Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

ραγιά ε ραγιά


Ραγιά ε ραγιά

Ζούμε σε μια πλαστή από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας πραγματικότητα, ιδιαίτερα από τη μαγεύουσα τηλεόραση, εκεί με τους πανγνωρίζοντες να μπαινοβγαίνουν και να αναλύουν, μας διέλυσαν προχτές την τουρκική άσκηση mavi vatan, χάρτες, κόκκινο πολύ, γαλάζιο ένα κύκλο, ήρθε κι από τα Ευρώπας ο ειδικός και τα ‘βαλε κάπως στη  θέση τους τα πράματα, και καλά κάνει η Κύπρος που συμμαχεί με τη Γαλλία και τα λοιπά, ευχαριστούμε, φεύγει, πάει η καρδούλα στον τόπο της, δεν θα μας φαν αύριο, κι ο παρουσιαστής, καλαμαρίζων ολίγον και πολύ συριστικός, «από όλα αυτά να κρατήσουμε πωςςςς η Τουρκία ό τι λέει το κάνει». Κεραυνός. Αυτό ήταν βρε το όλο συμπέρασμα που έβγαλες; Πληρωμένο σ’ έχω;

Πάει ο άλλος, μέγας εφέντης, πού στ’ ανάθεμα, «κι αν δεν σας αρέσει λέει και θέλετε Κουρδιστάν να πάτε έξω από δω, να ζήσετε στο Κουρδιστάν, εμείς έχουμε Αιγαίο», έχουμε εκείνο ετούτο, και με μια μονοκοντυλιά έγινε κύριος του Αιγαίου, άμα πεις πως έχεις και ονομάσεις το έχειν σου, γίνεται αυτόματα δικό σου, μάλλον θα ίσχυε προ Μωάμεθ το ονοματιζοκτητικό έθιμο και επανέρχεται, ως βάρβαρον, αφού οι βάρβαροι ξανάρχονται.

Ο άλλος πάει προσκεκλημένος από τον σύριζα -λέει- στη βουλή των Ελλήνων, κι αφού ξεστομίζει πως είναι δύο οι ιδιοκτήτες στην Κύπρο, δεν μπορεί μόνο ο ένας να κάνει έρευνες στη θάλασσα και να μην λαμβάνει υπόψη τον άλλο, (ο μέγας κλέφτης που παρουσιάζεται προστάτης των πούαρ τέρκς) και γίνηκε αμέσως ιδιοκτήτης στα μισά, μόνο που το είπε, γιατί ούτε κράτος έχει ούτε νομική ισχύ έχει, ούτε υπάρχει κανένα κρατίδιο τουρκοκυπριακό που να αναγνωρίζει ο παγκόσμιος χάρτης, κι οι πελλοί οι δικοί μας τους είπαν, «μη φοβάστε, θα μοιράσουμε», κι έτσι τους αφήνουν να διαφεντεύουν τα κλεμμένα στο βορρά και να μοιράζουν το νότο, άλλη παρεξήγηση κι αυτή, και δεν βρίσκεται ένας ελληνοβολευτής να του απαντήσει, και του λέει ένας άσχετος, εμείς με τους γείτονες τα βρήκαμε -πες «τους δώσαμε ό τι ζητούσαν», - ο Θεός να μη σε αφήσει να τα βρεις και με τον Τούρκο, ραγιά έ ραγιά.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

