Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

Η προσπάθεια φίμωσης του Πιν

Η προσπάθεια φίμωσης του Πιν
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Αυτές τις μέρες γίνεται ένας πόλεμος μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ανάμεσα στους προτρέποντες για λύση – εκείνοι ξέρουν τι είδους- και τους συγκρατημένους, που διαβλέπουν διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρα κανένα εχέγγυο για την ύπαρξη του κυπριακού ελληνισμού στα εδάφη του. Καινοφανείς έννοιες, όπως «κουλτούρα ειρήνης», αναφέρονται στην ελληνοκυπριακή κοινότητα περισσότερο, και σ’ αυτήν απευθύνονται, ενώ η Τουρκία διατηρεί σαράντα χιλιάδες στρατιώτες πλήρως εξοπλισμένους και έτοιμους για οποιαδήποτε επέμβαση.
«Κουλτούρα ειρήνης» μοιάζει με προώθηση της σιωπής, στη διάλυση του κράτους, αλλά προπάντων στην καταπάτηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χωρίς την οποία δεν φαίνεται να λύεται το κυπριακό. Εκεί άλλες καινοφανείς και κενές περιεχομένου έννοιες, «περιουσιακό, χρήστης, δικαστήρια μετά τη λύση». Δια της συγχυστικής μεθόδου τα υποστηρίζοντα κόμματα προσπαθούν να πείσουν το λαό πως  πρόκειται για λύση υποφερτή, ειδ’ άλλως ακολουθεί η διχοτόμηση, απειλή που ακούεται από τους Τούρκους επισήμους,  δυστυχώς όμως περισσότερο από Έλληνες της Κύπρου. Ή λύση όπως μαγειρεύεται, τα μαγειρεία δεν ομολογούν ακόμα το μενού, ή διχοτόμηση!!!
Κι ο Πιν βρίσκεται ανάμεσα στα πυρά, γιατί είναι εξαίσιος γελοιογράφος αλλά προπάντων γιατί εκφράζει καυστικά μια μεγάλη μερίδα των Ελλήνων της Κύπρου, που θέλει να διασώσει την Κυπριακή Δημοκρατία και να διαφυλάξει την ελευθερία των πολιτών της. Ως γελοιογράφος είναι και πρέπει να είναι και υπερβολικός και καυστικός. Κι εδώ αρχίζει το πρόβλημα. Όχι τόσο γιατί κάνει εξαίσια- κατά τη γνώμη μου- τη δουλειά του, αλλά γιατί οι αντίπαλοι- ας τους πούμε- βλέπουν ένα πραγματικό κανόνι να βάλλει κατά των θέσεών τους και μάλιστα με το καλύτερο όπλο, τη γελοιογραφία, που μιλά σε γραμματισμένους και αγράμματους. Μέχρι απαγόρευση των σκίτσων του- όπως παν- θα ζητήσουν, γιατί πιστεύουν πως βάζει κατά της ειρήνης, κατά της συνεννόησης, κατά της λύσης. Κι επειδή διαφωνούν με τις ιδέες του, ζητούν να τον φιμώσουν ή να τον δολοφονήσουν ως άνθρωπο ψυχολογικά. Πράγμα ακριβώς που αποδεικνύει πόσο καλά κάνει τη δουλειά του και πόσο επιτυχημένος είναι στη διακήρυξη των θέσεών του, που εκφράζουν πολλούς, κανένας δεν ξέρει πόσους, έτσι που καταντήσαμε.
Το επίφοβο λοιπόν είναι η επέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης, για την οποία γίνονται ακόμα παγκόσμιες μάχες και χύνεται αίμα, δημοσιογράφων, γελοιογράφων.

Η λύση του κυπριακού, αν συνεπάγεται περιορισμό των ελευθεριών μας, θα είναι κακή λύση, μόνο και μόνο γι’ αυτό, την ανελευθερία. Κανένας δεν πολεμά για τη σκλαβιά του κι ούτε τη θεωρεί λύση των προβλημάτων του, κι ο Πιν αποδεικνύει πως με το πενάκι του πολεμά με τον τρόπο του για την ελευθερία και τη δική του και όλων μας. Ας τον σεβαστούμε κι ας τον στηρίξουμε.

