Τρίτη 8 Ιουνίου 2021

συνεννόηση

 

Ένας αγώνας κι αυτός, ο άνθρωπος να διατηρεί την κρίση του και να μπορεί να σκέφτεται με βάση τις αρχές του ή να ιεραρχεί τα πράγματα και τις καταστάσεις έτσι, ώστε να μη ζει μέσα στη σύγχυση που του υποβάλλουν και επιβάλλουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και οι κομματάρχες με τους συν αυτοίς κι όλη αυτή η κατρακύλα των χρόνων του αδιέξοδου κυπριακού, όπως το κατάντησαν.

Επ’ ελευθερία εκλήθητε, σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή.

Ο ελεύθερος άνθρωπος, το τέλος, ο σκοπός της παιδείας και της ζωής, η ελευθερία των λαών και τα ανθρώπινα δικαιώματα, διακηρύξεις, επαναστάσεις, ποταμοί αιμάτων. Το πολυτιμότερο, η ελευθερία.

Όσο κι αν το σκεφτεί κανείς, τίποτε άλλο δεν τίθεται υπεράνω της, τόσο πολύπλευρη έννοια που είναι, να λευτερωθούμε ‘που τες αρρώστιες, ‘που τη φτώχεια και την κακοριζικιά, ‘που τους εγγλέζους και τους τούρκους, ‘που τους δικτάτορες, την άγνοια, την ασκήμια, τη βρωμιά και δυσωδία, όλα μιλούν για απαλλαγή από το κακό, για να ζήσει ο άνθρωπος όσο πιο ανθρώπινα, με αξιοπρέπεια (πολύτιμη λέξη ως σπάνια).

«Μα δεν θα πάρεις το παιδί σου να δει τα κατεχόμενα, να μην ξέρει το χωριό και το σπίτι του;» Αν θα το πάρω είναι για να καταλάβει πως έχει χρέος να το ελευθερώσει. Μόνο και μόνο με αυτή την προϋπόθεση, γιατί αυτό που θα δει δεν είναι το σπίτι μας κι ούτε θέλω να δει την κατάντια του.

«Μα αυτή είναι άποψή σου, άλλοι έχουν άλλη άποψη.» Είναι άποψη πως τα κατεχόμενα είναι σκλαβωμένα; Είναι άποψη πως ο τούρκος πατά το σπίτι και τις περιουσίες μας, μετάτρεψε τις εκκλησιές μας σε στάβλους και στα κοιμητήριά μας έχει αναποδογυρίσει τους σταυρούς; Είναι άποψή μου πως είμαστε πρόσφυγες στον ίδιο τον τόπο μας, άντε εκτοπισμένοι; Σκλαβωμένοι; Με καταπατημένα τα ανθρώπινα δικαιώματα;

Οι λαοί πρέπει να ενώνονται και η επανένωση της πατρίδας είναι αναγκαία. Επανένωση ποιου με ποιον; Των σκλαβωμένων, των δικών μας εδαφών, τουρκοπατημένων, με τις ελεύθερες περιοχές; Και αυτό θα είναι επανένωση; Χωρίς επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους, χωρίς καμιά έννοια δικαιοσύνης;

Μα κι οι τουρκοκύπριοι είναι πρόσφυγες. Ω! μεγάλο σου λάθος. Δεν τους έδιωξε η Κυπριακή Δημοκρατία που τους  παρακαλεί να επιστρέψουν στα χωριά και στα σπίτια τους. Η ίδια η Τουρκία τους άρπαξε και τους μετακόμισε βίαια στα σπίτια μας, για να έχει να λέει πως: υπάρχει έδαφος, υπάρχει λαός, υπάρχει εξουσία, άρα υπάρχει και κράτος, αναγνωρίστε το!!!

Κι όλα αυτά σ’ ένα συγχυσμένο κόσμο, που θέλει φτηνά καύσιμα, φτηνά φάρμακα, φτηνά προϊόντα, φτηνά φυτοφάρμακα, γιατί δεν τα βγάζει πέρα, λέει, οικονομικά, κι εδώ είναι κλέφτες ενώ εκεί, φιλόξενοι και με λουκμουμάδες…

Άντε να συνεννοηθείς ύστερα από τόση πλύση εγκεφάλου!!!

 

Κυριακή 6 Ιουνίου 2021

θανάτω θάνατον πατήσας

 

Θανάτω θάνατον πατήσας

 

Πολύ θα φοβούμαστε τον θάνατο, Ο παππούς πέθανε, η γιαγιά πέθανε

Το ίδιο και οι θείοι και οι θείες και οι γονείς, Ακόμα κι ο μικρός αδελφός,

Τα σπίτια τους ισοπεδώθηκαν, Τι να πα να δεις στο χωριό, Δεν υπάρχουν

Κι ακόμα αυτά που έμειναν, Δεν είναι τα δικά μας, Όπως όταν αναπνέαμε λεμονανθούς εκεί μέσα.