του Γρηγόρη


Του Γρηγόρη

Ήσουν ήδη στα εικοσιεννέα, εμείς στα δεκατρία, κι όμως σε περάσαμε, έμεινες εκεί, εμείς γεράσαμε, κυρτοί, θαμποί, εσύ εκεί, στην αιώνια νιότη. Σε ξέρουμε μόνο από τις φωτογραφίες, και μικρό, και με τους γονιούς, την αδελφή, τη Βασιλική, και δεν είχες ποτέ σώμα, από την πρώτη στιγμή που ακούσαμε τ’ όνομά σου: «η ώρα είναι εφτά και τριάντα, δελτίον ειδήσεων». Όλοι στο τραπέζι για τις σήκωσες, κι εσύ έγινες αετός, ένα αέρινο πλάσμα, άυλο, που ανέβαινε τους ουρανούς, φλογισμένο. Και σήμερα ακόμα, σε ποιους ουρανούς να σ’ αναζητήσω, στον έκτο- στον έβδομο, θυμιάματα, ευωδιαστά ρόδα, ανοιξιάτικους κρίνους, κάτι δοξολογίες ακούω αγγελικές, γι’ αυτό σου λέω, ποτέ δεν σε σκέφτηκα με το ανθρώπινο σώμα σου, ένας αγέρας φυσούσε, και σ’ ανέβαζε ψηλά, στον ουρανό.

Στέλιος Παπαντωνίου

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019


Γαλάζια πατρίδα είναι μόνο η Ελλάς

Στέλιος Παπαντωνίου

Το λοιπόν, μια άσκηση του τουρκικού ναυτικού, ονόματι Mavi Vatan, αλλά τα μουμουε  θέλουν να την ονομάζουν «γαλάζια πατρίδα», και γιατί δεν κάνει το τούρκικο; Δεν προκαλεί στους Έλληνες το φόβο που θέλουν οι οχτροί να ενσπείρουν και το μεταφράζουν από τα τουρκικά να το καταλάβει ο λαός καλύτερα; Ε πολύγλωσσοι!!!

Mavi Vatan λοιπόν και όχι γαλάζια πατρίδα. Μαβιμαβιμαβιμα η γείτων προσπαθεί να μπει στο μεγάλο παιχνίδι των ενεργειακών πηγών, την παραγκωνίζουν από δω, κατεβάζουν μούτρα από κει, ξέρουν καλά περί τίνος φαταούλα πρόκειται, αλλά ο σουλτάνος ονειρεύεται κι εκσπερματώνει απειλές καταιγιστικές κατά παντός νομίμου κράτους ή εταιρείας διεθνών συμφερόντων. Όλα δικά του, κι η οθωμανική αυτοκρατορία ασφυκτιά στον τάφο της.

Λέγοντας γαλάζιο φέρνουμε πάντα στο νου μας την Ελλάδα. Θα μας αλλάξει τώρα και τα χρώματα; Κόκκινη είναι βρε η πατρίδα σου: Στη σχιζοφρένειά σου απάνω απέκτησες και αχρωματοψία; Ίσως να φταίει η Αίγυπτος, η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ιορδανία, το Ισραήλ, η Κύπρος, που σου βγάζει τώρα μια πήχη υδρογονάνθρακες ποιότητας, πληθώρας, τρισεκατομμυρίων, οι Αμερικανοί αγάλλονται χαίρει η φύση όλη, έστω κι αν δεν μας επιτρέπουν μερικοί να ανασάνουμε ελπίδα. Απαγορεύεται, λέει. Το κόμμα αποφάσισε πως θα τουρκέψετε και μη μου ξεθαρρεύετε, που έχετε εμπιστοσύνη στα αμερικανάκια. Οι τούρκοι της Κύπρου είναι αδελφοί τους κι ανάλαβαν να εκπροσωπούν τα συμφέροντά τους επί παντός. Χαϊρ ολλά.

Τώρα που άρχισε δειλά δειλά να εγείρεται κι η Ευρώπη, ευρωπαϊκές θάλασσες, ευρωπαϊκό έδαφος η Κύπρος, η Γαλλία με τις διευκολύνσεις της, το Ισραήλ με τις συνεργασίες του, κι ο σουλτάνος ωρύεται, «ουκ εά αυτόν καθεύδειν» κατεβάζει πλοιάρες, υποβρυχιάρες, το Αιγαίο εκεί που το ξέρουμε, στα γαλανά νερά του,  ο Ελύτης το χάρηκε καλύτερα απ’ όλους, γαλάζια θάλασσα με τα κοριτσόπουλά της, ξέρει και τον πλούτο και τη σημασία του, ένα κέντρο πολιτισμού, από αρχαιοτάτων χρόνων, όταν οι βάρβαροι ήταν ακόμα πίθηκοι.

