Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2021

των τριών ιεραρχών

 

Λέει και το συναξάρι της ημέρας, επί Αλεξίου Κομνηνού οι ελλόγιμοι και ενάρετοι άνδρες της εποχής έκαμαν επανάσταση, άλλοι Βασιλείτες, υποστήριζαν πως μεγαλύτερος όλων είναι ο Βασίλειος, άλλοι Γρηγορίτες, αυτοί με τον Γρηγόριο, κι άλλοι Ιωαννίτες, με τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, να ΄ν καλά κι ο Τωμαδάκης που μας τον δίδαξε στη Βυζαντινή Λογοτεχνία, στον ύπνο του βλέπει ύστερα από χρόνια ο Ιωάννης ο Μαυρόπους, επίσκοπος Ευχαΐτων και τους τρεις, άντε, του λένε, μάς βλέπεις πως μπροστά στο Θεό οι τρεις είμαστε ένα, δώσε ένα τέλος στη διάσταση, και ρυθμίζει τα πάντα εν σοφία, καθιερώνει τις 30 Ιανουαρίου γιορτή των Τριών Ιεραρχών, γιόρταζαν που γιόρταζαν όλοι τον Γενάρη, 1, 25 και 27, στο τέλος του μηνός κι οι τρεις μαζί, να πάει το πάσα κακό, και τους γράφει και ύμνους, κανόνες και τροπάρια κι εγκώμια, και δεν ξέρουν κι οι δάσκαλοι τι να κάνουν μια τέτοια μέρα, άλλοι λεν πρέπει να είναι ανοιχτά τα σχολεία, άλλοι αργία, τον καιρό μας το Παγκύπριο μας καλούσε μαθητές να πάμε στον εσπερινό στον Άη Γιάννη, και πηγαίναμε οι γειτόνοι, κι άλλοι, κι έπαιρναν και παρουσίες, χρόνια ύστερα, ήμουν γυμνασιάρχης εκεί, ποιος να πάει; Κανείς! Και μου παραπονιόταν την άλλη μέρα ο μακαριστός Χρυσόστομος, πού ήταν οι μαθητές σας, κύριε; Τι να του πεις; Μάλιστα θυμάμαι χαρακτηριστικά, ήταν μαθητές που έμεναν παλιά στη Λευκωσία, από χωριά, σε σπίτια έμεναν, κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, τους έβαζε γραμμή, δυο τρεις που ήταν, και τους έφερνε στον εσπερινό, στην εκκλησιά μας, τω καιρώ εκείνω, όταν αμαθείς εμείς, δεν ξέραμε ούτε τη λέξη διαπλοκή ούτε τι σημαίνει διαφθορά και άλλα σύγχρονα, καλή ήταν κι η φτώχια κι η αξιοπρέπειά της, πτωχαλαζών, λένε και για τον Παπαδιαμάντη. Να ζήσουν  οι δάσκαλοι, μακαρίζουμε τους δασκάλους μας, τη δουλειά του ο καθένας αν την κάμνει καλά, πάει κι ο τόπος ίσια και προοδεύει.

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

αννα νεοφύτου, λαϊκή λατρεία στην παραδοσιακή κοινωνία της Κύπρου

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ

-LXII-

ΑΝΝΑ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, ΛΑΪΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ. ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

ΛΕΥΚΩΣΙΑ 2020

Η Άννα Νεοφύτου μας έδωσε τον δεύτερο τόμο του έργου της Λαϊκή Λατρεία  στην Παραδοσιακή Κοινωνία της Κύπρου. ‘Ενας μεγάλος τόμος 654 σελίδων με επιμέλεια έκδοσης της ίδιας, φωτογραφία εξωφύλλου «Η πούλλα της Λαμπρής από την Ακανθού» Λούλας Λιασή.

