Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Της ελεύθερης διακίνησης του σατανά

Της ελεύθερης διακίνησης του σατανά
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Και γιατί βιαζόμαστε, μας  είπε ο άγγελος, να παραδοθούμε στο σατανά, τώρα που μας έδειξε τη δόξα του, τους χαυλιόδοντες, τα κέρατα και την ουρά του, να την κουνά εδώ κι εκεί,  να τον παραστέκουν άνωθεν αεροπλάνα κι ελικόπτερα, κάτω στρατηγοί και αστυνόμοι, δεξιά του τανκς μ’ ανεβασμένους τους πολίτες, αριστερά του οι ιμάμηδες κι από μιναρέ και ιντερμέσων να διαλαλούν την καινούργια πραμάτεια, «σώστε τον άνθρωπό μας»!
Τους άλλους, ρωτά ο σάταν, γιατί να τους κρατά στη φυλακή; Να τους ταϊζει; Γιατί δεν ξαναφέρνει τη θηλιά και το σχοινί, να κάμει κι οικονομία; Αφού δεν καταλάβαμε τη φάτσα του σε κρυπτογραφία, να τον τώρα στην εντέλειά του τη διαβολική, τη σατανική, την πραγματική. Ίσως χαμπαρίσουμε!
Δεν μας τά’ πε όμως έτσι η πρώην υπηρετριούλα του λαού μας: άιντε πάλι, τυχεροί, μας έσωσε ο τούρκικος λαός, μα τι νομίζετε, πάντα θα είν’ εκεί και θα μας σώζει ο τούρκικος λαός από το στρατό του; Κι έτσι σώθηκαν κι οι κουμαρτζήδες. Όσοι πρόλαβαν εκείνη τη νύχτα, γιατί το σατανά το συνήθισαν και νόμιζαν πως τους κάθεται. Ο που φύγει φύγει την κάνανε από τα καζίνα της Κερύνειας, αλλά νου δε έβαλαν μόνο καταδίκαζαν αυτόν  που τους αποκάλεσε κοπρίτες! Κοπρίτης δε εστί σκύλος, και κακός σκύλος κακό ψόφον έχει, κι ο σατανάς κάποτε μεταμορφώνεται σε σκύλο και γαυγίζει και δαγκώνει. Κι εμάς γαύγιζε από το 54 και δάγκωσε το 64 και το 67 και μια κι έξω το 74, να καταφάει τη σάρκα μας και την καρδιά μας, το βιος και τα παιδιά μας. Κι ακόμα αμφισβητούμε τη σατανικότητά του και τον δοξολογούμε και υπερυψούμε. Κι έχουμε ακόμα πολλά κακά να δούμε. Με τα μυαλά που κουβαλούμε.
Δεν πέρασαν σαράντα δυο χρόνια και πολλά από πολλούς ξεχάστηκαν, και ο Πενταδάχτυλος σβήστηκε, πώς τα καταφέρνει το αδηφάγο χέρι να εξαφανίζει ολόκληρο βουνό, με τον Ιλαρίωνα άγιο, με την Καντάρα,  με τα σπίτια της Ρήγαινας, την Κερύνεια και την Αμμόχωστο,  τη Μόρφου κι όλα τα δικά μας τα χωριά, τις δικές μας εκκλησιές, τα δικά μας σχολεία! Από την ώρα που ξεφύγαμε την αιδώ, το ρίξαμε στη φιλοσοφία της κατοχής, και δεν μπορεί κανείς να φανταστεί πόσα ξόρκια βρίσκονται σε καινούργια και παλιά κιτάπια για να ξορκίζουμε το κακό, την κακιά σόρτα, τη σκλαβιά μας. Ο χρόνος κουβαλά ζούρα και σκουριά σαν της Φουκάσας. Μέρα τη μέρα, συνήθειο το συνήθειο, και τι είναι και πώς να μη δω το σπίτι, και να δείχνω πως δεν το ξεχνώ, και να με βλέπουν πως τους βλέπω, και να με κερνούν καφέ, και να γελούν στη ράχη μου. Αγώνας με τραγούδια και τραγουδιστάδες, εκδρομούλες και συντροφικά φεστιβάλια.

Κι όμως,  τα χώματά μας είναι σκλαβωμένα, αν δεν το συνειδητοποιήσαμε, στο σατανά και στα τσιράκια του, κι ο τόπος μας είναι η ζωή μας, κι η ζωή μας δέθηκε σφιχτά με την ουρά,  τους χαυλιόδοντες, τα κέρατά του. Κι όσο τον πλησιάζουμε, τόσο απομακρυνόμαστε από το σκοπό της ζωής μας, την ελευθερία. Κι η ελευθερία πρώτα πρώτα, λέει η λέξη, σημαίνει ελεύθερη διακίνηση, ελεύσομαι. Κι ύστερα ο ελεύθερος είναι αξιοπρεπής, δε ζητά άδεια για να διαβεί, δεν κάνει τεμενάδες,  παρακλήσεις και χαρούλες, ξεφωνητά μπαλόνια, φαγοπότια και λυκοφιλίες. Πού να το φανταστούμε πως από την ελεύθερη διακίνηση εξαρτάται η ελευθερία κι η αξιοπρέπειά μας!  Από την ώρα που διαπραγματευόμαστε την ελεύθερη διακίνηση στον τόπο μας, χάνουμε την ελευθερία και την αξιοπρέπειά μας. Τα άλλα σφιχτοδεμένα ακολουθούν. Αρνητικά και θετικά. 

