Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012
Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012
Ο αγρός του κεραμέως
Ο αγρός του κεραμέως
του Στέλιου Παπαντωνίου
Όταν είδε ο Ιούδας πως ο
Χριστός καταδικάστηκε, μετάνιωσε κι επέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια στους
αρχιερείς και στους πρεσβυτέρους, λέγοντας, ήμαρτον γιατί παρέδωσα αίμα αθώο.
Κι αυτοί του είπαν, δεν είναι δική μας δουλειά, δική σου. Κι αυτός πέταξε τα
αργύρια στο ναό και πήγε και κρεμάστηκε. Οι αρχιερείς πήραν τα αργύρια κι
είπαν, δε μας επιτρέπεται να τα βάλουμε στο ταμείο, γιατί είναι τιμή αίματος.
Κι έτσι, έκαμαν συμβούλιο κι αποφάσισαν ν’ αγοράσουν μ’ αυτά τον αγρό του κεραμέως, για
να θάβουν εκεί τους ξένους.
Η κυβέρνηση σχεδιάζει να
φορολογεί όσα χρήματα πληρώθηκαν σε ελληνοκύπριους από την Τουρκία για εξαγορά
των κατεχόμενων περιουσιών τους. Και θα προσθέτει
τα χρήματα αυτά στο δημόσιο ταμείο, άσχετα αν προήλθαν από την πώληση μέρους
της πατρίδας στον εχθρό.
Το πρόβλημα δεν είναι αν θα
φορολογηθούν. Το καυτό κι αναπάντητο ερώτημα είναι γιατί να μην έχουν
εμποδιστεί πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας να πουλούν την περιουσία τους
στους Τούρκους- εκτός κι αν συμφέρει στους επίδοξους λύτες του κυπριακού δεσμού.
Δεν το ομολογούν, αλλά διαφαίνεται.
Ήδη η Τουρκία έχει χαρτογραφήσει όλες τις
περιουσίες, έχει κατατάξει τους ιδιοκτήτες σε κατηγορίες και παίζει σαν τη γάτα
με το ποντίκι αγοράζοντας ελληνοκυπριακές περιουσίες, ενώ η αδύνατη πλευρά παρακολουθούμε πικραμένοι, υποψιασμένοι,
γερασμένοι, διαμαρτυρόμενοι και μη ακουόμενοι.
Κι ενώ δυο χιλιάδες χρόνια
πριν οι άνθρωποι αρνούνταν να καταθέσουν
χρήματα προδοσίας ή αίματος στα ταμεία της πολιτείας ή του ναού, εμείς σήμερα
ψάχνουμε για δικαιολογίες. Τότε πήγαιναν και κρεμάζονταν ή συσκέφτονταν πώς να
απαλλαγούν από τέτοια λεφτά, γιατί τους βάραιναν. Σήμερα, αν δεν βρούμε εμείς
δικαιολογίες, βρίσκουν οι δικηγόροι μας, πολλοί των οποίων έχουν ήδη τους
κράχτες τους στα κτηματολόγια, πλησιάζουν τα θύματα, δίνουν την κάρτα του
δικηγόρου, «αν τον χρειαστείς, αν μετάνιωσες που αρνιέσαι να πουλήσεις την
περιουσία σου στα κατεχόμενα...κανένας δεν ξέρει τι επιφυλάσσει η αύριον».
Η βουλή αυτές τις μέρες
θυμήθηκε πως έχει καταχωνιασμένη στα συρτάρια της μια μελέτη του Πανεπιστημίου
Κύπρου από το 2000 για την ίση κατανομή βαρών. Οι πρόσφυγες υπέστησαν,
πλήρωσαν, πληρώνουν, και το σύστημα δεν έγινε κομμουνιστικό το 1974, τότε που
ήταν ανάγκη να γίνει: Όλα κοινά, να μοιραζόμασταν τις ζημιές, να’ ταν και
περήφανοι μερικοί για την ιδεολογία τους που θα γινόταν πράξη! Κι έτσι μετά το ΄74
οι των ελευθέρων λεγομένων περιοχών
πατώθηκαν στη λίρα, ενώ οι πρόσφυγες επαιτούσαν στα διάφορα γραφεία να τους δοθεί
κανένα διαμέρισμα ή οικοπεδάκι. Συζητείται ακόμα ίση κατανομή βαρών, σαράντα
χρόνια μετά την εισβολή! Άρα το πρόβλημα κάποιοι το’ θελαν και το θέλουν άλυτο.
Κι αφήνουν τα πράγματα να οδεύουν μόνα. Ποιος να αναλάβει ευθύνη;
Από την άλλη, οι πρόσφυγες με τη μεγάλη κτηματική περιουσία στα κατεχόμενα
καταφεύγουν στα τουρκικά δικαστήρια και παίρνουν τα εκατομμύριά τους πουλώντας
τη μάνα τους –Γη Μήτηρ- ενώ τα φτωχαδάκια πρόσφυγες θρηνούν τη μοίρα τους... με
τόση κρατική μέριμνα, μακροχρόνια αποδεδειγμένη!
Στη βουλή εκκρεμούν
νομοσχέδια για ξέπλυμα χρήματος. Η κυβέρνηση στήνει καρτέρι να
φορολογήσει τους ξεπουλητές, κι εμείς διερωτώμαστε ποιος ξεπλένει! Ποιος
νομιμοποιεί πράξεις παράνομων
δικαστηρίων και καταθέτει στον κορβανά χρήματα – αίμα αθώο!
Ας κατάσχει το κράτος όλα τα
χρήματα από την πώληση περιουσιών στα κατεχόμενα κι ας μην αρκείται στην
αμαρτωλή φορολόγηση. Ας εμποδίσει πρώτα την καταφυγή πολιτών της στα τουρκικά
δικαστήρια. Ευτυχώς υπάρχουν οι
οδοδείχτες. Ο Διγενής Μόρφου έδωσε το
μάθημα: Δεν ξεπουλούμε την περιουσία μας εκατομμυρίων στα κατεχόμενα, κι ας
κλείσουμε το σωματείο. Η γη ανήκει στους
Έλληνες της Κύπρου που κινδυνεύουν να διαγραφούν από το χάρτη. Και δε θα
υπάρχει κανένας αγρός του κεραμέως να μας θάψουν.
Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012
Το Μελισσοχώρι
Το Μελισσοχώρι
Του Στέλιου Παπαντωνίου
Μετά τη μεγάλη κατραπακιά του 74 είπαμε
οι μελάρηδες της Κύπρου να αρχίσουμε και πάλι τη δουλειά, δυο τρία μελίσσια ο
καθένας μπορούσαμε να’ χουμε. Να συνάγουμε
το μέλι και να το καταθέτουμε στην Τράπεζα Μελιού, άλλος λίγο άλλος πολύ,
οικογένεια είχαμε να θρέψουμε, κάνα κεραμίδι στο κεφάλι να βάλουμε μη
βρεχόμαστε- αν και σπάνιες οι βροχές- να σπουδάσουμε και τα παιδιά, το μόνο σίγουρο
που δεν μπορούν να αρπάξουν οι τουρκάρπαγες.
Δουλειά πάνω στη δουλειά, φουσκάλες στο
πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια απ’ τις μέλισσες, εμείς εκεί, λέμε θα
ξανακαζαντίσουμε τα προς το ζην αναγκαία, ας καταθέτουμε τους καρπούς των
μόχθων μας στις Τράπεζες Μελιού, εκεί μεγάλα βαρέλια, κάποιος έπρεπε να τα
φυλάει, βάλαμε μελαλεπούδες να γλέπουν τις μελόρνιθες, το χέρι τους δεν έβγαζαν
από τα βαρέλια, άλλος- λέει- δανειζόταν χιλιάδες με μηδέν τοις εκατόν κι άλλος έπαιρνε
μπόνους εκατομμύρια γιατί ήταν καλή μελαλεπού, έτρωγε από τις μελόρνιθες και
δεν την έπαιρναν πρέφα πολλοί, παρά μόνο λίγοι και καλοί συνάδελφοί της που δεν
έλεγαν τίποτε, κόρονος κορόνου δε βγάζει μάτι.
Κι ύστερα ήρθε το μελοματιστήριο, κι
είπαν να κερδίσουν οι Τράπεζες Μελιού από τις μελοχές με το τσουβάλι ή το
βαρέλι, και δεν έφτανε που αφάνισαν πολλά μελίσσια και μελοπαραγωγούς, με
τερτίπια που μόνο αυτές ήξεραν, είπαν να βγουν και στη Μαμελλάδα ν’ ανοίξουν κι
εκεί υπομάγαζα κι ακόμα να πουλήσουν μαρμελλάδα
και στο εκεί μελοματιστήριο σε υψηλές τιμές τις μελοχές του. Είναι τότε που βγήκε
ο αρχιμελαλουπός κι είπε το μεγάλο λόγο πως όποιος πουλήσει μελοχές αυτή την
εποχή θα χάσει, κι ας σπεύσουν όσοι θέλουν να αγοράσουν, τους δανείζουμε μέλι,
ν’ αγοράσουν σε ψηλές τιμές μελοχές, για να μπούμε στην Μαμελλάδα με το κεφάλι
ψηλά, πάνω από πεντέμιση λίρες τη μελοχή. Κι έσπευσαν εδώ κάτι μικροτραπεζάκια κι
αγόρασαν μελοχές με δανεικά από την ίδια την Τράπεζα Μελιού, για να ανεβάσουν
την τιμή, κι έπαθαν άλλη μεγάλη κατραπακιά, κι ύστερα άλλη κι άλλη, μην
ασχολούμαστε με λεπτομέρειες, άσχετοι εμείς με τα βαρέλια.
Σημασία έχει πως στο τέλος οι μελάρηδες της
Κύπρου την πατήσαμε τρεις φορές, μια με την προσφυγιά, χάσαμε το μισό
Μελισσοχώρι, μια με το μελοματιστήριο - να βλέπεις τις γριούλες να αποσύρουν
μέλι για να αγοράσουν μελοχές, για τα παιδιά και τα εγγόνια- και τώρα με τα αναμενόμενα για υπογραφή μελομόνια,
παίζουμε ξεπαίζουμε, υπογράφουμε δεν υπογράφουμε, πάντως «αγωνιζόμαστε σκληρά,
για τον απλό άνθρωπο» κι αλοί του που δοκιμάζει να σπάσει «σκληρό καρύδι»,
μένει φαφούτης, όσο μέλι και καρύδια κι αν καταβροχθίζει.
Κι εκεί που περιμέναμε πως θα μας πλήρωναν
επίδομα μόνο και μόνο γιατί ανεχόμαστε
να ζούμε στο Μελισσοχώρι, θα μας κόψουν από τα επιδόματα, θα μας κόψουν από τους
μισθούς και τις συντάξεις, κι ο κάθε μελάρης θα γνωρίσει από την κόψη την
τρομερή τι σημαίνει μακελάρης.
Προς το παρόν αναμένομεν εις την αυτήν
θέσιν, ελπίζοντας σ’ αντικατάσταση του μουχτάρη του Μελισσοχωριού.
Υπομένουμε κοκορομαχίες, και με
υποτιμημένη νοημοσύνη καρτερούμε τα χειρότερα.
Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012
Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012
Η Τρόικα της Τροίας
Η Τρόικα της Τροίας
Του Στέλιου Παπαντωνίου
Όταν κατέβηκε ο Πάρις στο λιμάνι και τράβηξε για το παλάτι του Μενέλαου,
όλοι εντυπωσιάστηκαν με τα αχυρένια του άσπρα μαλλιά, όμοια με Μπρέζνιεφ, ήξεραν
πως ήταν μπλεγμένος με την Αλισαβού του, απ’ το χωριό ο έρωτας, όταν έβοσκε κι αυτός
γίδια στα χωράφια του Ακώμου, κοντά στο Σκάμανδρο, μα τώρα τον φιλοξενούσαν όπως
φιλοξενούν όλους τους επιβήτορες των θρόνων και των θώκων. Φιλοξενούμενος κι αυτός
για μια πενταετία, όλοι, ξένοι και δικοί, τον προόριζαν για βραβείο Νόμπελ
ειρήνης, είχε κι ένα άλλο φιλαράκι, πολύ τουρκάκι, μαζί θα το μοιράζονταν, η
ιδεολογία θα νικούσε, γιατί θα έλυναν το μεγάλο πρόβλημα της πατρίδας τους, ανάμεσα
σε δυο καφέδες αυτή τη φορά, γιατί τις άλλες τα’ λυναν με ένα και μόνο.