Ο άλλος όμως δεν έχει όρια, «απ ο ν αντρέπεται ο κόσμος εν δικός του» και απαιτεί και ουρλιάζει και οι κόκκινες σημαίες αναπετάννυνται. Το κόκκινο, μάλιστα! Αυτό είναι το χρώμα σου.

Πάντως γαλάζια πατρίδα είναι μόνο η Ελλάδα και Mavi Vatan είναι αεροναυτική άσκηση της Τουρκίας που προσπαθεί να εκφοβίσει τους γείτονες και  κάθε ενδιαφερόμενο για τον θαλάσσιο πλούτο της περιοχής.  Άρα δουλειά μας είναι να αποτρέπουμε το φόβο, και να καταλάβουμε, όπως είπε κι ο φίλος μου ο Επίκτητος, «Ταράσσει τους ανθρώπους ου τα πράγματα, αλλά τα περί των πραγμάτων δόγματα». Αυτό που φοβίζει τους ανθρώπους είναι η ιδέα που σχηματίζουν για τα πράγματα, όχι τα ίδια τα πράγματα.

Ππππππα!


Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

ΤΟΥΛΑ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΗ, ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ


Τούλα Χατζηκωστή, Ένας Κόσμος που Χάθηκε.

Γλυκόπικρες Αναμνήσεις από την Κύπρο του Χτες

Αφήγημα- Εκδόσεις Γερμανός

Μόνο με θαυμασμό μπορώ να γράψω για το έργο της αγαπητής μου συναδέλφου Τούλας Χατζηκωστή, γιατί μου έδωσε και πάλι με τα γραφτά της την Ιστορία των όσων ζήσαμε από το 1955 ως το 1974, με τόσο ζωντανό και καθάριο τρόπο, που λες, να ένα δείγμα γραφής που μπορεί να αποτελεί πρότυπο για τα παιδιά των σχολείων μας, ευκαιρία μεγάλη να μάθουν να γράφουν, αλλά και να διδάσκονται τη σύγχρονη ιστορία με τον πιο απλό και φυσικό τρόπο, αφηγήσεις όσων έζησαν τα γεγονότα και μπορούν να ανάγονται στο ευρύτερο και γενικότερο, όχι μόνο από τα προσωπικά στα παγκύπρια αλλά και στα πανανθρώπινα και στα διηνεκή διδάγματα από την Ιστορία.

Η Τούλα Χατζηκωστή έχει και το χάρισμα και τη γνώση και την πείρα, δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτε, γι’ αυτό και η γραφή της είναι τόσο απλή, κλασσική, αληθινή, μεταδοτική ηθών, εθίμων, ιστορικών στιγμών ζωντανών και καυτών ως σήμερα.

Από την πρώτη της χρονιά στη Μόρφου κι ύστερα την όλη της ζωή, Μόρφου, Βατυλή, Αθήνα, Πάφο και άλλα μέρη της Κύπρου κατά την περίοδο της εισβολής, ζωντανεύει αβίαστα πρόσωπα και καταστάσεις, φέρνει στη μνήμη τύπους και προσωπικότητες, τυχερή γιατί γνώρισε από πρώτο χέρι ιστορικές μορφές, αλλά και βαθιά μελετημένη και προβληματισμένη για την όλη κατάσταση εν Κύπρω από τον καιρό του Δημοψηφίσματος. Αντικειμενική στις δύσκολες περιόδους της Ιστορίας μας, χωρίς φανατισμούς ή ιδεοληψίες, ολοκάθαρος νους και ευγενικό συναίσθημα, στήνει μπροστά μας τον κόσμο που είχαμε την ευκαιρία να ζήσουμε οι παλιοί, με αγάπη και τέχνη δοσμένο, τέχνη της κλασσικής γραφής, στην οποία για να φτάσει κανείς περνά από χρόνια και χρόνια δοκιμασίας.