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

Να μην ξεχνώ

Να μην ξεχνώ!
Του Στέλιου Παπαντωνίου
Και κάθομαι και απελπίζομαι και πάλι, κλείσαν τα σαράντα δύο, και δεν έχουμε τούρτα ν’ ανάψουμε κεράκια, να το γιορτάσουμε, έτσι που καταντήσαμε και το πραξικόπημα και την εισβολή τα κάναμε λέξεις κενές περιεχομένου, καλά το πραξικόπημα δεν μπορεί να μένει  κενό, έγινε από δικούς μας ανθρώπους, έχουμε μια μεγάλη έγνοια μη μας θεωρήσουν εοκαβητατζήδες, αντιδημοκρατικούς, διχτατορικούς, όμως για την εισβολή υπάρχει ολόκληρο τηλεχειριστήριο που κατευθύνει, προχτές ακόμα ολόκληρη ραδιοφωνική εκπομπή στήθηκε από το μπιμπισι για να της βρουν ένα όνομα μη τη λέμε εισβολή και θυμώνουν οι τσόγλανοι. Εύρηκα εύρηκα ακούστηκε από το βάθος, θα τη λέμε παρέμβαση, όπως τους ακροατές που έχουν λόγο στις εκπομπές και παρεμβαίνουν, να πει ο καθένας το μακρύ και το κοντό του, έτσι κι η Τουρκία, έκαμε παρέμβαση, δοξάστε την, δοξάστε τον που βρήκε τον όρο. Και δεν είναι μόνο τούτο, δεν έγινε εισβολή, δεν διώχτηκαν βίαια από τα σπίτια τους οι άνθρωποι, «ως το 1974 που εγκατέλειψαν τις οικίες τους οι ελληνοκύπριοι» το λεν, έτσι τους κατέβηκε, καλοκάγαθοι που ήταν, σηκώθηκαν ένα πρωί, ας δώσουμε τα σπίτια μας στους σύνοικους, είπαν, τι καλοί χριστιανοί που είμαστε!!! Κι ύστερα είναι η «τεθνεώσα», καλά να την λεν οι Τούρκοι, τη δουλειά τους κάνουν, αλλά ν’ ακούς και τα δικά μας, πληρωμένα από την Κυπριακή Δημοκρατία, με τις συντάξεις και τις κοινωνικές τους παροχές, «η ελληνοκυπριακή διοίκηση» να λεν, γιατί θαρρούν πως έτσι θα λύσουν το κυπριακό, χουβαρντάδες που είναι! Αμή το άλλο, να μας δώσουν λέει τη νεκρή ζώνη και να κλείσουμε, βρε αδελφέ, ποιος θα πηγαίνει τώρα στα χωριά, έτσι που συνήθισαν στις πόλεις, με τις λιμουζίνες και τα καφέ τους, με τα σουπερμάρκετ και τα μολ, στο μπακάλικο για στη συνεργατική του χωριού θα ψωνίζουν! Όλο θαυμαστικά! Έτσι θεωρούν την πρόοδο, το καφέ και το μολ και τη λιμουζίνα! Και για να τα’ χουμε καλά και με τους αγίους, πάμε και κάνα προσκύνημα, ανάβουμε και το καντήλι, παίρνουμε και ιερέα ή και δέσποτα, αν δεν μας επιτρέπουν εμείς κάναμε το καθήκον μας, ο Θεός βλέπει και καταγράφει!
Κι έχουμε οι πολλοί αποδεχτεί πως για όλα εμείς φταίμε, καλά να πάθουμε, μια φαγούρα που μας τρώει, οι αδελφοί μας τουρκοκύπριοι αθώα πλάσματα, για μας πάσχουν, εμείς τους φορτώσαμε τις χιλιάδες στρατιώτες στους ώμους τους, ούτε νεκροί ούτε κακοποιημένοι αγνοούμενοι, ούτε έποικοι υπάρχουν, πώς κατορθώνει μια συνείδηση να παίρνει το σφουγγάρι και να τα διαγράφει όλα για να νιώθει καθαρή! Μα είναι καθαρή μια τέτοια συνείδηση που ξεχνά την εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοούμενους, τους εγκλωβισμένους, τις ληστείες, τις δολοφονίες, τους βιασμούς, την καταπίεση, το γκρέμισμα ναών και εστιών, την αλλαγή τοπωνυμίων, την αλλαγή της φυσιογνωμίας αυτού του ελληνικότατου τόπου, την ειρωνεία των σημαιών στον Πενταδάχτυλο!

Θεέ μου, δώσε μου να έχω μνήμη σαράντα δυο τόνους, να μην ξεχνώ! 

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Κυριάκου Ευθυμίου, Κυρτός Αλατοπώλης

