Τετάρτη 11 Απριλίου 2018

ΡΑΦΑΗΛ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΣ


ΡΑΦΑΗΛ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΣ
Πάντα καθυστερημένο, έστω και μια μέρα, σήμερα Τετάρτη του Πάσχα, πού τριγύριζε  χτες το μυαλό σου, Τρίτη του Πάσχα γιορτάζουμε, καλά εμείς σας λιτανέψαμε από το μεσημέρι της Κυριακής, δυο τρεις πιστοί, πάντα οι ίδιοι, κι αν πάει κανείς για αεροδρόμιο, τότε καταλαβαίνουμε τι σημαίνει απουσία, αφού δεν βρίσκουμε αντικαταστάτη, στο σχολείο περιμένουν κάποτε καιρό, μερικές φορές τους στέλλουν για να μη φωνάζουν οι γονιοί, μα διαμαρτύρονται τα παιδιά, τόσο αντιπαιδαγωγοί, να μην καταλαβαίνουν την αξία της κενής, έτσι λοιπόν, όσοι βρισκόμαστε δεν ψάχνουμε καν εικόνα, έχουμε δυο, μια μεγάλη και μια μικρή, ασυνεννοησία;  κι αν θέλει ο πιστός να κάμει μια εικόνα γιατί τάχτηκε, τι να του πεις και ποιος να το πει, έτσι λοιπόν κι εσείς, μαζί βρεθήκατε κι οι τρεις, δε σας απαθανάτισαν την ώρα του μαρτυρίου σας, σαν τον Πρόδρομο με το κεφάλι στο πιάτο,  ούτε και μιλούν τα πρόσωπά σας για τα βασανιστήρια, μόνο το καλό μονολογείτε, την αδικία των μεγάλων έναντι των μικρών, όταν τα λες αυτά δε φοβάσαι πως θα σε χαρακτηρίσουν «μισαλλόδοξο, ρατσιστή», όχι βέβαια, τρεις άγιοι της Λέσβου, ίσως και τώρα να τριγυρίζουν στην παραλία και να συλλέγουν μισοπνιγμένους, η γείτων έγινε θρασεία, ούτε σκέφτεται πως θέλουν όλοι τη λευτεριά τους, αυτή λέει να ξυπνήσει μια μέρα νεοθωμανική αυτοκρατορία κι ας αποκόψουν οι άλλοι τον αυχένα, μόνοι τους, ή με τη συμπαράσταση των στρατηγικών εταίρων και συμμάχων τους, τέτοια ακούμε κάθε μέρα, κι εσείς όχι μόνο στη Λέσβο μα και στην πιο απόμακρη γωνιά του ελληνισμού και της χριστιανοσύνης γίνατε γνωστοί, το όνομα Ραφαήλ ή Ραφαηλία ή Ραφαέλλα πολύ άγνωστο ήταν παλιά, για ιταλούς έπαιρνε κανείς τους φέροντας, σήμερα κοινό κι αυτό, ύστερα από τόσα θαυμαστά που ο κόσμος ακούει και διαβάζει, εμείς όμως ακόμα περιμένουμε, «και περίμενε τον Τούρκο να την πάρει» λέει ο Παλαμάς στο Δωδεκάλογο, αλλά αυτά είναι βλάσφημα πράματα, κανένας δε θέλει να υποδουλωθεί, ο Θεός του έδωκε νου για να βρίσκει τρόπους να ελευθερώνεται, γι’ αυτό λέω, νου μπορεί πολλοί να έχουν και με πτυχία και αποδεικτικά ατράνταχτα στοιχεία, για να μείνει όμως κανείς ελεύθερος ή και για να αποκτήσει την ελευθερία του δεν αρκεί ο νους, θέλει και καρδιά, ή όπως το ΄λεγε ο αξέχαστος φίλος μου, ο Θουκυδίδης, «το εύδαιμον το ελεύθερον το δε ελεύθερον το εύψυχον».
Σας έχουμε μαζί μας ή δεν σας έχουμε; Από μας εξαρτάται; ρωτά η Ειρηνούλα. Από σας βέβαια, πετάχτηκαν κι οι τρεις.
  

