Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Η αυλή μας

Στέλιου Παπαντωνίου
Η αυλή μας

                                       Στον Κώστα Βασιλείου

Μες στην αυλήν μας εμεινίσκασιν
τα τελευταία
δκυο οικογένειες,
η δική μας,  του Παπαδάμου
-όπως την έξερεν ο κόσμος ούλλος-  
τζιαι της Τουρκούς της Κατριγιές.

Εμείς είμαστεν οχτώ,
γέροι, νέοι, μεσοτζιαιρίτες,
ο Παπαδάμος, η παπαδκιά,
ο παππούς μας , η στετέ μας,
τζιαι τα τέσσερα παιδκιά,
δκυο κόρες τζιαι δκυο γυιούδες.

Στα πισινά εμείνισκεν
η Κατριγιέ τζι ο Τζιεμαλής,
ο γυιος της.

Τούτοι ήρταν υστερόττερα
με παμπορκές που την Τουρτζιάν
κουβαλητοί  να μας ξηλείψουν
για  ήταν δικοί μας, γριστιανοί,  
λινοπάμπατζιοι ποριψιμιοί
στην μούττην του σιηπέττου
ν’ αλλαξοπιστήσουν.





Το σπίτιν μιαν περίοδον,
ως το 960,
είχαν το κάτι εγγλέζοι,
που το εγοράσαν ΄πο΄ναν ππασιάν.

Εμείς, ίντα να κάμουμεν,
μιτσιοί καταησιεμμένοι
εκαταντούσαμεν πωρικά στα παναϋρκα
κκιοφτέρκα σισαμόπιττες
σουτζιούκκος τζαι σταφίδκια.

Ο ππασιάς έπνιξεν  έναν Bένετον,
αφήκαν Ιστορίαν,

τζι οι Τούρτζιοι αρπάξαν την  αυλήν
τζι’ εματζιελλέψαν το νησίν.

Ο  Bένετος  έκαμέν το δικόν του
με τα ττερτίππια  από΄ναν Φράγκον
τζι ο Φράγκος εγόρασέν το
που τους ιππότες τους τεμπλάρους
τζαι τούτοι ΄πο΄ ναν άλλον της αγγλιτέρας
που΄σιεν ελάλεν καρκιάν λιονταρκού

τζαι τούτος άρπαξέν το με μάχην  
από ’ ναν Ρωμιόν Βυζαντινόν,
πόρνον, λαλεί τζι ο Μασιαιράς,
ψευτοπαλλήκαρον

τότε που οι παππούδες μας επεθανίσκαν
της δίψας με τα φίδκια

για ακκάνουνταν  γρόνους πολλούς
που τους Σαρατζιηνούς.


Είσιε γρονιές πο΄ν  έμεινεν κανένας στην αυλήν,
ώσπου ήρτεν η Ελένη πο’ φερεν τον σταυρόν
των γριστιανών.

Πολλά πριν είχαν την αυλήν κάτι Ρωμαίοι,
τζι ο Μεγαλέξαντρος τζι οι φαραώ
τζι άλλοι πολλοί γειτόνοι,

μα πρώτοι που τους πρώτους  
τα παιδκιά της Εβροϊτούς
που ξέην που τη θάλασσαν
το γέλιο στα λουκκούδκια της.
Ο ήλιος εκατέβηκεν λαλούν  
έσπαζεν  ρόθκια
τζι εράντιζεν αθθούς.

Πολλά παλιόν το σπίτι τζι η αυλή μας.

Επκιερώνναμεν το νοίτζιν,
μα ο Εγγλέζος εν  ήταν του χαϊρκού.
του πάτσου τζαι του κλώτσου.  

Κοτσινοτρίσιης,
το συφφέρον του,
έβαλλεν πάνω την Τουρκούν,
να τσακκωννούμαστιν  
να βασιλεύκει τζιείνος.

Μιαν ημέραν ο Παπαδάμος  
έβαλέν του τες φωνές:

«Να φύεις τζι έ σε θέλουμεν,
πάμεν στα δικαστήρια.»



Εσύραμεν του τζιαι δκυο τρεις  
με το σιεπέττον,
δκυο τρεις πόμπες
με τες σωλήνες του νερού,
πετριές τα κοπελλούθκια που τα σκολεία,

άρπαξεν τον μιτσόττερον  τζι έζεξέν του θηλιάν
κρεμμασταρκάν στην φυλακήν,
σγιαν εκρεμμάσαν τον προπάππον  μας  
οι Τούρτζιοι στο σεράγιον
καμπόσα γρόνια πριν.