Τα σπίτια μας πέθαναν μαζί μας, Τώρα στέκονται κάτι μούμιες, Μαγαρισμένα

Με κάτι χρώματα ή και πέτρες, Παραποιημένη την πρόσοψη, την κούκλα πανούκλα

Έτσι κορδακιάζει ο κλέφτης, χαίρεται παραχαράζοντας με το μαχαίρι την αλήθεια

Αυτό το σπίτι τώρα δεν είναι το δικό μας, Το έχουν κατακλέψει, παραμορφώσει

Το σπίτι το δικό μας είναι νεκρό, Το έχουμε φυλαγμένο στη μνήμη

Και περιμένει την ανάσταση, Όπως ολόκληρο το χωριό Αγνώριστο ψοφίμι τώρα

Βρομισμένο, Λεκιασμένο, Με κάτι επιγραφές που δεν είναι δικές μας

Με κάτι φστάνες και βράκες που δεν είναι δικές μας, Με προκλητικούς μιναρέδες στα μάτια,

Στ’ αυτιά και στον ουρανό που απειλούν, Όπως τη θάλασσα και τη στεριά

Όπως τα παράλια και τα υποθαλάσσια.

 

Θανάτω θάνατον πατήσας, Να αποδεχτώ το θάνατο, Να τον ζήσω τον θάνατό τους

Μην έχω ψευδαισθήσεις, Μην μετέχω στο παιχνίδι των οχτρών μου

Μη χορεύω και τραγουδώ, Στο μνήμα της μάνας και του κυρού μου

Και του μικρού αδελφού μου.

Θανάτω θάνατον πατήσας. Θάψε τους νεκρούς σου Αν θες να αναστηθούν.

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2021

οδοφράγματα

 

ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ

Όπως πληροφορούμαστε από έγκυρες πηγές, εκτός από τον Ερσίν Τατάρ που πανηγυρίζει για το άνοιγμα των οδοφραγμάτων λόγω του ότι θα λυθεί το οικονομικό πρόβλημα των καταστηματαρχών στα κατεχόμενα, δυο άλλες τάξεις επαγγελματιών ετοιμάζονται, η μεν των Τουρκοκυπρίων φαρμακοποιών για μεγάλη διαδήλωση με κύριο σύνθημα «Καταργήστε το ΓΕΣΥ» και μάλιστα θα κρατούν μαύρες σημαίες λόγω της θλίψεως από την απώλεια της ελληνοκυπριακής πελατείας, η άλλη τάξη, με γαλάζιες και πορτοκαλιές σημαίες, αυτή των βενζινοπωλών, ετοιμάζει υποδοχή με ζιβάνες και χελίμ, για να υποδεχτεί τους πτωχούς ή και πάμπτωχους ελληνοκυπρίους  που θα σπεύσουν να γεμίσουν με  βενζίνη τα αυτοκίνητά τους. Ξεχάσαμε τους κουμαρτζήδες που θα ξενυχτήσουν περιμένοντας το άνοιγμα των οδοφραγμάτων. Ήδη τα καζίνο ετοιμάστηκαν με πολύχρωμα μπαλόνια και άλλες ταινίες, είμαστε έτοιμοι, προσφέρομεν και προσφερόμεθα, και ο νοών νοείτω. Ιδού και η τρίτη τάξη επαγγελματιών, καζίνο και κουμαρτζήδων.

Η τέταρτη τάξη επαγγελματιών, στις ελεύθερες περιοχές αυτή, των κηροπωλών ή τζιερκοπούληδων, ετοιμάζει άσπρες λαμπάδες, αφού περιμένει πως κατά εκατοντάδες θα συρρέουν οι πιστοί στον απόστολο Αντρέα.

Και όλα αυτά κατά παραγγελία και των ξένων πρεσβειών και του οηε και των κομμάτων και πρώτα πρώτα του κατηραμένου Ντενκτάς ο οποίος πρώτος έδωσε την άδεια στους ελληνοκυπρίους να μεταβαίνουν στα Κατεχόμενα και δεν το έχουν ακόμα κατανοήσει οι εδώ, πως, όπως τους έδωσε την άδεια μπορεί και να την αφαιρέσει, αλλά φαίνεται δεν τους συμφέρει, αφού βρήκαν γελάδια να γαλεύγουν.

Ως τώρα δεν ανηγγέλθησαν θάνατοι Ελληνοκυπρίων από τον πόνο της μη επίσκεψης στα κατεχόμενα τόσον καιρό.