Κανένας
δεν του’ πε πως ήταν ανέτοιμος, κανένας δεν του βρόντηξε πως δεν κάνει για τη
δουλειά, αυτός και το κόμμα του νόμιζαν πως ενηλικιώθηκαν και πως ήγγικεν η ώρα
να αναλάβουν μόνοι τη διακυβέρνηση, έστω κι αν προηγουμένως διέδιδαν πως ο περί
προστασίας φιλοξενουμένων νόμος απαγόρευε να ανέλθει στην εξουσία αριστερόχειρ,
μα τώρα βρέθηκαν πολλοί να τον στηρίζουν. Όλοι φταίνε, όλοι τον εγκατέλειψαν,
μα οι μπίλιες μπίλιες.
Μπαίνει λοιπόν στο παλάτι, βρίσκει άφθονους τους θησαυρούς που είχε αφήσει
ο Μενέλαος, Θεός σχωρέσ’ τον, κι αρχίζει
να σκορπά τήδε κακείσε, οι συνταξιούχοι που δεν τα χρειάζονταν διερωτιούνταν
γιατί τους τα δίνει, μα αφού δεν ήταν δικά του κι είχε να επιδείξει τι σημαίνει
λαϊκός ηγέτης και λαϊκή κυβέρνηση,
μοίραζε αβέρτα, άλλα σε πολιτικούς λεγόμενους πρόσφυγες κι άλλα σε κομματικά
όργανα, μέσω τραπεζών, με διάφορες διαγραφές, πού τα’ μαθε, κανείς δεν ξέρει
ακριβώς, ίσως όταν διέτριβε διδακτορικώς εις την ξένην και πολύ δική του.
Όταν μυρίστηκαν οι καημένοι οι Σπαρτιάτες πως το ταμείον είναι μείον,
άρχισαν να αναζητούν υπεύθυνο, τον επί του τραπεζικού συστήματος, τον
προηγούμενο φιλοξενούμενο, άλλους πολλούς και διάφορους εκ της ημεδαπής ή της παγκόσμιας
ανοικονόμητης κρίσης, ενώ ο Πάρις προσπαθούσε να τη βολέψει με δανεικά από την
ξένην και τέως πολύ δική του, γιατί κι εκεί τα πράματα άλλαξαν, οι χαντοί στον
κόσμο λιγόστευαν κι ανέτρεψαν το πολίτευμα.
Κι αφού είδαν κι απόειδαν οι Σπαρτιάτες, αποφάσισαν να απευθυνθούν στην
Τρωικανή Δημοκρατία της Τροίας, ίσως τους δανείσει τα όσα ο Πάρις κατεσπατάλησε
ως άλλος άσωτος υιός διάγων τον βίον και τα λοιπά και τα λοιπά. Κι οι Τρωικανοί
είχαν έναν αυστηρότατο στα οικονομικά, μόνο στα άρμα του μετακινούνταν, τον
ξακουστό Έκτορα, και τη σύζυγό του κυρία
Ανδρομάχη, με τον ίδιο χιτώνα σ’ όλες της τις εμφανίσεις, δείγμα οικονομικής
περισυλλογής.
Κι οι Τρωικανοί άρχισαν τις διαπραγματεύσεις, ενώ ο Πάρις κυκλοφορούσε
ανενόχλητος στα σαλόνια, στα πανεπιστήμια, στις τιμητικές γι’ αυτόν
συγκεντρώσεις του κόμματος, δέχονταν εδώ βραβεύσεις κι εκεί επιτιμητικά
δοκτοράτα, ποιος ξέρει ποιος δάκτυλος τα κανόνιζε εις δόξαν των αχάπαρων.
Στο μεταξύ άλλοι μνηστήρες της Ελένης άρχισαν να περικυκλώνουν το παλάτι,
κι όλοι έκαναν δηλώσεις, περιτυλιγμένες με κρέμα καραμελλέ. Κι όλοι μιλούσαν
για τους Τρωικανούς και τα δάνεια, αφού χωρίς αυτά η ζωή πια στη Σπάρτη δεν
κυλούσε. Κι όμως είχαν τόσα προβλήματα, τους εχθρούς μέσα στα τείχη, το δούρειο
ίππο, καταλήψεις πόλεων και χωριών, κοινωνικά προβλήματα θεριά, όλη όμως η
φαιδρά των ουσία αφιερωνόταν στο δάνειο, πώς να αποπληρωθεί, ποιους όρους θα
επέβαλλε η Τροία στην κατακλεμμένη Σπάρτη.
Μόνο κάποιοι γέροντες συμβούλευαν: υπομονή. Κι αν δεν μπορείτε να κάμετε τη
ζωή σας όπως θέλετε, τουλάχιστο μην την εξευτελίζετε, πιπιλίζοντας ολημέρα
ανέκδοτα τρωικά. Αρχίστε τη δουλειά, όπως την μάθατε μετά το 74. Τρεις δουλειές
ο καθένας, γιατί στη Σπάρτη δε βλέπουμε πια κανένα σπαρτιάτη να εργάζεται, όλοι
έγιναν μάστροι. Κι όμως οι είλωτες δεν είναι πάντα η καλύτερη λύση.
Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012
Για το ποιητικό έργο του Αντώνη Πιλλά 2.
Για το ποιητικό έργο του Αντώνη
Πιλλά
του Στέλιου Παπαντωνίου
Αν δεν υπήρχαν οι ελάσσονες
ποιητές, δεν θα υπήρχαν οι μείζονες. Αν δεν υπήρχαν οι αοιδοί και οι ραψωδοί,
δε θα υπήρχε ο Όμηρος. Αν δεν υπήρχαν τα δημοτικά μας τραγούδια, δε θα ΄βρισκε
βάση να ανυψωθεί ο Σολωμός.