Ήθη και έθιμα, στο σπίτι και στο σχολείο, στην κοινότητα και στην πόλη, στο εσωτερικό και εξωτερικό, ιδιαίτερα στην Αθήνα, αναβιώνουν με την ανάγνωση του βιβλίου της, που μπορεί να διαιρεθεί βασικά σε δυο ενότητες δομικές, την ηθογραφία και την Ιστορία. Και στα δυο, όποιος διαβάσει το βιβλίο θα βγει κερδισμένος, γιατί πράγματι μαθαίνει και ποια ήταν η ζωή στην Κύπρο προ εβδομηκοντετίας ως την τουρκική εισβολή και τα κυριότερα ιστορικά γεγονότα. Κι ως δάσκαλος δικαιούμαι να ρωτώ: Πότε θα δοθεί το βιβλίο στα παιδιά μας να μάθουν για τον τόπο, τους ανθρώπους, για την Ιστορία τους, απλά και καθαρά;

Εύχομαι στην Τούλα Χατζηκωστή καλή συνέχεια. Αφού τόσο καλά τα καταφέρνει.

Στέλιος Παπαντωνίου


Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

ΠΕΡΙΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗς ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


ΠΕΡΙΚΕΙΜΕΝΑ Της ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Αυτό δεν θα έπρεπε να είναι το εισαγωγικό στη Θεσσαλονίκη; Του ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ Ο Πόλεμος; Που το έγραψε λέει στα δεκαέξι του και περιλαμβάνει εκείνη τη φράση, στην Οδόν Αιγύπτου, τότε τα κορίτσια στο δρόμο με τα απαγορευμένα προϊόντα, τις παράνομες συναλλαγές και τώρα στη δικτατορία, να υψώνονται τα μέγαρα κι οι τράπεζες κι η χούντα, και να συναλλάσσονται μαζί της! Αλλά ίσως σπουδαιότερη σημασία να έχει η τελευταία φράση του κειμένου, Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα. Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ! Κι έτσι με τη δικτατορία συνεχίζεται ο πόλεμος, με εσωτερικούς εχθρούς τώρα. Ας δούμε όμως το ποίημα:



Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια ώρα. Κόκκαλο έγιναν οι δείχτες των ρολογιών, αργοκίνητοι, Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέχουν γρήγορα οι μέρες και τα χρόνια.  Έχει όμως κανείς και τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να πεις· απόψε λ.χ. σε τρία θέατρα πρεμιέρα. Ενώ στη Θεσσαλονίκη λέει, τώρα δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται. Μην αγιάζουμε όμως και την κατοχή.                                                                                                                                                      Εγώ, συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου πατώματος, με το σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε και σήμερα. Έχει μήνας να φανεί. Ο θάνατος μεγάλων και μικρών, η πίκρα. Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των καινούριων αντιτορπιλικών κι οι μάρκες πέφτουνε γραμμή. Τι μάρκες τι μάρκα. Μπορντέλα εδώ, γυναίκες του δρόμου, Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε μια τιμητική διαθεσιμότητα. Ψύχρα, φτώχια, ανέχεια. «Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι (εδώ θα μπει το όνομα, που για τώρα δεν έχει σημασία), ετών 8 κτλ. κτλ.» Να κι ένας τόπος που αξίζει να σε ρωτούν, και ποιο ρόλο παίζουν τα σημεία της στίξης; Κι αν δεν έχεις διαβάσει εφημερίδα, αγγελτήρια θανάτου, πού να καταλάβεις!!                                                                                                                        Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κοκαλιασμένα περιμένανε απ’ ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα. Να ο στίχος, παίζει το ρόλο του, σου δίνει ευκαιρία να συγκρίνεις κατοχή με δικτατορία, τότε στην ίδια οδό, τώρα υψώνεται η τράπεζα και τα λοιπά, Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι. Τώρα άρα μια άμορφη μάζα.                                                                                                                                           Οσονούπω έστω σε λίγο, όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται και νά που στο διπλανό κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές. Αύριο είναι Κυριακή. Και στον Φίλιππο το γκαρσόνι στο καφενείο, δεν σταματά η ζωή, και θέατρα δουλεύουν και εστιατόρια και καφενεία και κεντράκια.  
Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, μη μου πείτε πως δε σας θυμίζει τον παππού Καβάφη, στο περιμένοντας τους βαρβάρους, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει Και ρυθμικά χτυπήσανε μια μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές. Τόσος θάνατος! Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές. Φωνές διαδηλώσεις   Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες, Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα. Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!

