄παγκόσμιο πόλεμο, ξαναζούμε τις γνώσεις του και επιβεβαιώνουμε τις δικές μας. Από τις πρώτες σελίδες και η εξήγηση του τίτλου του βιβλίου σελ. 30: «Ωστόσο έφτασε ο καιρός που θα γύριζα πίσω στη έδρα μου στον Καναδά. ‘Οσο όμως το σκέφτομαι καλύτερα, ποια έδρα; Είμαι ένας νομάδας που περιστρέφεται γύρω από τη γη. Κάθισα δυο μέρες στην Πενταλιά. Εδώ το κλίμα είναι διαφορετικό. Αναπόλησα το παρελθόν και ατένισα το μέλλον. Κάπως έτσι ξεκίνησε να γράφεται αυτή η αναφορά. Δεν ξέρω αν θα την πούνε μυθιστόρημα, χρονικό ή τι άλλο. Γράφει κανείς ανασύροντας μνήμες και πράγματα από το βαθύ υπόστρωμα όσων έχει ζήσει, όσων έχει ακούσει και όσων έχει διαβάσει. Και καμιά φορά, από μια λεπτομέρεια, έστω και ευτελή, μπορεί να δημιουργηθεί ένα ολόκληρο σύμπαν. Σημασία έχει πως από δώ ξεκίνησε για να συνεχιστεί ο περίπλους ενός νομάδα. Δεν πρόκειται για αναφορά με στέρεη χρονολογική βάση, Αν το πούμε μυθιστόρημα, ξεκαθαρίζω πως οι ήρωές του είναι δημιουργήματα μιας παραληρούσας φαντασίας που ζουν όμως την πραγματικότητα, την καθημερινότητα, την Ιστορία, τη γεωγραφία, τη μυθολογία του κόσμου. Ούτε και έχει πολλή σημασία αυτό. Άλλωστε, αν για το παρελθόν υπάρχει χρονόμετρο, για το μέλλον δύσκολα ισχύει κάτι τέτοιο. Σίγουρα πάντως, για το θέμα του χρόνου, ισχύει πάντα κάποια σχετικότητα. Θα προτιμούσα, βέβαια, να έγραφα ένα ποίημα, αλλά είναι θέμα χωρητικότητας. Αν και στις μέρες μας τα σύνορα ανάμεσα στην ποίηση και στο πεζό παραμένουν αφρούρητα κι οι διαβάσεις από το ένα είδος στο άλλο εύκολες, αρκεί να γνωρίζει κανείς τα μονοπάτια.» κλείνει το απόσπασμα.
Ο νομάδας ταξιδεύει, μια στην Πενταλιά, μια στην Αθήνα, μια στον Καναδά,  ο φιλοσοφικός και ποιητικός λόγος πλέκονται, το μυθιστόρημα δέχεται μια άλλη πτυχή, την φιλοσοφικο-ποιητική, απόρροια της πολύπλευρης προσωπικότητας του συγγραφέα. Σημασία έχει πως το έργο γίνεται ελκυστικό ενώ ο κύκλος του ανοίγει.