Ο Αντώνης Πιλλάς με το έργο του μας
βυθίζει στις ρίζες της ποίησής μας. Ως αοιδός εμπνέεται από τους ήρωες της
πατρίδας και της θρησκείας μας, χειρίζεται τον παλαιό δεκαπεντασύλλαβο και μας
διχτυώνει με νεότερους μεγάλους, το Σολωμό, το Ρίτσο. Η ποίησή του οδοιπορεί
την αιματηράν, για να ενωθεί με τον Θεό κι ο άρρητος και άρρηκτος δεσμός του
έργου του με τα πνευματικά δημιουργήματα της θρησκείας μας φανερώνουν τη γνήσια
και βαθιά του πίστη. Ο ανθρώπινος λόγος στην προσπάθειά του να συλλάβει τον Θείο
Λόγο δημιουργεί έργα πνεύματος, άρα όλο το φανέρωμα των ανθρωπίνων λόγων στην
προσπάθεια σύζευξής τους με το Θείο δεν είναι παρά πνευματικά χνάρια του
ανθρώπου στο χώρο και στο χρόνο, είτε επιτυχημένα είτε αποτυχημένα, πάντως
εργώδεις προσπάθειες έκφρασης του αρρήτου.
Από αυτή την άποψη δημιουργεί με συνέπεια έργο πνευματικό μέσα
στο οποίο αποτυπώνει- κατά τις ποιητικές του δυνάμεις- τον αγώνα του ανθρώπου
να πλησιάσει με το λόγο, το συναίσθημα, την πίστη και ευαισθησία του το Θεό.
Μελετώντας- το κατά δύναμη- το έργο
του Αντώνη Πιλλά θαυμάζω την επιμονή, υπομονή, συνέπεια, εργατικότητα, το
εξολοκλήρου δόσιμο του ανθρώπου στο δημιούργημά του. Ο αγώνας είναι εμφανής, η προσπάθεια συνεχής. Ο
άνθρωπος θαυμάζει τη φύση, τους συνανθρώπους του, τα παιδιά του, προσλαμβάνει
από τις πλούσιες πηγές των ελληνικών και χριστιανικών γραμμάτων και συντηρεί
την πνευματική του ομοιογένεια και ταυτότητα, όλο απλώνοντας στον ελληνικό και
χριστιανικό μας κόσμο και όλο εμβαθύνοντας σε συλλήψεις θεολογίας και φιλοσοφίας
ως την ενότητα των πάντων, θεμελιώδες πρόβλημα της θεολογίας και φιλοσοφίας, όπως
εμφαίνεται στην ποιητική του συλλογή «΄Ασμα για την Θείαν Ενότητα», 1992.
Όντας ως δάσκαλος κοντά στα παιδιά
αλλά και ως πατέρας, με την ποιητική του γραφίδα κατέλιπε ποιήματα βραβευθέντα
και καταξιωθέντα. Πρόκειται για τη συλλογή «Χαραυγή- Ποιήματα για Μικρά και
Μεγάλα Παιδιά» που βραβεύτηκε από τον Κυπριακό Σύνδεσμο Παιδικού – Νεανικού
Βιβλίου το 1989.
Η επιμονή του στο δεκαπεντασύλλαβο
και τα θεμέλιά του στους μεγάλους ποιητές του νέου ελληνισμού είναι πειστήρια
της γνώσης και καλλιέργειας του ταλέντου του, που πετυχαίνει με μόχθο και
πείσμα προσκολλημένος στη στέρεη παράδοση. Όταν όμως αποφασίσει να εκφραστεί σε
ελεύθερο στίχο, ο αναγνώστης νιώθει πως ελευθερώθηκαν πουλιά μέσα από τα
κλουβιά τους και κελαηδούν, όπως στη
συλλογή «Επιστροφή» 1991. «Ο Ερχόμενος, που ολοένα αναχωρείς, μέσ’ από χρόνια
αγύριστα, μ’ έναν αιώνιο κύκλον από φως/ φθορά και πένθος γύρω απ’ του πλησίον
μου το πρόσωπο, άγρυπνο κι αρρυτίδωτο.» Στο
μεγαλύτερο όμως μέρος του έργου του ακούμε μέτρα του Ερωτόκριτου, της Θυσίας
του Αβραάμ, του Επιτάφιου του Γιάννη Ρίτσου, σε ένα πλούσιο λεξιλόγιο και
εικονοστάσι από τούτα τα γερά αγκωνάρια της νεοελληνικής ποίησης, και με
πολλούς Σολωμικούς απόηχους όπως στη συλλογή «Ποικίλματα, Ιαμβικοί Ρυθμοί» 2005.
Αν ο Αντώνης Πιλλάς ανέβασε τους
αοιδούς στην ενατένιση του Χριστού και της χριστιανικής θεολογίας, αν ανέβασε
τον ποιητάρη στον ποιητή, είναι γιατί θέλησε να παραμείνει πιστός στις γνήσιες
πηγές της νεοελληνικής λογοτεχνίας και με αυτή τη γερή αρματωσιά να ανέβει ως
τη θέα και έκφραση του αρρήτου. Κι η
νοηματική κι η αισθητική ανάλυση του έργου του οδηγούν στο θαυμασμό για τον
ποιητικό αγώνα του ανθρώπου να παλέψει με τα υψηλά και να καταθέσει με ειλικρίνεια
το αποτέλεσμα του μόχθου του.
Για το έργο του «Νεόφυτος
Έγκλειστος- Αγίου και Θαυμαστού Βίου Λυρική Πραγματεία» 1992, του είχα γράψει
τότε «Το αξιόλογο αυτό σύνθεμα, γραμμένο σε στίχο 15σύλλαβο, που θυμίζει
Ερωτόκριτο και δημοτικά μας τραγούδια, με επιτυχημένο όμως διασκελισμό, μας
μεταφέρει σε χρόνους άλλους, όταν οι ποιητές τραγουδούσαν μεγάλα γεγονότα και
κλέα ανδρών και θεών. Ο Αντώνης Πιλλάς τραγουδά με τον τρόπο του το βίο του
αγίου Νεοφύτου, σε γλώσσα στρωτή, πλούσια, ριζωμένη στο παρελθόν μας, με
ομηρικές πολλές φορές παρομοιώσεις και με σικελιανικούς απόηχους στο λεξιλόγιο.