Τρίτη 10 Απριλίου 2018

ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ


ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ
Μια χρονιά βρέθηκα στο Βουνό, Μεγάλη Βδομάδα, είχαν συναχτεί στην εκκλησιά αρκετά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, κάναμε πρόβες να ψάλλουμε τα εγκώμια, Η ζωή εν τάφω και Αι γενεαί πάσαι, ήταν μια καλή προσπάθεια, κι ύστερα αρκετά αγριολούλουδα υπήρχαν στο χωριό, μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες και στους κήπους άλλα πολύχρωμα, στολίσαμε και τον επιτάφιο,  ψάλλαμε το βράδυ, την άλλη μέρα, Σάββατο πρωί ο κόσμος πήγαινε δουλειά,  μόνοι μείναμε, ο Τζώρτζης, ο Γιαννακός, τα εγγόνια του  παπά, ο Κώστας της Αλεξάντρας ο Κώστας κι ο Αλέκος της Ξενούς.
Ήρθε η Κυριακή το μεσημέρι, τις περισσότερες φορές γιόρταζε το χωριό τον άγιό του, του Αγίου Γεωγίου, λιτανεία μεγάλη έξω από την εκκλησιά τη μεγάλη εικόνα του στρατηλάτη, κακοτράχαλα ήταν έξω κοντά στα σπίτια του παππού παπά, και με το τέλος, στον περίβολο οι άντρες, κι οι γιορτάρηδες με τη μπουκάλα το κρασί και το ένα ποτήρι, να κερνούν και στο πανέρι χαλλούμι και κουλούρι, να ζήσετε χρόνια πολλά κι από χρόνου.
Κατά το απόγεμα, ήταν ένα σπίτι πλιθαρένο με μεγάλο ηλιακό, βολίκια πάνω, πλάκες της Αθηαίνου κάτω, του Ηλία, ύστερα ο θείος Κυριάκος το αγόρασε κι έκτισαν το σπίτι της Μαρούλλας του Αντρέα του Αργυρού, κρεμούσαν με σκοινί μια σανίδα δίμετρη από τη μια και από την άλλη, κι άρχιζαν το κορίτσια το τραγούδι και το πήγανε έλα στη σούσα, παρακολουθούσαμε λίγο, φεύγαμε για τις θείες.
Η Ξενού πιο κάτω έκαμνε ωραία κουλούρια με στολίδια, μικρά ζεμπίλια με κόκκινα αυγά, κουκλάκια, κρέμαζε κουλούρες στον τοίχο, και στολίδια με στάχυα, της Αλεξάντρας ο φούρνος ήταν στις δόξες του, πολλά παιδιά, πολλά ψωμιά, κουλούρια, βλαούνες, απλωμένα στο τραπέζι και σκεπασμένα με ρούχο. Χαρά Θεού.

Σάββατο 7 Απριλίου 2018

Εν σοφία


Εν σοφία
Καλά λέω, αν αμάρτησα, αμάρτησα εγώ που το ΄γραψα, δεν αμαρτάνεις κι εσύ που το διαβάζεις, εκτός αν σκανδαλίζεσαι λόγω αγνοίας, ουδείς εκών κακός, αλλά τέτοια μέρα θες να πεις δεν θα θυμηθώ τον Αναστάση, o ένας με τα τσιπς, ο άλλος, ο παππούς του φίλου μου του Τάσου στο Ακάκι, με τη βράκα, τη μαντήλα στο κεφάλι, αθανατίστηκε σε γεωργικές εργασίες,  ανέμιζε στο αλώνι, σε ντοκιμαντέρ του Ρικ, εκεί