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Και μένει και μαγιά

Και μένει και μαγιά

Του Στέλιου Παπαντωνίου

Με τους γείτονές μου στην παλιά μου γειτονιά συνομιλούσαμε, φιλικές σχέσεις είχαμε, ακόμα και με το γείτονα Τούρκο παπλωματά, «αννέ, αννέ» τα κορίτσια του όλη μέρα, φώναζαν της μάνας τους. Τώρα το σπίτι του, τρία επί δύο, το φτιάχνουν,  μπορεί, λένε οι ειδικοί του Τμήματος, να ρθουν τα κορίτσια και θα πρέπει να βρουν το σπίτι του πατέρα τους και των παιδικών τους χρόνων, όχι σαν τους δικούς μας που νομίζουν πως αν πεθάνουμε οι πρόσφυγες δε θα υπάρχει κανένας κληρονόμος μας, αυτά λέγαμε  τις προάλλες.

Τώρα στην καινούργια  γειτονιά, ύστερα από την Μορφοπροσφυγιά, δεν ξέρω και πολλούς. Κάπως έτσι, λέω, είναι κι οι σχέσεις μας με το σύνοικο:  έπαθε τέτοιες μεταλλαγές, υπέστη τόσες μεταλλάξεις, τροποποιημένοι πολύ κατάντησαν, με τόσους έποικους, που περιμένουν να τους κατακυρωθεί το ξένο τους σπίτι μου, η περιουσία μου, όλων των προσφύγων, γιατί με το νερό, λέει, που έφεραν από την Τουρκία, θα πάρουν τ’ απάνω τους και ποιος τους πιάνει, θα βρεθούν και με οκέλλες και περβόλια τα τιτσίρια.            

Μη μου πολυθλίβεσαι, πάω να πω, και δε μου  βγαίνει, κατάμαυρα φορά η ψυχή μου, νιώθει το σωλήνα του νερού από την Τουρκία να πνίγει το λαιμό, τη φωνή, τον σύμπαντά μου κόσμο, το νερό, αυτό το ζωηφόρο δώρο του Θεού, για μας ένα δηλητήριο, δεν ξέρω για άλλους κι ούτε με νοιάζει.

Στα Πάναγρα κατέβαινα με την τρίτη ή και τη δευτέρα ακόμα, η μεγάλη κατηφόρα από τη Λευκωσία, μόλις έβρισκα την πρώτη θάλασσα κατέβαινα κι έδινα μέσα, χογλακόρουτσους γεμάτη, μια δυο τέτοιες μεγάλες πέτρες έβαλα στα παλιά παραθύρια που χτυπούσαν με τον αέρα, να συγκρατιούνται στον τοίχο ανοιχτά, όπως χώμα της πατρίδας που λέμε, χώμα ελληνικό, πέτρες των Πανάγρων, πολύτιμες σήμερα, καρφωμένες στη μνήμη με όλο το βάρος τους, κινδυνεύουν να μου πέσουν από το κεφάλι. Μα, δύναμη!

Λέω για νερό και πνίγομαι, η λερναία ύδρα, η πολυκέφαλη, η σαρανταποδαρούσα κι όλα τα ερπετά και όρνεα της γης δεν την ξεπερνούν, μια τεράστια στρατιωτική δύναμη, απόγονος, λέει, του Μωάμεθ του πορθητή, πολεμιστές, μια ζωή στην Ιστορία να κατατρών τους άλλους, και τώρα νιώθω τη σειρά μου, κι αν  είναι κάτι που δεν ανέχομαι είναι τα γιουσουφάκια  που χαριεντίζονται και παίρνουν ύφος:  εμείς σας τα λέγαμε, ή ο άλλος, αρχηγός κόμματος, να βιαζόμαστε λέει, να το λύσουμε, ωσάν να εξαρτάται από μας κι έμεινε τόσα χρόνια άλυτο…

Κατακτητές αυτοί, κι εμείς στη μικρότητά μας σοφιζόμαστε χίλια δυο, αναξιοπρεπή, κάτι λειτουργίες στις εκκλησιές και στα τεμένη, κάτι θέατρα και φαγοπότια, κάτι συνθήματα για ειρήνη κι αδελφοσύνη και παρόμοια, ενώ εκείνοι τη δουλειά τους, όταν κατορθώνουν και κατατρών τις σάρκες μας, ζητούν ειρήνη για επιδόρπιο, εγώ έτσι τα καταλαβαίνω.