Και παρακάτω, ένα άλλο απόσπασμα, σημαντικό για την κατανόηση της γραφής:
“Εκείνες τις μέρες έπεσε στα χέρια μου η Αργώ του Θεοτοκά. Αν και δεν είχα τον συγγραφέα της σε μεγάλη εκτίμηση, λόγω των θέσεών του στο Κυπριακό, βρήκα την Αργώ εξαιρετικό βιβλίο. Εξάλλου θυμόμουν την ευγένεια, με την οποία με δέχτηκε ο Θεοτοκάς και μου παραχώρησε συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στην Πνευματική Κύπρο. Οι ιδέες του Θεοτοκά στο μυθιστόρημα αυτό με τραβούσαν, αν κι αντιστεκόμουν σε αυτές με το μαρξιστικό υπόβαθρο του νεοφώτιστου που είχα τότε. ‘Ελεγα από μέσα μου «εκφράζει έναν κόσμο της παρακμής». Κι όμως αυτός ο κόσμος του μεσοπολέμου μου φαινόταν πως έμοιαζε σε πολλά με τον δικό μας. Με συνάρπαζε η πάλη των ιδεών των ηρώων του κι ο ωμός ρεαλισμός των περιγραφών του. Στην Αργώ παρελαύνει ο νεοελληνικός αστισμός του μεσοπολέμου με τις διάφορες όψεις του και ταυτόχρονα μισοπροβάλλει ο νέος κόσμος της αμφισβήτησής του. Σταματούσα ιδιαίτερα στον αριβισμό κάποιων ηρώων του κι αναγνώριζα αμέσως τις μορφές κορυφαίων αποστατών, όπως του Μητσοτάκη και του Τσιριμώκου. Ακόμη κι η μορφή του Ανδρέα εξομοιωνόταν με κάποιες όψεις αριβισμού που περιέγραφε ο Θεοτοκάς, και σκεφτόμουν πως έπρεπε σε κάποιο μυθιστόρημα να αποτυπωθεί κι η δική μας εποχή, η μετεμφυλιακή ως τη δικτατορία.  Μια εποχή γεμάτη, τραγική  αλλά κι αισιόδοξη μετά  το ΄60, με μια μικρή αναγέννηση στα Γράμματα, στις  ιδέες, στη μουσική.” Κλείνει το απόσπασμα.
Αν έχεις την τύχη να ζήσεις την ίδια εποχή με τον συγγραφέα, τότε έχεις μπροστά σου ένα ευρύ κύκλο μέσα στον οποίο αναγνωρίζεις τα ίδια γεγονότα ιστορικά, την ίδια κοινωνικοοικονομική κατάσταση της φτώχειας σε διάφορους βαθμούς , το ίδιο εκπαιδευτικό σύστημα, τις ίδιες δεσπόζουσες προσωπικότητες στο πολύπτυχο της ζωής.
Ευτυχισμένη η γενιά που έζησε το κυπριακό από τα γεννοφάσκια του, ζυμωμένο με τον ιδρώτα της καθημερινής ζήσης.
 ΄Οσο κι αν φαίνεται παράξενο, το μικρό χωριό του Στέφανου, η Πενταλιά, είχε το καφενείο ως κέντρο πολιτικών συζητήσεων και τούτο απετέλεσε ευλογημένη δυνατή βροχή να μεγαλώσει τα σπέρματα πολιτικής σκέψης που έφερε ο συγγραφέας μέσα του. Το δημοψήφισμα του 1950 με χαρακτηριστικό τη μνήμη της οσμής του μελανιού. Έτσι γεννιούνται και ανδρώνονται οι καλαμαράδες. Οι νέοι διαδηλώνουν εναντίον των αποικιοκρατών Άγγλων, αλησμόνητες οι αντιδράσεις των μαθητών το 1953 στη στέψη της βασίλισσας της Αγγλίας. Ακολούθως βρισκόμαστε στον καιρό της ΕΟΚΑ και του αντιαποικιακού πνεύματος. Ο επικός αγώνας, με νεκρούς  έφηβους, τον  Ευαγόρα Παλληκαρίδη, τον  Ιάκωβο Πατάτσο, τον Ανδρέα Ζάκο, στηριγμένους προπάντων στην πίστη. Το κλείσιμο των σχολείων, κατ’ οίκον περιορισμοί, το κάψιμο του δάσους του Κύκκου για να συλλάβουν τον Γρίβα, πρόστιμα των Άγγλων σε κοινότητες όταν είχαν ζημιές – η αρχή της συλλογικής ευθύνης  και οι συνεχείς σχολιασμοί, πολιτικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί.
Ο συγγραφέας είναι ένας ταλαντούχος νέος, με πολλές ανησυχίες. Η ιστορία των Γυμνασίων της Πάφου μπορεί να βρει στο βιβλίο του αξιόλογες πληροφορίες, αφού δίνεται ως επί το πλείστον έμφαση στα Γυμνάσια Πάφου. Όπως τεκμηριώνεται, το Κολλέγιο Λιασίδη ήταν ένα προοδευτικό σχολείο ανοικτών οριζόντων. Ο ρόλος του Λιασίδη στα εκπαιδευτικά πράγματα της Πάφου ίσως να μην έχει μελετηθεί, στο βιβλίο όμως βρίσκουμε αρκετή πρώτη ύλη, για  το εκπαιδευτικό σύστημα, τα όνειρα των νέων στα χρόνια του αγώνα για ανώτερες σπουδές, τους ελλαδίτες καθηγητές, το ξύλο, οι τιμωρίες της εποχής, οι απελάσεις ελλαδιτών καθηγητών, οι αξέχαστες στιγμές με την ευτράπελη πλευρά τους. Και βέβαια, οι έρωτες των νέων – έρωτες που έμειναν αγονιμοποίητοι. Δεν είναι μόνο τα γεγονότα, είναι οι κρίσεις, οι γνώσεις, η ψυχολογική εμβάθυνση ή η κοινωνιολογική οπτική γωνία, έστω ο ρόλος της κρατούσας ιδεολογίας.