Στέλιου Παπαντωνίου, 

Κυριάκου Ευθυμίου Κυρτός Αλατοπώλης

Η ποιητική συλλογή του Κυριάκου Ευθυμίου Κυρτός Αλατοπώλης, Εκδόσεις Εντευκτηρίου με επιτυχημένο εξώφυλλο Άγγελου Μακρίδη (2015) που προεικονίζει άριστα το περιεχόμενο, με το μαύρο φόντο και τον αινιγματικό χαρακτήρα του παιχνιδιού ψιλόλιγνου γκριζωπού ανδρός, το σχοινάκι περασμένο τέσσερις φορές στους καρπούς των δυο χεριών με το ανάλογο δέσιμο που περιμένει τη λύση, ένας άνθρωπος μπροστά στο θάνατο και στη σιωπή, που αποδέχεται την αρχή και το τέλος, το παιγνιώδες του μυστηρίου και την ανάγκη έκφρασής του, χωρίζεται σε πέντε μέρη: Μυροφόρες Μαρτίου, Ασάλευτη λύπη, Μεταξωτά σεντόνια, Κυρτός Αλατοπώλης, Δίκαιη λύπη
Με προμετωπίδα «Το φεγγάρι φωτίζει τρυφερά τ’ακατάληπτο∙
                                  ένα σώμα αμίλητο με τα μάτια κλειστά.»
σταματούμε στο φεγγάρι με τις δυο όψεις, η μια φωτίζει η άλλη σκοτεινή, το ακατάληπτο μυστήριο της ζωής και του θανάτου περισσότερο εδώ, αμίλητο σώμα με κλειστά μάτια, θάνατος, σιωπή, όλα στοιχεία που υποβόσκουν  ως πρώτη ύλη στη συλλογή.
Οι Μυροφόρες του Μαρτίου παραπέμπουν στο θάνατο, στον επιτάφιο, με πρώτο ποίημα «Γυρισμός» μια στροφή στον ένδον κόσμο, ανεξιχνίαστο, με τη μοίρα απαράγραπτη, με την ανάγκη να κατέλθει στο βάθος της συνείδησης και να εξιχνιάσει. Η ανάγκη του ποιητή να εκφραστεί είναι κοπιώδης, ο ύπνος ως ύπνος ή ως θάνατος θα δώσει τέλος στην ανθρώπινη έκφραση, στην ελπίδα του ανθρώπου να ζήσει ελεύθερος μέσα σε ένα τόπο με τη νεκρή του ζώνη να επαναλαμβάνει τα σκοτάδια και τις πληγές. Εδώ βασιλεύει ο θάνατος, η μνήμη αδυνατεί να συλλάβει τις μορφές. Μόνη η ανθρώπινη φωνή μπροστά στο άρρητο, στην ενοχή και στο φόβο μπορεί να εξορκίσει το κακό. Μέσα στο σκοτάδι οι εφιάλτες απομακρύνουν τον ύπνο, το φως όμως μπορεί να φέρει άλλα μεγάλα δεινά, και ποιος να ξεπλύνει την ντροπή. Η ψυχή παράγει, ο ποιητής έλκεται στην πηγή της πληγής του, στο αιώνιο είναι. Στο τέλος ο άνθρωπος συμφιλιώνεται με το θάνατο, με τη ζωή του, με τον εαυτό του και η έξοδος ακολουθεί ήρεμη, φιλοσοφημένη.
Ο Κυριάκος Ευθυμίου στο πρώτο μέρος της ποιητικής του συλλογής Κυρτός Αλατοπώλης κατήλθε στα βάθη του είναι, συνέλαβε τις αιώνιες αρχές της ζωής και του θανάτου κι εξήλθε συμφιλιωμένος με την αλήθεια και τον εαυτό του.
Ασάλευτη λύπη: Η συνειδητοποίηση της ενοχής και η ανατροπή της ζωής, που κάποτε πίστευε στη δύναμή της, μεγαλώνει ως ένα όριο από τον ίδιο τον ποιητή, όπως ο θάνατος που τρέφουμε μέσα μας και περιμένει να μας θερίσει. Μέσα στα όριά του ο άνθρωπος συλλαμβάνει την ύπαρξή του ως φυσικό από τη μια γεγονός συνοδευμένο όμως από το λυπηρόν της υπάρξεως.
Μεταξωτά σεντόνια: Στην ενότητα δεσπόζει η διαλεκτική της πραγματικότητας και της φαντασίας, της ταυτότητας και ετερότητας, της ελευθερίας και του φόβου, του παρελθόντος και του παρόντος, του θανάτου και του έρωτα της ζωής, της σιωπής και του λόγου, του παρόντος κόσμου και του αιωνίου της ψυχής.