Αλλά, τι μας μένει εκτός από την ψυχή μας; Χάνουμε εδάφη, αλλά δεν πρέπει να χάσουμε και την ελληνική ψυχή μας. Αυτά, λέω, τώρα που θα ρθει κι ο Υπουργός των Εξωτερικών της Μητέρας Πατρίδας Ελλάδας, να τ’ ακούσει ή να του τα πούν ή να του τα διαβάσουν- πού τέτοια τύχη! Εμείς λοιπόν, κύριε Υπουργέ μας, «πολεμήσαμε για ένωση με την Ελλάδα και τώρα βρισκόμαστε ένα σκαλοπάτι πριν από την ένωση με την Τουρκία.» Μόνο αυτή η φράση αν σας λέει κάτι. Αναπτύξτε την στο μυαλό σας να γεμίσει από ελληνική Κύπρο.


Τι τα γράφεις όλα αυτά;  θα μου πείτε. Για να παρηγοριέσαι; Ε, ναι. Κατά που είπε κι ο πατριάρχης μας ο Μακρυγιάννης «Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ' ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. .. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. .» Γι’ αυτή τη μαγιά είναι καιρός να πολεμήσουμε, να την πλάσουμε ψωμί για τα παιδιά μας, τα δηλητηριασμένα με τα μεταλλαγμένα.

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Σύγχρονο συγχυστικό λεξιλόγιο

Περί του συγχρόνου συγχυστικού λεξιλογίου
του Στέλιου Παπαντωνίου

Το είπε κι ο παππούς ο Θουκυδίδης κι από τότε το επιβεβαιώνουν όσοι τον διαβάζουν και παρακολουθούν τον αιώνιο άνθρωπο, που παραμένει ο αυτός στις ίδιες περιστάσεις. Κι ο παππούς λέει πως οι άνθρωποι στις μέρες των πολέμων, εμφυλίων ή άλλων, αλλάζουν τη σημασία των λέξεων, τις παραποιούν, για να κερδίσουν κομματικά ή άλλα οφέλη. Για μας αυτές τις μέρες, ή καλύτερα από το 1974 και εξής, δυο λέξεις που κακοπάσχουν είναι ο «πόλεμος» και η «ειρήνη».
Δεν ξέρω κανένα που να διάβασε σε σύγχρονη Ιστορία για τον Κυπριακο-τουρκικό πόλεμο ή καλύτερα για τον Ελληνοκυπριακο-τουρκικό πόλεμο ή για τον Τουρκο-ελληνοκυπριακό πόλεμο του 1974. Αν δεν διάβασε, μάλλον δεν πρόλαβαν να του αλλάξουν το όνομα, γι’ αυτό και τον ξέρουμε όλοι οι Έλληνες ως «βάρβαρη τουρκική εισβολή»,  την ώρα που οι Τούρκοι –και πόσοι Τουρκοκύπριοι-  τον ονομάζουν «ειρηνευτική επιχείρηση».

Για να θυμίσουμε πολύ αδρομερώς τα γεγονότα, γίνεται πραξικόπημα από τη χούντα των Αθηνών εναντίον του Μακαρίου το 1974 και όχι εναντίον των Τουρκοκυπρίων ή της Τουρκίας, βρίσκουν την ευκαιρία που περίμεναν χρόνια οι Τούρκοι και για την οποία προετοιμάζονταν στρατιωτικά ναυπηγώντας αποβατικά σκάφη, και εισβάλλουν στην Κύπρο με απαίτηση το γεωγραφικό διαχωρισμό τουρκοκυπρίων - ελληνοκυπρίων με τη βίαιη μετακίνηση πληθυσμών, επιδιδόμενοι σε  βαρβαρότητες εναντίον του άμαχου πληθυσμού μας και των ελαχίστων και άοπλων σχεδόν στρατιωτών μας, εγκλήματα τα οποία δε βρέθηκε ακόμα «Μουσείο Τουρκικής Εισβολής» να  στεγάσει.