ΥΓ. Τα εδάφη τα ελληνικά μας διατελούν κατεχόμενα από τον τουρκικό στρατό, ο οποίος τα μεταβάλλει σε στρατόπεδα, με αεροδρόμια και λιμάνια έτοιμα για επιχειρήσεις στρατιωτικές όπου δει, κατά την άποψή τους.

Μύθοι και θρύλοι περί επανένωσης εκ των κάτω, του λαού, κυκλοφορούν στη φαντασία πολλών, που δεν βλέπουν ούτε τον Τατάρ ούτε τον Ερντοάν και τις πολιτικές τους από το 1950. Δεν προωθούμε εμείς τη διχοτόμηση, αν δεν επισκεπτόμαστε τα κατεχόμενα. Ήδη την έθεσαν σε εφαρμογή από τη δεκαετία του πενήντα και το κάθε τους βήμα εκεί οδηγεί. Ακόμα κι η λεγόμενη ΔΔΟ δεν είναι παρά διχοτόμηση, «θεωρία πισκόπου και καρκιά μυλωνά», κατά το λεγόμενο.

Στέλιος Παπαντωνίου

Παρασκευή 14 Μαΐου 2021

ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΣΤΟ ΥΦΑΝΤΟ ΤΟΥ ΄21

 

Στέφανου Κωνσταντινίδη, Γράμμα στον Αντώνη Οικονόμου στο υφαντό του '21

«Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γενναίους, τους δυνατούς, Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά.»  Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα, Νίκος Εγγονόπουλος

Κεφάλαιο Ι

Σε πρωτοσυνάντησα στα στενά δρομάκια της Πενταλιάς, Αντώνη Οικονόμου, εκεί που γυρόφερνες τα βράδια με τον Ονήσιλο, τον Μπολιβάρ, τον Σπάρτακο, τον Ρήγα Φεραίο, τη Μαντώ Μαυρογένους, την Υπατία, τον Τσε, την Μπουμπουλίνα, τον Ηράκλειτο, τον Ροβεσπιέρο, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Αυξεντίου, τον ηγούμενο Γερμανό ‒τον παπα-Ανυπόμονο‒, που γνώρισα κάποτε στον Αγάθωνα, το μοναστήρι του, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Βασίλη Μιχαηλίδη, τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι… Σου υποσχέθηκα να σου γράφω για όσα έγιναν το ’21, από τότε που εσύ έφυγες, δολοφονημένος από τους κοτζαμπάσηδες. Να σου γράφω για τους δικούς σου προκρίτους, αυτούς της Ύδρας, τον Λάζαρο Κουντουριώτη και τους άλλους, για τον Παπαφλέσσα, που σε μύησε στη Φιλική Εταιρεία, για τον Κολοκοτρώνη, που προσπάθησε να σε σώσει, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον Υψηλάντη, την Μπουμπουλίνα, τη Μαντώ Μαυρογένους, τον Καραϊσκάκη, τον Κοραή, τον Μαυροκορδάτο, τον Κωλέττη, τον Καποδίστρια, κι όλους τους άλλους που διαδραμάτισαν μικρό ή μεγάλο ρόλο στην Επανάσταση. Να σου γράφω για να ξέρεις, Αντώνη, πως την Επανάσταση τη δήμευσαν οι κοτζαμπάσηδες, και το κράτος που γεννήθηκε από αυτήν το κληρονόμησαν στους απογόνους τους που μας τυραννούνε διαχρονικά. Χρειάζεται μια άλλη επανάσταση για να τους αποτινάξουμε από πάνω μας, Αντώνη. Μια επανάσταση που αργεί. Αργεί πολύ! Η λαϊκή εξουσία πάντα θα φοβίζει, Αντώνη Οικονόμου! Είτε αυτή του Σίμωνα Μπολιβάρ είτε αυτή του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου είτε αυτή της Κομμούνας του Παρισιού είτε η δική σου. Ακόμη και η αστική δημοκρατία φοβίζει στις μέρες μας και την ψαλιδίζουν όσο μπορούν. Θέλω επίσης να σου πω για τον ποιητή που σ’ αγάπησε πολύ, τον Νίκο Εγγονόπουλο, που σε ανύψωσε δίπλα στον Σίμωνα Μπολιβάρ και τον Ρήγα Φεραίο. Ο ποιητής που ατενίζει μακριά· που ατενίζει την Ύδρα και γράφει για το εξουσιαστικό μπλοκ του νησιού, τους εφοπλιστές της τότε εποχής.

Κατηγγέλθη

ως εξαιρετικά επικίνδυνος

για την δημόσια ασφάλεια

‒για την ειρήνη

των φιλησύχων πολιτών‒

… Για σένα τα έγραψε αυτά.

