Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Αντώνης Πιλλάς


Για το έργο του Αντώνη Πιλλά
του Στέλιου Παπαντωνίου

Αν δεν υπήρχαν οι ελάσσονες ποιητές, δεν θα υπήρχαν οι μείζονες. Αν δεν υπήρχαν οι αοιδοί και οι ραψωδοί, δε θα υπήρχε ο Όμηρος. Αν δεν υπήρχαν τα δημοτικά μας τραγούδια, δε θα ΄βρισκε βάση να ανυψωθεί ο Σολωμός.
Ο Αντώνης Πιλλάς με το έργο του μας βυθίζει στις ρίζες της ποίησης, ως αοιδός εμπνέεται από τους ήρωες της πατρίδας και της θρησκείας μας, χειρίζεται τον παλαιό δεκαπεντασύλλαβο και μας διχτυώνει με νεότερους μεγάλους, το Σολωμό, το Ρίτσο. Η ποίησή του οδοιπορεί την αιματηράν, για να ενωθεί με τον Θεό κι ο άρρητος και άρρηκτος δεσμός του έργου του με τα πνευματικά δημιουργήματα της θρησκείας μας φανερώνουν τη γνήσια και βαθιά του πίστη. Ο ανθρώπινος λόγος στην προσπάθειά του να συλλάβει τον Θείο Λόγο δημιουργεί έργα πνεύματος, άρα όλο το φανέρωμα των ανθρωπίνων λόγων στην προσπάθεια σύζευξής τους με το Θείο δεν είναι παρά πνευματικά χνάρια του ανθρώπου στο χώρο και στο χρόνο, είτε επιτυχημένα είτε αποτυχημένα, πάντως εργώδεις προσπάθειες έκφρασης του αρρήτου.
Από αυτή την άποψη ο Αντώνης Πιλλάς δημιουργεί με συνέπεια έργο πνευματικό μέσα στο οποίο αποτυπώνει κατά τις ποιητικές του δυνάμεις τον αγώνα του ανθρώπου να πλησιάσει με το λόγο, το συναίσθημα, την πίστη και ευαισθησία του το Θεό, με το βάθος και πλάτος της έννοιας όσο βαθύτερο και πλατύτερο.
Μελετώντας- το κατά δύναμη- το έργο του Αντώνη Πιλλά θαυμάζω την επιμονή, υπομονή, συνέπεια, εργατικότητα, το εξολοκλήρου δόσιμο του ανθρώπου στο δημιούργημά του. Ο  αγώνας είναι εμφανής, η προσπάθεια συνεχής και εν πολλοίς συνεπής. Ο άνθρωπος θαυμάζει τη φύση, τους συνανθρώπους του, τα παιδιά του προπάντων, προσλαμβάνει από τις πλούσιες πηγές των ελληνικών και χριστιανικών γραμμάτων και συντηρεί την πνευματική του ομοιογένεια και ταυτότητα, όλο απλώνοντας στον ελληνικό και χριστιανικό μας κόσμο και όλο εμβαθύνοντας σε συλλήψεις θεολογίας και φιλοσοφίας ως την ενότητα των πάντων, θεμελιώδες πρόβλημα της θεολογίας και φιλοσοφίας.
Όντας ως δάσκαλος κοντά στα παιδιά αλλά και ως πατέρας, με την ποιητική του γραφίδα κατέλιπε σε μικρούς και σε μεγάλους ποιήματα βραβευθέντα και καταξιωθέντα από σώματα της κοινωνίας μας.
Η επιμονή του στο δεκαπεντασύλλαβο και τα θεμέλιά του στους μεγάλους ποιητές του νέου ελληνισμού είναι πειστήρια της γνώσης και καλλιέργειας του ταλέντου του, που πετυχαίνει με μόχθο και πείσμα προσκολλημένος στη στέρεη παράδοση.
