Φως και Σκοτία
Δέος και θαυμασμός συνοδεύουν τον αμαυρωμένο από τις βιοτικές μέριμνες άνθρωπο, καθώς αναλογίζεται το θαύμα και τη δύναμη του φωτός. Φως εκ φωτός, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού ο Υιός Λόγος, Φως ο Πατήρ, φως ο Λόγος, φως και το Άγιον Πνεύμα, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, μας γράφει ο άγιος του Έσσεξ, δηλαδή φως, φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. Είμαστε άρα κι εμείς αγιασμένοι με το θείο αυτό φως, απομένει όμως ο μακρύς δρόμος να το διακρίνουμε κι ύστερα να το φανερώσουμε και στους άλλους ανθρώπους. Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς. Φως είναι και ο πνευματικός φωτισμός, η Αλήθεια, και τα έργα του φωτός, τα έργα της αγάπης, της άλλης έννοιας που χαρακτηρίζει το Θείο.
Όμως ει το φως το εν σοι σκότος εστίν, το σκότος πόσον; Αν όμως το μάτι μας είναι πονηρό, όλο το σώμα μας θα είναι πονηρό. Ώστε, αν αυτό που λέμε οι πονηροί φως, είναι σκότος, ας σκεφτούμε πόσο είναι το σκοτάδι αυτό καθεαυτό που έχουμε ο καθένας μέσα μας.
Το μόνο προς το παρόν που αντιλαμβανόμαστε είναι πόσο ανάξιοι είμαστε να ονομαζόμαστε υιοί φωτός, αν δεν έχουμε καθαρθεί στις αισθήσεις και στην ψυχή. Ζούμε μέσα στον κόσμο των αισθητών και αυτός ο κόσμος μας τραβά περισσότερο με το βάρος μας και με την έλξη του, ενώ ο άλλος, ο πνευματικός, τον οποίο ορεγόμεθα και για τον οποίο πλαστήκαμε είναι βαθιά μέσα μας χωμένος, όπως κάτω από τη γη μέσα στους τάφους ο νεκρός εαυτός μας, που περιμένει την ανάσταση. Αυτό που μας μένει ίσως είναι η ελπίδα ότι κάποτε θα αξιωθούμε να δούμε το φως, και αυτό στριφογυρίζει στο νου και στην παιδεμένη καρδιά ως απομεινάρι των παιδικών αναμνήσεων, ο πόθος επιστροφής στην Εδέμ, στο γενέθλιο τόπο, στην πρώτη αθωότητα που χάσαμε με τα χρόνια και με τη γνώση, όταν εξοριστήκαμε από τον παράδεισο για την παρακοή.
Προς το παρόν ως λαός είμαστε ο καθήμενος εν σκότει και σκιά θανάτου και φως δε βλέπουμε, γιατί το έχουμε σβήσει με τον υπέρμετρο ρεαλισμό μας. Το φως είναι πνευματικό, ζει στον κόσμο του ιδανικού. Και όμως ακόμα και αυτά τα ιδανικά για μας είναι τα τόσο νόμιμα και τόσο δίκαια και τόσο σε άλλους φυσικά, που διερωτώμαστε πώς, ποιος και τι έφταιξε, με αποτέλεσμα και τα πιο φυσικά για τους άλλους, να καταντήσουν για μας ιδανικά απρόσιτα: να ξέρω την τύχη του αγνοοούμενου αδελφού μου, να χαίρομαι το σπίτι και το χωριό μου, να είμαι ελεύθερος στον τόπο μου με κατοχυρωμένα τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τίποτε παραπάνω.
Δεν είναι μόνο οι περιουσίες μας που κλάπηκαν και η τριαντατετράχρονη έξωση από τον παράδεισο, είναι και η ίδια η ζωή μας που διαψεύδεται καθημερινά και ρίχνεται στη λάσπη και ποδοπατείται από ομοεθνείς, ομόγλωσσους και όμαιμους. Είναι αυτά που πιστεύαμε, και τα οποία μας στήριξαν στη ζωή, που τα βλέπουμε να αλλοιώνονται και να παραποιούνται με τη φενάκη μιας δήθεν επιστημονικής αλήθειας. Είναι η απογοήτευση για ένα ουράνιο ηρωικό παρελθόν, και ένα θλιβερό παρόν με αβέβαιο μέλλον του τόπου και του λαού μας.
Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα. Αλλά εμείς βλέπουμε το σκότος να καταβροχθίζει το φως μας, ένα πέπλο συγνεφιάς και πολύ γκρίζο στον ορίζοντα. Το σκότος απλώνεται, διεκδικεί, κατοχυρώνει, ενώ εμείς παραμένουμε εις την ιδίαν θέσιν. Προς το παρόν είμαστε ο λαός ο καθήμενος εν σκότει
Επειδή όμως είναι τόσο μεγάλη η ευσπλαχνία και η αγάπη Του, που αγκαλιάζει ζώντας, νεκρούς, ζωντανούς νεκρούς, γι’ αυτό ευχόμεθα να δούμε και το μέγα φως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 27 Μαΐου 2011
Χαιρετισμοί
Χαιρετισμοί
Οδεύουμε προς την τρίτη στάση των Χαιρετισμών κι η εορτή του ευαγγελισμού της Θεοτόκου πλησιάζει, γι’ αυτό και θεωρούμε επίκαιρη την αναφορά στους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου, ένα κείμενο αγαπητό στον φιλακόλουθο ορθόδοξο χριστιανό.
Ο Ακάθιστος ύμνος, συνυφασμένος με νίκες των Βυζαντινών εναντίον των βαρβάρων, με την Υπέρμαχο Στρατηγό στην οποία ψάλλουμε τα νικητήρια, με τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου και με την άνοιξη, γεμίζει τις καρδιές από συγκίνηση, γιατί κρύβει μέσα του όχι μόνο τα υψηλά νοήματα αλλά και την ποιητική τέχνη, με τη βυζαντινή μουσική. Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος.
Παλαιοί και νέοι ποιητές ακολούθησαν την επανάληψη του «χαίρε» και μας έδωσαν άλλα ποικίλματα της ποίησής μας, το όλο όμως κλίμα των Χαιρετισμών δημιουργείται πάντα κατανυκτικό μέσα στις εκκλησιές με την άνοιξη και το μούχρωμα, με τις ευωδιές των γύρω δέντρων και λουλουδιών, με την ανθρώπινη παρουσία.
Όρθιοι και σήμερα, ακάθιστοι, οι πιστοί παρακολουθούν τους ψαλμούς και την εμμελή ανάγνωση και ψιθυρίζουν ή διαβάζουν τον ακάθιστο από τα βιβλιαράκια τους. Γιατί πάλι η θρησκεία και η πατρίδα και η φύση συλλειτουργούν, όπως συμβαίνει πάντα στον ελληνικό χώρο, είτε σε θάλασσα κοντά είτε σε πεδιάδα είτε σε βουνό, σε μοναστήρι ή μητροπολιτικό ή ενοριακό ναό.
Αυτή την ορθοδοξία συνταιριασμένη με τον ελληνισμό κανένας δεν μπορεί να καταλύσει, γιατί είναι βαθιά ριζωμένη στη ιστορία μας και στα κατάβαθα της ψυχής μας κι αυτήν είναι που προσπαθούμε να μεταδώσουμε στα παιδιά μας.
Ας δούμε όμως λίγο και το κείμενο. Όπως το Απολυτίκιον αναφέρει, ο αρχάγγελος Γαβριήλ κατέβηκε στη σκηνή του Ιωσήφ και μίλησε στην παρθένο Μαρία, λέγοντας πως ο γιος του Θεού ήδη έχει πάρει τη θέση του στη μήτρα της αναλλοίωτος. Τούτο το θαύμα ο αρχάγγελος βλέποντας εξίσταται και χαιρετά την παρθένο με το αντιφατικό «χαίρε νύμφη ανύμφευτε». Στο χώρο της πίστης και της θρησκείας, μόνο αν εξέλθουμε των κανόνων της νόησης θα μπορέσουμε να εκφράσουμε το ανέκφραστο, κι αυτό εν πολλοίς χρησιμοποιεί ο συγγραφέας του Ακαθίστου.
Οι Χαιρετισμοί αρχίζουν με το «Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη,
ειπείν τη Θεοτόκω το Χαίρε». Αρχίζουν δηλαδή από το χαίρε του αρχαγγέλου και τη σύλληψη της Θεοτόκου και προχωρούν με την αντίδραση της παρθένου, που αδυνατεί να συλλάβει λογικά την άσπορο σύλληψη. Ακολουθεί η επίσκεψη της Παναγίας στην Ελισάβετ, οπότε, - όπως ανιστορεί και το ευαγγέλιο- το βρέφος, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, εσκίρτησεν εν αγαλλιάσει εν τη κοιλία της μητέρας του.