όμως ψηλά στη γειτονιά μου,  ανεβαίνει φιγούρα χρόνια τώρα,  σαν βγαλμένος από πίνακα του Γκρέκο, με τη σημαία στο χέρι, επαναστάτης στη ζωή, επαναστάτης στον Άδη, με τα κόκκινα, με τα λευκά, έτσι κι ένας άλλος σε φωτογραφία του Ηρακλείδη, πολύ επιτυχημένη γιατί τη συνηθίσαμε και χώρια της δεν κάνουμε, το καινόν και κενόν μνημείο κάτω ριγμένο, κάτασπρο, κι αυτός αναδύεται από τον τάφο, στους ουρανούς φαίνεται, μια μέρα ήρθε η Ασπασία, λέει, εγώ θα σας φέρω μια άλλη εικόνα του, του Φώτη, μαθηματικός είναι αλλά φωτοζωγραφίζει ωραία, κι έτσι έχουμε δυο, η δεύτερη, συνήθης βυζαντινή εκδοχή, όποιαν προτιμάτε, εμείς προσκυνούμε και τις δυο, και στη λιτανεία, να βρεθεί ένας άνθρωπος μόνο, για να την κρατά στην αγκαλιά, σαν μικρό παιδάκι, κάποτε μένουμε μόνοι, παπά έχουμε, ψαλτάδες, νεωκόρο και βοηθό του ακόμα, μένουμε όμως από εκκλησίασμα. Αντέχουμε και κρατάμε όμως. Αυτό έχει σημασία.
Σαν σήμερα, από τις έξι το πρωί ήταν έξω από την οικία Κασσιανού, περίμεναν να ανοίξει, το χάρηκαν, χτύπησαν σκάμνους, έπεσαν τα μαύρα, άλλα τα της Παρασκευής, νόμιζε κανείς πως παν στις υπεραγορές, τόσος κόσμος, κι όμως προσκύνημα στους επιτάφιους ήταν, φαίνεται πως καθιερώθηκε για καλά το έθιμο, λέει κι ο φίλος μου και συνεργάτης Πέτρος, από τις δυο το μεσημέρι κι ύστερα η Λευκωσία πατείς με πατώ σε, ναι, λέω, όπου περνάς σταματάει η κυκλοφορία, χαίρεται το έργο μας ο άνθρωπος του Θεού, και τη επαύριον, σκάμνοι, χαρές, καλό, έχουμε ψάλτες της μιάς νυχτός, έχουμε κι εκκλησίασμα της μιάς ημέρας, και γιατί όχι, μόνο να μη μας έκαμναν και παρατήρηση, βάλτε καμιά τάξη εδώ μέσα, λέει ένας, βρε, μια φορά τον χρόνο που έρχεσαι στον οίκο, παρατήρηση θα μας κάμεις, είναι όμως οι μέρες, είναι κι η αγάπη, καλά να περάσουν οι άνθρωποι, ας παίξουν και λίγο τον έξυπνο, δεν χάθηκε ο κόσμος, όπως εκείνος ο άλλος που μου λέει, πήρα το βιβλιαράκι σου, το διάβασα αυθημερόν, φιλόλογος άνθρωπος πώς σου ξέφυγαν δυο ορθογραφικά λάθη, ένα λέει στην οδός, το άλλο το ξέχασα, βρε λέω, είναι και η έκδοση, έγινε το 1918, αν δεν έχει λάθος ένα βιβλίο είναι απάνθρωπο, πάντως το μήνυμα, λέει, είναι πως με τη θρησκεία είμαστε συγχυσμένοι. Ωωωωωω, γιατί διαβάζεις τόσα βιβλία βρε!
Άντε και καλή ανάσταση. Κι άνοιξε τα μάτια και την καρδιά, να χαρείς. Δεν έχει λάθος.
Τα πάντα εν σοφία εποίησεν.