Από όλα τα πιο πάνω συνάγεται πως δεν ήταν πόλεμος αυτό που έγινε, ήταν εισβολή και κατάληψη και κατοχή εδάφους μιας άλλης χώρας με το πρόσχημα της διάσωσης των Τουρκοκυπρίων και με πάτημα τις συνθήκες  εγγυήσεως της… ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Τουρκία χωρίς να κηρύξει πόλεμο, χωρίς να της κηρύξουμε πόλεμο, εισέβαλε, δίωξε, προσφυγοποίησε, θανάτωσε, αιχμαλώτισε, κακοποίησε ανθρώπους και κατάστρεψε πολιτισμό, ατίμασε ζωντανούς και νεκρούς. Αυτό δεν ήταν και δεν ονομάζεται πόλεμος αλλά παράνομη εισβολή μιας τεράστιας χώρας - με τη συνέργεια άλλων μεγάλων- σε μια μικρότατη, πράγμα που, όπου και όποτε κι αν επαναλαμβάνεται, επανάγει τις διεθνείς σχέσεις στο νόμο της ζούγκλας.

Από τη στιγμή όμως που διάφοροι «σκεπτόμενοι»  φέρνουν το επιχείρημα πως έγινε «πόλεμος» στην Κύπρο, αμέσως εκτρέπεται ο συλλογισμός και εξάγεται από το σόφισμα πλέον το συμπέρασμα πως, αφού ο πόλεμος έχει νικητές και ηττημένους, οι Τούρκοι είναι νικητές και επιβάλλουν τους όρους τους κι εμείς οι ηττημένοι που αναγκαστικά πρέπει να αποδεχτούμε τη γιουσουφοποίηση.  Ένα ερώτημα όμως αναπηδά και αιωρείται αναπάντητο: αφού οι «εμπόλεμοι» ήταν η Τουρκία και οι Ελληνοκύπριοι, γιατί στις συνομιλίες παρακάθονται οι «ηγέτες των δύο  κοινοτήτων»; Πού είναι ο νικητής του «πολέμου», η Τουρκία,  στις συνομιλίες; Κι αυτά γράφονται  από ελληνοκύπριους που προσπαθούν να μας πείσουν πως η μόνη λύση είναι η τουρκοποίηση της Κύπρου, κάτι σαν την αλεπού με την ουρά κομμένη, δεν το ομολογούν όμως ευθαρσώς, κρυβόμενοι πίσω από απελευθερωτικές και επανενωτικές κορόνες της συγκαλυμμένης διχοτομικής διζωνικής δικοινοτικής.

Είναι όμως κι η «ειρήνη» κακοποιημένη παλαιόθεν. Η τουρκική εισβολή ονομάστηκε από τους Τούρκους «ειρηνευτική επιχείρηση» που μας οδηγεί στη δεύτερη συγχυστική λέξη, την «ειρήνη». «Ειρηνευτική» η επιχείρηση των Τούρκων, το νερό ή πικρονέρι που καταφθάνει- και μερικοί εξ ημών χαριεντιζόμενοι το χαιρετίζουν-  το ονομάζουν αναλογικά με την εισβολή «νερό της ειρήνης».   Γίνονται συναντήσεις δικοινοτικές «εις μνήμην των κατεχομένων δήμων»  με χορούς «της ειρήνης», κουβαλούν στη Σαλαμίνα- ελληνοθρεμμένοι του αρχαίου θεάτρου- κλάδους ελιάς, αιτούμενοι ειρήνη, οργανώνονται φεστιβάλ ειρήνης, εκδρομές ειρήνης, μετονομάζονται αλάνες σε  πλατείες ειρήνης κι άλλα τέτοια συγχυστικά  εδώ και χρόνια, ενώ τα Κατεχόμενα συνεχίζουν να είναι κατεχόμενα, ο τουρκικός στρατός κατοχής επισείει τη χαντζάρα του επιτηρώντας τις συνομιλίες των «ίσων» κοινοτήτων, η γεωγραφική ομοσπονδία που απαιτήθηκε από τον Ντεκτάς το 1974 στη Γενεύη μεταλλάχθηκε σε διζωνική δικοινοτική  ομοσπονδία,  λάβαρο του αγώνα πολλών (ομνύω πίστιν) κι εμείς προσπαθούμε να είμαστε νηφάλιοι, βασανίζοντας  έννοιες. Κάτι τέτοιο έκαμνε κι ο παππούς ο Σωκράτης.