Ο μνήστωρ Ιωσήφ ταράχτηκε όταν κατάλαβε πως η Μαρία ήταν έγκυος, αλλά όταν συνειδητοποίησε τη σύλληψη εκ Πνεύματος Αγίου, χαιρέτησε κι αυτός τη χαρμόσυνη είδηση δοξολογώντας το Θεό. Ακολουθεί η γέννηση του Χριστού, οι ύμνοι των αγγέλων, οι ποιμένες, η προσκύνηση των μάγων.
Οι Μάγοι επιστρέφουν στη χώρα τους και αφήνουν τον Ηρώδη στην άγνοιά του. Στη συνέχεια, η φυγή στην Αίγυπτο. O Συμεών δέχεται στις αγκάλες του το Χριστό και αναγνωρίζει τη τέλεια θεότητά του. Μεγάλος παρουσιάζεται ο θαυμασμός των αγγέλων και των ανθρώπων, όλων όσοι αδυνατούν να συλλάβουν το θαύμα, γι΄ αυτό και ως επιστέγασμα τίθεται η θεολογική ανάλυση της ενσάρκωσης του Χριστού.
Η Θεοτόκος είναι η χώρα του αχωρήτου Θεού, η συζεύξασα τα αντίθετα, ενώ ο Χριστός με την ενανθρώπισή του έκαμε τον απρόσιτο Θεό προσιτό άνθρωπο. Η Θεοτόκος είναι η φωτοδόχος λαμπάδα για όλους εμάς που ζούμε στο σκοτάδι. Ανάβοντας το άυλο φως, οδηγεί τους πιστούς στη θεϊκή γνώση.
Οδεύουμε προς την τρίτη στάση των Χαιρετισμών κι η εορτή του ευαγγελισμού της Θεοτόκου πλησιάζει, γι’ αυτό και θεωρούμε επίκαιρη την αναφορά στους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου, ένα κείμενο αγαπητό στον φιλακόλουθο ορθόδοξο χριστιανό.
Ο Ακάθιστος ύμνος, συνυφασμένος με νίκες των Βυζαντινών εναντίον των βαρβάρων, με την Υπέρμαχο Στρατηγό στην οποία ψάλλουμε τα νικητήρια, με τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου και με την άνοιξη, γεμίζει τις καρδιές από συγκίνηση, γιατί κρύβει μέσα του όχι μόνο τα υψηλά νοήματα αλλά και την ποιητική τέχνη, με τη βυζαντινή μουσική. Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος.
Παλαιοί και νέοι ποιητές ακολούθησαν την επανάληψη του «χαίρε» και μας έδωσαν άλλα ποικίλματα της ποίησής μας, το όλο όμως κλίμα των Χαιρετισμών δημιουργείται πάντα κατανυκτικό μέσα στις εκκλησιές με την άνοιξη και το μούχρωμα, με τις ευωδιές των γύρω δέντρων και λουλουδιών, με την ανθρώπινη παρουσία.
Όρθιοι και σήμερα, ακάθιστοι, οι πιστοί παρακολουθούν τους ψαλμούς και την εμμελή ανάγνωση και ψιθυρίζουν ή διαβάζουν τον ακάθιστο από τα βιβλιαράκια τους. Γιατί πάλι η θρησκεία και η πατρίδα και η φύση συλλειτουργούν, όπως συμβαίνει πάντα στον ελληνικό χώρο, είτε σε θάλασσα κοντά είτε σε πεδιάδα είτε σε βουνό, σε μοναστήρι ή μητροπολιτικό ή ενοριακό ναό.
Αυτή την ορθοδοξία συνταιριασμένη με τον ελληνισμό κανένας δεν μπορεί να καταλύσει, γιατί είναι βαθιά ριζωμένη στη ιστορία μας και στα κατάβαθα της ψυχής μας κι αυτήν είναι που προσπαθούμε να μεταδώσουμε στα παιδιά μας.
Ας δούμε όμως λίγο και το κείμενο. Όπως το Απολυτίκιον αναφέρει, ο αρχάγγελος Γαβριήλ κατέβηκε στη σκηνή του Ιωσήφ και μίλησε στην παρθένο Μαρία, λέγοντας πως ο γιος του Θεού ήδη έχει πάρει τη θέση του στη μήτρα της αναλλοίωτος. Τούτο το θαύμα ο αρχάγγελος βλέποντας εξίσταται και χαιρετά την παρθένο με το αντιφατικό «χαίρε νύμφη ανύμφευτε». Στο χώρο της πίστης και της θρησκείας, μόνο αν εξέλθουμε των κανόνων της νόησης θα μπορέσουμε να εκφράσουμε το ανέκφραστο, κι αυτό εν πολλοίς χρησιμοποιεί ο συγγραφέας του Ακαθίστου.