Διαφωτιστικός και περιεκτικός ο Πρόλογος: Όλα αρχίζουν με το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών. Ο πρώτος τόμος της ιδίας συγγραφέως είχε τίτλο « Λαϊκή Λατρεία. Οι Γιορτές του Δωδεκαημέρου» Όπως στον τόμο εκείνο έτσι και σ’ αυτόν το πλήθος των πληροφοριών απομαγνητοφωνήθηκε, διαχωρίστηκε, ταξινομήθηκε. Ο κορμός του κειμένου είναι γραμμένος στην κοινή νεοελληνική και παρεμβάλλονται στην κυπριακή διάλεκτο οι επιλεγμένες μαρτυρίες, μια ζωντανή κατάθεση των απλών ανθρώπων του λαού. Στις υποσημειώσεις δίνονται στοιχεία για τις μαρτυρίες.

Εισαγωγή. Η πρώτη παράγραφος συμπυκνώνει το νόημα όλου του περιεχομένου.

«Τα ήθη, τα έθιμα και οι παραδόσεις του τόπου μας έχουν τις ρίζες τους κυρίως στην αρχαιότητα και το Βυζάντιο και με επιδράσεις από τους διάφορους κατακτητές που πέρασαν από το νησί, συνδέονται σήμερα αλληλένδετα και τελεσίδικα με εκείνα της χριστιανικής θρησκείας.»

Και ακολουθεί όλη η διαδρομή του βιβλίου περιληπτικά ως την Πεντηκοστή.

Όταν μελετήσει κανείς και τους δύο τόμους , αντιλαμβάνεται την ταυτότητα και ενότητα του λαού μας, αφού μπορεί να πει πως, αν διαιρέσουμε τον χρόνο στα δυο, τα έθιμα σχεδόν επαναλαμβάνονται, αφού τα κύρια στοιχεία τους είναι κοινά: το καθάρισμα των σπιτιών, του σώματος και της ψυχής,  οι ετοιμασίες με τα ζυμώματα, τα αυτοσχέδια στολίδια στο σπίτι και οι μεταμφιέσεις, ο ρόλος του νερού, του φωτός και της φωτιάς ως καθαρτηρίων, η θρησκευτική ζωή συνδυασμένη με τη γεωργική- κτηνοτροφική- αλιευτική της εποχής, οι σχέσεις με τους γείτονες Τουρκοκύπριους, ακόμα και οι ξένες επιδράσεις, μερικές  από την Μικρά Ασία, ή η καταγωγή όλων αυτών από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο.

Με γενικές εισαγωγές στο κάθε κεφάλαιο, ώστε να εισπνέουμε το γενικό πνεύμα, με αναλυτική παρουσίαση της κάθε περιόδου ύστερα, με  παράθεση των κυριοτέρων αναφορών από τη συλλογή των συνεντεύξεων, όλα αυτά αποτελούν ένα τεράστιο θησαυροφυλάκιο το οποίο άριστα εκμεταλλεύεται η συγγραφέας και έτσι διασώζονται και γίνονται κοινό κτήμα και στους άλλους όχι μόνο ήθη και έθιμα αλλά ένας τρόπος ζωής, μια γλώσσα με πλούσια ορολογία και ένα πνεύμα, που εν πολλοίς σπάραξε η τουρκική εισβολή.

Μέσα από το έργο προβάλλουν οι αρετές του λαού μας, η καθαριότητα, η εργατικότητα, η οικονομία, η φιλαλληλία, η θρησκευτικότητα, η οικογένεια και η κοινωνική ζωή, οι αγαθές σχέσεις με τους συνοίκους Τουρκοκυπρίους. Στο βιβλίο δίνεται ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο εορτασμού των διαφόρων γιορτών από τους Μαρωνίτες, ένα σημαντικό υποσύνολο της κυπριακής κοινωνίας.

Ο κάθε τόπος με τις ιδιαιτερότητές του, η κάθε κοινότητα με τη φυσιογνωμία της, όλα παραλλαγές του ίδιου μεγάλου πνεύματος των γιορτών, πρώτα με τις νηστείες και τις προσευχές κι ύστερα με τα εκρηκτικά χαρούμενα γιορτινά ξεσπάσματα της ανοιξιάτικης φύσης και του Πάσχα.