Ο Παπαδάμος επήε στους δικεόρους, στα δικαστήρια:
«ενοίκιον κανεί
τούτον το σπίτιν εν δικό μας
σιιλιάες χρόνια πριν.»

Ελαλούσαν μας ούλλοι «έσιετε δίτζιον»,
αμμά ως τζιαμαί, κανεί.

Με σιέρκα όφκερα μες στες πούντζιες
ερκούμασταν μουλλωτοί

τζι άλλοι εσκοτώνουνταν μες στους σπήλιους
στες φυλακές  στα μοναστήρκα
για την Ελλάδαν τζαι την τιμήν.

Στο τέλος εμάθαμεν το παραμύθιν,
«έσιετε δίτζιον», μα ως τζιαμαί.

Ο Παπαδάμος εδέχτην  
με τον Εγγλέζον τζιαι την Κατριγιέ
να δώκουν νεπαμόν,
εσυφφωνήσαν, υπογράψαν,
πέρκιμον πάει πάσα κακόν.

Αμμά η Τουρκού επήρε μας πρέφαν:

Εν άφηννεν να κάμουμεν  
δουλειάν του χαϊρκού  
αν δεν την αρωτούσαμεν
τζι άδειαν εν εδίαν.

Αρκέψαν τζι οι βουλήσεις
οι πελλοαπαιτήσεις  
ο Τζιεμαλής τριάντα ποδά, σαράντα ποτζιεί,
τζι εμάς ό, τι μείνει.

Ο Παπαδάμος εφουρτζιίστηκεν,
«εν ν’ αλλάξω σελίδα»,

τζιείνοι εβάλαν τες φωνές.

Ήρταν οι συγγενείς τους
να μας κρούσουν, να μας κάψουν
εσύρναν πόμπες τ’ αεροπλάνα
πόμπες  φωθκιές.

Επειράξαν τζι οι δικοί μας κάτι τουρκοκοπέλια

τζιαι τούτοι εκόψαν την αυλήν
τζι έν μας αφήνναν πκιον
να κοντέψουμεν τα ττέλια.

Εξαναμπήκεν τζι ο εγγλέζος
τζι έπαιζέν το διαιτητής.

Μιαν ημέραν,
έσιει σαράντα γρόνια,
ήρταν κάτι καλαμαράες
εβάλαν πάνω τον  μιτσήν,
πελλοκοπελλούιν,
άρπαξεν το τζυνηετικόν,
τζι ό, τι άλλον ήβρεν ομπρός του φονικόν,
έβαλέν τα με τον Παπαδάμον:
«να σε παίξω», λαλεί του,
«έθ θελεις να σμιχτούμε με τους άλλους συγγενείς,
τζι αρέσκει σου δαμέσα να σαι παπάς τζαι δικαστής».

-Ρε γυιε μου, ρε καλέ μου,  κάτσε στ’αβκά σου
τζι η Τουρκού
εν μ’ αννοιχτόν το στόμαν
να φωνάξει τους συγγενείς 
να μασήσει την αυλήν.

Ώσπου να φέξει,
με τα παμπόρκα
κατεβαίνουν οι συγγενείς,
εδώκαν μας πάνω στη κκελλέν,
εγαιματώσαμ μας,
μεγάλον κακόν,
ατιμάσαμ μας,  
αρπάξαν την μισήν αυλήν  
τζι εμείναμεν
με δκυο σιείλη καμένα
μέσα στον τόπον μας
ξενιτεμένα.

Έτσι κακόν στον κόσμον εν εγίνην.
Τα κλάματα εφτάνναν τους ουρανούς
τα γαίματα που τα χώματα
ετρέχαν στα λαούμια
πο΄σύραν ματζιελλεμένους  
καμπόσους γριστιανούς.

Ο Παπαδάμος που το κακόν του
επέθανεν τζι εθάψαν τον  
ψηλά πάνω στα δάση.
Λαλούμεν,
να μπει ομπρός
ο μιαλλύττερος αρφός,

μα που τζιαμαί τζιαι τζιει,
ούλλα παν ζαβά.

