Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

ΠΕΡΣΑΙΟΣ

Στέλιος Παπαντωνίου

ΠΕΡΣΑΙΟΣ

Ίσως να τ’ άκουσε στον ύπνο του,
στα μεταξένια του σεντόνια να θροϊζουν
«Καθόσον απέχουσιν ανατολαί από δυσμών»
Και πρόσθεσε: «τόσον απέχουν τα λογάρια
Μη μαρτυρούμενα υπό των πραγμάτων».

Ο βασιλιάς Αντίγονος.

Διακούσας πάντα τα  Περσαίου μαθήματα,
του φάνταζαν ψευδή, ως  
«Ο σοφός υπό της τύχης αήττητος,
αδούλωτος, ακέραιος» και τα τοιαύτα.
Κι έτσι σοφίστηκε
Σκηνή πατάρι, αιώρες, περιάκτους,
Λαμπρούς ηθοποιούς, αστέρια στο παλάτι
Δήθεν εκ Κύπρου και Κυρήνης εμπόρους
και ως πρωταγωνιστής  το πρώτον ερωτά:

- Ποια τα νεότερα εκ Κύπρου, λιτανεύεται ακόμα το ιερό λιοντάρι,
  Φύγαν οι Τούρκοι;
-Ουαί κι αλίμονο, δευτέρα εισβολή, καταστροφή μεγάλη.
-Και του Περσαίου ο οίκος;
-Αιχμάλωτη την άλοχο μνηστή,  το φίλον τέκος σφάγιο
Φονταμενταλιστής τζιχαντιστής ο αποκεφαλίσας.
-Η φιλοσοφία μόνη τον τρωθέντα φιλόσοφο ιάσεται,
επιλέγει ο βασιλιάς ηθοποιός.

Βαρύ το σκότος τυλίγει δίχτυ τον Περσαίο,
Η  προσωπίδα του σοφού στο μάρμαρο κυλίνδεται
Θρήνος κι οδυρμός
κι εξαίφνης
Κενά τα διδάγματα
Χάθηκε ο Ζήνων, φρούδος ο Κλεάνθης
Λογάρια κενά τα όσα δίδασκαν και δίδασκε
Αυτά κατέδειξεν η φύση.

Κι ο Αντίγονος, μεγαλοψύχως,
Φιλόξενη τείνει χείρα στον Περσαίο
του φιλοσόφου Ζήνωνος υποκατάστατο σταλμένο
Μια κι ο γέρων Κιτιεύς, εβδομηκοντούτης,
αδυνατούσε τα θαλάσσια ταξίδια
Περιμένοντας τη βαθιά φωνή από τη γη,

την ταξιδεύτρα του θανάτου.

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

ΣΟΛΙΟΙ ΚΑΙ ΣΟΛΕΙΣ

Στέλιος Παπαντωνίου

ΣΟΛΙΟΙ ΚΑΙ ΣΟΛΕΙΣ

Οι Σόλιοι λείαιναν και στίλβωναν τη γλώσσα
Σε βότσαλα ελληνικής θαλάσσης
Περιφέροντας τον Σόλωνα στο αμφιθέατρο
Φίλο Αθηναίο.

Οι Σολείς της Κιλικίας
Ασύντακτος βίος
Πλίνθοι και κέραμοι
Ατάκτως ερριμμένες λέξεις
Σολοικισμός
Το ιδίωμά τους.

Οι νεότεροι εμείς,
Απόγονοι των Σολίων
Μοιάζουμε Σολείς

Οι αναίσχυντοι.

ΠΑΙΔΩΝ ΑΓΩΓΗ

Στέλιος Παπαντωνίου

ΠΑΙΔΩΝ ΑΓΩΓΗ

Πλατιές ταινίες
Χαίτες ξανθών αλόγων στις οθόνες
Καθηλωμένες
Τρεμοπαίζουν διόπτρες κινούμενες.

Βίου κανόνας κανείς δεν προτίθεται.
Ποια τιμή, ποια πίστη, πού το φιλότιμο;

Ο Λουκιανός
Κάρβουνο στο μαγκάλι
Με φύλλα ελιάς
-όπως τότε «ποιος μ’ αγαπά»-
Μνημονεύει σεβάσμιο Δημώνακτα
Ίνδαλμα νέων
Άριστον φιλοσόφων.

Αδιάφοροι θρήνοι κοπετοί
Χαράσσουν χειροδεμένη
τυφλή  την πορεία μας.

Αποκεφαλισμένη πολιτεία
Μεγαλώνυμοι τίτλοι
Μύες και κύνες 
Γαλές και λαγωοί
Μίκυ και Μπάρνυ
Φωνητικά τερατόμορφα σύνδρομα
Οδοδείχτες
Για τα παιδιά των παιδιών μας.


Βίου κανόνας κανείς δεν προτίθεται.

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

ΖΗΝΩΝ

Στέλιος Παπαντωνίου

ΖΗΝΩΝ

Χαράς πληρούται ο υιός.

Ο πατήρ Μνασέας εγχειρεί κιθάρες
βίβλους τυλιγάδια
θεραπευτικά της ερήμου.

Κι ο Ζήνων, στ’ αχνάρια του πατρός
πράττει και μεταπράττει.