Ως φιλόλογος θα ήθελα να ερμηνεύσω το ποίημα Έκθεση Ιδεών ως εκφράζον με λακωνικότητα, πίκρα και γνώση την εικόνα που παρουσιάζουν οι μαθητικές εκθέσεις ιδεών: εξωπραγματικές ιδέες, παλαιολιθικές, με χαρακτηριστικό της γραφής την επαναληπτική πρόσθεση.
Συγκινητικός ο Επιτάφιος για τους μεγάλους στην ηλικία που δεν έπαψαν να είναι παιδιά.
Στο ποίημα Ναυάγιο φαίνεται να υπάρχει μια θεία δικαιοσύνη που καταποντίζει δίκαια τους λαθεύοντας, αυτούς που διέψευσαν τα όνειρα και τις προσδοκίες τους.
Ο Αλατοπώλης, πρώτο συνθετικό άλας και δεύτερο πωλώ, πωλεί αλάτι, το αλάτι από τη θάλασσα, μήτρα της ζωής άρα και του θανάτου, το άλας αλμυρό, θλιβερό, δάκρυ, κλάμα αλλά και συντηρητικό και φάρμακο στις πληγές του ποιητή, κυρτού από τα χρόνια και τα βάσανα, πιο κοντά στραμμένου στη γη από την οποία προήλθαμε και στην οποία επιστρέφουμε. Ζωή, θάνατος, πληγή, ποίηση, αυτά εν ολίγοις συνθέτουν την έννοια του Κυρτού Αλατοπώλη.
Στο ποίημα Κυρτός Αλατοπώλης διαφαίνεται ένας κρυφός πόνος, μια πληγή από λάθη,  μια πανάρχαια βαθιά πίκρα  σε μια παιδική- ευαίσθητη ψυχή, όπως η έννοια της αγωνίας , του προπατορικού αμαρτήματος, το αόριστο λάθος ή πάθος, η συγκλονιστική έλλειψη.
Η συντριβή παρουσιάζεται στο ποίημα Νυχτοφάναρο ως μοιραίο λάθος, ένα δυστύχημα που οδηγεί στο θάνατο, θέμα του οποίου και το επόμενο ποίημα, Αντίπερα. Η μετάβαση από τη μια ζωή στην άλλη και ίσως το μάταιο της πίστης σε μετά θάνατο ζωή. Η ταραχή μπροστά στο θάνατο, η προσπάθεια γνώσης του και η αδυναμία σύλληψής του, με μόνη τη βεβαιότητα πως ό, τι γεννιέται πεθαίνει, δίνεται στο ποίημα Καταιγίδα.
Θα ‘θελα γι’ αυτό το ποίημα να γράψω περισσότερα. Γενικά πρώτα για τα ποιήματα που αποτελούν από μόνα τους γρίφους ή σε σφιγγοειδή λόγο λακωνικό και μεστό, που καλεί ως δελφικό ρητό να εισέλθει ο αναγνώστης στα ενδότερα, που είναι ουσιαστικά και αποτελούν κάποτε τις μεγάλες και απλές αλήθειες, αφού απλούς ο λόγος της αληθείας έφυ.
Ξεκινώ από την αρχή πως έχω απέναντί μου ένα ποίημα, πως ένας άνθρωπος αισθάνθηκε βαθύτατα κάτι σπάνιο ίσως και μόχθησε να το εκφράσει. Τίτλος, Καταιγίδα, βροντές, αστραπές σκίζουν τον ουρανό, βρέχει, φυσά. Νύχτα, νύχτα παράφορη νύχτα. Είναι άνθρωπος που το γράφει, επαναλαμβάνει και επιτείνει. Παράφορη, γεμάτη μυστήρια, άλογη, ανεξήγητη, καθ’ υπερβολήν. Σκοτάδι, άγνοια, θάνατος. Σε όχθη παραποτάμιας ξενιτιάς. Ο ποταμός, σύμβολο ζωής, διαβαίνει, ταξιδεύει, ποτίζει ζωοδότης, στις όχθες του αποβιβάζονται, επιβιβάζονται ως του άδη, ξένο, παράδοξο η ξενιτιά κι ο θάνατος. Η καταιγίδα ξέσπασε μες στις ραγισματιές. Ήδη η ζωή έχει υποστεί τις πληγές της. Το χτύπημα με την καταιγίδα καταστρέφει έτι περαιτέρω. Πιάστηκες απ’ το φίδι. Ο όφις της γνώσεως, ο πρωτόγονος διάβολος, μπορεί να δώσει λύση; Ή οι λύσεις είναι γνωσιολογικές και άχρηστες για την ψυχή; Ίσως αυτά τα ερωτήματα να μην απασχολούν πολλούς. Η μήτρα όμως της ζωής γνωρίζει πως ό, τι γεννιέται πεθαίνει.
Πολλές φορές το αντίστροφο είναι το αληθινό. Κι εδώ στο ποίημα Φτερά, συλλαμβάνεται αυτή η αλήθεια πως η άβυσσος χρειάζεται για να την ανέβεις, εκεί ψηλά που είναι, «φτερά ναυαγού καμένα την ώρα της γέννησης.»