Και παρακάτω, για τον τρόπο γραφής του μυθιστορήματος, ο Στέφανος Κωνσταντινίδης γράφει «Γίνεται όμως να ξεκινά ένα μυθιστόρημα με φιλολογικές αναφορές; Κι αν αντιστρέφαμε την ερώτηση; Τι εμποδίζει δηλαδή να ξεκινά με αυτό τον τρόπο; Κι αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μια ορθοδοξία στη μυθιστορηματική γραφή, ε, τότε δηλώνω αιρετικός!»

Από όσα προλογικά για το μυθιστόρημα «Γράμμα στον Αντώνη Οικονόμου στο υφαντό του '21» του Στέφανου Κωνσταντινίδη αντιγράψαμε, ήδη από τις πρώτες σελίδες, από την προμετωπίδα με Εγγονόπουλο και Μπολιβάρ ή Κολοκοτρώνη, με τις αναφορές πρώτα στην Πενταλιά, το χωριό του συγγραφέα και μήτρα των συναισθημάτων και σκέψεών του πολλές φορές, ύστερα η αναφορά σε ηρωικές μορφές της παγκόσμιας ιστορίας, ιδιαίτερα επαναστάτες και λαϊκούς αγωνιστές, που ανέτρεψαν ή θέλησαν να ανατρέψουν αδικίες κοινωνικές, ή βαραίνονται ως σήμερα με την αδικία και την παραγνώριση, πρόσωπα που έγραψαν μεν ιστορία, προσπάθησε όμως η καθεστηκυία τάξη να την διαγράψει ή αμαυρώσει, όλα αυτά συγκινούν τον συγγραφέα που αναλαμβάνει να εμβαθύνει σε ιστορικές σημαντικές στιγμές, να δει την άλλη όψη των πραγμάτων και αυτήν να φανερώσει, με τη μυθιστορηματική, ιστορική ή ποιητική γραφή του, όπως στα προηγούμενα μυθιστορήματά του, να γράφει ένα έργο επιστημονικό, μυθιστορηματικό, ποιητικό, με την γνωστή του μέθοδο της αιρετικής μυθιστορηματικής γραφής, όπως την χαρακτηρίζει ο ίδιος.

Το μυθιστόρημα ενδιαφέρει και για το περιεχόμενό του το ιστορικό αλλά και για τον τρόπο γραφής του, είναι κατά την άποψή μου ο ίδιος ο συγγραφέας με τις ιδέες του, την πολιτική του τοποθέτηση, τον ιδεολογικό του οπλισμό και την ποιητικότητά του, με τις αλήθειες του, τις συνταρακτικές για μερικούς, τις συνήθεις για άλλους. Πίσω όμως από κάθε επαναστατική γραφή κρύβεται ένας ενθουσιώδης νέος, και αυτό το χάρισμα συνεχίζει να το έχει ο συγγραφέας μας, Στέφανος Κωνσταντινίδης, και στο παρόν μυθιστόρημά του, περιληπτική απόδοση του οποίου μας έδωσε ο ίδιος στο πρώτο του κεφάλαιο.

Καλή ανάγνωση, όπως συνήθως λέγεται.

Στέλιος Παπαντωνίου

Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

μανάδες του κόσμου

 


Γιατί νομίζω πως ξέρω όλες τις μανάδες;
Είναι όλες της εποχής μου;
Είναι γιατί όλες έχουν
Το πλατύ μέτωπο του ήλιου
και τη γλυκάδα του φεγγαριού
Της δούλεψης στα χωράφια ή στο ξενύχτι
Με τη λάμπα του πετρελαίου,
με τη βελόνα στο χέρι να μαντάρουν
Με το χρώμα του χαλκού,
Με τα χαλκοματένια αγγειά να μαγειρεύουν
Με το μεγάλο χαλκί να ζεσταίνουν το νερό
Με τη φαούτα στο χέρι
Και την αλυσίβα στο μεγάλο πιθάρι
στην αυλή
Με τα κάρβουνα στο σίδερο
Με τα ξύλα στο φούρνο
Με το ξεσκονόπανο στο χέρι
Με το νερόξυδο να μας δροσίζουν το μέτωπο
χίλια μερόνυχτα στο πλάι μας
Ζωντανές ή
Αιώνια ζωντανές με τον τρόπο τους;
Γιατί νομίζω πως ξέρω όλες τις μανάδες του κόσμου;

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

ΓΙΩΡΓΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ

 ΓΙΩΡΓΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ

 

 