Κι αναλογιζόμαστε πάλι τις επιπτώσεις της τουρκικής εισβολής, την καταστροφή και κατάληψη όχι μόνο των τόπων μας αλλά την κατασπάραξη της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, του τρόπου ζωής και του ήθους των ανθρώπων, πράγματα που δεν θα επανορθώσουμε, εφόσον η Τουρκία επιδιώκει το χωρισμό των ανθρώπων, με βάση τη θρησκεία και τη γλώσσα και την εθνότητα, αρχές που αντίκεινται στο πνεύμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της παγκόσμιας ειρήνης και συνεργασίας, του σεβασμού τα άλλου, όποιος κι αν είναι.

Το βιβλίο της Άννας Νεοφύτου «Λαϊκή Λατρεία στην Παραδοσιακή Κοινωνία της Κύπρου. Οι Γιορτές του Πάσχα από τις Αποκριές μέχρι και την Πεντηκοστή» μας επανασυνδέει με τις ρίζες μας και με τη γνησιότητα των ανθρώπων της Κύπρου.

Στέλιος Παπαντωνίου

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

του Μακρυγιάννη

 Του Μακρυγιάννη

Μέσα μέσα έχουμε τον τρόπο μας να καθαριζόμαστε από τους ρύπους της πολιτικής και μουμουεμικής περιβάλλουσας, ο Μακρυγιάννης είναι μια κολυμβήθρα γνησιότητας, βγαίνουν τα λόγια του μέσα από την αγράμματη αλλά μορφωμένη ψυχή του, την πείρα της ζωής, τους αγώνες του για το έθνος. Ένα τέτοιο ωραίο του είναι το :
«Εβάλατε και νέον αρχηγό στο φρούριο της Κόρθος» γράφει στους πολιτικούς της εποχής. «Αχιλλέα τον έλεγαν, λογιότατο. Κι ακούγοντας τ’ όνομα Αχιλλέα, παντυχαίνετε ότ’ είναι εκείνος ο περίφημος Αχιλλέας. Και πολέμαγε τ’ όνομα τους Τούρκους. Δεν πολεμάγει τ’ όνομα ποτέ, πολεμάγει η αντρεία, ο πατριωτισμός, η αρετή. Κι ο Αχιλλέας ο δικός σας, ο φρούραρχος της Κόρθος, λεβέντης ήταν, «Αχιλλέγα» τον έλεγαν. Είχε και το κάστρο εφοδιασμένο απ’ τ’ αναγκαία του πολέμου, είχε και τόσο στράτεμα. Όταν είδε τους Τούρκους του Δράμαλη από μακριά – και ήταν και καταπολεμισμένος από Ρούμελη, από Ντερβένια – βλέποντάς τον ο Αχιλλέας άφησε το κάστρο κι έφυγε, απολέμιστο. Να ήταν ο Νικήτας έφευγε; ο Χατζηχρήστος και οι άλλοι; Όχι βέβαια. Ότι τον καρτέρεσαν αυτοί το Δράμαλη στον κάμπο και τον αφάνισαν· όχι σ’ εφοδιασμένο κάστρο, και σαν τον κάστρο της Κόρθος» ( Β’ 59 -60).
Φαίνεται πως ακονίζονται σπαθιά, έτοιμοι πολλοί για εκλογές βουλευτικές, τ’ όνομα, λέει Μακρυγιάννης, δεν είναι αυτό που θα μας κατευθύνει, αλλ΄η αξία η πραγματική, όσο μπορούμε να κρίνουμε. Γιατί, κακά τα ψέματα, θυμώνουν πολλοί και τα βάζουν με παπάδες και ψαλτάδες γιατί λέει το τροπάριο «νίκας τοις βασιλεύσι» κι αυτοί δυσανασχετούν και επαναστατούν, άλλοι το κάνουν «ευσεβέσι» κι άλλοι αλλιώς, ότι όμως στο βάθος πολλοί είναι βασιλικότεροι του βασιλέως δεν το συναισθάνονται.
Ο Καραμανλής έφερε Καραμανλή, κι ο Παπανδρέου Παπανδρέου και κόντρα Παπανδρέου κι ο Μητσοτάκης Μητσοτάκη και Μητσοτάκαινα, κι ο Κυπριανού Κυπριανού κι ο Παπαδόπουλος Παπαδόπουλο αν όχι και Γιωρκάτζη. Αυτά όμως δεν μας πειράζουν, εμείς είμαστε δημοκρατικοί άνθρωποι, δεν είμαστε της κληρονομικής εξουσίας, αναμφίβολα, μα το μάθημα του Μακρυγιάννη μην το ξεχνάμε. Δεν είναι από το όνομα που θα κρίνουμε την αξία. Αν αξίζουν, χαλάλι και τα ονόματα.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

