Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Παπαδιαμαντέικα

Παπαδιαμαντέικα
Στέλιος Παπαντωνίου
Χριστούγεννα χωρίς Παπαδιαμάντη δεν γίνονται, πήρα ένα τόμο, όποιον έλαχε, το Χρήστο Μηλιώνη δεν τον είχα διαβάσει, τον θυμόμουν κλέφτη και παλικάρι, από τα ιστορικά μου αναγνώσματα, ήταν ένα κάτι Γρηγόρης Αυξεντίου, Μάτσης, Παλληκαρίδης, η τουρκοκρατία στη μεγαλοπρέπειά της στην Ελλάδα, ο κατής να ερμηνεύει κατά το δοκούν τη νομοθεσία ή τα εδάφια του ιερού τους βιβλίου, φαντασιόπληκτα, ένα ο Βους άλλο η Κάμηλος, κι ένα Παπαδιαμάντης με κέφι, χιούμορ, ένα κρυφό ειρωνικό χέρι που έγραφε, κι έμενε πάλι το κατακάθι, «αν δεν υπήρχαν προδότες στην Ελλάδα τίποτε δε θα κατόρθωνε κανένας ξένος εναντίον του λαού μας», κάπως έτσι,  όλη η πονηριά στις ενέργειες των Τούρκων, να γίνει το δικό τους, οι άλλοι ήταν αλλόπιστοι, έπρεπε να υπακούν στους πιστούς του Αλλάχ, σήμερα σου λέει θέλουμε να μιλάτε για αγάπη, τι αλλοπρόσαλλα ρατσιστικά είναι τούτα, μιλήστε μας για αγάπη, ωσάν κι αυτή να είναι μια λέξη, την είπες, μαγεύτηκε ο άλλος, κι ας είναι δούλος, κι ας στέκεται με το χατζάρι πάνω από το κεφάλι του ο οχτρός, μια με δηλώσεις μια με τα καράβια του μια με τις πράξεις του, τα σχέδιά του που τα βλέπεις να εφαρμόζονται και μπήγεις το κεφάλι στο χώμα, ησυχάζεις.
Τις προηγούμενες μέρες μοιράζαμε στα σπίτια από τις έξι το πρωί ως τις εφτά που θα ξεκινούσαμε για το σχολείο μερίδες στις οικογένειες που έκαναν το σαρανταλούτουργο, ο παπα Κωνσταντίνος, έφερνε ζεστό ψωμί από το φούρνο του Πιτζιολή, μνημόνευε εκεί στην αγία πρόθεση, και με τη λόγχη κεντούσε το ψωμί σε κάθε μνημονευόμενο όνομα, ύστερα μας το έδινε, το κόβαμε πρώτα φέτες μεγάλες ύστερα σε κύβους, άλλος στη μεγάλη σινιά, άλλος σε καθαρό λευκό μαξιλαρόπανο, και ξεκινούσαμε για το πρωινό σουλάτσο, αγιάζι, έξω ξύριζε ο Πενταδάχτυλος, τρεχάτοι εμείς, τακ τακ, περίμεναν μερικοί κι άφηναν λιγάκι την πόρτα ανοιχτή, μια μέρα ένας εκκλησιαστικά αναλφάβητος, εκεί στον άγιο Ιάκωβο καταντικρύ, τι, κυρά Θοδώρα, παράγγειλες καμιά μερίδα φαγητό πρωινιάτικο και δεν μας το ΄πες;  χάχανα, η μυρουδιά της καπήρας, ψωμί στον αμίαντο, μεγάλη εφεύρεση καρκινογόνα, τότε, πού να’ ξεραν οι μανάδες μας, και τσάι, γλυκάνισσο ή δυόσμο, και τα πρωινά χνώτα των νοικάρηδων, σπίτια τα περισσότερα ενοικιάζονταν σε φτωχές οικογένειες που εγκατέλειπαν τα χωριά κι έρχονταν στην πόλη, να βρουν την καλοζωή, ένα δωμάτιο μια οικογένεια, πατέρας, μητέρα, παιδιά, κοινά τα λοιπά, περβόλες γεμάτες καμαρούλες, έτσι πέρασε το μεταβατικό στάδιο της αστυφιλίας ο κόσμος μας, κι από αυτή τη φτώχεια, βγήκαν οι επιστήμονες, οι ήρωες, οι μαγαζάτορες, σκουντούφληδες το πρωί, σε μια ξένη πόλη, σιγά σιγά γινόταν δική τους, αυτοί την έκαμαν τη Λευκωσία της δεκαετίας του πενήντα, παρέκει ο τουρκομαχαλάς, δεν είχαν ακόμα χρησιμοποιηθεί τα μεγάφωνα στους μιναρέδες, τον ακούαμε το χότζα, όχι όμως με αυτή την κατακτητική μεγαφωνική σημερινή διάθεση, μπαίνω στο αυτοκίνητο, ψάχνω για σταθμό ραδιοφωνικό, πού είναι τα ελληνικά ρε παιδιά, οι τουρκικοί περισσότεροι, μας έφαγαν συχνότητες, μας έφαγαν δρόμους και γειτονιές, την παιδική μας ηλικία, χριστούγεννα είναι, οι πιστοί αναμένουν να τους μιλάς μόνο για αγάπη, μια λέξη κι αυτή σαν τις άλλες.
Όπου το λοιπόν, ο Παπαδιαμάντης κανένας δεν τον φτάνει, μας σφράγισε, από την τρίτη Γυμνασίου που διαβάζαμε τα πρώτα διηγήματα στα σχολικά αναγνώσματα, ως τώρα, που κάθεται στη βιβλιοθήκη υπομονετικά και περιμένει, τακτικά έρχεται η ώρα του, δεν έχει παράπονο, με το παλτό του, γερμένο το κεφάλι, κάθεται στον ήλιο, πες τα κυρ Αλέξανδρε, κι αρχίζει.