Η Τουρκού με τους συγγενείς της
εστροντζιυλοκάτσασιν  στο μισό σπίτιν,
ούλλα εκαταστρέψαν τα
ετουρτζιέψαν τα  
εφέραν κάμποσους  
βρακάες τζιαι χανούμισσες
λιμάντερους  κουβαλητούς,
εν συγγενείς, λαλούν,
εν κληρονόμοι.

Βουρούμεν  τόσα γρόνια,
το δίτζιον εν το βρίσκουμεν
ούτε στα δικαστήρια
ούτε με τες κουβέντες

εχάθην μέσα στα δεντρά
στα όρη τζιαι στα δάση
εσβήστηκεν που τες καρκιές
σαν τοίχος εξωβάφτην.

Εφτάσαμεν να φοούμαστιν
τους λλίους οι πολλοί,
να με θωρούμεν πιον ανατολήν
αφτούμενον τζιερίν.

Τώρα επελλετήσαμεν ποτζιεί ποδά
να κάτσουμεν πάλε να τα πούμεν,
να δούμεν ίντα  θέλουσιν,
ίντα τζι εμείς ποθούμεν, 
μα το χαντάτζιν μιαλώνει,
τζιαι το νερό θολώνει.

Εδώκαμε θάρρος του χωρκάτη
τζι εμπήκεν με τες σκάρπες  στο κρεβάτιν,
τζιαι να βκει εν λοαρκάζει.

Εσηκώσαμ μες στο σπίτι
τζι ένα δκυο κοπελλούθκια  
κάτι ττερτίππια,
«να δούμεν τζιαι το δίτζιον της Τουρκούς,
να δούμεν τζιαι το δίτζιον του Τζιεμαλή»,

το δικόμ μας πκοιος να το δει;

Πριν καμιάν δεκαρκάν χρόνια
εκαταφέραμεν τζι εμπηχτήκαμεν  
σε μιαν οικογένειαν ευρωπαϊτζιήν,
πέρκιμον κάμουμεν τζιαινούρκαν αρκήν,

αμμά πρέπει να κόβκει τζι ο νους σου
να αρπάσσεις τες περίστασες
τζιαι να τες δήννεις κόμπον.

Εμάς ανακουτρέψαν μας
τζιαι παίζουμεν πελλόν.
Εδιπλώσαμεν τα σιέρκα
τζαι πάμεν πίσω πίσω
στραοί μες στον γκρεμόν.

Εδ δυνατόν ούλλον το δίτζιον
να το’ σιει η Τουρκού τζι ο Τζιεμαλής,
τζιαι στο τέλος να γινεί
το άδικον το δικόν τους;


Οξά είμαστιν αχαϊρευτοι
τζι ελλίανεν το φως μας!

Πότε εν να δούμεν τζι εμείς προκοπήν
να πνάσει τζι η καρτούλλα μας
ν’αναστηθούμεν
να πάμεν στα χωρκά μας τζιαι στα σπίθκια μας
να παίξουμε καμπάνες
να δούμεν την αυλήν μας πράσινην
να σιήψουμε στη γη μας να γιορκήσουμεν
να πιούμεν νερόν του λάκκου
να ποτίσουμεν;

Το περβολούιν εν τζιαμαί τζαι περιμένει μας.
Το τρεξιμιόν κοντά
εν να το φέρνω με τη βάτταν
μα τα δεντρά εθ θα διψούν
τζιαι τα πουλιά εν να τζιελαδούν
σγιαν τότε που’ μαστεν μιτσιοί
τζι εφεύκαμεν που το ποστάνιν
εζι εμπαίνναμεν στη θάλασσαν
την πρώτην ερωμένην μας, αγαπημένην μας.

Πρώτα ο Θεός τζιαι Κύριος!


Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Ο εξανθρωπισμός του θηρίου

Ο εξανθρωπισμός του θηρίου
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Απομένει η νεκρώσιμος ακολουθία! Δεν γνωρίζομεν εάν θα γίνει κατά το μουσουλμανικόν έθος ή το χριστιανικόν, ευρωπαϊστί ή τουρκιστί, διότι η «αγγελία θανάτου της Κυπριακής Δημοκρατίας»  έγινεν εις τον προθάλαμον της Ευρωπαϊκής Ενώσεως από την Τουρκίαν, τον νέον εκπρόσωπόν της εις την Ένωσιν, ποίος ενθυμείται τον άλλον εκείνον κύριον, τον προκάτοχόν του νυν,  τον τρις και τετράκις αυθαδέστατον;