Κυριάκου Αναγιωτού Ιπποστάσιο

 

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΝΑΓΙΩΓΟΥ, ΙΠΠΟΣΤΑΣΙΟ

Η ποίηση του Κυριάκου Αναγιωτού είναι ελκυστική, έξυπνη, πρωτότυπη εν πολλοίς, λακωνική, δεμένος και δουλεμένος ο στίχος και το σύνολο, με μεταφορές, παραβολές και συμβολισμούς. Κρυπτική μπορεί να χαρακτηριστεί, γιατί κάτω από τον ωραίο και ώριμο λόγο του κρύβει την πίκρα της πατρίδας, του αγνοούμενου, των στρατιωτικών επιχειρήσεων με τα θλιβερά τους παρεπόμενα, όμως το όνειρο ή το όραμα για το φως και το καλύτερο ζωγραφίζεται φωτεινό και λάμπει. Χαρακτηριστική η αποδοχή των αναπότρεπτων με τη φιλοσοφική ενατένιση ή του χρόνου που παρέρχεται ή της ταυτότητας που παραμένει η αυτή μέσα στις αλλαγές της. Με το ποιητικό του οπλοστάσιο κρύβει βαθύ πόνο, πίκρα και οδύνη. Οι εικόνες όμως-  παραπλανητικές-  σκεπάζουν ευλαβώς ή χαριέντως τα μηνύματα. Ήρεμος στη φιλοσοφική ενατένιση της ζωής, σκάπτει ένδον, αναλύει την πορεία της ζωής και ανέρχεται πέραν των προσωπικών στο πανανθρώπινο.

Η συλλογή του Ιπποστάσιο αρχίζει με το ομότιτλο ποίημα, λόγος πυκνός, μεταφορικός, ρυθμικός, η λογική απηχεί γνωστά ήθη χριστιανικά, μια αδιόρατη ειρωνεία, ο μεταφορικός λόγος συνδυασμένος με τη φυσική δροσιά, αξίες και αρχές ή ιδανικά, εσωτερικός πλούτος, αγκωνάρια του βαθύτερου εαυτού, με τάσεις διαφυγής, σε μια ήρεμη συνομιλία ή εξομολόγηση με και προς τον αναγνώστη.

Κάποτε απελπισμένος, γιατί δεν επικοινωνεί, παρά την προσπάθεια, με μόνη τη σιγή να υφαίνει τον άρρητο λόγο. Η ζωή κι ο θάνατος συνταιριασμένα και ποιητικά δοσμένα, οδός άνω και κάτω μία και η αυτή, απόηχοι του πολέμου, μα βαθιά η νοσταλγία του φωτός, πέρα από τις θυσίες και τις εκρήξεις, με τη φύση να μετέχει στη συγκίνηση.