Τρίτη 3 Απριλίου 2018

Ο Θάσος


Ο Θάσος
Περίεργο, ούτε ο Αθανάσιος ούτε ο Κύριλλος πέρασαν από το φωτογραφείο Ηρακλείδη, δεν έχουμε στο λεύκωμα καμιά φωτογραφία τους, Αλεξανδρινοί πατριάρχες, όχι βασιλείς, με δυνατά επιχειρήματα, με λόγο ικανό να τσακίσει κόκαλα, από την Αλεξάνδρεια περάσαμε, ήταν ένα πλοίο, για να φτάσει στην Κύπρο περνούσε κι από τη γειτονιά τους, λέμε και γιατί όχι, ευκαιρία ζητούσαμε το φοιτηταριό, να δούμε ξένους τόπους, ακόμα και στην Ελλάδα τα ίδια κάναμε, μια φορά ο Παπανδρέου να κάμει λέει ανένδοτο αγώνα, κι ας πάμε μαζί του είτε στις προεκλογικές του είτε στον αγώνα του, ταξίδι στην Πελοπόννησο, δωρεάν έλαβον, ωραία περνούσαμε, γνωρίζαμε πατρίδες, πατριώτες και πατριώτισσες, έτσι και με την Αλεξάνδρεια, και να κατεβούμε από το πλοίο, σε καμπίνα ήμασταν, από τα σπάνια, κατάστρωμα δεν είχε; Και να μας τρέχουν ξωπίσω με τα παζάρια, πάρε κι από κείνο κι από τούτο ένα τσούρμο οι πωλητές, και μια άμαξα να περιδιαβάσουμε την πόλη κι εδώ η νέα κι εκεί η παλιά, ο Θανάσης ήταν παλιός ναυτικός, τα εγγόνια του πήραν απ’ αυτόν, ήθελαν να γίνουν καραβοκύρηδες, ο δικός μας όμως, ο Θάσος, δήλωσε και στο Φιλελεύθερο κάποτε που του έκαμαν το πορτρέτο πως θα ήθελε να γίνει ψάλτης, τέτοιες μέρες ήταν μαζί μας πάντα και πάντα. Πήγαινε στο αριστερό ψαλτήρι, και μαζί του και τα ξαδέλφια και ο μεγάλος αδελφός, συγγενείς και φίλοι, μια χορωδία τη Μεγάλη Παρασκευή αυτός τη διεύθυνε, κοφτό το δό- ξαπατρί- καιυιώ- και αγιωπνευ- ματι, τους μάζευε πάνω στα κατηχούμενα, όλους τους ψάλτες της μιάς νυχτός,  στον ίδιο τόπο ήμασταν και στα δέκα και στα είκοσι, η νεολαία των εβδομήντα χρόνων, κι ύστερα ερχόταν πάντα στο δεξί να  πάρει τα συγχαρητήρια, ωραία ήταν «κι από χρόνου», η καθιερωμένη ευχή του Αλέξαντρου, του μεγάλου. Ψάλτη. Μια μέρα μου λέει, ξέρεις,  ο Θάσος με πήρε με τη μοτόρα στο χωριό και μ’ έφερε στην ώρα μου Κυριακή του Πάσχα, άλλες χρονιές πήγαινα με το ποδήλατο και καθυστερούσα, γι’ αυτό κι αναλαμβάνατε εσείς τον κανόνα, ήσασταν καλοί μικροί, και στο άσπιλε αμόλυντε, και στα μεγαλοβδομαδιάτικα, σαν σήμερα μεγάλη Τρίτη πάντα θα ήταν μαζί μας για το μεγάλο εκείνο τροπάριο της Κασσιανής, μια χρονιά μας ζήτησε ο Καλλίνικος να πάμε στο σπίτι του να κάμουμε πρόβες να ψάλλουμε μαζί, μια και μοναδική όμως ήταν, εμείς τον Κασσιανό μας δεν τον αποχωριζόμαστε. Κάποτε ο Μακάριος ήρθε στην εκκλησιά μας, πρωτοχρονιάτικο ήταν το έθιμο, εδώ να λειτουργεί, και του φέρνει τον Καλλίνικο να ψάλλει, ποιος είδε τον Αλέξαντρο και δεν τον φοβήθηκε, πήγε κατ’ ευθείαν στο ιερό, άκου δέσποτά μου εδώ εγώ είμαι ψάλτης, ούτε Μακάριος ούτε εθνάρχης ό τι και να’ ταν μην τον θίξεις, και με το δίκιο του, δεν βρίσκονται εύκολα τέτοιοι ψαλτάδες. Κι ο Θάσος λοιπόν τέτοιες μέρες πάντα στην εκκλησιά, και με τα παιδιά και με τη γυναίκα, ήταν καιροί που η γειτονιά ήταν γεμάτη, κάθε οικογένεια και τη θέση της, εδώ η Κατσουρού, εκεί η Γαλατού του Σταυρή, κι η Μαρία του Κωστάκη,  ξέραμε πού κάθεται ο καθένας κι η καθεμιά, κι ο Θάσος με τους θείους του Σωτήρη και Κόκο και Μίκη, μια οικογένεια ψαλτάδες, το Μεγάλο Σάββατο ιδιαίτερα ήταν κατάδικό τους τον Κύριον υμνείτε, αξέχαστα. Πώς τον χάσαμε ο Θεός ξέρει, μην τον δεις, μου έλεγαν τα αδέλφια του, καλύτερα να διατηρήσεις την εικόνα που είχες, όταν ήλθε στην Αθήνα για εκπαίδευση ως δόκιμος ανθυπολοχαγός, μαζί μας έμενε, κι ύστερα έδινε εξετάσεις μια φορά το χρόνο, στη Νομική είχε γραφτεί, ήταν περίοδος που τον παρακολουθούσαμε και στην τηλεόραση να εκφωνεί τις ειδήσεις, και εδώ γραμματέας κι εκεί πρόεδρος, κάτι ταξιδιωτικά και πρακτορεία, δεν βλεπόμαστε τακτικά, αλλά τέτοιες μέρες, δεν κάναμε χωρίς το Θάσο, Αθανασίου και Κυρίλλου γιόρταζε, μια ενθουσιώδης αγκαλιά να χωρά πολλούς, φωτογραφία όμως ακόμα στο λεύκωμα του Κασσιανού δε βρήκαμε. Κι όμως, έπρεπε να υπάρχει.
Στέλιος Παπαντωνίου