Όπου η ποίηση του Κυριάκου Ευθυμίου βρίσκει το κλειδί της. Ο άνθρωπος είναι γεννημένος για να συλλαμβάνει αυτά που συλλαμβάνει και να τα εκφράζει όπως τα εκφράζει. Από αυτή την άποψη θεωρώ τον Κυριάκου Ευθυμίου ως ένα από τους πιο βαθυστόχαστους ποιητές μας που με λόγο βαθύ, επιλεκτικό, σφιχτοπλεγμένο, αποκαλύπτει εις βάθος μελέτη της ψυχής και της ποίησης και υπέρμετρο σεβασμό τους.

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Ανηφορικός και δύσκολος δρόμος

Ανηφορικός και δύσκολος δρόμος
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Ανηφορικός και δύσκολος γίνεται ο δρόμος, όταν τον κάμνει ο ίδιος ο άνθρωπος, ή του τον κάνουν άλλοι κι αυτός ακολουθεί αδιαμαρτύρητα ως ημίονος. Ανηφορικές και δύσκολες είναι οι συνομιλίες για το  κυπριακό, ιδιαίτερα, λέει η εφημερίδα, το περιουσιακό, γιατί ακόμα δεν συμφώνησαν οι δυο «ηγέτες» ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο, ο ιδιοκτήτης ή ο χρήστης, λέγε και εννόει ο κλέφτης. Με την παραμικρή επέμβαση θεωρούν οι σύνοικοι με τους οποίους θα συζήσουμε εν ειρήνη- λέει το παραμύθι- ίσως και με το βάψιμο και μόνο των καλντεριμιών θεωρούν ότι έχουν κάμει αναπτυξιακά έργα, άρα δικαιούνται να έχουν τον πρώτο λόγο γιατί επένδυσαν. Τι και πού; Χρήματα στα κλεψιμιά. Αν είναι δυνατό να θεμελιωθεί μια «πολιτεία» (τρόπος του λέγειν) σε μια μεγάλη αδικία: να καταφάς την περιουσία των προσφύγων και να υποστηρίζεις πως είναι δική σου, επειδή έβαψες τα κάγκελλα! Γιατί κάτι τέτοιο υποστηρίζεται, εξ ου και το λεχθέν υπό του κυρίου Ακκντζί, μα περιμένετε πως θα επιστραφεί η Μόρφου; Έχουν γίνει επενδύσεις! Και έτσι ο νέος κόσμος που γεννήθηκε με τον εικοστό πρώτο αιώνα θα έχει μια νέα κουλτούρα, κλέβουμε, τα βάφουμε, γίνονται δικά μας.!!! Αν αρχίσουμε, θα είμαστε κατοχυρωμένοι με τις συμφωνίες που περιμένουν οι σύνοικοι πως θα υπογράψουμε!