Οι Χαιρετισμοί αρχίζουν με το «Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη,
ειπείν τη Θεοτόκω το Χαίρε». Αρχίζουν δηλαδή από το χαίρε του αρχαγγέλου και τη σύλληψη της Θεοτόκου και προχωρούν με την αντίδραση της παρθένου, που αδυνατεί να συλλάβει λογικά την άσπορο σύλληψη. Ακολουθεί η επίσκεψη της Παναγίας στην Ελισάβετ, οπότε, - όπως ανιστορεί και το ευαγγέλιο- το βρέφος, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, εσκίρτησεν εν αγαλλιάσει εν τη κοιλία της μητέρας του.
Ο μνήστωρ Ιωσήφ ταράχτηκε όταν κατάλαβε πως η Μαρία ήταν έγκυος, αλλά όταν συνειδητοποίησε τη σύλληψη εκ Πνεύματος Αγίου, χαιρέτησε κι αυτός τη χαρμόσυνη είδηση δοξολογώντας το Θεό. Ακολουθεί η γέννηση του Χριστού, οι ύμνοι των αγγέλων, οι ποιμένες, η προσκύνηση των μάγων.
Οι Μάγοι επιστρέφουν στη χώρα τους και αφήνουν τον Ηρώδη στην άγνοιά του. Στη συνέχεια, η φυγή στην Αίγυπτο. O Συμεών δέχεται στις αγκάλες του το Χριστό και αναγνωρίζει τη τέλεια θεότητά του. Μεγάλος παρουσιάζεται ο θαυμασμός των αγγέλων και των ανθρώπων, όλων όσοι αδυνατούν να συλλάβουν το θαύμα, γι΄ αυτό και ως επιστέγασμα τίθεται η θεολογική ανάλυση της ενσάρκωσης του Χριστού.
Η Θεοτόκος είναι η χώρα του αχωρήτου Θεού, η συζεύξασα τα αντίθετα, ενώ ο Χριστός με την ενανθρώπισή του έκαμε τον απρόσιτο Θεό προσιτό άνθρωπο. Η Θεοτόκος είναι η φωτοδόχος λαμπάδα για όλους εμάς που ζούμε στο σκοτάδι. Ανάβοντας το άυλο φως, οδηγεί τους πιστούς στη θεϊκή γνώση.
Χριστουγεννιάτικοι στοχασμοί
Χριστουγεννιάτικοι στοχασμοί
Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος.
Ο Χριστός ως Λόγος του Θεού βρίσκεται μαζί του σε σχέση Υιού προς Πατέρα από την αρχή αρχή. Ο Χριστός είναι Υιός του Θεού, και Θεός ο ίδιος, ένα μέλος της Αγίας Τριάδος. Μαζί πάντα υπήρξαν και μαζί δημιούργησαν και με το Άγιο Πνεύμα τον κόσμο, τα ορατά και τα αόρατα.
Στον κόσμο μας ήλθε ο Θεός Λόγος, ο Υιός του Θεού, ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, κατά τον θείο Παύλο. Ήλθε στην κατάλληλη στιγμή, όταν η ανθρωπότητα είχε την απόλυτη ανάγκη του. Και η κατάλληλη στιγμή είναι η κάθε παρούσα στιγμή, φτάνει ο άνθρωπος να αποφασίσει να πιστέψει στη γέννηση του Θεού, στην ενανθρώπισή Του και να τον γεννήσει εντός του, να τον φανερώσει στον κόσμο.
Ο Θεός εν σαρκί παρουσιάζεται εκείνη την ιστορική στιγμή, αλλά και κάθε χριστούγεννα γεννιέται και πάλι, για όσους πιστεύουν σ’ Αυτόν και τον γεννούν στις καρδιές τους. Τι σημαίνει τον γεννούν “στις καρδιές τους”; Δεν υποστηρίζεται “στη λογική τους”, γιατί η ανθρώπινη λογική είναι αδύνατη να συλλάβει το υπεράνθρωπο, το υπερφυσικό. Έχει αποδειχτεί το αδύνατό της και από τον Καντ, που βυθομέτρησε μπορούμε να πούμε το ανθρώπινο μυαλό, και από τον φιλόσοφο της γλώσσας, τον Βίτκενστάιν, και από όλους τους φιλοσόφους.