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2018

Ο Πολύστυπος των παιδικών μας χρόνων


Στέλιου Παπαντωνίου

Ο Πολύστυπος των παιδικών μας χρόνων

Πώς βρεθήκαμε στον Πολύστυπο, ήταν η Αντιγόνη Βιολάρη, είχε τον άντρα στην Αυστραλία, της έστελλε χρήματα, ο πατέρας εργαζόταν στην Μπάρκλεϋς, τη βοηθούσε να τα εξαργυρώσει, γνωρίστηκαν, ελάτε να γνωρίσετε και το χωριό, γέμισε τις βαλίτσες η μάνα, πάμε εκεί απέναντι από το παλιό Δημαρχείο λεγόμενο, ήταν το λεωφορεία της γραμμής, πρώτος και καλύτερος ο Χριστόφορος ο βρακάς, γνώριζε τα πάντα του λεωφορείου, ο καλύτερος σιωφέρης, κάναμε ταξίδι τουλάχιστον δυο ώρες, να περνάμε μέσα από Αληθινού και Λειβάδια, εκεί πάντα του μακαριστού δασκάλου της ψαλτικής Θεόδουλου Καλλίνικου το αυτοκίνητο  σε μια στροφή, εκεί έβγαζε τα καλοκαίρια, συναντούμε πρώτα το εκκλησάκι του αποστόλου Αντρέα κι ύστερα από τη μεγάλη στροφή – όλο στροφές ο δρόμος- ανεβαίνουμε στο χωριό, από τα πρώτα δεξιά το σπίτι του παπά, αριστερά για κάμποσα χρόνια έμενε ο γιατρός Δημήτρης Πρωτοπαπάς. Στο ανέβα κοντά στο καφενείο του Αχιλλέα του μουχτάρη μας παίρνουν ξωπίσω τα παιδάκια, ξυπόλητα με παντελόνια τρία τέταρτα, αντί ζώνη πολλοί χρησιμοποιούσαν το φιτίλι, το λεωφορείο κουβαλούσε ψωμιά, κι ό τι χρειαζόταν το συνεργατικό παντοπωλείο, δίπλα στο καφενείο του μουχτάρη, τότε αν δεν απατώμαι εκεί ήταν ο Ξενής, ψάλτης και πατέρας του αγνοούμενου από το 1958 περίπου γιου του που  ήρθε στη Λευκωσία να δουλέψει και χάθηκε, ήταν το παιδί που τρεχτό κάθε μέρα πήγαινε να ανάψει τα καντήλια του αποστόλου Αντρέα, εμείς τον περίπατό μας.

Κοντά στο σπίτι που μέναμε, του Χριστοφή κοντά, ήταν της Αντιγόνης του Βιολάρη, με τον Αντρίκκο και τον Τάκη και τη Στέλλα κάναμε παρέα, η Αντιγόνη πήγαινε στο χωράφια, τα πρόσεχε η μάνα μου, άλλο σπίτι κοντά ήταν της Ηλιούς αριστερά και του μακαριστού αγνοούμενου Αργυρού δεξιά, λίγο πιο κει από της Ηλιούς ήταν της Παρασκευούς αδελφής του Ροδή, ο Ροδής εργαζόταν τότε στο Τρόοδος, τουριστικά, ερχόταν κι όλοι παρακολουθούσαμε το πρωινό τελετουργικό, καμιά δεκαριά σαπουνιές στο πρόσωπο τη μια πίσω από την άλλη, καλότατοι άνθρωποι, τον συνάντησα κι αργότερα πενθερό του φίλου Ξενή των υδραυλικών και θερμαντικών εγκαταστάσεων. Λίγο απέναντι από της Ηλιούς ήταν μια πράσινη πόρτα, ο Κώστας της μαμμούς κι η μαμμού βέβαια, κι ανεβαίνοντας, απέναντι από του Αργυρίδη κοντά στο σημερινό συνεργατικό ένα παιδάκι παράλυτο, με ειδικές ανάγκες καθισμένο στην καρεκλίτσα ασφαλισμένο.

Ολημερίς παίζαμε με τα παιδιά, πηγαίναμε στην κρυάβρυση να φέρουμε νερό με την κουκκουμάρα, ήταν ένα μικρό δρομάκι διασχίζαμε, βρισκόμαστε εύκολα στο νερό, άλλες μεγάλες εξορμήσεις ήταν στη Βρύση των Πουλιών, τότε πηγαίναμε με το καλαθάκι μας, να κάτσουμε να φάμε κάτω από τις φουντουκιές, ωραία μου πουλάκια κελαηδήστε, μια μέρα αποφασίσαμε και ανάβαση πήγαμε στον Αγρό, πιο μεγάλοι στην ηλικία.

 Δεν υπήρχε τότε ηλεκτρικό στο χωριό, με τη λάμπα του πετρελαίου τη βγάζαμε, και άλλοι τα βράδια στα περβόλια με τις λάμπες ασετυλίνης, πέρναγε όμως άνθρωπος με τη σκάλα κι άναβε λάμπες στους δρόμους, τόση εξέλιξη, και νερό τρεχούμενο παίρναμε από τη βρύση, απέναντι από την Ηλιού, ένα νερό όλο δύναμη, κάτασπρο, περιμέναμε να καθαρίσει να πιούμε, ευκολοχώνευτο, το υδραγωγείο ήταν ψηλά, έπεφτε με δύναμη το νερό.