Μια πλούσια γενικά πνευματική παράδοση βρίσκεται συμπυκνωμένη στο έργο αυτό,
που συνεχίζει έτσι αβίαστα το μεγάλο ποτάμι της ελληνικής ποίησης στην πιο
γνήσιά της φλέβα.»
Ο Αντώνης Πιλλάς πιστός στον εαυτό
του έδωσε έργο θαυμαστό.
Πολλά ήδη ποιήματά του κατατάχτηκαν
σε ανθολογίες, επελέγησαν, γιατί μέσα στο έργο του κρύβει και αποκαλύπτει τις
σχέσεις των ανθρώπων, το πρόβλημα της εν κόσμω παρουσίας και απουσίας από τον
κόσμο, της μνήμης και λήθης των ανθρώπων, την πεμπτουσία της φιλοσοφίας και της
ζωής. Σημαντική θέση κατέχει στην Ανθολογία της Εταιρείας Λογοτεχνών Πάφου
«Σύγχρονοι Ποιητές της Πάφου» 1990.
Βυθισμένος στην
ιστορία και παράδοσή μας εμπνεύστηκε από
το μαρτύριο των μοναχών της Καντάρας και ανέπλασε ποιητικά σε δεκαπεντασύλλαβο
την εποχή και την κρατούσα τάξη, προπάντων όμως με σεβασμό και συγκίνηση
αποτύπωσε το μαρτύριο και τη μαρτυρία των ορθοδόξων χριστιανών μοναχών που
θυσιάστηκαν για την αλήθεια της πίστης μας. Το έργο του «Το Μαρτύριο των 13
Μοναχών της Καντάρας» μπορεί να απηχεί την 9η Ιουλίου του Βασίλη
Μιχαηλίδη πολύ απόμακρα και αχνά, μπορεί όμως να σταθεί επάξια δίπλα του στην
Ιστορία της Λογοτεχνίας, γιατί είναι έργο φαντασίας και πνευματικής σύλληψης. Ο
ποιητής έπλασε ένα ολόκληρο κόσμο
ζωντανό, μέσα στο πάθος και την πίστη, ανάμεσα στο μίσος και τη μισαλλοδοξία
του δυτικού Αντρέα και την ακράδαντη και στερεά πέτρα των ορθοδόξων αληθειών
των μαρτύρων μοναχών.
Μέσα στο ίδιο
πνεύμα κινήθηκε και η σύνθεσή του «Φυλακισμένα Μνήματα- Ποιητικό Χρονικό της
Μεγάλης Θυσίας» 1994, στηριγμένη σε ιστορικά γεγονότα και περισσότερες
μαρτυρίες. Εδώ μάλιστα προβαίνει σε μια πειραματική σύνθεση σε πεζό και
ποιητικό λόγο, ελεύθερη δομή και στίχο, με ποικιλία διαλεκτικού λόγου, που
παραπέμπει στους χρονογράφους μας της Φραγκοκρατίας, κι έτσι δένεται ιδεολογικά
και γλωσσικά το μαρτύριο των μοναχών της Καντάρας με τους ήρωές μας του
1955-59, που ενταφιάστηκαν στις Κεντρικές Φυλακές, ιδιαίτερα τους
απαγχονισθέντες.
Ο Αντώνης Πιλλάς
μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί θρησκευτικός ποιητής, γιατί ένα μεγάλο μέρος
του έργου του συνάπτεται με τη θρησκευτική ζωή και πίστη των ορθοδόξων
χριστιανών, μπορεί όμως να θεωρηθεί και ως ποιητής στραμμένος στο επέκεινα, κι
αυτό ίσως να είναι το κυριότερο γνώρισμά του, γιατί σπάνια να βρεθεί ποίημά του
που να μην ανεβάζει στον ουρανό, επί πτερύγων αγγέλων, να μην είναι έκφραση
προσευχής και συνομιλία με τον Κύριο, με την Παναγία, την αγία Τριάδα, ίνα
πάντες έν εσμέν, την ενότητα που οραματίζεται και εκφράζει. Μια συλλογή των
στίχων και εικόνων, που παραπέμπουν κι ανεβάζουν στο επέκεινα θα αποδείξει του
λόγου το αληθές. Ο ποιητής μας είναι ο ταπεινός άνθρωπος που συγκινείται με τα
εν σοφία ποιηθέντα έργα του Θεού, που βρίσκει παρηγοριά στα ξωκλήσια και
μοναστήρια, που νιώθει διαρκώς να τον παρακολουθεί ο άλλος κόσμος, που τον
αίρει από τον παρόντα και τον λυτρώνει. Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν.
Ο Αντώνης Πιλλάς
μας έδωσε πλήθος στίχων δεκαπεντασυλλάβων. Πλήθος των είναι επιτυχημένα χυμένοι στίχοι,
μόνο η χασμωδία σε μερικούς είναι
ενοχλητική. Οι ελεύθεροι στίχοι του, μακριά από τα αναγκαστικά μεθόρια των δεκαπεντασυλλάβων
αφήνουν ανθρώπινη τη φωνή σε διάφορους ρυθμούς να ηχεί πιο κοντά στο σύγχρονο
αίσθημα της στιχοποιίας. Στα ποιήματα χυμένα στα παλαιά μέτρα, οι εικόνες είναι
αναγκαία πλατιές, όπως στο έπος. Στον ελεύθερο στίχο των ποιημάτων του οι αρμοί
των λέξεων είναι πιο επιτυχημένοι, με πρόσθεση πολύπτυχων διαστάσεων των
σημαινομένων μέσω πλουσιότερων εκφραστικών τρόπων, γι’ αυτά όμως θα πρέπει να
γίνει ειδική αναφορά και ειδική μελέτη με παράθεση αντίστοιχων χωρίων από το
πολυσέλιδο έργο του ποιητή.