«Ο δρόμος της Ειρήνης πρέπει να έπεται της λεωφόρου της Ελευθερίας και της Δικαιοσύνης», έγραφε στο μονόστηλό του άλλος φίλος παππούς.  Νέος αυτός!

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Η γειτονιά μου

Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΟΥ
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Η γειτονιά μου είναι ο άγιος Κασσιανός Λευκωσίας. Το όνομα παρμένο από την εκκλησία, κτισμένη στα 1854, με την πρώτη τουρκοκρατία. Η γειτονιά, καταστρεμμένη εν πολλοίς εδώ και χρόνια. Το κακό άρχισε από το 1958, συνεχίστηκε το 1963 και της δόθηκε το θανάσιμο το 1974, με το μεγαλύτερο μέρος κατειλημμένο από τους Τούρκους αλλά προπάντων καταστρεμμένο, με τα δημοτικά σχολεία, το καμάρι μας,  τις εκκλησίες του αγίου Ιακώβου και αγίου Γεωργίου, παλιότερα του αγίου Λουκά, καμένες κι ερειπωμένες,  μια ερείπωση όχι μόνο του τόπου και του πολιτισμού  αλλά προπάντων του χρόνου και του τρόπου της ζωής των ανθρώπων στις παλιές γειτονιές της Χώρας που μύριζαν ανθρωπιά, ομορφιά με τα λουλούδια στους τενεκέδες, τις συκιές φυτρωμένες στις ρωγμές των καλντεριμιών, την αλληλοεκτίμηση με ορθάνοιχτες πάντα τις πόρτες.

Σπίτια χαλασμένα, δρόμοι αδιέξοδοι, οι περβόλες που παίζαμε, τα κατασκευασμένα από τα χέρια μας με σπάγκο δίχτυα του ποδοσφαίρου, τα σπίτια των φίλων, τα μαγαζιά, τα μπακάλικα, το μεγάλο καφενείο «Τα Ελευθέρια», ένα πολύβουο ζωντανό κέντρο επικοινωνίας των γειτόνων, ο «Ορφέας» στο τείχος κι ο «Ολυμπιακός», καμένος τον Ιούνιο του 1958 ύστερα από τουρκική προβοκάτσια. Δρόμοι γεμάτοι παιδιά, μαθητούδια από τα χωριά να ενοικιάζουν καμαρούλες για να μπορούν να φοιτούν στα γυμνάσια, ο αυλόγυρος της εκκλησίας  τόπος για μπάλα και πιριλλί, για χωστό και πέντε πέτρες, και μέσα σεβαστοί παπάδες, με τις μικρές και μεγάλες γιορτές, τα εσπερινά και τους όρθρους, τα κοντάκια και τη μεγάλη βδομάδα με τους όπου γης γείτονες να καταφθάνουν.  

Πολλοί περιμένουν να πεθάνουμε όσοι ζήσαμε αυτή τη ζωή, γιατί πιστεύουν πως όσοι ευτυχήσαμε στον παράδεισο των παιδικών μας χρόνων στις γειτονιές της Χώρας είμαστε εμπόδιο στην οποιαδήποτε ανελεύθερη κι απάνθρωπη λύση. Και είμαστε. Γιατί δεν είναι μόνο ο τόπος είναι και ο χρόνος και ο τρόπος. Οι Τούρκοι κατάστρεψαν τη μισή Λευκωσία εντός των τειχών, την καρδιά της εμπορικής και κοινωνικής ζωής αλλά και την ίδια τη ζωή μας, την ώρα που εμείς προσπαθούσαμε, μαθητές του Γυμνασίου καραούλι τις νύχτες ή αργότερα με την αυτοσχέδια πολιτοφυλακή, να υπερασπιστούμε τα σπίτια και τις περιουσίες και προπάντων τα γυναικόπαιδα εκατοντάδες, με τις σφαίρες να διαπερνούν τα γέρικα τούβλα και να στέλλουν στο σκοτάδι φίλους και γείτονες.