Μπορούμε έτσι να δούμε τη Θεσσαλονίκη, αλλά προπάντων να λάβουμε υπόψη τη σημείωση πως έχουμε δυο χρονικά επίπεδα, την κατοχή και τη δικτατορία, καλό είναι να ξέρεις και λίγη ιστορία, μην τα συγχύζεις, και να προσέξεις και τα δυο επίπεδα τα νοηματικά, άλλο τι λέει κι άλλο τι εννοεί. Κυριολεκτικά καταλαβαίνεις το πρώτο νοηματικό επίπεδο, που υποκρύπτει όμως το δεύτερο. Το πρώτο επίπεδο είναι η βιτρίνα, αυτήν που ήθελαν να διακηρύσσουν οι δικτάτορες, όλα ωραία, άνοδος βιοτικού επιπέδου, τουρισμός, τράπεζες, ο καθένας πραγματοποιεί το όνειρό του να έχει το δικό του αυτοκίνητο, τροχοφόρο, λέει, άλλο λέει άλλο υπονοεί, αφού τροχοφόρο είναι και το τανκ ή θωρακισμένο. Άμα τα ξεχωρίσεις τα επίπεδα, καλά το καταλαβαίνεις το ποίημα.

 

Θεσσαλονίκη, Μέρες τοῦ 1969 μ.Χ.


Στὴν ὁδὸ Αἰγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά! Τώρα ὑψώνεται τὸ μέγαρο τῆς Τράπεζας Συναλλαγῶν Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως.
Καὶ τὰ παιδάκια δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ παίξουνε ἀπὸ τὰ τόσα τροχοφόρα ποὺ περνοῦνε.
Ἄλλωστε τὰ παιδιὰ μεγάλωσαν, ὁ καιρὸς ἐκεῖνος πέρασε ποὺ ξέρατε
Τώρα πιὰ δὲ γελοῦν, δὲν ψιθυρίζουν μυστικά, δὲν ἐμπιστεύονται,
Ὅσα ἐπιζήσαν, ἐννοεῖται, γιατὶ ᾔρθανε βαριὲς ἀρρώστιες ἀπὸ τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιῶτες,
Θυμοῦνται τὰ λόγια τοῦ πατέρα: ἐσὺ θὰ γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δὲν ἔχει σημασία τελικὰ ἂν δὲν τὶς γνώρισαν, λένε τὸ μάθημα οἱ ἴδιοι στὰ παιδιά τους
Ἐλπίζοντας πάντοτε πὼς κάποτε θὰ σταματήσει ἡ ἁλυσίδα  Ἴσως στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους ἣ στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν  τῶν παιδιῶν τους.
Πρὸς τὸ παρόν, στὸν παλιὸ δρόμο ποὺ λέγαμε, ὑψώνεται  ἡ Τράπεζα Συναλλαγῶν
- ἐγὼ συναλλάσσομαι, ἐσὺ συναλλάσσεσαι, αὐτὸς συναλλάσσεται-
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως
-ἐμεῖς μεταναστεύουμε, ἐσεῖς μεταναστεύετε, αὐτοὶ μεταναστεύουν-
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει, ἔλεγε κι ὁ Ποιητὴς
Ἡ Ἑλλάδα μὲ τὰ ὡραῖα νησιά, τὰ ὡραῖα γραφεῖα, τὶς ὡραῖες ἐκκλησιὲς
Ἡ Ἑλλὰς τῶν Ἑλλήνων.