Αλλ΄η αυθάδεια είναι είδος αυτοφυές εις τους αναιδείς, υβριστάς, από αρχαιοτάτων χρόνων, οι οποίοι, και μόνον που ονειρεύονται να κατακτήσουν γειτονικούς λαούς, αμαρτάνουν, ενώ αυθωρεί  η άτη αναμένει εις την γωνίαν να τους βαρέσει  διά ροπάλου καφφασινά, να κάμουν το μέγα σφάλμα, ίνα ακολουθήσει η τίσις, η τιμωρία του ενόχου υβριστού, ο οποίος θέλει τώρα να εκτουρκίσει την Ευρώπην, αντί να εξευρωπαϊστεί ο αναμένων και αιωνίως αναμενών την ένταξιν.

Η Κυπριακή Δημοκρατία υφίσταται παρά τας καταβροχθιστικάς ορέξεις του Οσμανλή, και εξ αυτής εξαρτάται η ένταξις του ελέφαντος και ο εξανθρωπισμός του, αλλά  και οι εταίροι δεν πρέπει να συμπεριφέρονται ως εταίραι λικνιζόμεναι ενώπιον του σουλτάνου, αλλά πρέπει να καθελκύσωσιν  τον υβριστήν εκ του ωτός και να τον επανατοποθετήσωσιν  εις την ορθήν θέσιν, διότι, ως βλέπων αφ’ υψηλού, υπολογίζει όλους τους άλλους ως τυφλοπόντικας.

Η Τουρκία αιτείται ένταξιν εις την Ευρωπαϊκήν  Ένωσιν με ειδικάς και ιδικάς της προδιαγραφάς, διαγράφει υπάρχοντα μέλη, απαιτεί απαιτήσεις αντιδημοκρατικάς, δικτατορικάς, χιτλερικού τύπου και προτύπου, ενώ οι εταίροι δεν την εκπαραθυρώνουν ή της συμπεριφέρονται ωσεί κυρίας, με το γάντι ή το χειρόκτιον λεγόμενον.


Ημείς, η Κυπριακή Δημοκρατία , και η Ελλάς, πρώτοι, ως γνωρίζοντες εκ πρώτης τι εστί Τουρκία, καταβροχθιστική πολιτική, ας αναλάβωμεν την οφθαλμολογικήν  ιατροφαρμακευτικήν  περίθαλψιν των εταίρων μας εις την Ευρώπην, να αναβλέψωσι και ίδωσι την χατζάραν, τας γενοκτονίας, την επεκτατικότητα της εις τον προθάλαμον αναμενούσης και ας είπωμεν το «ποτέ εις την Ευρώπην», έως ου εξανθρωπισθεί το θηρίον. Αν δεν δυνάμεθα μόνοι να σώσωμεν την Κύπρον, ας σώσωμεν τουλάχιστον την Ευρώπην, ίνα σωθώμεν και ημείς δι΄αυτής.

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Καταλήξεις ανατροπής

Καταλήξεις ανατροπής
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Αργά γρήγορα εκεί θα καταλήγαμε με τα μυαλά τα ηττημένα που κουβαλούμε, να μας κατηγορούν οι τουρκότουρκοι κι οι τουρκοκύπριοι πως εμείς παρανομούμε, εμείς κάμαμε εισβολή στο νησί και κατοχή, εμείς έχουμε βιάσει, παραβιάσει, κλέψει, κατακλέψει, κουβαλήσει τη σάρα και τη μάρα, την κάθε  σουλτάνα και τον κάθε αγά να εποικίσουν το νησί, νερό πολύ να φέρουν να χορτάσουν, να κουβαλήσουν κι άλλους πολλούς που γεννοβολούν,  εμείς τώρα προβαίνουμε σε λεηλασίες, καταστρέφουμε τα τζαμιά, αλλάζουμε ονόματα στα χωριά τους και κατατρώμε δικές τους περιουσίες.