Τα βράδια ξεφλουδίζαμε λεφτοκάρκα, στην αρχή παραξενεμένοι για τις λέξεις, ύστερα μάθαμε στο σχολείο πως λεπτοκάρυον είναι η επιστημονική του ονομασία του φουντουκιού, και ουδέποτε ακούαμε τη λέξη χοίρος, πάντα το γουρούνι, κρατούσαν λέξεις αρχαιότατες. Και βέβαια τα βράδια γέμιζαν οι καφενέδες του μουχτάρη Αχιλλέα με τον Λεωνίδα και τον Φειδία και τη μουχτάρενα, πρόσχαρη γυναίκα, τι θα πάρετε, γλυκό καρυδάκι, κανένα κανταϊφι, έφερναν από τη Χώρα, και το άλλο του Νικόδημου με τη Σταυρούλα που το κράτησε επάξια, όταν πηγαίναμε κι αργότερα πάντα ζητούσαμε κεφτέδες, έκανε τους καλύτερους. Την Κυριακή κάτω από του Νικόδημου ήταν ένας μεγάλος φούρνος, παίρναμε τα σινιά με τα κρέατα και τις πατάτες μοσχοβολούσε το χωριό. Και τα απογέματα περιπάτους όλοι οι ξένοι, πολλοί από Λάρνακα, ως τη μεγάλη στροφή που είναι σήμερα το μεγάλο φιλόξενο κέντρο έξω από το χωριό. Και βέβαια τα βράδια βράδια με τις λάμπες ασυτελίνης να ψάχνουν οι μεγαλύτεροι στις φουντουκιές να βρουν συκοπούλια. Αξέχαστη η ποσιρτή της Αντιγόνης, είχε βέβαια και το χοιρομέρι κρεμασμένο, φεύγοντας από το χωριό, λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία είχαμε πάντα μαζί μας και τα καλούδια μας, πολλά φουντούκια κι αθάσια και καρύδια, να μην ξεχνάμε τον παράδεισο των παιδικών μας χρόνων, τον Πολύστυπο, ζιβανία δεν μπορούσαμε να φέρουμε, σταματούσαν το λεωφορείο άνθρωποι του τελωνείου, κι ερευνούσαν τις τσάντες των επιβατών, ήταν μονοπώλειο, η κυβέρνηση το φορολογούσε, κάτι τέτοιο. Ήταν κανένα χρόνο μετά τον ηρωικό θάνατο του Χρήστου Τσιάρτα που πήγαμε για πρώτη φορά. Κι ύστερα πολλές άλλες.

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Ο ΑΝΤΡΕΑΣ κι η ΑΝΤΡΟΥΛΑ ή ΑΝΔΡΕΑΝΗ