Πριν κλείσω τη
γενική μου αναφορά στο έργο του δεν μπορώ να μην αναφέρω το ποίημά του «Στην
Κόρη μου», δημοσιευμένο σε χειρόγραφη έκδοσή του στη συλλογή «Εφτά Ποιήματα»
1992 και το 1993 στη συλλογή «Αλάβαστρον Μύρου».
Στην κόρη μου
: Να με θυμάσαι μες στο φως του θέρους/
με τα τυφλά πουλιά
Που θα χτυπούν το
φωτισμένο τζάμι σου΄ Άσε τα λόγια μου και τα τραγούδια μου
Κράτησε τη σιωπή
μου/ -χρυσό ποτάμι από το φως των άστρων,
Χρυσό υφαντό / Για
να σε ντύνει / Μες στους ακόπαστους ανέμους
Και χαμογέλα/ Μες
στη δόξα των πραγμάτων, /Με το βήμα σου αντιγράφοντας
Το πέταγμα των
πουλιών, Σβήσε τα λόγια μου και κράτησε από τη θύμησή μου μόνο
Το έντρομο χάδι
απ’ του Θεού τον ίσκιο.
Και καλημέρισε
βαθιά το φως/ Μέσα στην απουσία μου.
Όλα όσα ως τώρα
αναφέρθηκαν αποτελούν μια πρώτη αντίδραση σ’ ένα έργο που γνώρισα εδώ και
χρόνια να γεννιέται και να αναπτύσσεται.
Πάντα όμως
υπάρχει εκείνο το άληπτο της ποιήσεως που δεν συνελήφθη και δεν εκφράστηκε από
τον αναγνώστη, γιατί απαιτείται εμβάθυνση και σκάψιμο στις μυστικές φλέβες.
Προς το παρόν ας αρκεστούμε στο κατά δύναμιν.
*
Έρχομαι στην
τελευταία συλλογή ποιημάτων του Αντώνη Πιλλά με τίτλο «Σε Κήπο Ξένο», εκδόσεις
του περιοδικού Ακτή, Λευκωσία 2012.
Η συλλογή
περιέχει ποιήματα με βαθύ μύρο χριστιανικής πίστης, προσευχές στο Θεό,
εγχειρήματα σύλληψης των αντιθέτων που χαρακτηρίζουν τον κόσμο και τη ζωή μας,
θύμησες ενός κόσμου που πέρασε με τα χαλασμένα κι ερειπωμένα σπίτια, μένουν στη
μνήμη όμως τυλιγμένα στην αχλύ ευωδιαστής αγάπης, με τους γονιούς, τους
πλεύσαντες τηνπορεία του χρόνου και τώρα ενοίκους του αχρόνου, ποιήματα με τις
ερημικές εκκλησίες και το ήρεμο και ταπεινό των φως που γαληνεύει το διαβάτη,
ποιήματα της χαρμολύπης, της αγάπης δοσμένης με ποικίλα χρώματα, προπάντων μ’
ένα ζεστό χέρι, απλωμένο στον αδελφό, γιο του Θεού επίσης.
Με την ποίησή του
μας ταξιδεύει σε Κήπο Ξένο, που δεν
είναι του κόσμου τούτου, ή είναι, αλλά μόνο γι’ αυτούς που με τις ευαίσθητες
κεραίες τους τον προσλαμβάνουν και αφού τον βίωσαν και τον ζέσταναν στην
ποιητική τους καρδιά τον κωδικοποιούν και μας τον προσφέρουν, βέβαιοι για την
ύπαρξή του, καλώντας κι εμάς να τον ζήσουμε όσο βαθύτερα, με τη βοήθεια των
εικόνων, των μέτρων και ρυθμών, της ευαρμόστου λεξικής πλοκής στα πλαίσια της
ποιητικής δημιουργίας.
Για να αναλύσουμε
τον τίτλο της συλλογής καταφεύγουμε στο ομότιτλο ποίημα.
Σε κήπο ξένο
ηχούν τα βήματά σου/ Σαν λιγοστεύει η μέρα και το βράδυ κατεβαίνει.
-Σμίγουν εκεί για
μια στιγμή/ Η θλίψη κι η χαρά αυτού του κόσμου
Και μόνον η σιωπή
μέσα στα δέντρα ανασαίνει.
-Σε ξένο κήπο
ηχούν τα βήματά σου/ Κι είν’ ο αχός τους κομπολόι αργό
Στου χρόνου και
της ξενιτείας τα χέρια/ Κι όλο καλούν και ζωντανεύουν τη μορφή σου
Πιο τρυφερή και
πιο ωραία, μονάχα/ Μ’ έναν πικρό ανθό της λησμονιάς στα χείλη.
‘Ενα ποίημα που
συλλαμβάνει και εκφράζει το μεταξύ: Ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα, στη ζωή και
το θάνατο, στη χαρά και τη θλίψη, τη μνημοσύνη και τη λησμονιά.
Το ξένο δεν είναι
το οικείο, κι όμως συλλαμβάνεται ως ο άλλος κόσμος που υπάρχει μέσα στη σιωπή
που ηχεί ζώσα. Η διάσταση του χρόνου γέρνει απόμακρη στη δύση της με την πίκρα
των όσων σημαίνει η ξενιτεία. Μέσα σ’ αυτό το μεταξύ προβάλλει η μορφή
αγαπημένου πλάσματος κι αυτή στο μεταξύ των συναισθημάτων, ανάμεσα στην
τρυφερότητα και την πίκρα.
Όπως γράφει στο ποίημα «Αγρύπνια», με χίλια
μάτια η μέρα τον κοιτούσε και τη ζωή αντιμετρούσε ο θάνατος σαν παραστάτης.
Μια σειρά
ποιημάτων στη συλλογή «Σε Κήπο Ξένο» είναι αφιερωμένη σε συγκεκριμένα πρόσωπα,
για παράδειγμα, Στον μοναχό Μωυσή Αγιορείτη, Αναφορά στο Σωφρόνιο Μιχαηλίδη,
Ιερομόναχο , το ποίημα «Ιερή μνήμη» στους γονείς του .