Κάποτε αυτός ο λαός, ο δικός μας, ήταν περήφανος. ΄Ηξερε τουρκικές λέξεις και τις χρησιμοποιούσε στην ώρα τους! Τώρα ξεχνά, και αυτές και άλλα πολλά. Κατά τα άλλα θα βρεθεί μια λύση με μόνο νικητές, όλοι κερδίζουν, κανένας δεν χάνει, κι αν χάσει δεν ζημιούται ούτε αποζημιούται. Άντε. Γουίν γουίν είναι παιχνίδια για ανεγκέφαλους. Άξια η υπομονή των συνομιλούντων με τους Τούρκους.

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

Οι εκκλησιές της γειτονιάς μου

Οι εκκλησιές της γειτονιάς μου
Στέλιος Παπαντωνίου
Σε μια ακτίνα εκατόν μέτρων βρίσκει κανείς στη γειτονιά μου, ξεκινώντας από τον άγιο Κασσιανό, τον άγιο Λουκά, τον άγιο Ιάκωβο, τον άγιο Γεώργιο και τη Χρυσαλινιώτισσα, χώρια οι μικρές εκκλησούλες χαλασμένες από καιρό, όπως του άϊ Νικόλα, πίσω από το Παγκύπριο ή σπίτια που φιλοξενούσαν εικόνες θαυματουργές όπως πίστευαν, κοντά στον άγιο Ιάκωβο, Λαμπηδόνα αν δεν απατώμαι το όνομα, πηγαίναμε καμιά φορά με τη γιαγιά, να προσκυνήσουμε λέει την εικόνα, δεν ξέρω τι κέρδος προσποριζόταν κι η κάτοχος, αμέτοχος εγώ από τέτοια.
Με τον άγιο Κασσιανό είναι πολλοί διαποτισμένοι, τι θάμα και τούτο, ένας άγνωστος άγιος, κάθε τέσσερα χρόνια να γιορτάζει, τόσα παραμύθια να του έχουν βγάλει, κι αυτός, μετά το 74 ύστερα από τόσες επιθέσεις, να στέκεται εκεί, όπως ήταν στη ζωή του, ένα διαβάτης της ερήμου, φιλομαθής και ταπεινός. Μερικοί τον θέλουν τον πρώτο χριστιανό δημοσιογράφο, γιατί λάκισε από το μοναστήρι του αγίου Ιερωνύμου στη Βηθλεέμ με το φίλο του Γερμανό κι άρχισε περιοδείες στην έρημο, συναντούσε μεγάλους ερημίτες κι άρχιζε μαζί τους συζήτηση, τι είναι τούτο και τι είναι κείνο, πνευματικά θέματα, τα κατέγραφε κι ύστερα τα έβαλε σε βιβλίο, δυο μεγάλους τόμους έχουμε σήμερα, μεταφρασμένους στα ελληνικά από τη λατινική, ήξερε και λατινικά και ελληνικά, διάκονος του αγίου Χρυσοστόμου και πρεσβευτής του στον πάπα, τότε που διωκόταν ο Χρυσόστομος, πέζεψε στη Μασσαλία κι έχτισε μοναστήρια δυο, ένα για γυναίκες κι ένα για άνδρες, στα πανεπιστήμια στο εξωτερικό οι δυτικοί τον θεωρούν τον θεμελιωτή του μοναχισμού στη δύση, αλλά για μένα το ερώτημα ακόμα αναπάντητο, ποιος βρέθηκε στη γειτονιά μας να του αφιερώσει ναό, Θεός σχωρές τον.
Μερακλήδες οι αϊκασσιανίτες, έκαμαν από 1854 μια εκκλησιά ολόγιομη, αρχοντική, το καταλαβαίνει κανείς κάτι χρονιάρες μέρες που περιδιαβάζουμε τις εκκκλησιές σαν Καθαρά Δευτέρα, κι έχουμε την ευκαιρία να συγκρίνουμε. Ως ενορία ήταν μια από τις μεγαλύτερες, ξεκινούσε από την αγια  Σοφιά και έφτανε Χάντακα Καϊμακλί, Καλογριές, πίσω από το Γυμνάσιο της Παλουριώτισσας. Στις μεγάλες του δόξες ήταν τη δεκαετία του πενήντα, κατά τη διάρκεια του αγώνα κι ύστερα,  αρχίζει η κάμψη, καταστροφή και μακελειό.
Χάσαμε το 1958 τον άγιο Λουκά, λίγα θυμάμαι, άσπρη χαμηλή πόρτα, κι έξω πανηγύρι,  μικρή εκκλησιά, κι ύστερα, άρχισαν οι φασαρίες, σύλησαν τα πάντα, τον κατέκαψαν, οι κάτοικοι της ενορίας «την εγκατέλειψαν», συνηθίζουν να λεν οι Τούρκοι, έτσι στα καλά καθούμενα; ήταν κι ένας νεκρός τότε, οδοκαθαριστής, Αντώνιος Ιωάννου, μνημονεύετέ τον, χριστιανοί, ένα ξεχασμένο θύμα.  Οι αϊλουκατίτες σκόρπισαν έκτοτε, την εικόνα του βρίσκαμε παλιά στο παλαιό κοιμητήριο του αγίου Σπυρίδωνα, Λάρνακα πολίτσι λεγόμενο.
Ο άις Κασσιανός λειτουργούσε πρωί βράδυ, εσπερινό όρθρο όσο καιρό ιερέας του ήταν ο ΠαπαΚωνσταντίνος Παπαβασιλείου, από τη Φασούλα Λεμεσού, έμενε στον περίβολο του ναού, σπιτάκια χτισμένα ένα γύρο, οικογένειες στα δωμάτια, πλην του ιερέα που είχε το σπίτι, είσοδος οδός αγίου Κασσιανού, ήταν στις κάμαρες ο παλιός νεωκόρος Χαράλαμπος με τη γυναίκα του Μαρία μικρασιάτισσα και τις δυο κόρες, ο Χαμπής με τον Κώστα, Άντη και Σάββα, κι άλλοι σε μικρότερες καμαρούλες, ένα μικρό χωριουδάκι, μα εκεί ήταν το κέντρο και της λατρείας και του παιχνιδιού μας, μπάλα και πιριλλί, χωστό κι άλλα της εποχής, φωνές παιδικές να τεντώνουν νευρικές χορδές κι οι μανάδες να φωνάζουν «ελάτε έσσω, ενύχτωσεν, εν τζι εν χορτασιά το παιγνίδιν!»