Τώρα μερικοί νομίζουν πως όλα αγοράζονται, όλα με χρήματα αντικαθίστανται, ή προσβλέπουν σ’ ένα μέλλον της Κύπρου χωρίς παρελθόν. Ελπίζουν στην εκμετάλλευση των γειτονιών, της ομορφιάς, της γραφικότητας, αλλά ακόμα και των παραλιών, των εδαφών, των ιστορικών μνημείων μας, ως τουριστικών κέντρων. Δεν μάθαμε ακόμα πόσο πάει η Σαλαμίνα, πόσο οι Σόλοι, πόσο οι εκκλησιές και τα ιερά μας. Χιλιάδες ευρώ, εκατομμύρια; Μάλλον δε θα κατάλαβαν πως υπάρχουν και ανεκτίμητα πράγματα στον κόσμο.

Αν συνειδητοποιήσουν όμως πως αυτά ήταν και είναι η ζωή μας, τότε θα αντιληφθούν πως δεν πουλιούνται, δεν ξεπουλιούνται, γιατί δεν είναι ο τόπος, είναι ο χρόνος, η ζωή  και  ο τρόπος ζωής, κομμάτια τους εαυτού μας μεγάλα και σημαντικά. Η ίδια η ζωή μας.  


Όσο για την ελπίδα πολλών να πεθάνουμε για να λυθεί το προσφυγικό ή «εκτοπιστικό» ή όπως αλλιώς το λένε- άλλα μασκαραλίκια κι αυτά-  έχουμε και παιδιά κι εγγόνια ποτισμένα με την αγάπη στον τόπο και στην ανθρώπινη ζωή, που δεν ξεχνούν.  Αλοί σ’ αυτούς που δεν έχουν παρελθόν και Ιστορία, ρίζες και θεμέλια. Αυτούς να κλαίει κανείς από τώρα.

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

Ονειρευόμαστε

Ονειρευόμαστε
Του Στέλιου Παπαντωνίου

«Στην Κύπρο, τουλάχιστον η πλειονότητα των ελληνοκυπρίων, ονειρευόμαστε μια πατρίδα ανοιχτή για όλους τους κατοίκους της, που να ζουν ειρηνικά και να προοδεύουν, να εργάζονται για το καλό του τόπου, μακριά από συγκρούσεις πολεμικές ή άλλες, αφού το παρελθόν μας δίδαξε πως η ειρήνη είναι προτιμότερη από τον πόλεμο.

Στην Κύπρο, τουλάχιστον η πλειονότητα των ελληνοκυπρίων, επιζητούμε μια λύση που να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα όχι λεκτικά αλλά πραγματικά, κι όπου οι συνεργαζόμενοι, άσχετα από καταγωγή, φυλή, γλώσσα, θρησκεία, μακριά από μίση και πάθη, θα οδηγούν το νησί μας στην ευτυχία, τη χαρά και προπάντων την πρόοδο, μοιραζόμενοι τα αγαθά της.

Στην Κύπρο, τουλάχιστον η πλειονότητα των ελληνοκυπρίων, θεωρούμε την Κύπρο όλη πατρίδα μας, με τα ακρογιάλια και τις βουνοκορφές της, με τα χωριά και τις πόλεις της, με τις αρχαιότητες και τον πολιτισμό της, και σεβόμαστε όλα  τα δημιουργήματα των ανθρώπων, γι’ αυτό και θέλουμε να συμβάλουμε στην αποκατάσταση των πολιτισμικών μνημείων και στην προβολή τους ακόμα και στο παγκόσμιο, αφού είναι αρχαιότατα και νεότερα  δείγματα της ευαισθησίας, της πρακτικής ζωής, της κοινωνικότητας  και της θρησκευτικότητας των ανθρώπων.