Μια άλλη δέσμη
ποιημάτων εκφράζει την ποιητική συγκίνηση από την επίσκεψη σε χώρους λατρείας,
όπως τα ποιήματα Άγιος Ερμογένης, Σταυροβούνι, Παναγία Σαλαμιώτισσα, Παναγία
Θεοσκέπαστη.
Στον Άγιο
Ερμογένη η παρουσίαση του ιερού κτίσματος παρομοιάζεται με τον τάφο του
Χριστού. Ο υβριστικό περίγυρος από τα ραντάρ των νεοκαισάρων και τα αεροπλάνα
οδηγεί όλο κιαι πιο βαθιά στο χώρο και στο χρόνο τον άγιο Ερμογένη που μελωδεί
και φέγγει στην ερημιά μας. Αυτή η σωτήρια ευλογία των ναϊσκων στο νησί μας
υψώνεται κατακόρυφα στο
Σταυροβούνι,
γιατί «Το πάλαι υψώθηκε εδώ ο Τίμιος Σταυρός τον τόπο να φυλάττει εσαεί- τόπο
ακριβό μέσα στην άκρα του πτωχεία.» Ο ποιητικός λόγος, εκεί που κινδυνεύει να
περιπέσει σε πεζό, διασώζεται από τις αντιθέσεις στο χρόνο και στα νοήματα. «το
πάλαι- εσαεί, ακριβός- πτωχεία, που αποτινάσσουν τη συνήθη έκφραση και ξυπνούν
γωνίες και κώχες εγχόρδων.
Το ποίημα Παναγία
Σαλαμιώτισσα αναφέρω ενδεικτικά
«Και τα τζιτζίκια
μες στο μεσημέρι/ Λαλούνε κυριελέησον ακόπαστα
Ενώ γλυστρούνε
ίσκιοι άγρυπνοι, ιλαροί/ Μέσα στα χρόνια
Δείχνοντας προς
τα βήματα των Αποστόλων/ Που φέραν μια και διαπαντός
Την ευλογίαν
Εκείνου/ Στον ξεχασμένο τόπο αυτόν.
Φιλόξενο της
Παναγίας κονάκι΄ / Τα χελιδόνια διασχίζουνε
Τη φεγγερή σιωπή
καλωσορίζοντάς σε. / Στάσου, διαβάτη, να
ξεκουραστείς,
Ν’ ακούσεις
καθαρά τον χτύπο της καρδιάς σου, / Τη μέσα σου φωνή που αποζητά
Ν’ ανθίσει σε
άγονους καιρούς.»
Οι ανοιχτές
καρδιές συλλαμβάνουν εύκολα τα μηνύματα και συγκινούνται από τη σκηνή, που, ενώ
υμνεί συγκεκριμένο τόπο, μπορεί να γενικευτεί και να μας περιδιαβάσει σ’ όλα τα
ξωκλήσια του ελληνοχριστιανικού μας κόσμου, ενώ χρονικά εξακοντίζει με τους
αγίους αποστόλους δυο χιλιάδες χρόνια πριν, με τη μεγάλη ευλογία που κόμισαν
στον νησί μας. Ο ποιητής ανοίγει τις αγκάλες και απλώνει τα χέρια σ’ όλους τους
οδοιπόρους, καλώντας τους να ξεκουραστούν και προπάντων ν’ ακούσουν τη μέσα
φωνή που ζητά ν’ ανθίσει σε άγονους καιρούς, η ταυτότητα της εποχής μας κι η
εσωτερική απαίτηση του σύγχρονου θρησκεύοντος.
Όσο κι αν η
μοντέρνα ποίηση πέρασε θορυβώδης και αινιγματική, μεγαλειώδης αληθινά ή
ψευδαργύρως πολλοί μοντέρνοι κατόρθωσαν να ξεγελάσουν θεληματικά ή αθέλητα τους
νομοθέτας της Καβαφικής εκείνης πολιτείας, παρόλη λοιπόν την ίσως ακατανόητη
σήμερα επιστροφή σε θέματα και ποίηση παλαιά, ο ποιητής μας συγκινεί με τη
γνησιότητα και αθωότητά του, το
δοκιμασμένο λυρισμό και την επιμονή του να συντηρεί αφτιασίδωτη την ταυτότητά
του, να εισχωρεί στις βαθιές αντινομίες και να τις εκφράζει.
Το ίδιο
ιερό κτίσμα, ως οι εκκλησίες, είναι για τον ποιητή «Το παλιό μας σπίτι» με τους
νεκρούς, τα φωτισμένα από το αιώνιο φως πρόσωπά τους, βήματα κι ακούσματα της
θλίψης μέσα στη σιωπή, του κόσμου που χάνεται και δε χάνεται, γιατί
ανασταίνεται με τον ποιητικό λόγο.
Η ποιητική
συλλογή «Σε Κήπο Ξένο» περιλαμβάνει περί τα εξήντα ποιήματα, με πρώτο το τιτλοφορούμενο
«Αναζήτηση» μια παραίνεση εις εαυτόν «Να βρεις καλή γωνία της προσευχής...» όπου μπορεί να επιτευχθεί η ένωση των πάντων εις
εν, και των πλέον αντιθέτων, εις δόξαν Θεού. Το πρώτο αυτό ποίημα μπορεί να
θεωρηθεί περιληπτικό της θεματικής του ποιητή και της εκφραστικής του δύναμης.