Ευτυχήσαμε να έχουμε από το 1950 περίπου στην εκκλησιά ένα μοναδικό ψάλτη, Αλέξανδρος Παπαχριστοδούλου, εξωμετοσιανός, στα οχτώ μου ο παππούς Στυλλής με πήρε από το χέρι, μόλις είχεν έλθει ο νέος ψάλτης, πριν ήταν ο Νικολάτζιης Νικολαϊδης, μια στιγμή που έμεινε χαραγμένη, με παίρνει από το χέρι, εδώ θα μπαίνεις την Κυριακή, μου λέει, κι έκτοτε μπήκα στο ψαλτήρι κι έμεινα στη θέση μου, παρά τω ιεροψάλτη. Ο άγιος Κασσιανός βρίσκεται στις δόξες του τη Μεγάλη Βδομάδα, το ξέρουν και σήμερα ακόμα πολλοί φιλοθεάμονες μάλλον, γιατί το Μεγάλο Σάββατο με το ανάστα ο θεός σείεται η εκκλησιά εκ θεμέθλων ως τις αψίδες, με τα μαύρα να σωρεύονται, τους νέους ανεξαρτήτως ηλικίας να καιροφυλακτούν στα παρασκήνια ποιος θα πιάσει σημαία, εξαπτέρυγα, ανάσταση, κι άλλα τέτοια ζωντανά και ανθρώπινα με τους σκάμνους να αντέχουν, παλιοί καλοί μαστόροι!
Η εκκλησιά μας γνώρισε δόξες στην αρχή της αρχιεπισκοπίας και Μακαρίου Γ΄, γιατί ως τότε ήταν προνόμιο την 1 Ιανουαρίου ο αρχιεπίσκοπος να έρχεται στον άγιο Κασσιανό, καταργήθηκε όμως, εκείνος ξέρει γιατί!
Τον άγιο Ιάκωβο τον Πέρση, απλώς περνούσαμε και τον προσκυνούσαμε, ήταν εκεί μια μεγάλη αυλή, τον καιρό μας Καθαριστήριο Ψιντρίδη, παλαιότερα ορφανοτροφείο, ο ναός με ένα δυο σκάμνους σαρακοφαγωμένους, απέναντι ένας ιερομόναχος, οι μελετητές ξέρουν καλύτερα. Απ’ εκεί περνούσαμε για  να πάμε οδός Ερμού, γκαζόζες Ουράνιου ένα εργοστάσιο,  μεταλλουργεία και χυτήρια στο δρόμο, δεξιά τουρκομαχαλλάς, μια παλιά αποθήκη οινοπνευματωδών, με τελωνείο ή τελώνες, σπιτάκια, με μπαλκόνια άλλα, και κάτι καμάρες, εκεί και το εικόνισμα που λέγαμε, και παρακάτω μπαίναμε στο βασίλειο της Οδού Ερμού, με τα μπακάλικα, το κουφετάδικο, τις ταβέρνες, ως το σταυροδρόμι με το αξέχαστο παντοπωλείο πιο πάνω, του Χριστοδουλόπαις, του Πλατάνη, την οδό Χρυσοχών, άλλη φορά αυτά.
Ανάμεσα στα δυο δημοτικά σχολεία αγίου Κασσιανού, το Παρθεναγωγείο και το Αρρεναγωγείο, ήταν το εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου, περβόλι ήταν εκεί προηγουμένως, το εκκλησάκι δεχόταν την προσευχή μας, εκεί στα Δημοτικά μεταφέρθηκαν παραρτήματα του Παγκυπρίου, πριν από τις εξετάσεις και τα διαγωνίσματα, άι Γιώργη βόηθα. Τον Ιερόθεο, ιερέα που διέμενε στην αρχιεπισκοπή θυμάμαι, τον Άδωνη ψάλτη, (Αδώνιδος συζύγου και τέκνων, μνημόνευε ο παπάς) και τον Ανδρέα.
Η εικόνα του βρίσκεται σήμερα στην ιερά μονή Μαχαιρά, πέρσι μας έστειλε αντίγραφο ο ηγούμενος στον άγιο Κασσιανό, να τον γιορτάζουμε του άι Γιώργη του Σπόρου, καλά να είναι κι αυτός κι ο επίσκοπος που μερίμνησε. Ένας πυροσβέστης, γείτονας εδώ, ήμουν εκεί την ημέρα που τον έκαψαν, τι είχε γίνει δηλαδή, οι ειρηνευτές ειδοποίησαν πως οι Τούρκοι θα κάψουν την εκκλησιά, κι άρχισαν όσοι ήταν εκεί να μεταφέρουν εικόνες, ο Σταυράκης της Νιόβης ως σήμερα νιώθει το βάρος και τα δάκρυα της εικόνας του, έζησε μοναδικές στιγμές, ο πυροσβέστης λοιπόν στεκόταν εκεί στο κάγκελο, πού είναι οι Τούρκοι ρε παιδιά, κι ένας πίσω του, εδώ μάστρε!
Ο άγιος Γεώργιος ξανάζησε δόξες τότε που οι γυναίκες αγωνίζονταν, έκαμαν γιούργια στο ναό, συνελήφθησαν πολλές, κι ο μητροπολίτης Κιτίου Χρυσόστομος κι ο Αρσινόης Γεώργιος, μετέπειτα Πάφου, 1989.
Η Χρυσαλινιώτισσα είναι η αρχαιότερη της περιοχής, από τον καιρό των Παλαιολόγων, της έγιναν πολλές αλλαγές, δεν ξέρω να της έμεινε και τίποτε από το παλιό χτίσμα, οι ανάγκες της γειτονιάς και του εκκλησιάσματος της έδωσαν άλλες διαστάσεις, μπαίνεις μέσα και νιώθεις τον πλούτο. Εκεί κάναμε κατηχητικό στο δημοτικό,  όταν ιερέας ήταν ο Παπάνδρεας Στεφανίδης, συγκρίναμε πάντα τους επιταφίους, τις νύχτες που κλέβαμε λουλούδια για να τους στολίσουμε, προσκυνούσαμε κάθε Καθαρά Δευτέρα σίγουρα, τότε που δεν είχε συνήθειο ο κόσμος να περιδιαβάζει τους επιταφίους, αλλά ζητούσε δύναμη από εφτά εκκλησιές για ν’ αρχίσει το καλό στάδιο.  Η Χρυσαλινιώτισσα γειτόνευε με τον παλιό Ολυμπιακό, εκεί τον καιρό της ΕΟΚΑ συγκεντρωνόμασταν για χορωδίες, για εθνικά μνημόσυνα, μαθήματα και «εθνική διαπαιδαγώγηση» , στο στρατό μπήκε στη ζωή μας ο όρος.