Μεγάλος στρατηλάτης, των τανκς ο πρώτος, μεγάλη μας τιμή να τον έχουμε γείτονα, ένα μικρό σπιτάκι σφηνωμένο ανάμεσα στα δημοτικά μας, εκεί καταφεύγαμε σαν είχαμε διαγώνισμα, κρατούσε ένα ραδιοφωνάκι και μας εξέπεμπε την ώρα των διαγωνισμάτων, όταν οι Τούρκοι το ‘74 ετοιμάστηκαν για να του κάψουν το σπιτάκι, ο Γαβρίλης της Νιόβης, που λέγαμε, τον πήρε αγκαλιά, ακόμα ως τώρα θυμάται πως τον ένιωθε σαν τότε, που τον έβαλαν να περπατά με πυρωμένα ποδήματα,  να δρώνει και να τον σπρώχνει να τον σώσει μια ώρα γρηγορότερα, ύστερα ζήτησε καταφύγιο στην κυρά Μαχαιριώτισσα, μετά χαράς μεγάλης, φιλόξενη κυρία, του έδωσε και περίοπτη κάμαρα στο εξοχικό της, αριστερά  άμα τη εισόδω, μια μέρα ένας δέσποτας, να σας φέρω ένα αντίγραφο της φωτογραφίας του να ’χετε, να τον μνημονεύετε με την σπορά, έτσι κι έγινε, και του βάλαμε το αντίγραφο κάτω από τη σκάλα που ανεβάζει στο μπαλκόνι της οικίας Κασσιανού.

Ήταν μια παλιά φωτογραφία του, εκεί κοντά στον καπτα- Νικόλα, κάθονταν και τα ’λεγαν, ο ένας τα ναυτικά του, ο άλλος τα στρατιωτικά του, κόκκινος μανδύας, δεν πολυάρεσε στους παλιούς γειτόνους, έφεραν ένα νέο φωτογράφο, παρθένιο, τον φωτογράφισε χωρίς καμιά σχέση τέχνης με τον καπτα- Νικόλα, ένα τεράστιο άλογο, η βασιλοπούλα περιμένει υπομονετικά δίπλα στον πύργο της να την σώσει, κι ένας πράσινος  δράκοντας, α ρε Γιώργο, εσύ μας πέθανες νωρίς, αντί να χαιρετήσουμε τον Γεώργιο, απλώνει χέρι ο δράκοντας. Την είδε με τον κόκκινο μανδύα σ’ ένα γραφείο εκεί στα δεσποτικά ένας ψάλτης μας που θα γινόταν πίσκοπος, αυτή μ’ αρέσει, τους λέει, ενθύμιον χειροτονίας, κι έτσι πήραμε κι εμείς το αντίγραφο της φωτογραφίας με τα κόκκινα, να θυμόμαστε τον παλιό μας Γεώργιο, τον στρατιωτικό.

Είχε κι ένα άλλο σπιτάκι ο στρατιωτικός μας στο χωριό του παππού, εις το βουνό ψηλά εκεί είν’  εκκλησιά ερημική, τώρα πράγματι δεν της έχει μείνει ούτε σήμαντρο ούτε παπάς, πέρασε η λαίλαπα των Οστρογότθων, των Βησιγότθων, των Βανδάλων, εκεί όμως, μισογκρεμισμένος, μα στρατηλάτης!

Μια καφετιά φωτογραφία στο σπίτι, μ΄ έναν κάποιο  με στρατιωτικά, ποιος είναι αυτός, ένας φίλος του πατέρα από το χωριό, καφετί χρώμα, ήταν η εξελικτική τέχνη των φωτογράφων της εποχής, ελάτε να πολεμήσετε για την Ελλάδα και για τη φτώχεια σας, πήγαιναν, κι ύστερα μάθαμε και τ΄ όνομά του, Απόστρατος άκου…, άλλο κεφάλαιο της Ιστορίας μας, δεν είναι στην εξεταστέα ύλη, θα τα μάθετε αργότερα!

Κάπου εκεί  στο ‘55 ο Γεώργιος είχε μεταλλαχτεί σε πολλούς Τζωρτζήδες, που έρχονταν από την αγγλιτέρα  για να μας επιβάλουν τον νόμο και την τάξη, τους βλέπω ακόμα με μια αγκαθερή κουλούρα στη γειτονιά, όπου πέρασε το πράσινο μολύβι, να σπέρνουν συρματόπλεγμα. Μια νύχτα, είχαν επιβάλει κέρφιου, χτυπά η πόρτα, ανοίγει ο πατέρας, ο Αλή Ριζά με τρεις τζωρτζήδες, είδαμε κίνηση από τα παντζούρια σας, πρέπει να κάμουμε έρευνα, συγχύστηκε λίγο ο τούρκος, ήξερε τον πατέρα, αδιάντροπος όμως, κάτω από τη σκέπη τους!