Ο ΑΝΤΡΕΑΣ κι η ΑΝΤΡΟΥΛΑ ή ΑΝΔΡΕΑΝΗ
Τόσα χρόνια και δεν τον ρώτησα πού έβγαλε τη δική του φωτογραφία, ίσως σε κανένα μοναστήρι, δεν φαινόταν επακριβώς, και στο ισόγειο του σπιτιού του καμιά επιγραφή.  Ήταν και σ’ ένα ισόγειο μονάρι το  στασίδι του, κάποτε ο θείος Αντρέας, αδελφός της μάνας μου, του αγόρασε κι ένα φανάρι, στον Πολύστυπο τα άναβαν με πετρέλαιο στο δρόμο, περνούσε ένα παιδί με την πρόχειρη ξύλινη  σκάλα στη δεξιά, την έστηνε στον τοίχο, άναβε τις λάμπες, τόσο προοδευτικοί οι κάτοικοι, τα καλοκαίρια ήταν χαρά Θεού, εσωτερικός τουρισμός, και στο μικρό εκκλησάκι, του αποστόλου Αντρέα, τον καιρό μας, ο γιος του Ξενή του άναβε τα καντήλια, πώς βγήκε αγνοούμενο αυτό το παιδί στα 1955 τόσα, στη Λευκωσία, κανείς ακριβώς δεν ξέρει, πόσο μάλλον για τους αγνοούμενους του 74, έχουμε ακόμα και του 63, μια ζωή στην άγνοια. Κι ο δικός μας στον τοίχο, μια νύχτα που η κόρη του Χαράλαμπου είδε το καντήλι της οικίας τους στο δάπεδο, τους βρήκε να παίζουν με τον Πέτρο, βεζίρι βασιλέα ήτανε, πέντε πέτρες, δεν γνωρίζω επακριβώς, αλλά κι αυτός, ο Πέτρος μαζί με τον Παύλο, στο μουσείο κατάληξαν, τέτοιες θεϊκές μορφές, δεν είναι για τις εκκλησιές, μας είπαν, πρέπει να τις προστατέψουμε, κάνουν μόνο για μουσεία, είναι πράματα αυτά;
Άμα τη εισόδω λοιπόν αριστερά, ο δικός μας Αντρέας, ο πρωτόκλητος, με το Χ πίσω του, να μας θυμίζει το δικό του σταυρό, ο καθένας το σταυρό του, έλεγε κι η μάνα μου, ήταν το σινεμά Λουκούδι, εκεί στη Φανερωμένη κοντά, πήγαιναν τα παιδιά στον  κινηματογράφο Κυριακή μεσημέρι, η μάνα μου κρατούσε μια μπακκίρα, πλήρωσε, την ώρα που έμπαινε, βλέπει τον αδελφό της Αντρέα να στέκεται εκεί κοντά, κρατάς μια εικοσάρα, κόρη, τη ρωτά, δεν κρατούσε, ώσπου να πεθάνει το θυμόταν και μας το ’λεγε δακρυσμένη, για τη φτώχια της εποχής, την αδελφική αγάπη, όποιος δεν έχει αδελφή δεν το πολυκαταλαβαίνει. Κι επειδή εκείνος, ο αδελφός Αντρέας, και επειδή και του πατέρα μου ο αδελφός με το ίδιο όνομα, πέθανε στα νιάτα του, όπως κι ο άλλος, ο Χρυσόστομος, ύστερα μάθαμε πως στο Βουνό, λίγες οικογένειες ήταν και την έπαθαν, οι γαλαζοαίματοι, αιμορροφιλία λέγεται, μην κτυπήσεις, μην κόψεις χέρι, μη βγάλεις δόντι και δεν το πεις στο γιατρό, έτσι την πάθαιναν τ’ αρσενικά της οικογένειας από τα  θηλυκά της, το αίμα δεν έπηζε κι ο Αντρίκκος της Αλεξάντρας και του Σαβή στην Αυστραλία με τ’ αυτοκίνητο τουμπαρισμένο, κι από πού είστε εσείς, λέει στο Φεστιβάλ του κρασιού στη Λεμεσό ένας μιας διπλανής παρέας, από το Βουνό, λέει ο μακαρίτης ο πατέρας μου, ά, χωριανοί του Αντρίκου που πέθανε σε δυστύχημα στην Αυστραλία, κι ήρθε στο σπίτι κλαίγοντας μωρό παιδί.
Ο Αντρέας  λοιπόν, ο άμα τη εισόδω αριστερά, στον τοίχο σαν τιμωρημένος, του βάλαμε κι ένα γλόμπο για τη νύχτα, ύστερα ήρθαν οι αναπαλαιώσεις που λέγονται, εκείνος εκεί, ώσπου ήρθε κι άλλος Αντρέας στην οικογένεια, αδελφός μου αυτός, ο Μιχάλης που έλεγα στο άλλο μου παραμύθι, που μου τον έφαγε ο καρκίνος και τα θραύσματα του όλμου εκεί στο φυλάκιο του Καπαρτή. Και πότε εμείς θα διασκεδάσουμε, ήταν η αιώνια απορία του, και δεν εύρισκε απάντηση στο ερώτημα, ποτέ δεν του ’λειψε, μα ήταν γερό παλικάρι, στη δουλειά στο πιοτό και στο φαϊ, τον χαιρόμουνα που δεν μοιάζαμε μα αλληλοσυμπληρωνόμαστε. Τον κατέτρεχαν οι σφαίρες φαίνεται, μια νύχτα, γύρω στο 1966, καλοκαίρι, στρατιώτης εκεί κοντά στο καφενείο Τα Ελευθέρια, κοιμόταν του καλού καιρού, ο συστρατιώτης στο φυλάκιο έπαιζε με το όπλο του, του τραβά μια ριπή στα πόδια, ευτυχώς  είχε κοιμηθεί ανάποδα στο κρεβάτι,  μου χτυπούν την πόρτα, οι γέροι ήταν στην Αγγλία στον άλλο αδελφό, ο Άντρος στο νοσοκομείο τρέξε, καλά την έβγαλε.