Για τη γειτονιά μας, οι εκκλησιές ήταν το κέντρο της ζωής μας, εκεί μάθαμε να διαβάζουμε, να απαγγέλλουμε, να ακούμε βυζαντινή μουσική, να ψάλλουμε, να μελετούμε τις εικόνες, να προσευχόμαστε, να συμπεριφερόμαστε, να σεβόμαστε, να παίρνουμε την ανάλογη στάση, δεν κρατάς ένα εξαπτέρυγο όπως μια σκούπα, εκεί το παιχνίδι, το κουτσομπολιό, τα πρώτα χτυποκάρδια, οι κορούδες της εποχής, η τάξη, η λειτουργία, το χάος του κενού χρόνου, η εκκλησιά ως τόπος και χρόνος, γιορτές, τρόπος ζωής, διδασκαλείον το μέγα.    

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Τα μπακάλικα της γειτονιάς μου

Τα μπακάλικα της γειτονιάς μου
Στέλιος Παπαντωνίου

Γύρω στο 1953 στη γειτονιά μας, στον άγιο Κασσιανό, είχαμε μπακάλικα με όλων των ειδών τα χρειαζούμενα, από φρέσκα λαχανικά ως κρασιά, κονιάκ λεγόμενα, σάκκους με ζάχαρη, λουβιά και φασόλια, με τις μυρουδιές και τα χρώματά τους, στις κοφίνες τα φρέσκα λαχανικά μπροστά μπροστά και μέσα στο κατάστημα, στους τοίχους,  οι πατοί με τα κουτιά, τα Τάιτ για πλύσιμο ρούχων, τα κουτοτσάρτελλα, τα πόλιπιφ, και σε μικρές κάσες ξύλινες οι ρέγγες και σε μεγάλες στρογγύλες οι σαρδέλες .
Ήταν εποχή που χωρίστηκαν για καλά οι Έλληνες της Κύπρου σε δεξιούς και αριστερούς, με τα δικά της η κάθε παράταξη μπακάλικα, και με σύνθημα ακόμα, αγοράζετε  μόνο από τους δικούς μας. Αυτά τότε, μικροί εμείς, δεν τα ξέραμε ούτε τα καταλαβαίναμε, διαισθανόμασταν  όμως πως κάτι τέτοιο συμβαίνει, γιατί είχαμε από την εκκλησία του αγίου Κασσιανού λίγο πιο πάνω, δίπλα στο καφενείο Τα Ελευθέρια, το μπακάλικο του Κυριάκου, αριστερός. Κρεμασμένες έξω εφημερίδες της εποχής, Νέος Δημοκράτης, Αυγή ή κάτι παρόμοιο, με κομμένο ένα δάχτυλο, ευγενέστατος και καλότατος, καμιά σχέση με κομματικά στα φανερά. Εκεί με έστελλε ο παππούς για να γεμίσει την οντζιαρού του με άσπρο κονιάκ μονάστερο, καθόταν στην πορτούλα της οδού Αυτοκρατείρας Θεοδώρας, μπροστά του άλλη καρέκλα,  με το πιάτο, αγγούρι, ντομάτα, χαλλούμι, ελιές, κι εμείς παίζαμε στο δρόμο, μετέχοντας  τακτικά στην πανδαισία, ελάτε μωρά!  
Του Κυριάκου το μπακάλικο ήταν το πρώτο στη σειρά, ύστερα, απέναντι από το καφενείο δεξιά ήταν του Πλουτή, μόνο αποικιακά λεγόμενα είχε, αλλά με πραγματική ξύλινη επίπλωση, τα φασόλια και τα λουβιά σε μεγάλες θήκες σαν κάσες, με σκέπασμα από γυαλί, εκεί καθόταν ως επί το πλείστον ο Αρτέμης, ένας ήρεμος άνθρωπος, με τα γυαλάκια του,  ο Πλουτής είχε δικό του κρεοπωλείο στο παντοπωλείο της οδού Ερμού, ψηλός, χοντρός, φαλακρός, πολύ έμοιαζε στην κατατομή με τον Αρίφι, ένα, τούρκο χασάπη, αυτός πιο κοντός  που καθόταν στο τείχος, περνούσε καθημερινά αυτοκρατείρας Θεοδώρας, είχε  μια όμορφη κόρη, ξανθομαλλούσα και τουρκού, ο Μωχαμέτης του ξέρει!
Εκεί λοιπόν στου Πλουτή, καθόταν πολλές φορές κι ο μουχτάρης ο επονομαζόμενος Αλουπός, δίπλα το σπίτι του, μάλλον για να περνούν την ώρα το είχαν, και παρέκει το μπακάλικο του Βάσου, στη γωνία, στο  δρόμο που οδηγούσε για τα σπίτια του Ασκώτη, του Ζαρίφη, για τα τούρκικα λυσέ και την αγια Σοφιά. Ο Βάσος, κοντός, φαλακρός, με τον πατέρα του βρακά, τη μάνα του κοντούλα λιγνή μια μαύρη μαντίλα στο κεφάλι, κατάμαυρα ντυμένη, όταν ήρθε στη Λευκωσία ο φίλος μου ο μακαριστός Γιώργος Δράκος, τρίτη τάξη Γυμνασίου, από το Όμοδος, εκεί πήγε να δουλέψει, εκεί έμαθε ποδήλατο, από τότε φίλοι ως το θάνατο.
Απέναντι από τον καφενέ, αριστερά, το μπακάλικο του Αριστοτέλη, ύστερα το πήρε ο Χαμπής. Ο Αριστοτέλης, λεπτότατος, φαλακρός, άφησε γιο απέναντι από το παντοπωλείο του αγίου Αντωνίου, σαν μπούμε στο κατάστημα πρώτα μακαρίζουμε τον Αριστοτέλη κι ύστερα ζητούμε ν’ αγοράσουμε, κάτι σαν την ομηρική φιλοξενία.
Δίπλα στο μπακάλικο του Αριστοτέλη ο Γιώργης, μικρασιάτης, μοναδικός κατασκευαστής παστουρμά, δυστυχώς πήρε μαζί του την τέχνη, γιατί ό, τι σήμερα ονομάζουν παστουρμά ούτε χείριστο αντίγραφό  του δεν είναι, αλλά συμβαίνει κι εδώ, ό, τι με πολλά στη ζωή μας: αφού δεν έφαγαν παστουρμά του Γιώργη, πού να ξέρουν οι πτωχοί τι είναι το προϊόν.!
Ανέβασα στο φέιζπουκ στην ομάδα ΑΪΚΑΣΣΙΑΝΙΤΕΣ τις φωτογραφίες, πώς είναι σήμερα τα καταστήματα αυτά.

Ελπίζω να καταλαβαίνετε τι εννοεί όποιος έζησε στη γειτονιά μας. Δεν μας κατάστρεψαν μόνο τα σπίτια και τα μαγαζιά, όλη την παιδική μας ηλικία, όλο τον παράδεισό μας σώριασαν στο έδαφος, ευτυχώς που δεν είναι όμως έτσι η ψυχή μας. Ο παράδεισός μας είναι εκεί ανθηρός, κι επιστρέφουμε σ’ αυτόν, έστω κι αν γι’ άλλους τα πράματα είναι  ακαταλαβίστικα και νομίζουν πως πουλιούνται κι αγοράζονται σαν κτηματικές περιουσίες.

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Καλό υπόλοιπο

Καλό υπόλοιπο
Είχαμε ένα καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα και προπάντων το χαίρετε, περνούσαμε, ξέραμε πότε να τα πούμε, ώσπου ήρθε η καλαμαριά, καλό απόγεμα, καλό βραδάκι, καλό χειμώνα, και τελευταία τα απίθανα, καλή συνέχεια, καλό υπόλοιπο. Κάτι πρωινάδικα με κουκλίστικα γλαστράκια εφευρίσκουν ακόμα και χαιρετισμούς, κι έτσι πάσχουμε εμείς από τους εδώ μαϊμουδίζοντες.
Φεύγω από  υπεραγορά, καλή συνέχεια, μου λέει, όχι ευχαριστώ, λέω, δε θέλω άλλα ψωνίσματα. Φτάνει.
Πληρώνεις σε άλλη, καλό υπόλοιπο, μα ποιος το εφεύρε τούτο το κουφό, λέω, κι όλοι στη σειρά με βλέπουν παραξενεμένοι, από πού κατέβηκε ο γέροντας;

Χαίρετε.  Φτάνει.