Στην Κύπρο, τουλάχιστον η πλειοψηφία των ελληνοκυπρίων, σεβόμαστε την εργασία και τους κόπους όλων των πολιτών, την περιουσία τους και την ελευθερία τους να χρησιμοποιούν τον πλούτο τους όπως ο καθένας θέλει χωρίς περιορισμούς, αφού δεν βλάφτει τον άλλο.

Στην Κύπρο, τουλάχιστον η πλειοψηφία των ελληνοκυπρίων, πιστεύουμε πως μπορούμε να ζήσουμε ειρηνικά με τους συμπατριώτες μας, να συνυπάρξουμε, να συνεργαστούμε, ακόμα και οικογένειες μικτές μπορούμε να δούμε, ανεχόμενοι ο καθένας την ιδιαιτερότητα του άλλου, χωρίς να μας ενοχλεί καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία.

Πολιτικά θεωρούμε όλους τους πολίτες ίσους, άσχετα από καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία, με ίσα δικαιώματα. Όλοι έχουν την ιστορία και παράδοσή τους, σεβαστή, όλοι δικαιούνται την απαραίτητη μόρφωση, δικαίωμα σκέψης και έκφρασης, με δικαιώματα θρησκευτικά, πνευματικά, ανθρώπινα με μια λέξη.»

Τέτοιο κείμενο όπως το πιο πάνω, απ’ ό, τι αποδεικνύεται, μπορεί να γράψει ο καθένας. Αλλά πόσα λογικά σφάλματα υπάρχουν, πόσες βόμβες έτοιμες να εκραγούν, πόσα αποσιώπησε ο γραφιάς, πόσα ασαφή άφησε, διφορούμενα, υπονοούμενα; Ο γράφων γνωρίζει όπως και όσοι ξέρουν να διαβάζουν κείμενα. Τέτοια κείμενα παρουσιάζονται  πολλά τελευταία σε εφημερίδες και στο διαδίκτυο. Κριτική ικανότητα χρειάζεται για να αντιλαμβανόμαστε αν λεν κάτι ή αν μέσα στις γενικότητές τους κρύβουν παγίδες. Οι ασάφειες και οι ανακρίβειες ανοίγουν τον τάφο του τόπου και της Κυπριακής Δημοκρατίας.  


ΥΓ. Αν ήθελε ο γράφων να εντυπωσιάσει, έγραφε από κάτω και μερικούς από τους τίτλους του και τους τίτλους σπουδών  του.  

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Η παρανομία δεν έχει όρια

Η παρανομία δεν έχει όρια
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Στη λογική υπάρχει το σόφισμα όρων τετράς, δηλαδή αντί ένας συλλογισμός να γίνεται με τρεις όρους, Υποκείμενο, Κατηγορούμενο, Μέσο όρο, παρεισφρέει ένας τέταρτος όρος, μια λέξη δηλαδή χρησιμοποιείται με διπλή σημασία, ώστε να εξάγονται παράλογα συμπεράσματα. Για παράδειγμα: Η σιωπή είναι χρυσός, Ο χρυσός είναι πολύτιμο μέταλλο, άρα η σιωπή είναι πολύτιμο μέταλλο.
Κάτι παρόμοιο παρατηρούμε σε ένα επιχείρημα που φέρνουν όσοι υποστηρίζουν ότι το Κυπριακό θα έπρεπε να το είχαμε λύσει από πολύ πριν, ωσάν από εμάς να εξαρτάται η λύση του και όχι από την Τουρκία. Παρενθετικά, αν είμαστε εμείς υπεύθυνοι για τη μη λύση, τότε πρέπει να θεωρούμαστε η μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο: αφού θέλει η Τουρκία, θέλει η Αγγλία, θέλει η Αμερική και στο τέλος γίνεται το δικό μιας μερίδας Ελλήνων της Κύπρου που δήθεν δε θέλουν λύση. Αλλά κι εδώ πρέπει να διακρίνουμε: Για ποια λύση μιλάμε; Η πλήρης αποδοχή των τετελεσμένων δεν είναι λύση αλλά αιώνια υποδούλωση και ημών και των απογόνων μας, και τέτοιο δικαίωμα δεν έχουμε, να υπογράψουμε, την υποδούλωσή μας.