Κι όμως θεωρούν καλύτερο να δείτε παράλληλα τον Πατρίκιο με τον Αναγνωστάκη. Ας είναι.
ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ «Στίχοι, 2»,  Αύγουστος 1957- συλλογή Μαθητεία 1963
 Στίχοι που κραυγάζουν στίχοι που ορθώνονται τάχα σαν ξιφολόγχες
στίχοι που απειλούν την καθεστηκυία τάξη και μέσα στους λίγους πόδες τους κάνουν ή ανατρέπουν την επανάσταση, άχρηστοι, ψεύτικοι, κομπαστικοί, γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες.
(Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα – ποιοι σκέφτονται τις μάζες; Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη.) Γι’ αυτό κι εγώ δε γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια
όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια. Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή. Όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ Επίλογος
 Κι όχι αυταπάτες προπαντός.Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.
 «Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος, «Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»
 Έστω.  Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.



Τι να σου κάμουν κι οι ποιητές, τόσα που περιμένει ο κόσμος από αυτούς, αλλά δεν θα ρίξουν και κυβερνήσεις, δεν θα κάμουν κι επαναστάσεις… Ο ένας λέει, άντε να φωτίσεις λίγο τη χαμοζωή, την ψεύτρα κίβδηλη, να βοηθήσεις να συνειδητοποιήσει ο κόσμος την ψευτιά μέσα στην οποία ζει, άντε λέει κι ο άλλος να μοιάζει με φωνή μου το ποίημα, είμαι ζωντανός ακόμα βρε. Αν είμαι όμως κι αδύναμος, τη δουλειά μου θα κάνω,  θα φωνάζω, ζωντανός είμαι, πνεύμα έχω, να κρίνω, για να μπορούν και να με κρίνουν, και καλά κάνω και καλά θα κάνουν.

Ελπίζω να ξέρεις λίγο από μετρική, και πόδες, που λέει ο Πατρίκιος,  πους = 2 ή περισσότερες συλλαβές που αποτελούν τη μετρική μονάδα. Τα είδη τους είναι: ο δάκτυλος  ( - υυ ) ο ανάπαιστος ( υυ - ) ο σπονδείος ( - - ) ο ίαμβος ( υ - ) ο τροχαίος ( - υ)

Κι ελπίζω να είσαι σε θέση να πεις, μα είναι στίχος μωρέ αυτός του Αναγνωστάκη,  όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος.

Άντε καλά να είσαι και να διαβάζεις τα ποιήματα, όχι τις αναλύσεις τους!!!