Ο Υιός του Θεού μας κάλεσε αδελφούς. Το ευαγγέλιο είναι ξεκάθαρο στο θέμα. Όταν είπε «δεν μου δώσατε να φάω ή να πιω, δεν ήλθατε στη φυλακή να με δείτε, δεν ήλθατε όταν ήμουν άρρωστος», κι οι κρινόμενοι του απάντησαν : «και πότε ήσουν πεινασμένος, διψασμένος, άρρωστος, στη φυλακή; » κι Αυτός είπε, «αφού δεν πράξατε ανάλογα σ’ ένα από τους αδελφούς μου τους ελάχιστους, ούτε σ’ εμένα το πράξατε.» Άρα ο συνάνθρωπός μου είναι ο Χριστός μου, είναι ο αδελφός μου, αφού, όπως λέει και ο Παύλος, πήραμε όλοι την υιοθεσία, μέσω του Υιού του Θεού, γίναμε όλοι παιδιά του Θεού.
Αφού ο Θεός εντός ημών εστίν, είναι μέσα μας, είναι εγγεγραμμένος στην ψυχή μας, και αφού το σώμα του ανθρώπου είναι ναός του Θεού, πρέπει αυτόν τον εντός ημών Θεόν να τον γεννήσουμε, να τον εξαγάγουμε και να τον αντικειμενοποιήσουμε με λόγο και με έργο, δηλαδή να συλλάβουμε τα απλά και αληθινά λόγια του και να πράξουμε κατά τα έργα του. Μίλησε για αγάπη κι έπραξε έργα αγάπης. Ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού.
O Χριστός είπε «γίνεσθε τέλειοι καθώς ο Πατήρ ημών τέλειός εστι» και ο Παύλος είπε «μιμηταί μου γίνεσθε». Καλούμαστε έτσι στην τελειότητα, την άνοδο, τη βελτίωση με πίστη, αγάπη και ελπίδα.
Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος.
Ο Χριστός ως Λόγος του Θεού βρίσκεται μαζί του σε σχέση Υιού προς Πατέρα από την αρχή αρχή. Ο Χριστός είναι Υιός του Θεού, και Θεός ο ίδιος, ένα μέλος της Αγίας Τριάδος. Μαζί πάντα υπήρξαν και μαζί δημιούργησαν και με το Άγιο Πνεύμα τον κόσμο, τα ορατά και τα αόρατα.
Στον κόσμο μας ήλθε ο Θεός Λόγος, ο Υιός του Θεού, ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, κατά τον θείο Παύλο. Ήλθε στην κατάλληλη στιγμή, όταν η ανθρωπότητα είχε την απόλυτη ανάγκη του. Και η κατάλληλη στιγμή είναι η κάθε παρούσα στιγμή, φτάνει ο άνθρωπος να αποφασίσει να πιστέψει στη γέννηση του Θεού, στην ενανθρώπισή Του και να τον γεννήσει εντός του, να τον φανερώσει στον κόσμο.
Ο Θεός εν σαρκί παρουσιάζεται εκείνη την ιστορική στιγμή, αλλά και κάθε χριστούγεννα γεννιέται και πάλι, για όσους πιστεύουν σ’ Αυτόν και τον γεννούν στις καρδιές τους. Τι σημαίνει τον γεννούν “στις καρδιές τους”; Δεν υποστηρίζεται “στη λογική τους”, γιατί η ανθρώπινη λογική είναι αδύνατη να συλλάβει το υπεράνθρωπο, το υπερφυσικό. Έχει αποδειχτεί το αδύνατό της και από τον Καντ, που βυθομέτρησε μπορούμε να πούμε το ανθρώπινο μυαλό, και από τον φιλόσοφο της γλώσσας, τον Βίτκενστάιν, και από όλους τους φιλοσόφους.
Ο Υιός του Θεού μας κάλεσε αδελφούς. Το ευαγγέλιο είναι ξεκάθαρο στο θέμα. Όταν είπε «δεν μου δώσατε να φάω ή να πιω, δεν ήλθατε στη φυλακή να με δείτε, δεν ήλθατε όταν ήμουν άρρωστος», κι οι κρινόμενοι του απάντησαν : «και πότε ήσουν πεινασμένος, διψασμένος, άρρωστος, στη φυλακή; » κι Αυτός είπε, «αφού δεν πράξατε ανάλογα σ’ ένα από τους αδελφούς μου τους ελάχιστους, ούτε σ’ εμένα το πράξατε.» Άρα ο συνάνθρωπός μου είναι ο Χριστός μου, είναι ο αδελφός μου, αφού, όπως λέει και ο Παύλος, πήραμε όλοι την υιοθεσία, μέσω του Υιού του Θεού, γίναμε όλοι παιδιά του Θεού.