Πάντα με στέρεο σκελετό, απτό και καταληπτό, από όπου αφήνονται οι ριπές του
πνεύματος να εξακοντίσουν στον άλλο κόσμο, του ιερού και μυστικού. Μνήμες
ψαλμών, «Πάχνη και χιών, δρόσοι και υετοί», αναφορά θαυμάτων, «εγείρεται εκ του
τάφου» σοφιλιάζουν και συγκρατούν το δικό του ποιητικό λέγειν σε άρρηκτη δομική
και νοηματική αλλά προπάντων πνευματική ενότητα. Μέσα στο ίδιο κλίμα του ιερού και
μυστικού πνέουν τα ποιήματα «Φόβος»...προσμένω την υπερούσια στιγμή, την Έξοδο
και φόβος με κρατεί.» Μέσα σ’ αυτό το θείο φόβο όμως αισθάνεται να τον αγγίζει
χάδι του Θεού κρυφό. Έτσι πορεύεται ο ποιητής ανάμεσα στις ρύμες και τις αγυιές
των αντιθέτων, πάνω όμως απ’ όλα η θεία χάρη και αγάπη προς το πλάσμα της
καθημερεύει τον τάραχο της ψυχής, έκφραση ποιητική της χαρμολύπης, ως εμφαίνει
και το παρακάτω ποίημα «Στο πένθος»
Ο Ο έρωτάς σου είναι
στο πένθος και γέμει αστερισμών» ή
Βγάνει ανθούς και
κρίνα κάτωθε και πλησίον του Σταυρού.»
Πολλές φορές ο
θρησκεύων άνθρωπος αντιλαμβάνεται ως μόνο σκοπό της ζωής του την ύμνηση του
Θεού. Έτσι κι ο ποιητής στο ποίημα «Ύμνηση» παρακαλεί «Δώσε, το μέτρο της καρδιάς μου να’ ναι η
ύμνησή Σου, η τελεσφόρα αγάπη Σου.»
Το μήνυμα των αλκυόνων στο ποίημα
«Αλκυονίδες»καλεί σε καλήν αδελφοσύνη κτηνών και πετεινών και ανθρώπων πάσης
φυλής και χρώματος και πάσης ηλικίας, μεταθέτοντάς μας έτσι στην προπτωτικήν
ενότητα των πάντων, ο Αδάμ εν των παραδείσω της τρυφής.
Η επαφή με το ποιητικό έργο του Αντώνη Πιλλά
οδηγεί σε μεγάλες αλήθειες φιλοσοφικής χροιάς ιδωμένες και εκφρασμένες μέσα από
το θρησκευτικό και ποιητικό κάτοπτρο, μέσα από μια φύση που λειτουργεί και
δοξολογεί το Δημιουργό της παρωθώντας σε σύλληψη μηνυμάτων υψηλών χριστιανικής
βιοτής.
Μέσα από τα ποιήματά του κατορθώνει κάποτε να
εκφράσει το θαύμα, με τα ποιητικά του
όπλα, το μακρό στίχο σε λικνιστικό ρυθμό, με αλλεπάλληλες αρνήσεις, απόμακρες εικόνες γαλήνης και σιωπής μέσα στο φως,
δεμένες αντιθετικά με την ταπεινότητα, το ύψιστο και το ελάχιστο.
Η κατάθεση ψυχής στη συλλογή Σε
Κήπο Ξένο μυρίζει λιβάνι και σμύρνα, μύρα αλλόκοτα του πνεύματος, οσμήν ευωδίας
πνευματικής, με ακούσματα βημάτων των απόντων, κρούουν άηχα σήμαντρα μες στην
υπερούσια σιγή, τα κυπαρίσια ψιθυρίζουν, βουίζει ο χρόνος στο παλιό σπίτι παλιά
σβησμένα βήματα απόντων.
Ο ποιητής με την έκτη αίσθηση της
σύλληψης των χαμένων στο χρόνο, αναβιώνει το αλύχτημα του σκυλιού, χαμένο μες στις
αυλακιές της μνήμης, τα δέντρα που μιλούν με τη σιωπή, ριζωμένα στο χώμα,
μάρτυρες τετελεσμένων και προσμονή των μελλόντων, τη βουή σαν από θόλο ερημωμένης εκκλησιάς με
υπόκωφους λυγμούς.
Βλέπει τα ορατά και τα αόρατα, οι
γύροι των προσώπων των απόντων διαλυμένοι από μια πανάρχαια βροχή ξυπνούν και
λάμπουν στο χαμένο χρόνο μιαν ανάσταση.
Στην ποίηση, αναχωρούν τα χρώματα
από την όχθη εκεί την αντιπέρα, οι τάφοι γεμίζουν άνθη, η νύχτα λάμπει,
κατεβαίνουν οι σκιές απ’ τα βουνά.
Η αγάπη, η ύψιστη των χριστιανικών
αρετών, βρίσκεται και στην πρώτη γραμμή
της θεματικής του ποιητή μας, η αγάπη ως προσφορά με ποιητική άρση της
υλικότητας των ουσιωδών για τη ζωή, του άρτου και του φωτός και του νερού. Ο
ποιητής μετουσιώνει τα
πράγματα σε ψυχικά, προσφορές από
την ψυχή για την ψυχή, το άσαρκο σαρκούται, γίνεται ορατό, απτό, ακουστό, το
ψωμί γίνεται άρτος αγγέλων, το φως άνθος αμάραντο, το νερό ξεπλένει σκιές από
τα όνειρα.
Η ζωή και ο θάνατος, η μνήμη κι η
λήθη, η ένωση των αντιθέτων συλλαμβάνεται και εκφράζεται ποιητικά, με
φιλοσοφικούς ανασασμούς. Ο φιλοσοφημένος άνθρωπος ξέρει πως στο πέρασμά μας από
τον κόσμο αυτόν ενεδρεύει ο θάνατος, υπακούει όμως στο θέλημα Εκείνου, γενηθήτω
το θέλημά Σου, έτοιμος για την
αναχώρηση, με την πίστη στην ανάσταση που ακυρώνει το θάνατο.
Η ποιητική συλλογή του Αντώνη Πιλλά
«Σε Κήπο Ξένο» μας περιδιαβάζει στον κήπο του παρόντος , του παρελθόντος και
του μέλλοντος. Όχι οπουδήποτε αλλά σε κήπο, σε τόπους ομορφιάς που φέρνουν από
τα πανάρχαια χρόνια σφραγισμένες στον καθένα μας μνήμες, που μας συνοδεύουν στο
παρόν, ενδυναμώνοντάς μας να ακολουθήσουμε υπάκουοι το σε ξένο κήπο μέλλον μας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