Στέλιος Παπαντωνίου

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

Ο Φίλιππος

Φίλιππος
Εδώ στοχάζομαι, δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος, φίλε μου φίλε μου, σε τούτη την ακίνητη κοιλάδα, κίνηση θα πει ζωή, κοιλάδα και χαμήλωμα, και μαζί σου όλα χάθηκαν Πολλά του τάξαμε από λάφυρα κι από σειρήνες. Όχι της άμπουλανς, του Οδυσσέα τις γλυκόφωνες σειρήνες να θυμάσαι, μα κείνος ήτανε στραμμένος σ' άλλα οράματα. Οραματιστής λέγεται, όχι ονειροπαρμένος. Μια απέραντη πατρίδα ονειρευότανε. Θυμηθείτε και το Ρίτσο, παγκοσμιότητα, παγκόσμιο ιδανικό ήταν τον καιρό τους το κομμουνιστικό πρότυπο, ας είναι, Πού είναι το πρόσωπό σας
το αληθινό σας πρόσωπο; μου φώναξε. Καθαρό πρόσωπο να ‘χεις, να μπορείς να βλέπεις τον άλλο, στη φάτσα, και να σε βλέπει, να μην ντρεπόσαστε, Έφυγε κλαίγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά. Φως, ελευθερία και δόξα, ήλιε νοητέ Ύστερα τα καράβια εφράξανε τη θάλασσα. Ένα κακό ακολουθεί το άλλο, κατά γη και κατά θάλασσα, Μαύρισε η γη την πήρε ένας κακός χειμώνας. ‘άλλο το φως άλλο το σκοτάδι, το μαύρο σκότος, τον σκοτώνει, τον ρίχνει στο σκότος,
Μαύρισε το μυαλό ένα μακρύ ποτάμι το αίμα. Είτε εμφύλιος είτε μη αίμα να πιει η μαύρη γη
Δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος. Και μια και δυο να το λες, Φυσάει απόψε δυνατά.
Μεσάνυχτα στη Λάρισα το έρημο καφενείο.
Η φάτσα του συναχωμένου γκαρσονιού κι οι καρικατούρες της ζωής, δεν φταιν οι άνθρωποι, άλλοι έτσι άλλοι αλλιώς, όλοι χωρούν στον κόσμο, κι η νύχτα σαρωμένη φωτιές παντού και πυροβολισμοί
μια πολιτεία φανταστική καλύτερα μια πόλη φάντασμα, να καταλάβεις, κι ασάλευτη χωρίς κίνηση χωρίς ζωή,
δέντρα πεσμένα στις οικοδομές. Ποιο είναι το δίκιο του πολεμιστή
ο αγώνας που σε πάει σ' άλλον αγώνα; Μάλιστα, αυτό κάνει ο πολεμιστής, αυτό κάνει τον πολεμιστή, ο διαρκής αγώνας, έλεγε κι ο Ρίτσος, κι όλοι το λεν, η ελευθερία δεν είναι καμιά κατάσταση, ένας διαρκής αγώνας είναι, σταματά το ένα αρχίζει το άλλο, από σκλαβιά σε σκλαβιά από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα, Δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος. Τι να λέει ο κλαμένος; Τα ίδια και τα ίδια. Αμετανόητος πάντα πείσμωνε. Και βέβαια του έφταιγαν αφού ερειπώθηκαν , α το ξέρετε καλύτερα αλλοτριώθηκαν; Πάλι καλά, αλλότριος είναι ο ξένος, αποξενώθηκαν από τον ίδιο τον εαυτό τους, δεν τους καταλαβαίνεις ρε παιδί μου,
Οι σκοτεινές μέρες του 'φταιγαν τα ερειπωμένα πρόσωπα.
Το αίμα του ακούγοντας, τα ιδανικά, το βαθύτερο εαυτό, τη συνείδηση, ανέβηκε τα λαμπερά βουνά. Κι απόμεινα μονάχος περπατώντας και σφυρίζοντας μέσα στην κούφια Λάρισα. Και μας άφησε μόνους, καλά να πάθουμε καλά να κάνει, Και τότε
ως τη Μακεδονία βαθιά σαλεύοντας ημίκλειστη
μες στο πλατύ φεγγάρι του χειμώνα
μιλώντας μόνο περί σώματος η χηρευάμενη
κυρία Πανδώρα. Πέθανε
χτικιάρης ο άντρας της τις μέρες του σαράντα τέσσερα, πολύ χτικιό φέτο έπεσε στην τάξη, χτικιάρηδες στην Αστροφεφεγγιά ένα σωρό, ο Θεός να μας φυλάει.
Άντε τώρα και τι να πεις, έτσι ήταν και το σπίτι της μάνας μου, έπεσε ο στύλος της ηλεκτρικής από όλμο, ήταν και σκαμμένοι οι δρόμοι, μια Λευκωσία Λάρισσα, κι ο αδελφός μου, στο φυλάκιο μπροστά, κι ας μη λεγόταν Φίλιππος, όμως ανέβηκε κι αυτός κι όσοι μαζί του το 1974 τα λαμπερά βουνά, είχαν τα ιδανικά τους, δεν ανέχονταν να τους βρίσεις ιερό ούτε όσιο, κι ας ήταν προδομένοι, πού είναι η ανθρωπιά σας, και πολύ σωστά έλεγαν, άλλοι αιχμάλωτοι άλλοι αγνοούμενοι και κεκοιμημένοι στα βάθη της γης, μια γη αιματοβαμμένη, τα πλοία έξω από το νησί γυρόφερναν, το κακό ήταν και μέσα και απ’ έξω, κι όμως η ζωή συνεχιζόταν και στην Κακοπετριά και στη Λεμεσό και στην Πάφο, τα γκαρσόνια δούλευαν συνεχόμενο ωράριο, συναχωμένα, βερνικωμένα, μαύρος νους μαύρες μέρες, σκότωνε πριν ο ένας τον άλλο, ύστερα τους σκότωναν οι Τούρκοι, μπορείς να επαναλαμβάνεις κλαίοντας, δεν θα ξανάρθει, δεν θα ξανάρθει, στη λύπη δεν γεννοβολά ο νους, τα ίδια και τα ίδια λέει, κι ας τους έταζαν λαγούς με πετραχήλια, καλά εδώ τι είχαν να τους τάξουν, οι σειρήνες βρε να σου θυμίσουν Οδύσσεια, σαγηνευτικά πράματα, κι ενώ εγώ σου μιλώ για το Φίλιππο, το παλικάρι, εσύ, ο νους σου να μη σου πω, την κυρά Πανδώρα τι μου θυμάσαι, τη σεξουάλα τη διαστρεμμένη, εσένα λέω, πόσα να πεις στα παιδιά παραπάνω, άντε τον τόπο, τον χρόνο, τα πρόσωπα και μια μαύρη κατάμαυρη κατάσταση, γι’ αυτό δεν προχωράτε και μένετε δυο και τρεις ώρες στους ίδιους στίχους, άντε να δω!!!