Αφού ο Θεός εντός ημών εστίν, είναι μέσα μας, είναι εγγεγραμμένος στην ψυχή μας, και αφού το σώμα του ανθρώπου είναι ναός του Θεού, πρέπει αυτόν τον εντός ημών Θεόν να τον γεννήσουμε, να τον εξαγάγουμε και να τον αντικειμενοποιήσουμε με λόγο και με έργο, δηλαδή να συλλάβουμε τα απλά και αληθινά λόγια του και να πράξουμε κατά τα έργα του. Μίλησε για αγάπη κι έπραξε έργα αγάπης. Ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού.
O Χριστός είπε «γίνεσθε τέλειοι καθώς ο Πατήρ ημών τέλειός εστι» και ο Παύλος είπε «μιμηταί μου γίνεσθε». Καλούμαστε έτσι στην τελειότητα, την άνοδο, τη βελτίωση με πίστη, αγάπη και ελπίδα.
Ο πιο θρησκευόμενος ρεαλιστής λαός
Ο πιο θρησκευόμενος ρεαλιστής λαός της Ευρώπης
Ήταν μια ευκαιρία την Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007 να παρευρίσκονταν οι ερευνητές της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας στην εκκλησία του Αγίου Χρυσοστόμου στη Λακατάμια.
Χιλιάδες κόσμου, κι ανάμεσά τους καθηγητές, δικηγόροι, έμποροι, εργάτες, νοικοκυρές, νέοι και νέες, γέροντες και γριές, από τις πόλεις και τα χωριά, μεσήλικες, κάθε κοινωνικής τάξης, μετά ή άνευ πτυχίων και μεταπτυχιακών, μέρα μεσημέρι, ν’ αφήνουν την ανάπαυσή τους και να τρέχουν στην εκκλησιά να προσκυνήσουν την κάρα του Αγίου Χρυσοστόμου, που μας έφερε από το άγιον Όρος ο δικός μας, ο πατήρ Εφραίμ. Με κάτι τέτοια την παθαίνουμε και αναδεικνυόμαστε «ο πιο θρησκευόμενος λαός της Ευρώπης».
Ας ήταν όμως εκεί και οι ερευνητές, με τα ερωτηματολόγιά τους. Και να’ ταν κοντά στη σεβασμία κάρα, να ακούν, να βλέπουν, να οσμίζονται. Η κάρα του αγίου Χρυσοστόμου αναδίνει οσμήν ευωδίας χίλια εξακόσια τόσα χρόνια. Όποιος την προσκυνήσει το αισθάνεται, το αντιλαμβάνεται, το επιβεβαιώνει, θαυμάζει, σκιρτά, δακρύζει. Είναι ευωδία χιλίων εξακοσίων τόσων χρόνων. Οι επιστήμονες ας εξηγήσουν το φαινόμενο. Οι πιστοί δεν έχουν ανάγκη άλλων τεκμηρίων.
Στο τέλος, ο ελληνικός κυπριακός λαός είναι ένας ρεαλιστής λαός. Πιστεύει, γιατί δεν μπορεί να κάμει αλλιώς. Και δεν φταίμε, οι άνθρωποι! Έχουμε μπροστά μας τόσες αλήθειες οφθαλμοφανείς, απτές, τεκμηριωμένες με τις ίδιες τις αισθήσεις μας, που δεν μπορούμε να κάμουμε αλλιώς! Πιστεύουμε τα ολοφάνερα! Κι ας μας λεν θρησκόληπτους.
Ας παν οι ερευνητές στην εκκλησία του αγίου Χρυσοστόμου. Ας θέσουν τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων, ως ο Θωμάς. Αυτή είναι η δουλειά τους. Κι αν έχουν τις αισθήσεις τους, ας μην πιστέψουν. Δικαιούνται. Όπως κι εμείς δικαιούμαστε να είμαστε ο πιο θρησκευόμενος λαός της Ευρώπης.
Κι ο πιο αδικημένος. Ας μην το ξεχνάμε.