Μας καταγγέλλουν , λέει το φύλλο, οι τουρκοκύπριοι στον ΟΗΕ, πως προβαίνουμε σε μονομερείς συμφωνίες, με γειτονικά κράτη με βάση το δίκαιο των θαλασσών, εμείς «που δεν είμαστε κράτος» , μας το’ παν οι τουρκοκύπριοι ηγέτες κι αυτό, πως το πραγματικό κράτος είναι το δικό τους, το ψευδοκράτος  κι όχι η Κυπριακή Δημοκρατία, που την ξέρουν μόνο όταν έχουν ν’ απομυζήσουν από αυτήν, να πάρουν συντάξεις και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, δικαιώματα επεμβατικά Ζυρίχης και Λονδίνου και προστασία του λύκου στο κοτέτσι μας. Αν θέτε να μάθετε την τουρκική, επισκέπτεσθε τακτικά τα νοσοκομεία και τα κάθε λογής ιατρεία, να δείτε τι σημαίνει περίθαλψη δωρεάν ιατροφαρμακευτική.

Η κατηγόρια συνεχίζεται καθημερινά, από Έρογλου, Ναμί και τουρκοκύπριο διαπραγματευτή, υπαναχωρούμε, λένε, δεν δεχόμαστε την εκ περιτροπής προεδρία, κι όλα τα θέλουν μισά μισά, μόνο τα έξοδα του ηλεκτρισμού, δικά τους και των στρατοπέδων τους  τα πληρώνουμε μονάχοι, εμείς τα  θύματα, οι μαύροι βλάχοι.

«Δώσ’ του θάρρος του χωρκάτη», κι αυτοί μπήκαν με τις ποδίνες, με τις σκάρπες με τα τσαρούχια στο κρεβάτι, θέλουν Ευρώπη αλλά με τους όρους τους, χωρίς να’ χουμε εμείς τα δικαιώματα των Ευρωπαίων, θέλουν τους ελληνοκύπριους υπηρέτες και οσφυοκάμπτες, ραγιάδες μια ζωή, επειδή εκείνοι είν’ μεγαλόπρεποι μουσουλμάνοι, κατακτητές με προφητική διαταγή,  κι εμείς απλοί ρωμιοί. Έχουν βλέψεις στον κόσμον όλον, το διακηρύσσει ο μέγας Νταβούτογλου, θέτουν σ’ εφαρμογή το σχέδιο κεϋμά του Νιχάτ Ερίμ,  θέτουν σ’ εφαρμογή σχέδιο πρώτο και δεύτερο,  κι εμείς παρακολουθούμε ή από πίσω τους κυνηγούμε, μια στο Παρίσι και μια στο Λονδίνο, με τις επισκέψεις τις χιαστί, τα φυσεκλίκια άσφαιρα τώρα και πριν. Τουλάχιστο μαζί να παρουσιάζουν οι συνομιλητές τα αεροπορικά εισιτήρια, να μπαίνουν και σε μπίζνες κλας δωρεάν και σε διεθνή αναψυκτήρια!!!

Το κάθε κόμμα λέει τα δικά του και δεν ενώνονται, τουλάχιστο οι  μικροί. Ο λαός μένει ενεός και παρακολουθεί κι ας τον κατηγορούν πως αδιαφορεί. Μόνο ο δεσπότης της Πάφου είπε το μεγάλο λόγο, κι ας είναι καλά ο  Τάκης ο Κουνναφής που τον πρόβαλε να διαβάσουμε να ξεστραβωθούμε, σαράντα χρόνια μετά, να δούμε πού πάμε και πώς περνούμε.

Καιρός να συνασπιστούμε, να ανοίξουν τα μάτια μας να ενωθούμε, να καθαρίσουμε τους σκοπούς μας, να πάρουμε δύναμη ψυχική, να αγωνιστούμε με σκοπό και με ζέση, για να σωθούμε από τη λοιμική, την τουρκική επεκτατική πολιτική.


Σε σεν τα λέω, Κύπρος μου, ν’ ακούει κι η Ελλάδα. 