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΑΘΕΑΤΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ


ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΑΘΕΑΤΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Ο Κυριάκος Δημητρίου με τη νουβέλα του Αθέατη Πολιτεία κατόρθωσε να μας δώσει ένα λογοτεχνικό έργο καθαρό, έξω από την πραγματικότητα όπως τη συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας και έξω από κάθε εικόνα που έχουμε κατά νουν, οπτική ή ηχητική. Ο τόπος και ο χρόνος είναι γεννήματα των λέξεων, ωραίων και στους συνδυασμούς τους, που παράγουν τις εικόνες και τη διαδοχή των σκηνών στο χρόνο. Ο αυτονομημένος ήρωας και οι λοιποί, ως εξωπραγματικοί, είναι ατόφιοι λογοτεχνικοί ήρωες, που έρχονται σε συνάφεια με λογοτεχνικούς ήρωες άλλων λογοτεχνών. Κι ο δημιουργός της πράγματι αθέατης αλλά υπάρχουσας λογοτεχνικώς ως πεποιημένης  πολιτείας συνομιλεί με ομοτέχνους του, τον Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Μπέκετ, Ίψεν, Καμύ, Ζοζέφ ντε Μαίστρ, Σαίξπηρ.

Φιλοσοφικά προβλήματα αιώνια, περί νοήματος της ζωής και περί θανάτου, κοινωνικά προβλήματα χωρίς το βάρος των κοινωνικών μυθιστορημάτων, αναμνήσεις αγιογραφικών εικόνων διαπερνούν ανεπαισθήτως τη νουβέλα.

Κανείς βέβαια δεν μπορεί να γνωρίζει τις προθέσεις του συγγραφέα, αυτά όμως συνελήφθησαν από τον αναγνώστη του έργου: Δημιουργία τέχνης εκ των λέξεων και μόνο, λογοτεχνία για τη λογοτεχνία.

Στέλιος Παπαντωνίου