Ήταν μια ευκαιρία την Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007 να παρευρίσκονταν οι ερευνητές της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας στην εκκλησία του Αγίου Χρυσοστόμου στη Λακατάμια.
Χιλιάδες κόσμου, κι ανάμεσά τους καθηγητές, δικηγόροι, έμποροι, εργάτες, νοικοκυρές, νέοι και νέες, γέροντες και γριές, από τις πόλεις και τα χωριά, μεσήλικες, κάθε κοινωνικής τάξης, μετά ή άνευ πτυχίων και μεταπτυχιακών, μέρα μεσημέρι, ν’ αφήνουν την ανάπαυσή τους και να τρέχουν στην εκκλησιά να προσκυνήσουν την κάρα του Αγίου Χρυσοστόμου, που μας έφερε από το άγιον Όρος ο δικός μας, ο πατήρ Εφραίμ. Με κάτι τέτοια την παθαίνουμε και αναδεικνυόμαστε «ο πιο θρησκευόμενος λαός της Ευρώπης».
Ας ήταν όμως εκεί και οι ερευνητές, με τα ερωτηματολόγιά τους. Και να’ ταν κοντά στη σεβασμία κάρα, να ακούν, να βλέπουν, να οσμίζονται. Η κάρα του αγίου Χρυσοστόμου αναδίνει οσμήν ευωδίας χίλια εξακόσια τόσα χρόνια. Όποιος την προσκυνήσει το αισθάνεται, το αντιλαμβάνεται, το επιβεβαιώνει, θαυμάζει, σκιρτά, δακρύζει. Είναι ευωδία χιλίων εξακοσίων τόσων χρόνων. Οι επιστήμονες ας εξηγήσουν το φαινόμενο. Οι πιστοί δεν έχουν ανάγκη άλλων τεκμηρίων.
Στο τέλος, ο ελληνικός κυπριακός λαός είναι ένας ρεαλιστής λαός. Πιστεύει, γιατί δεν μπορεί να κάμει αλλιώς. Και δεν φταίμε, οι άνθρωποι! Έχουμε μπροστά μας τόσες αλήθειες οφθαλμοφανείς, απτές, τεκμηριωμένες με τις ίδιες τις αισθήσεις μας, που δεν μπορούμε να κάμουμε αλλιώς! Πιστεύουμε τα ολοφάνερα! Κι ας μας λεν θρησκόληπτους.
Ας παν οι ερευνητές στην εκκλησία του αγίου Χρυσοστόμου. Ας θέσουν τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων, ως ο Θωμάς. Αυτή είναι η δουλειά τους. Κι αν έχουν τις αισθήσεις τους, ας μην πιστέψουν. Δικαιούνται. Όπως κι εμείς δικαιούμαστε να είμαστε ο πιο θρησκευόμενος λαός της Ευρώπης.
Κι ο πιο αδικημένος. Ας μην το ξεχνάμε.
Σάββατο 21 Μαΐου 2011
Μακάριοι οι μη ιδόντες
Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες.
Οι μη ιδόντες είμαστε όλοι εμείς, που δεν είδαμε τον Ιησού Χριστό στον κόσμο, δεν ζήσαμε εκείνες τις μέρες της επί γης παρουσίας Του, δεν παρακολουθήσαμε τη γέννηση όπως οι μάγοι ή όπως οι βοσκοί, δεν ακολουθήσαμε τη φυγή στην Αίγυπτο, δεν τον ακούσαμε να μιλά, δεν τον είδαμε να εκφράζει την αγάπη του προς τον άνθρωπο με το να τον ελευθερώνει από την αρρώστια, από τα δαιμόνια, από την αμαρτία. Αφέονταί σοι αι αμαρτίαι.
Δεν είδαμε, άρα δεν έγιναν όλα αυτά στην πραγματικότητα; Δεν ήρθε στη γη; Δεν σταυρώθηκε για μας; Πού το ξέρουμε; Γιατί το πιστεύουμε; Οι πατέρες ημών είπαν, τα ευαγγέλια είπαν, ο Ιωάννης λέει και ο εωρακώς μεμαρτύρηκε και αληθινή εστίν η μαρτυρία. Έχουμε εμπιστοσύνη στον Ιωάννη. Είδε και μαρτυρεί αληθινά.