Κατά τα άλλα, ήταν πάντα γύρω από τη Φανερωμένη, με δακρυγόνες, η μυρουδιά ακόμα στα ρουθούνια, εμείς ένωση ένωση, κι εκείνοι γκλοπ και ξύλο, στη φυλακή παιδιά, στα κρατητήρια, εκεί στα βουνά βγήκαν οι Πρωτογιώργηδες της Κύπρου. Όταν πήγαμε στη Χαλκίδα κι άκουαν πώς έπρεπε να πολεμούν, σταυροκοπιούνταν οι άνθρωποι που τίποτε δεν ήξεραν κι επέζησαν, εκεί γνωρίσαμε την τέχνη των Γεωργίων, κι ύστερα από το διώξιμο του ελληνικού στρατού που φέραμε τότε από το Μεγάλο Πεύκο, στο ΚΕΝ Λάρνακος, μια πεντακάθαρη παρέα αποφοίτων του Παγκυπρίου, ασπροχώματα, πηγαίναμε στο πεδίο βολής και σε πορείες, και παράγαμε κιμωλία εκ του στόματος. Μια νύχτα που μας έδωσαν την πρώτη έξοδο, οκτώ το βράδυ, ένα σάντουιτς ρε παιδιά, η Λάρνακα κατάκλειστη.

Στον Αϊ Βασίλη κοντά στη Σκυλλούρα, το διοικητήριο από τη μια πλευρά του δρόμου, ένα σπίτι, το στρατόπεδο από την άλλη, ένας μερακλής διοικητής, μάθαμε να χτίζουμε τοίχους, κάτσε δάσκαλε, όχι, αν δεν μάθω τώρα πότε; Μάθαμε να κόβουμε καλάμια από τις ποταμοσιές και να φτιάχνουμε ψαθαρκές να περιτριγυρίσουμε το σπιτικό μας, ένας επιλοχίας, εγώ, όλα τα ’κανε, αντί να πάρει έξοδο προτιμούσε να μένει μέσα, στην επιστροφή ένιωθε κατράμι στις φλέβες του, εκεί μια Κυριακή άκουσε από το ραδιοφωνάκι και για τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Μακαρίου καθώς πήγαινε στην Κυρία Μαχαιρά.

Μια μέρα, έξω από το στρατόπεδο, με στρατιωτικό όχημα από τα μεγάλα, να καθαρίσουν το χώρο, μπαμ σε μια λακκούβα κι έξω ο επιλοχίας, τίποτε δεν έπαθε, μα στο διοικητήριο τρομαγμένοι, βάλε εδώ μια υπογραφή δεν έχεις απαιτήσεις, μόνο σαν γέρασε και μπήκαν τα κρύα, άρχισε να θυμάται εκείνο το χτύπημα, χέρια πόδια να πονάνε.

Η μεγαλύτερη ασέβεια όμως στο στρατηλάτη μου ήταν τις μέρες της μεγάλης καταστροφής, κάτω από τις ελιές του Κύκκου, ένα χαρτί να καταγραφτούμε οι έφεδροι, να ένα σακκούλι τσιμέντο κόψε και γράψε, μια πέννα ρε παιδιά, κι ύστερα το βραδάκι, ένα μαρτίνι χωρίς κλείστρο, να το κρατούμε δέκα, να πέφτει ο ένας και να το παίρνει ο άλλος, αυτός δεν ήταν ο δικός μας Γεώργιος!

Αφού λοιπόν «κατετάχθημεν και απελύθημεν αυθημερόν», έτσι έγραφε το βιβλιάριο,  ήρθε και το γεροντικό, να καλούνται τα αντράκια να παρουσιάζονται μια φορά το μήνα, κάθε πόσο κανένας δεν ήξερε, ήταν όμως η προθυμία, η σύσφιγξη των δεσμών, ήταν μεγάλο ένα πράμα να νιώθεις πως μπορείς να συμβάλεις. Ήρθαν αργότερα κάτι σκατόψυχοι, τα διέλυσαν όλα, δεν μπορούμε λέει να σκορπίζουμε τα λεφτά του κοσμάκη άδικα, άι να χαθείτε! Με το όπλο στο σπίτι, μ’ ένα τεράστιο κουτοτσάρτελο στην αποθήκη, να είναι καλά όλα φυλαγμένα, ήταν και κάμποσοι λήσταρχοι, μη μας κλέψουν το θησαυρό, εκεί και η καρδία ημών. 

Πήραμε κι από κει απόλυση, σημάδι ότι γεράσαμε, μα ήταν και νέοι Γιώργηδες στη γειτονιά, τους έχουμε κάθε Μεγάλο Σάββατο, με το ανάστα ο Θεός, μπροστά η ελληνική σημαία, πίσω η Κυπριακή, τα ξαφτέρουγα, ακολουθούν τα άλλα όλα, έτσι κι αλλιώς, την Κυριακή θα ‘ρθει η ανάσταση.

