Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Ιουλία


Ιουλία

Ο Ιούλιος δεν της πήγαινε, πάντα με τη μαύρη κουρούκλα, μαυροντυμένη, δεν την είδα καμιά φορά με κλαδωτά, πώς ήταν τα μαλλιά της, υποψιαζόμουν πλεκτά μακριά, κάμε κότσο τα μαλλιά σου να φανεί η αρχοντιά σου, μπορεί κι η ομορφιά, η Ιουλία κι η Κατινού, πόσες ευχές μου είχαν δώσει αυτές οι γριούλες, ερχόντουσαν στην εκκλησιά τα εσπερινά, τότε ο παπάΚωστας είτε μόνος είτε μαζί μου είτε με τον γεροΠερδίο, έκανε όλους τους εσπερινούς και μόνος τους όρθρους, άντε κι ο Χαράλαμπος για να χτυπήσει την καμπάνα, είχε όμως το καφενεδάκι του ο άνθρωπος, έπρεπε να πάει δουλειά, κάπου εκεί που το λεν σήμερα λοκματζή, κατακομματιασμένη μας την έκαμαν τη Χώρα, κι η Ιουλία, ένα ευγενικό γερόντιο, όμορφη μπορώ να πω, κατοικούσε στην οδό Αυτοκρατείρας Θεοδώρας, και μη έχοντας άλλο εισόδημα ενοικίαζε δωμάτια σε μαθητές των Σχολείων Μέσης, πολύ συχνό τότε φαινόμενο, άφησε όμως η γειτονιά κάτι στις ψυχές αυτών των ανθρώπων, δεν είναι λίγο να κατεβαίνεις από το χωριό για να φοιτήσεις Παγκύπριο Γυμνάσιο-  είχε εκεί οικοτροφείο- ή Σαμουήλ ή Νεοκλέους, τα ξακουστά της εποχής, ύστερα ακούστηκε το όνομα Λαμπράκης, άλλοι ύστερα έγιναν δικηγόροι, δημόσιοι υπάλληλοι, ραφτάδες άλλοι σε διάφορα επαγγέλματα,  με προσφορά στον αγώνα της ΕΟΚΑ, και σήμερα ακόμα που τους βλέπω, θυμούνται και θυμάμαι, έστω κι αν δεν γνωριζόμασταν τότε, ούτε τώρα ακόμα, εκείνη όμως η ανάμνηση πως πέρασαν από τη γειτονιά ένας αέρας δροσερός μας αναποδογυρίζει τη μνήμη, μαυροντυμένη πάντα, δεν θυμάμαι να είπε κανένας αν ήταν χήρα ή ελεύθερη, ήταν όμως η θκεια Ιουλία, το σπίτι μικρό, μάρμαρο στο πάτωμα, και εσωτερική αυλή, το λιακωτό και δεξιά κι αριστερά κάμαρες για ενοικίαση, με μεγάλο παράθυρο η καθεμιά στο δρόμο, και δέντρα ακόμα στην αυλή έστω μια δυο λεμονιές οι απαραίτητες για κάθε σπίτι, και μικρό παραπόρτι στην Αραχώβης, ένα αδιέξοδο, ένα μέτρο μέτρο πλάτος, τα στενά των Θερμοπυλών, εκεί το κουζινάκι της, ύστερα το σπίτι το αγόρασε άλλη γειτόνισσα, οι διπλανοί στην Αραχώβης, η Θεοδώρα κι ο Μίμης, κι ύστερα ο Αντρέας ο αρχαιολόγος, το μετάτρεψε σε μικρό μουσείο, μια αγάπη που είχε για το λαϊκό μας πολιτισμό, τα πάντα έβρισκες εκεί μέσα, καπνιστήρια και μακούτζια, παλιές καρκόλες και σκλουβέρκα, δεν ξέρει κανένας τώρα τι γίνεται, σπίτι κατάκλειστο από καιρό, όμως όλοι όσοι ζήσαμε εκεί, στη γειτονιά μου, έτσι το ξέρουμε, το σπίτι της Ιουλίας.

Το ένα όνομα σε παίρνει στην άλλη Ιουλία, της Μαννουρούς, ή καλύτερα του Μαννούρη, μάνα της κυρίας Μαρίας Παπαδοπούλου, που άφησε ιστορία στη γειτονιά, η Μαρία, με τη φιλανθρωπική δράση, τη φιλόπτωχο της εποχής, να της κτυπούν την πόρτα για βοήθεια, όποτε και να ‘ ταν, και πρόεδρος στην εκκλησία μας, καλά την κράτησε και αγωνίστηκε γι’ αυτήν, μαζί με τον πατέρα, του στραβού το δίκιο, και τον ψάλτη μας το Λουκή τον ψαρά, στο τείχος επάνω, την Ιουλία τη μάνα της την είχε μια τεράστια φωτογραφία, απόχρωση καφέ,  πάνω από το γραφείο τους, μια αδρή όμορφη γυναίκα της εποχής, με μαλλιά σαν φωτοστέφανο, ένα ελάχιστο που θυμάμαι, ήταν της μόδας τότε να λεν πως το παιδί έπιασε φόβο και πρέπει να του βγάλεις το φόβο, και από τέτοια ήξεραν μόνο οι γύφτισσες, μια μέρα περνά μια από το καντούνι, δεν ξέρω πώς, βρέθηκα καθισμένος πίσω από τη μεγάλη σαν φρουρίου πόρτα μας, μπροστά μου καθισμένη μια τσιγγάνα, κι ένα τάσι με νερό, ρίξε κυρά, έλεγε, κι η μάνα μου έριχνε μπακκίρες, α ρε μάνα κλάππες που έφαες κι εσύ στη ζωή σου! Οπότε μπουκάρει η Ιουλία, και τι κάνεις εσύ εδώ μωρή, την άρπαξε τη γύφτισσα και την πέταξε έξω, ένα φόβο πάντα τον έχω, μην το φιλοσοφήσουμε τώρα και το ρίξουμε στην αγωνία του Κίρκεγκωρ, ή στο τηρείν αυτόν εαυτόν, των Στωικών και του Σπινόζα, να προσέχεις, καλά είμαι, δόξα τω Θεώ, στο τέλος κατάλαβα πως μόνο ο φόβος Θεού είναι απαραίτητος, καλά είμαι και με το φόβο μου και χωρίς. Με το Θεό πάντα.