Επανερχόμαστε όμως στην τετράδα όρων του συλλογισμού. Η παρανομία δεν έχει όρια. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα και η Τουρκία παρανομούν κι εμείς τρέχουμε ξωπίσω από τις παρανομίες. Πρέπει, λένε, να λύσουμε το πρόβλημα γιατί στα Κατεχόμενα αυξάνονται τα κτίσματα. Μερικοί μάλιστα ονομάζουν την παρανομία «ανάπτυξη», που αποτελεί άλλη αποδοχή των τετελεσμένων. Ο συλλογισμός όμως είναι λανθασμένος γιατί, ενώ εμείς μιλούμε με όρους νομιμότητας, υπεισέρχεται η οποιαδήποτε επέμβαση στη γη μας ως νόμιμη, ενώ είναι παράνομη. Οπότε φαίνονται μεν λογικά τα όσα υποστηρίζουν οι προτρέποντες να λύσουμε αμέσως το πρόβλημα μήπως μας αλλοιώσουν περισσότερο τις περιουσίες, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για σόφισμα και για αποδοχή ως νόμιμων των παράνομων ενεργειών των τουρκοκυπρίων και της Τουρκίας, που είναι σε θέση ως παράνομοι να τσιμεντώσουν όλες τις παραλίες όπως αυτήν του Παχύαμμου σε μια νύχτα! Οπότε άδικα και οι συνομιλίες και ο τυφλός ΟΗΕ και οι εκπρόσωποί του. Διότι καλούμαστε να αποδεχτούμε όχι μόνο τα τετελεσμένα αλλά και τα γενησόμενα. Κατά τα άλλα συζητούμε με ίσους όρους!!!

Και επακολουθεί πάντα το: «Και τι εισηγείστε;» ωσάν ο κάθε πολίτης να είναι και συνταγματολόγος, ειδ’ άλλως να μη μιλά και να μη διαμαρτύρεται για τα όσα παράνομα και παράλογα παρατηρεί. Εισηγούμαστε σεβασμό στο νόμο. Πόσες παρανομίες των Τούρκων να νομιμοποιήσουμε; Την εισβολή, την κατοχή, την καταστροφή των περιουσιών μας, την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την κλοπή των περιουσιών, την εισδοχή των νέων όρων «χρήστης» και άλλα, τις επιλεκτικές αποφάσεις των δικαστηρίων μόνο όταν είναι εναντίον μας; Η δικαιολογία είναι πως δεν μπορούμε να κάμουμε αλλιώς. Πρέπει δηλαδή να συνεργαστούμε στην παρανομία για να διασώσουμε ό, τι είναι να διασώσουμε!!!


Η παρανομία όμως δεν έχει όρια. Κι εμείς αποζητούμε το δίκαιο και το νόμο ως όριο και ασφάλεια και τείχος αξιοπρέπειας.

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Στέλιου Παπαντωνίου
Μνήμη Παπάντωνη και παπαδιάς Ειρήνης

Γκρεμισμένο το σπίτι
μυρίζει ακόμα το χώμα
Στο φούρνο ν΄αχνίζει ζεστό ψωμί

Λευκά περιστέρια  
Στον ουρανό γυροφέρνουν
μάτια ξαγρυπνισμένα της παπαδιάς
Στη νηστιά, στην αυλή, στο περβόλι.

Του παππού χαμογέλιο στ΄ακρόχειλο
Κάτι ξερολούλουδα μοναχικά
Στους απόκρημνους βράχους
επιστατούν αυστηρά το Βουνό
συνομιλούν μυστικά με τον άγιο.

Δε νογούν από διαδίκους
Καθαρά μάτια καθαρές ψυχές.

Έφυγαν με τις ευλογίες
Στα παιδιά και στ΄αγγόνια

Στους οχτρούς τ’ ανάθεμα.