 

 

 

 


Ο ΚΑΠΤΑ- ΝΙΚΟΛΑΣ

 

Ο ΚΑΠΤΑ- ΝΙΚΟΛΑΣ

 

 

Αυτοκρατείρας Θεοδώρας, πάροδος, ένα στενό, Αραχώβης, εκεί το σπιτάκι του καπτα- Νικόλα, ένα περίεργο πράμα, να ανοιγοκλείνει για να μπαινοβγαίνουν οι λιγοστοί κάτοικοι της οδού.

Στη λεωφόρο Ποσειδώνος, καθόταν από αρχαιοτάτων χρόνων και διάβαζε εκεί στην παραλία, άνδρα μοι έννεπε μούσα, κι έτρεχε ναυαγοσώστης, μόλις άκουε βοήθεια από τα βαθιά. Στον έβδομο όροφο, το γεροντάκι ο Κασσιανός, έξω από το γραφείο του Γενικού Διευθυντή, περνά ένας κλητήρας, τι περιμένει ο κύριος, μια ληξιαρχική πράξη ν’ αλλάξω, συμπληρώστε αυτή την αίτηση, μπαίνει, τη δίνει, κάτσε, και γιατί παρακαλώ; 29 Φεβρουαρίου ημέρα θανάτου, πολύ βαριά μου πέφτει, την ίδια στιγμή, φουριόζος μπαίνει στο γραφείο ο καπτα- Νικόλας, νερά από πάνω ως κάτω, από γενειάδα ως νύχια των ποδιών, μυριστικό ένα πράμα, δε μύριζε θάλασσα, νερό καθάριο τα κόκαλά του, πού ήσουν, το και το, γι’ αυτό δεν πέθανε δίσεχτο, του λέει ο γενικός γραμματέας, άντε στο καλό, να κάνεις και καμιά δουλειά του Ποσειδώνα. Κι έτσι τον χαιρόμαστε κάθε δίσεχτο, σαν μερικούς πολύ φίλους που μεγαλώνουν κάθε τέσσερα χρόνια, χαρά τους.

Το πρώτο πλοιάριο που οδήγησε στα νερά μας, ο Άγιος Γεώργιος, κάπου εκεί στην Πέγεια, κουβαλούσε όπλα για τον αγώνα που θ’ άρχιζε, δεν ρώτησαν κανένα, μυστικά όλα, μα και προδομένα εξαρχής, ο καπτα- Νικόλας περίμενε την απελευθέρωσή του από τις φυλακές, ήρθε ο Μέγας Κωνσταντίνος με το διάταγμά του, τι ωραίο το Μιλάνο, τι ωραίες εκκλησιές, τι ωραία παπούτσια! Με παίρνει παράμερα η μάνα μου, να προσέχεις γιε μου, θα ξεσπάσει στον τόπο μεγάλο κακό, να προσέχεις, τούτο μόνο.

Εκεί όμως που φάνηκε τσιάκκος ήταν με τον Αδρία, ένα σαπιοκάραβο, να μας πηγαίνει στην Ελλάδα εκδρομή, πιάνει μια τρικυμία, πρωτάρηδες εμείς, στο κατάστρωμα, επί ένα μήνα στο σχολείο στο Αμαρούσι που μας φιλοξενούσαν, το κρεβάτι σκαμπανέβαζε, μα ήταν μια μεγάλη χαρά, όλη η πατρίδα μια περιήγηση.

Και τον άλλο χρόνο, μια λεγόταν Αγαμέμνων, μια Αχιλλέας, εμείς εκεί, στο κατάστρωμα, πηγαίναμε στη Λεμεσό, όλη οι οικογένεια, όλες οι φοιτητικές οικογένειες, στο παλιό τελωνείο, με τις κάσες μας τα γάλατα Βλάχας, τα χαλούμια, πρώτη ερώτηση των τελωνειακών στον Πειραιά, τους τραχανάδες μας, φορτωνόμασταν σε μια μαούνα, κι ύστερα το ανέβασμα στο αμπάρι, μια μυρουδιά ως σήμερα στη μύτη, μη χάσουμε τα πράματα, ένα χρόνο θα περνούσαμε, κατεβαίναμε να εξετάσουμε αν είναι στη θέση τους, να προσέχετε από τους καλαμαράδες και τις καλαμαρούδες, με τα λοούθκια τους, το βράδυ πάντα κατάστρωμα, μια μπατανία τυλιγόμαστε, ούτε ταξιδιωτική καρέκλα, τι να την κάμουμε, βρισκόταν και κανένας μερακλής της κιθάρας, ένας Κοτσώνης να πούμε, κι άρχιζε το τραγούδι, τριάντα έξι ώρες αν θυμάμαι καλά, μα πάντα οι ναύτες επίφοβοι, πάρε πατριώτη μια κούτα τσιγάρα και σαν βγαίνεις θα σε πλησιάσει ο άνθρωπός μου, πού να ξέραμε εμείς, στραβάδια. Στο τελωνείο η διαδικασία, δεν σου ’βαλε χαλούμια η μαμά, δώσε μας κανένα να δούμε κι εμείς τι πράμα είναι, κι ύστερα φόρτωμα στο τρίκυκλο, να μας πάει Αθήνα, ή να ψάξουμε ή να κατευθυνθούμε στο έτοιμο, Φθιώτιδος 23 Αμπελόκηποι, ημιυπόγειο.