Όλη η μετέπειτα πορεία του χριστιανισμού δεν είναι τίποτε άλλο παρά απόδειξη της έλευσης του Θεού στον κόσμο στη συγκεκριμένη στιγμή, επί Ποντίου Πιλάτου. Εισήλθε στην ιστορία ο αναμενόμενος και για μας την έκοψε στα δυο, ονομάσαμε προ Χριστού και μετά Χριστόν τις ιστορικές περιόδους.
Πιστεύσαντες. Πίστις εστίν ελπιζομένων υπόστασις, άρα αναφέρεται στο μέλλον αλλά και πραγμάτων έλεγχος μη βλεπομένων, στο παρόν και στο παρελθόν. Ελπίζουμε πως υπάρχουν, ελπίζουμε στη Δευτέρα παρουσία του, ελπίζουμε στη δικαιοσύνη του, ελπίζουμε στην αγάπη του. Δεν τα βλέπουμε και όμως μπορούμε να τα ελέγξουμε, να αποδεχτούμε την εγκυρότητά τους. Η πίστις μπορεί να είναι άμεση, απλή, δοσμένη στις μακάριες εκείνες ψυχές που αποδέχονται ταπεινά και πιστεύουν. Είναι όμως και εκείνοι που ύστερα από μια μακρά πορεία συνειδητοποιούν την άγνοιά τους, τη μικρότητά τους, το αδύνατο της λογικής τους, και υπερβαίνουν με ένα άλμα τη λογική, αφού συνειδητοποίησαν πως έφτασαν στα όριά της. Αυτοί είναι οι φιλόσοφοι. Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου. Εν οίδα ότι έν οίδα.
Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες πως ήρθε στον κόσμο το δεύτερο πρόσωπο της αγίας τριάδας, ο Υιός, που μας ένωσε με τον Πατέρα και μας δώρισε την υιοθεσία, μας έκαμε κι εμάς γιους του Πατρός και αδελφούς του. Τώρα έρχεται σωματικά στη γη. Εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Ότε ήρθε το πλήρωμα του χρόνου.
Το πλήρωμα του χρόνου είναι και χρονική στιγμή μέσα στην Ιστορία, είναι όμως και πλήρωμα εντός ημών, όριο και μέσα μας, όχι χρονικό όσο υπαρξιακό. Οδηγημένοι από τα αδιέξοδα, από τον προβληματισμό, από τη συνείδηση της κενότητας μέσα μας, με τον τρόπο που ζούμε, με τον τρόπο που σκεφτόμαστε, με την οίηση του ψευδογνωρίζοντος, φτάνουμε σιγά σιγά , αργά αργά , σταδιακά και με τα χρόνια στο πλήρωμα του χρόνου, στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για τη γέννηση του Χριστού μέσα μας.
Ο Χριστός είναι μέσα μας. Είναι ο εγγεγραμμένος εντός ημών. Αν δεν ήταν δεν θα τον αναζητούσαμε. Αν δεν ήταν μέσα μας δεν θα είχαμε την έλλειψή του. Είναι μέσα μας, γιατί το σώμα του ανθρώπου ναός του εν ημίν πνεύματός εστιν. Είμαστε ο ναός Του. ΄Αρα, όταν φτάσει η ώρα, το πλήρωμα του χρόνου, τον γεννούμε, τον φέρνουμε στο φως. Και τον φανερώνουμε με τον απλό αληθινό μας λόγο και με τις πράξεις της αγάπης μας. Ο Χριστός είναι αγάπη. Ο Χριστός είναι ταπείνωση, λόγος απλός, για να τον καταλαβαίνουν οι άνθρωποι.
Λόγος και Πράξη. Λόγος παραβολικός, ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω. Να η προϋπόθεση. Έχω τα αυτιά, αλλά πρέπει και να θέλω να ακούω, να καταλαβαίνω, να συλλαμβάνω, να δέχομαι μέσα μου το σπόρο σαν το γόνιμο έδαφος, ειδ’ άλλως είναι και τα ζιζάνια, είναι και τα πετεινά του ουρανού και ο λόγος χάνεται, εξαφανίζεται. Υπήρξε ο λόγος, δεν του έγινε όμως η σωστή εκμετάλλευση.
Και τον δέχομαι όταν είμαι κατάλληλα προετοιμασμένος, αφού καλλιεργήσω τον αγρό, αφού ετοιμάσω το χώμα, αφού ξεριζώσω τα ζιζάνια. Όλα εξαρτώνται από το ανθρώπινο πρόσωπο, που θέλει ν’ ακούσει και να γεννήσει το λόγο και να εφαρμόσει τα νοήματα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)