Κάποτε ειρωνικός απέναντι στον υβριστή και στον επιφανειακό ζητητή των στιλπνών, βέβαιος όμως για το τέλος. Η νεότης και το γήρας, εικόνες ευφροσύνης και αποδοχής, σφρίγους και σταφιδώματος, με την μνήμη υπερπλήρη και τη φαντασία παιχνιώδη αντιμετωπίζει την πραγματικότητα την οποία, είτε αποδίδει ευκρινώς είτε πίσω από πολυσήμαντες λέξεις και εικόνες ή με συμπυκνωμένη σοφία: «χωρίς κέντρο και ακτίνα δεν ορίζεται κύκλος», που μπορεί να υπονοεί την επιστήμη, την τέχνη, προπάντων όμως την πολιτική μας κατάσταση με την στρατιωτικομαθηματική ορολογία.

Η συνύπαρξη τραγικού και κωμικού, των αντιθέτων που οδηγούν στο απρόσμενο ξάφνιασμα κεντρίζουν τον αναγνώστη. Συγκινητικές στιγμές από τη ζωή των συγγενών των αγνοουμένων, τον πόλεμο και την ειρήνη, το παρελθόν και το παρόν, εκφράζουν τον βαθύτερο εαυτό που διερευνά επίμονα, άχρι θανάτου, ελπίζοντας στην ενδοσκοπική διέξοδο.

Φαινόμενα της κοινωνικής μας ζωής, η επιφάνεια και το ανύπαρκτο βάθος, χωρίς αυστηρές συστάσεις ή επικρίσεις, υποκρύπτουν τον ευγενικό, υπομονετικό, φιλοσοφημένο ποιητή με την αποδοχή των άλλων ως έχουν.

Τα ποιήματα στην Κυπριακή διάλεκτο στο τέλος, συγκινητικά, σε εύπλαστη γλώσσα, κλείνουν μια μικρή ποιητική συλλογή, διαμαντάκι επικοινωνίας.

Στέλιος Παπαντωνίου

 

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2021

Ο Δεσπότης στο χωριό

 Ο ΔΕΣΠΌΤΗΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Θα ήταν γύρω στο 1958, ήδη ο Χρίστος Τσιάρτας ήταν γνωστός ήρωας της ΕΟΚΑ, κάτω από το σπίτι του ή του Στεφανή το ξενοδοχείο, ήταν η είσοδος του χωριού, εκεί συγκεντρώθηκαν όλοι, ξένοι και δικοί για να υποδεχτούν τον μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανό, τότε ο Πολύστυπος υπαγόταν στη μητρόπολη Κερύνειας. Ήρθε το μαύρο αυτοκίνητο από την Άλωνα, έστριψε την κρυάβρυση, ο παπάς με το ευαγγέλιο και τα παιδιά με εξαπτέρυγα, μουχτάρης κι αζάδες και τουρκόπουλος, έτοιμος ο δάσκαλος να τον καλωσορίσει, κατέβηκε ο δεσπότης, άρχισε ο δάσκαλος, είπε αρκετά, του δεσπότη όμως δεν του άρεσαν και του έκαμε παρατήρηση, «για την ένωση δεν είπες τίποτε, αλλά κανένας δεν δαγκώνει το χέρι που τον ταϊζει», κάπως έτσι του το είπε, ήταν ευθύς ο δεσπότης, δεν είχε κανένα να φοβηθεί, ο δάσκαλος όμως στεναχωρέθηκε. Την άλλη μέρα στην εκκλησία του άη Νικόλα λειτουργούσε, ιερέας ήταν αυτός που κατοικούσε στην είσοδο του χωριού από τον απόστολο Ανδρέα δεξιά το σπίτι, έψαλλε ο Ξενής, στο ιερό ο γιος του ο Γιώργος, καλοκαίρι ήταν, χοντρός όμως ο δεσπότης άρχισε να ιδρώνει, ανοίξτε τις πόρτες, έγινε, ανοίξτε τα παράθυρα, σβήστε τα κεριά, σβήστε τις καντήλες, όλα έγιναν, κι έβγαλε λόγο βροντερό που τέλειωσε με το «Και καλήν ελευθερίαν». Ήταν στη δεξιά σειρά των σκάμνων η μάνα του φίλου μου του Φύτου, τώρα ίσως να βρίσκεται στην Αφρική ο φίλος, η μάνα όμως ανοιχτόκαρδη, λέει στις παριστάμενες, να μην ακούσει ο δεσπότης, «Εσύ καλήν ελευθερίαν, εμείς δεν είμαστε γκαστρωμένες». Κι έμεινε ο λόγος στα καφενεία και το γελούσαν αργότερα.