Ακολουθεί η  φοιτητική ζωή, στο πλοίο- Αθήνα- κατάστρωμα, προσκύνημα ο Πειραιάς.  Τα όνειρα έπαιρναν εκδίκηση. Η συγκίνηση των νέων της εποχής, από την Κύπρο στην Ελλάδα,  το Πανεπιστήμιο στη δεκαετία του 60. Η Αθήνα με τις πληγές ακόμα της μικρασιατικής καταστροφής, οι παράγκες με πρόσφυγες, αλησμόνητοι κινηματογράφοι, λεωφόροι, οδοί, λέσχες, το αστυνομικό κράτος Καραμανλή. Το ταξίδι το κάνουμε μαζί οι ευτυχείς αναγνώστες που έχουμε παραστάσεις των ίδιων τόπων και χρόνων. Και σαν σφήνες φιλοσοφικές- ψυχολογικές οι έννοιες που επιδρούν στην ατομική ζωή και σφραγίζουν, όπως η μοίρα, «οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά».
Η δεκαετία του εξήντα, ανθηρή πνευματικά με τα μεγάλα μεγέθη στην ποίηση και στη μουσική, αλλά και τους εφηβικούς έρωτες.
Κι ύστερα στη σχολική ζωή ως καθηγητής, στην Τεχνική της Πόλης Χρυσοχούς, στο  Γυμνάσιο Πεδουλά, το πνεύμα μιας εποχής που χάθηκε ανεπιστρεπτί.
Η προσωπική ιστορία ακολουθεί την γενικότερη του τόπου μας, με τους κυριότερους σταθμούς στην Κύπρο και στην Ελλάδα, μαχαιριές στην πατρίδα από ξένους και δικούς, με τους ανθρώπους της να αγωνίζονται να την κρατήσουν στη ζωή και στην αξιοπρέπεια.
Ο Στέφανος δεν είναι ο θεωρητικός πανεπιστημιακός, είναι ο ακτιβιστής, ο άνθρωπος που συνδυάζει τη θεωρία και την πράξη, ο αγωνιστής των ιδανικών του, πράγμα που επιβεβαιώνεται σε πλείστες σελίδες του έργου του με τους αγώνες εναντίον της δικτατορίας στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Καταθέτει τις θέσεις του, αντιτίθεται σε ανελεύθερες ή επικίνδυνες για τον τόπο συμφωνίες ή καταστάσεις, παρακολουθεί και κρίνει, παραθέτει ημερολόγια, σημειώσεις, αναλύσεις, δημοσιογραφικά και επιστημονικά κείμενα, ποίηση και πεζογραφία και παντός είδους τεκμήρια των θέσεων και της ζωής του.
Από νωρίς με την ανάγνωση βιβλίων και τον προβληματισμό διαμορφώνει την κοσμοθεωρία του που ακολουθεί και χρησιμοποιεί ως εργαλείο στην προσπάθεια εκλογίκευσης των εξελίξεων. Πλούσιος σε εμπειρίες, δυνατός στις αναλύσεις, ευαίσθητος δέκτης των μηνυμάτων του καιρού του, παρασύρει τον αναγνώστη στη σκέψη και στη βίωση των γιγνομένων. Ιστορικά πλήρης σπουδαίων γεγονότων η εποχή του, η εποχή μας, βρήκε άξιο καταγραφέα και αναλυτή πολυδαίδαλο.