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Ο δράκος του νερού

Ο δράκος του νερού
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Κι όντεν εφέραν τον δράκοντα του νερού, να πνίξει τους χωριανούς, να μείνουν μόνοι να διαφεντεύουν στον τόπο, κι όταν οι άλλοι συνήθισαν να μην ξυπνούν ούτε με τις μπομπάρδες, ούτε με τις ομιλίες στα μνημόσυνα και στις κηδείες των κακοποιημένων ούτε και με τους άμβωνες παρά μόνο με τις σειρήνες της αεροπορίας που τους καλούσαν να σπεύδουν στα καταφύγια να γλιτώσουν το φτηνό τους πια τομάρι, γιατί από καιρό το ήξεραν πως, όπως παν, λίγοι θα μείνουν, λίγοι θα μπουν σε μια βάρκα για τη νέα Ιουστινιανή, τότε κατάλαβαν πως δεν έπρεπε να συνεργάζονται με τον τούρκο δυνάστη, ούτε και να’ χουν εμπιστοσύνη στα λόγια του, είτε λεγόταν τουρκότουρκος είτε τουρκοκύπριος,  διαπραγματευτής, είτε μουφτής είτε αφέντης έποικος. Δεν έβγαζαν πια λογαριασμό τόσοι πολλοί που γίναν, η κάθε καρυδιά και το καρύδι της κι οι κλώνοι των καρυδιών δεν διακρίνονταν πια, ούτε οι 50 χιλιάδες του Χριστόφια δεν τους έφταναν, εφτακόσιες χιλιάδες κιλά ψωμί φούρνιζαν κάθε μέρα οι φούρνοι στην Κερύνεια και στη χώρα.

Δεν έπρεπε λοιπόν να συζητούν καν αν θα τους δώσουν ρεύμα να κουβαλούν νερό, γιατί το νερό και ξεδιψά και πνίγει, κι αυτοί το’ χαν για να μας πνίξουν να ησυχάσουν, έτσι το σχεδίαζαν μισόν αιώνα πριν, και ποιος μπορεί να διακρίνει στο βάθος του ορίζοντα ποιο θα’ ν  το τέλος των διψασμένων τη δικαιοσύνη και πνιγμένων στις δικές τους ανομίες; Γιατί έκλεισαν τις τράπεζες, έκλεισαν τα σχολεία ή τα  καμαν μαζικά νηπιαγωγεία, κακοποιούσαν τη γλώσσα και το ήθος, την εθνική φρουρά την είχαν μόνο για τα λούσα, κάνα παρουσιάστε στις γιορτές στα πανηγύρια, κι η φιλοπατρία φάνταζε εθνικισμός και καταδίκη κι οι ξένοι μπαινοβγαίναν σαν  στο σπίτι τους, μισθοφόροι βρακοφόροι, βρίσκαν δικαιολογία τα χρυσοφόρα αέρια και την Ευρώπη, μ’ αυτή δεν ήταν στα καλύτερά της, ανεργία, κι ακαταστασία, συμφέροντα και φούσκες του αέρα στον κάθε σημαντικό τομέα.
Αν χάσαμε τον εαυτό μας πρέπει να τον ξαναβρούμε. Κι η αγάπη δεν είναι παραμύθια για του αγίου Βαρνάβα τα φτωχικά πανηγύρια. Είναι θυσία για το κοινό καλό πρώτα του εγωισμού μας, που χει για καλά παραβαρύνει. Κι αν όλα τα ζώντα έχουν πρωταρχική ανάγκη την αυτοσυντήρηση και τη διαιώνιση του είδους, έτσι κι εμείς έχουμε ανάγκη να παραμείνουμε στη γη των προγόνων μας και να συνεχίσουμε τον ελληνισμό, ακρίτες στα ακροτόπια και τα στρατιωτόπια, στα σχολεία και στην κοινωνία, αλληλοστηριζόμενοι, για να κρατηθούμε και με νύχια και με δόντια και με τα οργανωμένα σύνολα και με τις σημαντικές  μονάδες, φτάνει να μην είμαστε εμείς που θα σβήσουμε αιώνων στο νησί ελληνικές λαμπάδες. Ν’ ακούει κι η Ελλάς να ξεμεθύσει, στο βαθύν ύπνο και λήθαργο που ερίχτει.


Η ανοχή στην αδικία και στα κελεύσματα και τα τερτίπια του ισχυρού μας οδηγούν στο γκρεμό του αφανισμού. Όλοι το ξέρουμε, μα δεν το συνειδητοποιούμε. Ειδ’ άλλως ως τώρα θα’ χαμε οργανωθεί σε αντίσταση επιβίωσης. Κι η Εκκλησία κι οι συντεχνίες κι οι οργανώσεις και το κράτος θα ηττηθούμε κατά κράτος, αν συνεχίσουμε την ίδια μουσική, με το βαπόρι να βυθίζεται στον πάτο ενώ εμείς χορεύουμε, χορτάτοι ή νηστικοί.