Τζο Μπάιντεν

 

ΤΖΟ ΜΠΑΪΝΤΕΝ

Δεν μιλώ για την πολιτική που θα ακολουθήσει ο Μπάιντεν στο κυπριακό ούτε καλώ κανένα να χτυπήσει καμπάνες, πέρασαν τα χρόνια και μάθαμε πως η κάθε χώρα το συμφέρον της υπηρετεί και αυτό πρέπει να κάνει, όμως δεν αφήνω απαρατήρητο πως στη χθεσινή ορκωμοσία του έφερε τον πάστορά του να διαβάσει ευχή και την ώρα εκείνη απαξάπαντες έδειξαν τον δέοντα σεβασμό συμπροσευχόμενοι οι πολλοί, ύστερα ορκίστηκε έχοντας την αριστερή παλάμη στη Βίβλο, την οικογενειακή του, και στην ομιλία του επικαλέστηκε τη βοήθεια του Θεού, γιατί ως άνθρωπος ακόμα και πλανητάρχης εμφανίστηκε ταπεινός, αναγνωρίζοντας ύψιστη άλλη δύναμη που ρυθμίζει τα σύμπαντα.

Ας μην προβούμε σε συγκρίσεις, την απαξίωση του θρησκευτικού όρκου από πολλούς εν Ελλάδι, που διαγράφουν τον χριστιανισμό, την ώρα που η πιο πολυπολιτισμική χώρα του κόσμου, η Αμερική, άλλη οδό δείχνει, του σεβασμού του θρησκεύματος του καθενός. Πόσο ηχηρά κενά ακούγονται τα εδώ συνθήματα, «κατεβάστε τις εικόνες από τις τάξεις, δεν είναι χριστιανικά τα σχολεία μας, κλείστε τα εκκλησάκια, προκαλούν τους μωαμεθανούς μαθητές» και άλλα τρελά και τραλαλά, από δημοσιογραφίσκους και ηγετίσκους. Ο Μπάιντεν έδωσε ένα μάθημα χτες στην ορκωμοσία του. Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω.  

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2021

ετσι πολέμησε

 

ΕΤΣΙ ΠΟΛΕΜΗΣΕ

Δεν ξέραμε τον άνθρωπο, φοιτητής δεν ήταν, στα καράβια δούλευε, αλλά μόλις άκουσε πως πάμε Χαλκίδα για στρατιωτική εκπαίδευση το 64, κι αυτός μαζί μας, ήταν παλιός αντάρτης της ΕΟΚΑ, μόλις άκουγε κάτι καινούργιο, έβαζε τον σταυρό του ο άνθρωπος , «δεν ξέραμε τίποτε εμείς τότε στον αγώνα», έλεγε, «μόνο να κρατάμε το όπλα και να ριχνόμαστε στη μάχη, πολλές φορές κάναμε και τα αντίθετα από όσα μας λένε τώρα εδώ στο στρατόπεδο», κι εμάς καρφώνονταν τα λόγια του στη μνήμη, χωρίς καμιά εκπαίδευση, χωρίς μάχιμο στρατό, χωρίς πολεμοφόδια, έτσι πολέμησαν τότε οι δικοί μας, με την καρδιά και  μόνο, κι ύστερα που ήρθε η εκπαίδευση κι ο νους κι η λογική και τα όπλα από τις ξένες χώρες και φτιάξαμε στρατό και πηγαίναμε ως τα εξήντα μας σχεδόν, θαυμάζαμε εκείνους τους «ανίδεους» που κινούσαν στη μάχη με την καρδιά και μόνο, «καρδίαν καθαράν, και πνεύμα ευθές». Έτσι πολέμησε η Κύπρος τον Εγγλέζο.