Είναι όμως και η προσωπική ζωή, ο θάνατος της αδελφής που σφραγίζει ανεξίτηλα τις ψυχές των επιζώντων, η μελέτη θανάτου, το συναίσθημα κι η φιλοσοφική ενατένηση των ορίων. Όπως και οι μικρές πινελιές της ζωής στην Πενταλιά που όμως μεγεθυνόμενες κατεύθυναν τη σκέψη και διαμορφώθηκαν σε κοσμοθεωρία. Οι τοκογλύφοι, η εκκλησία και ο ρόλος της, η ιδιοκτησία. Η γνωριμία με τις ξένες χώρες και το πλάτεμα των οριζόντων με τη Γαλλία και τον Καναδά.
Είναι ακόμα τα τάλαντα, το γράψιμο, η ποίηση, η πεζογραφία, η  έκφραση των απόψεων, γνωρίσματα του Στέφανου που μας δίνει την ευκαιρία στον Νομάδα να παρακολουθήσουμε τις απαρχές τους, με τα πρώτα σκιρτήματα και δημοσιεύματα.
Πλούσιος σε τεχνικές αφήγησης, χρησιμοποιεί παν θεμιτό μέσο του γραπτού λόγου, αποσπάσματα από ημερολόγια, διαλόγους, μονολόγους, επιστολές, ποιήματα, αναλύσεις επιστημονικές. Όσο πλούσιο σε περιεχόμενο και ζωή το βιβλίο, άλλο τόσο σε τεχνικές αφήγησης που χωρούν και συγχωνεύονται στο βιβλίο Νομάδας, Α΄ Έξοδος, βιβλίο μετάδοσης ζωής και πείρας στους αναγνώστες.
Ευχαριστήρια στο συγγραφέα πρώτα και σε σας.
Στέλιος Παπαντωνίου

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

τα σκυλιά

Τα σκυλιά
Κράτα δεμένα τα σκυλιά, γιλντιρίμ, κάθεσαι ακίνητος σαν καλντερίμ, γαυγίζει, δεν είναι δεμένο, σπρώχνει τις πόρτες και μπαίνει, τη δαγκώνει στα πόδια, ήρθε νομίζοντας πως εδώ γεννήθηκε η αφροδίτη, λίγο πιο κάτω της είπαν, με μια δαγκωματιά κατατρώει τα παράλια, κερύνεια -κερύνεια καταφαγωμένη, έρντοαν έρντοαν, δάγκωσες την ουρά σου, δάγκωσες τα σπλάχνα σου, το σκυλί γαυγίζει, το σκυλί κατατρώει το καημένο κορίτσι, δεν είχε όνομα, ποιος την ήξερε, ύστερα τα σκυλιά προχώρησαν στην καρπασία, κατέβηκαν στη μεσαριά, κι ο ευριπίδης, γέρασε ανάμεσα στη φωτιά της Tροίας και στα λατομεία της Σικελίας. Tου άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι ζωγραφιές της θάλασσας. Eίδε τις φλέβες των ανθρώπων σαν ένα δίχτυ των θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ' αγρίμια· προσπάθησε να το τρυπήσει. Ήταν στρυφνός, οι φίλοι του ήταν λίγοι· ήρθε ο καιρός και τον σπαράξαν τα σκυλιά, λέει ο ποιητής. Μεγάλος ποιητής, μεγάλος τραγωδός, μεγάλη τραγωδία, οι ζωγραφιές της θάλασσας στο φλοίσβο τους μιλούσαν για πλούτο, οι σπηλιές στην αμμουδιά μιλούσαν για ντεβέλοπερς, οι ιατροδικαστές έπλεναν τα χέρια, έχετε το δικαίωμα στον θαλάσσιο πλούτο, μοιράστε ισομερώς αδρομερώς, ακριβοδίκαια, το ’να σκυλί κατασπάραζε τα χέρια, το άλλο την έρμη κεφαλή, κι η έμη σφάδαζε στα θαλάσσια φύκια, κι η ένι με την ουρά στα σκέλια ανέμενε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να εκτουρκιστούν σύμφωνα με το κεκτημένο και τα δίκαια των λαών. Εκεί στη θάλασσα τα νερά κοχλάζουν, στα σύνορα τα φαντάρια ξενυχτούν. Τα σκυλιά αφέθηκαν ελεύθερα.