Τη μεγαλύτερη όμως σπιταρόνα στην Κύπρο για τον Αντρέα την φτιάξαμε, κοντά στη θάλασσα, στο ακρωτήρι, ευάερο και ευήλιο, κάπου εκεί πήγε και στα παιδικάτα του ο Αντρέας της Μαρούλας, σήμερα τον θάψαμε, να υπηρετήσει στο μοναστήρι, έτσι θέλησε η Κλειώ, η μάνα με τη σιδερή πυγμή και με τα μαύρα ρούχα. Τι έκανε εκεί, πόσα χρόνια να υπηρετεί, να καθαρίζει να ξεσταβλίζει, τα παράτησε κι ήρθε στη Χώρα, πήρε τη Μαρούλα του, έκανε οικογένεια, άνοιξε καφενείο, μπαινόβγαιναν Δανοί και Σουηδοί, κάτι ουρανιά μπερέ, ειρηνευτές τους έλεγαν, πολύ ουίσκι έπιναν κατακαλόκαιρα κι εμείς να τηγανίζουμε χοτ ντοκ, κι απ’ όλα τα μέρη του σκύλου αυτό μου βάλατε να φάω;
Δεν ξέρω από κηπουρική, αλλά φαίνεται πως οι Αντρέηδες κι άλλα ονόματα στον τόπο μας πολλαπλασιάζονται από γενιά σε γενιά, έκανε παιδιά ο Αντρέας, το καθένα θα ’βγαζε και τ΄όνομα του κυρού, κι έτσι πληθύνθηκαν στην Κύπρο, το νησί με τους περισσότερους.
Η Αντρούλα  κατέβηκε από το Βουνό, στη γειτονιά ήταν η Ελένη η Τζιυρκωτού, μεγάλη μαστόρσα στο ράψιμο, πήγαιναν εκεί κοντά της πολλά κορίτσια να μάθουν να ράβουν, ραπτική και κοπτική το ’λεγαν όταν ήθελαν να περηφανευτούν για τις επαγγελματικές σπουδές, έκαναν και νυχτέρια, περνούσε μέσα από το νάρθηκα της εκκλησιάς, σκοτεινά, φοβόταν, άντε να συνοδέψουμε το κορίτσι εμείς που τα’ χαμε καλά με τον άγιο. Η θεια Αντρούλα, του Τάκη αυτή, ήταν η προσωποποίηση του αέρα της αριστοκρατίας, μια φωνή βελούδο, καλοσύνη κι ευγένεια, με τον αδελφό της το Βυρωνή και τον Κώστα και τη Λέλα, έμενε με τη μάνα της εκεί στη λεωφόρο Μακαρίου, ένα σπιτάκι με αυλή, κι η Λευκωσία χάθηκε στις πολυκατοικίες, οι λεωφόροι χώνεψαν κάμποσα σπιτάκια της ησυχίας, με τους κήπους και τα κάγκελα, αυτά ξέρουν τι τραβούσαν κάθε Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, προς Παρασκευή, πού να βρούμε τόσα λουλούδια να στολίσουμε τον επιτάφιο; Η άλλη Αντρούλα, του Τάκη και της Μαρίτσας από την Κυθρέα, μικρούλα έμεινε στη μνήμη, μεγάλωσε βέβαια, παντρεύτηκε, στην ξενιτιά, ντροπή να λες ξενιτιά την Ελλάδα, μια γειτονιά είμαστε, σαν δεν συμφέρει μας βγάζουν πως είμαστε μακριά, αυτό μας σκότωσε. Κάποτε το Αντριανή φαίνεται καλύτερο ή Ανδρεανή, όπως τη μεγάλη δασκάλα, ηλίου φωτεινότερη, ως τα βαθιά γηρατειά που δεν της φαίνονται, αγωνίζεται τον πνευματικό της αγώνα, της επανάστασης αυτή, από τη Χρυσαλινιώτισσα, δεν ξέρει να κλείνει το στόμα, μιλά και γράφει, να τη χαιρόμαστε. Το Αντριάνα έχει κάτι το αντρικό, μια βαριά κυπριακή φυσιογνωμία, μαύρα φρύδια, δασιά, γερή κορμοστασιά, ηλιοκαμένο δέρμα, στη Λακατάμια όλα αυτά, μνήμες από τα παιδικάτα που πηγαίναμε στη Χαρίτα, ο αδελφός της Αντρέας, η γεωργία του χεριού, πού αλέτρια και κομπάγια, ύστερα τα φέραν  στα χωριά, να δουλέψει το μηχάνημα, να χαίρονται οι ανθρώποι, στο Βουνό το θυμάμαι για πρώτη φορά τη δεκαετία του πενήντα, το ’φερε ο Τουμαζής, του Ζαχαρία του μουχτάρη ο γαμπρός, και περίμεναν πια με τη σειρά οι χωριανοί, να ρθει η μέρα τους, όπως τις νύχτες που κατέβαιναν στον Πολύστυπο να ποτίσουν, ήρθε η ώρα τους, όλα τα κανόνιζε ο νεροφόρος, ζήσαμε όμως και το άροτρο και τη βουκάνη, και το ανέμισμα και το αχυρωνάρι. Γι’ αυτό λέω, οι γεννηθέντες τη δεκαετία του σαράντα γνωρίσαμε και τον Ησίοδο και τον κάθε κομπιουτεράκη Μπίλλη, καλά να είναι οι άνθρωποι. Μα σαν τον Ησίοδο κανένας δεν είπε «Εργάζευ». Ευλογητός.    

Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

Stelios Papantoniou on scribd