Κάπου εκεί στο δεύτερο τρίτο έτος, Μεγάλο Πεύκο, βραδάκι, φορτωμένοι στα καμιόνια του στρατού, κατεβήκαμε έτοιμοι για τις μάχες του ‘64, στο κατάστρωμα ντύθηκαν έλεγαν τα ελλαδικά φαντάρια τα μαγιό, να νομίζουν τα τουρκικά που παρακολουθούσαν κάθε κίνηση πως ήταν τουριστικό, λόγια της αρβύλας, κατεβαίνουμε, λεωφορεία, από το Τρόοδος θα σας πάμε, οι δρόμοι είναι επίφοβοι, οι τουρκοκύπριοι στην Κοφίνου, πιάσαμε όρη και παραρά, κατεβαίνουμε, να παρουσιαστούμε, και ποιος σας έφερε και τι είστε σεις; Όλοι βαθμοφόροι, να στελεχώσουμε το σπόρο της μελλούμενης εθνικής φρουράς, δε σας χρειαζόμαστε, αλλά πηγαίνετε στα φυλάκια της περιοχής σας, του Μαρτά ήταν κοντά, της θεια Καλλιόπης, περβόλα, περάσαμε Αραχώβης, χαιρετήσαμε τον καπτα- Νικόλα, κι εκεί τη βγάλαμε.

Σ΄ όλες τις φωτογραφίες ο καπτα- Νικόλας ο ίδιος είναι, με τη μαλλούρα, τη γενειάδα, κάποτε με τα ναυτικά του, με τα αρχιερατικά του, έρευνες γίνανε στα κοκαλάκια του, τον έκλεψαν σαν πέθανε από την πατρίδα του τη μυροφόρα, και τον πήραν στην Ιταλία, εκεί οι παπάδες είναι της επιστήμης, δεν ξέρουν από θρησκευτικά, έβαλαν να ερευνήσουν τα γεννοφάσκια του, τι παθαίνει ο άνθρωπος σαν δεν πιστεύει.

Νικόλας ήταν και το γερόντιο, εκεί κοντά στο τείχος, κοντά στην κλινική του Πρωτοπαπά, με τον Παπάκωστα πήγαμε να τον κοινωνήσει, η πρώτη επαφή με μελλοθάνατο, ένα σκελετωμένο κορμί στο φτωχικό κρεβάτι, άρχισε ο παπάς τα ιερά του, το ημίφως, οι άγγελοι κάπου εκεί τριγύρω στο παράθυρο, τους νιώθω ακόμα, φτερούγιζαν, δεν θορυβούσαν, περίμεναν υπομονετικά, κι ο γερο Νικόλας, ένα χαμόγελο, και τα μουστάκια του ευφραίνονταν, ήρεμο και πράο, πού να ΄ξερε πως σφράγιζε με το θάνατό του μια ψυχούλα, κάτω των δέκα ετών!

Ο άλλος, Νίκος αυτός, δεν ερχόταν στο σπίτι τότε με τις επιθέσεις των Τούρκων τα βράδια, έστελνε την οικογένεια, η Ξένια, η θεια Καλλιόπη, τα μικρά παιδιά, το σπίτι γέμιζε γειτόνους, μια νύχτα, μια ομάδα μισόγυμνοι, έξω από την πόρτα τεραστίων διαστάσεων, μας έβαλαν στουπί με πετρόλαδο να μας κάψουν, ανοίγει η μάνα, κάτι βρωμά, το στουπί το τουρκολόι. Αυτοσχέδια αμυντικά, νερό κοχλαστό να τους  χύσουμε από το ανώι, αν χτυπήσουν την άλλη πόρτα, και καυτό λάδι, τι να γίνει, εμείς αυτά ζήσαμε, πάτησαν απάνω μας τανκς!

Ο άλλος καπτα- Νικόλας, ο μικρός, πράσινος ή βένετος, λουκατίτης, μερακλής άνθρωπος,  όταν τον έδιωξαν από τη γειτονιά του, κατέβηκε στη δική μας, ήταν μια ρουσού, κόκκινα μαλλιά, κόκκινες φακίδες, του άρεσε, την παίρνει, μα γι’ αυτόν άλλοι θα γράψουν, οι νεότεροι.