Ναυαγός στον Πειραιά
Σ’ ερμάρια βιβλιοπωλείου
-τα θυμάστε, ξύλα γκριζωπά στην Ιπποκράτους-
ως το λαιμό φιλοσοφία.

-Πού να βρω τέτοιους ανθρώπους;
Κι η θεά τύχη, χορεύτρια πεζοδρομίων
-Να ο Κράτης, του συστήνουν, ακολούθει.

«Νυν ευπλόηκα, ότε νεναυάγηκα.»

Αισχυντηλός.
Ο Κράτης στις αγκάλες του μια χύτρα με φακές
να την διαπεράσει τον Κεραμεικό
-Λήδρας, να πούμε.

Θρύψαλα.
Εις τα εξ ων συνετέθη.

Φυτρώνει στα πόδια του Ερμής.
-Τι τρέχεις φοινικίδιο;
Δεν έπαθες κάνα κακό,
αιγυπτιακή κλιματσίδα!

Ποιος; Ο σεμνός κι ολιγαρκής. Ο αυτάρκης.
Ο Ζήνων Φοινικίδιο!

Πορφύρα εμπορευόταν από τη Φοινίκη,
Δεν ξεπουλούσε πατρίδα!
Το «Ζήνωνος φιλοσόφου» δεν αρκούσε.
Απαιτούσε πάντα και το Κιτιεύς,

περήφανο χρέος.

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Στέλιος Παπαντωνίου

ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Τη αυτή ημέρα
Των απ’ αιώνος δι’ αποκεφαλισμού μαρτυρησάντων
τη συνοδεία ορχηστρίδων του Κακού.
Κάρες επί πίνακι,
στοιβαγμένες των παππούδων και πατέρων
του Προδρόμου και άλλων αγίων.

Μελανείμονες μάρτυρες βαρβαρικών προπομπών 
Μαχαιροφόροι δεσπότες κατενώπιον των θεατών
Περιάγουν τα θύματα
Βούκινα και τουμπελέκια
Ρυθμίζουν την ενότητα των προ και μετά Χριστόν.
Η απανθρωπία στο άχρονο.

Ακρωτηριασμένη κι η μάνα μου
Περιμένει να πάει στο μύλο αραχνιασμένο
Να αλέσει τις ελιές
Οσμήν ελαίου, γεύση φρεσκοβγαλμένου λαδιού
Λεμόνι σε ζεστό ψωμί
Κι όλα ένα γύρο μαυροφορεμένα τον ταγγισμένο ιδρώτα.

‘Ηρεμο το γαϊδούρι γυρίζει στο μύλο
Κοφίνια τις μνήμες ζεμπύλια τους πόνους

Των ερειπίων. Προ και μετά Χριστόν. 

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

ΤΩ ΚΡΟΥΟΝΤΙ

Στέλιος Παπαντωνίου

ΤΩ ΚΡΟΥΟΝΤΙ

Η κουκουβάγια  χλωρό δάκρυ προμηνούσε
Κι αρπάχτηκε πως χώνεψεν η γη τον αγαπώ της.

Σακούλι καρβουνόσκονη  στα ιματισμένα βρέφη
Μαύρη μπογιά στα μάρμαρα να μοιάζουν την καρδιά της
Δυο χρόνια μαυροφόρετα δυο γαλαζοντυμένα .

Ζητούσαν τα μωρά ψωμί; Δεν τους κροτούσε πέτρες!
Γάλα να πιούν;  δεν ήξερε γι’ αυτήν πέπλο λεπτό. Για τα παιδιά θυσία.   
Την πόρτα έκρουαν φτωχοί; πινάκι στο φαγείν τους
Μια μάνα έρμη και βουβή, μωρά ξεπεταρούδια
Σώφρονος έργα γυναικός.

Κι ο μέγιστος Πατήρ μας ερωτά:  
Πέτρα θα σας τυλίξω,  αν άρτο μου ζητήσετε;
Ψαύστε το ρόπτρο. Η θύρα μου ανοιχτή.

Μήπως δεν κρούσαμε πιστοί

Τη θύρα του Δικαίου;

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Η ΚΡΙΣΙΣ


Στέλιος Παπαντωνίου

Η ΚΡΙΣΙΣ

Ο Σιμωνίδης στα επιγράμματά του φορούσε
Το κυανό του θανάτου άσβεστο κλέος
Ο Πίνδαρος κι ο Κάλβος
Του ηλίου δεν έβλεπαν θαλπνότερο φαεννό άστρο
Καθώς ο Ηράκλειτος ακολουθούσε τον ξυνό λόγο.

Κι έλεα πως η αλήθεια είναι στα μάτια μου μπροστά
Κι ήρθεν Εκείνος κι είπε
Γιατί κοιτάς το κάρφος στο μάτι του άλλου
Και δεν βλέπεις τη δοκό στο δικό σου;

Κι έτσι με πήρε από το χέρι τυφλό
Να ψαύσω στα ένδον του θυσιαστηρίου
πεποικιλμένη την κιβωτό μου.

Εκεί ξέεται βαθμηδόν η δοκός
Καθαίρονται πολυτρόπως οι κρίσεις
Κρίνουμε για να κριθούμε
Με το ίδιο μέτρο.