Όταν όμως αποφασίσει να εκφραστεί σε ελεύθερο στίχο, ο αναγνώστης νιώθει πως ελευθερώθηκαν πουλιά μέσα από τα κλουβιά τους και κελαηδούν συμφώνως, με παράλληλους χαιρετισμούς σε νεοτερικούς ποιητές, έστω ο Καβάφης.
Στο μεγαλύτερο όμως μέρος του έργου του ακούμε μέτρα του Ερωτόκριτου, της Θυσίας του Αβραάμ, του Επιτάφιου του Γιάννη Ρίτσου, σε ένα πλούσιο λεξιλόγιο και εικονοστάσι από τούτα τα γερά αγκωνάρια της νεοελληνικής ποίησης.
Αν ο Αντώνης Πιλλάς ανέβασε τους αοιδούς στην ενατένιση του Χριστού και της χριστιανικής θεολογίας, αν ανέβασε τον ποιητάρη στον ποιητή, είναι γιατί θέλησε να παραμείνει πιστός στις γνήσιες πηγές της νεοελληνικής λογοτεχνίας και με αυτή τη γερή αρματωσιά να ανέβει ως τη θέα και έκφραση του αρρήτου.
Δε θα προβώ σε αισθητική ανάλυση του έργου του Αντώνη, γιατί ξέρω πως υπάρχουν ευαίσθητες κεραίες που μπορούν να ανιχνεύσουν την ποιητική του, δεν μπορώ όμως παρά να θαυμάσω τον άθλο και ποιητικό αγώνα ενός ανθρώπου να παλέψει με τα υψηλά και να καταθέσει με ειλικρίνεια το αποτέλεσμα του μόχθου του.
Ο Αντώνης Πιλλάς πιστός στον εαυτό του έδωσε έργο θαυμαστό.
Από όλα όμως όσα διάβασα ένα μόνο να έγραφε, το «Στην κόρη μου», θα κατατασσόταν από τους ανθολόγους στους ποιητές, γιατί εκεί μέσα κρύβει και αποκαλύπτει τις σχέσεις των ανθρώπων, το πρόβλημα της εν κόσμω παρουσίας και απουσίας από τον κόσμο, της μνήμης και λήθης των ανθρώπων, την πεμπτουσία της φιλοσοφίας και της ζωής. Για να γραφτεί όμως ένα τέτοιο ποίημα χρειάζεται να χυθούν σε χιλιάδες στίχους τα συναισθήματα και οι πόθοι των ανθρώπων.  
Βυθισμένος στην ιστορία και παράδοσή μας εμπνεύστηκε από το μαρτύριο των μοναχών της Καντάρας και ανέπλασε ποιητικά σε δεκαπεντασύλλαβο την εποχή και την κρατούσα τάξη, προπάντων όμως με σεβασμό και συγκίνηση αποτύπωσε το μαρτύριο και τη μαρτυρία των μοναχών που θυσιάστηκαν για την αλήθεια της πίστης μας.
Το έργο του αυτό μπορεί να απηχεί την 9η Ιουλίου του Βασίλη Μιχαηλίδη πολύ απόμακρα και αχνά, μπορεί όμως να σταθεί επάξια δίπλα του στην Ιστορία της Λογοτεχνίας, γιατί είναι περισσότερο έργο φαντασίας και πνευματικής σύλληψης, αφού  οι ιστορικές πληροφορίες για το γεγονός είναι ελάχιστες, πέντε έξι γραμμές. Ο ποιητής όμως έπλασε ένα ολόκληρο κόσμο ζωντανό, μέσα στο πάθος και στην πίστη, ανάμεσα στο μίσος και τη μισαλλοδοξία του δυτικού Αντρέα και την ακράδαντη και στερεά πέτρα των ορθοδόξων αληθειών των μαρτύρων μοναχών.            
Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η σύνθεσή του «Φυλακισμένα Μνήματα», στηριγμένη σε ιστορικά γεγονότα και περισσότερες μαρτυρίες, εδώ μάλιστα ο Αντώνης Πιλλάς προβαίνει σε μια πειραματική σύνθεση σε πεζό και ποιητικό λόγο, ελεύθερη δομή και στίχο, με ποικιλία διαλεκτικού λόγου, που παραπέμπει στους χρονογράφους μας της Φραγκοκρατίας, κι έτσι δένεται ιδεολογικά και γλωσσικά το μαρτύριο των μοναχών της Καντάρας με τους ήρωές μας του 1955-59, που ενταφιάστηκαν στις Κεντρικές Φυλακές, ιδιαίτερα τους απαγχονισθέντες.
Ο Αντώνης Πιλλάς μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί θρησκευτικός ποιητής, γιατί ένα μεγάλο μέρος του έργου του συνάπτεται με τη θρησκευτική ζωή και πίστη των ορθοδόξων χριστιανών, μπορεί όμως να θεωρηθεί και ως ποιητής στραμμένος στο επέκεινα, κι αυτό ίσως να είναι το κυριότερο γνώρισμά του, γιατί σπάνια να βρεθεί ποίημά του που να μην ανεβάζει στον ουρανό, επί πτερύγων αγγέλων, να μην είναι έκφραση προσευχής και συνομιλία με τον Κύριο, με την Παναγία, την αγία Τριάδα, ίνα πάντες έν εσμέν, την ενότητα που οραματίζεται και εκφράζει. Μια συλλογή των στίχων και εικόνων, που παραπέμπουν κι ανεβάζουν στο επέκεινα θα αποδείξει του λόγου το αληθές. Ο ποιητής μας είναι ο ταπεινός άνθρωπος που συγκινείται με τα εν σοφία ποιηθέντα έργα του Θεού, που βρίσκει παρηγοριά στα ξωκλήσια και μοναστήρια, που νιώθει διαρκώς να τον παρακολουθεί ο άλλος κόσμος, που τον αίρει από τον παρόντα και τον λυτρώνει. Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν.
Όπως προαναφέρθηκε,  ο Αντώνης Πιλλάς μας έδωσε πλήθος στίχων δεκαπεντασυλλάβων με απόηχους της Κρητικής Σχολής, του Σολωμού και του Ρίτσου. Πλήθος των είναι επιτυχημένα χυμένοι στίχοι, μόνο η χασμωδία σε μερικούς  είναι ενοχλητική. Οι ελεύθεροι στίχοι του, μακριά από τα  αναγκαστικά μεθόρια των δεκαπεντασυλλάβων αφήνουν ανθρώπινη τη φωνή σε διάφορους ρυθμούς να ηχεί πιο κοντά στο σύγχρονο αίσθημα της στιχοποιίας. Στα ποιήματα χυμένα στα παλαιά μέτρα, οι εικόνες είναι αναγκαία πλατιές και ξεδιπλώνονται όπως στον Όμηρο και στον Ερωτόκριτο. Στον ελεύθερο στίχο των ποιημάτων του οι αρμοί των λέξεων είναι πιο επιτυχημένοι, με πρόσθεση πολύπτυχων διαστάσεων των σημαινομένων μέσω πλουσιότερων εκφραστικών τρόπων, γι’ αυτά όμως θα πρέπει να γίνει ειδική αναφορά και ειδική μελέτη με παράθεση αντίστοιχων χωρίων από το πολυσέλιδο έργο του ποιητή.
Όλα όσα ως τώρα αναφέρθηκαν αποτελούν μια πρώτη αντίδραση σ’ ένα έργο που γνώρισα εδώ και χρόνια να γεννιέται και να αναπτύσσεται.
Πάντα όμως υπάρχει εκείνο το άληπτο της ποιήσεως που δεν συνελήφθη και δεν εκφράστηκε από τον αναγνώστη του έργου του Αντώνη Πιλλά, γιατί απαιτείται εμβάθυνση και σκάψιμο στις μυστικές φλέβες. Προς το παρόν ας αρκεστούμε στο κατά δύναμιν. 

Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Ο αρχιτσέλιγγας


Ο αρχιτσέλιγγας
του Στέλιου Παπαντωνίου

Είναι κάτι ταινίες τώρα τελευταία στην τηλεόραση πολύ βουκολικές, πολύ του αρνιού, των βοσκών και των βοσκότοπων, ένας μεγάλος κτηνοτρόφος μεταφέρει τα αρνιά του από τον ένα στον άλλο βοσκότοπο, πράσινο πολύ να χορτάσουν ή θέσεις κυβερνητικές ν’ αρμέξουν-αν είναι αρχηγός κόμματος - γιατί ένας είναι ο μεγάλος τσέλιγγας σήμερα στην Κύπρο, ο αρχηγός του ΔΗΚΟ, που αποφασίζει και διατάζει ποιον  θα ψηφίσουμε, όχι να εκλέξουμε, γιατί αυτός εκλέγει για μας πριν από μας, πήρε κι έφερε το ποίμνιο, περιστρέφοντας το χώρο του κέντρου, άνω κάτω τον έκανε, μέχρι διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία τον όρκισε να επιζητεί για λύση του προβλήματος, τον ζάλισε τον κεντρώο με τα τέσσερα ζάλα του, ούτε πεντοζάλη να χόρευε, τόσο που έμειναν πολλοί μ’ ανοιχτό το φαφούτικο στόμα, χάσκοντας, χάσμα μέγα και κατάμαυρο, τι κάνει αυτό το παιδί, από το ένα στο άλλο μαντρί μας περιστρέφει, για ποιμνιοστάσια μόνο μιλά και για αλόγατα, έτσι τα καταλαβαίνει τα  πολιτικά, κτηνοτροφία ένα πράμα, αυτή είναι γι’ αυτόν η δημοκρατία, η του αρχιτσέλιγγα αρχή, και δεύτερος άντρας σ’ αυτή τη νήσο δεν υπάρχει, μας τους πάτησε το τρένο κι από κείνους που περιμέναμε… χάθηκαν αύτανδροι.

Αποφάσισε λοιπόν ο ένας και μόνος καουμπόυς, ο αιπόλος και βουκόλος,  ποιος θα είναι ο επόμενος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τα αρνιά, τα κριάρια, τα  βόδια, όλα τα χοιροειδή,  το θεωρεί βέβαιο πως θα ακολουθήσουν το πρόσταγμα του μεγάλου αρχιποίμενα-  πώς καταντήσαμε λοχία, να μας κοροϊδεύουν μέρα μεσημέρι-  σκίστε τα πτυχία, τα δοκτοράτα και τα μαστορικά, μη σκέφτεστε, έλεγαν πάντα οι μεγάλοι ηγέτες, εγώ σκέφτομαι για σάς, κι αϊ γονατίστε μπροστά στην πολιτική ιδιοφυία του αιώνα, «αυτός έφα», αντίρρηση δεν νοείται, αν ανοίξετε στόμα, θ’ ακούσετε μακαρονάδες,  να πνιγείτε στην τραχανόσουπα.  «Άνδρα μοι έννεπε μούσα πολύτροπον», γιατί πιο πολύτροπος από το Μάριο κανείς, μας παίρνει στη βρύση κι άποτους μας φέρνει, όπως με τους μεγάλους κύκλους των συνομιλιών του τέως  κεντρώου λεγόμενου και νυν σβησμένου χώρου, ελέω μεγάλου ποιμνιοτρόφου, που μάλιστα απειλεί πως και τα δυο συμπαθητικά κουταβάκια του  κεντρώου  εκεί θα καταλήξουν, Αναστασιάδη μεριά, αφού αυτός ηγείται του μεσοκέρατος, ως έχων το μεγαλύτερο των μικρών-  όποιο μυρμήγκι  ο Θεός θέλει να τιμωρήσει, του δίνει φτερά.

Η αριστερά, σου λέει ο αρχιτσόμπανος, χαμένη από χέρι, χειρότερη χοίρου η διακυβέρνησή της, θα μείνει στην ιστορία μας κατάμαυρη, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, άσχετο αν μαζί τα’ τρωγαν τόσον καιρό, κατά που λέει κι ο γνωστός μας, τώρα έγιναν οι τιμητές κι οι δημόσιοι κατήγοροι, αφού το ποίμνιό μας ερεθίζεται δερματικά στο άκουσμα της αριστεράς, ας το παίξουμε δεξιά, καιρό έχουμε να δείξουμε και το δεξί μας προγούλι, κι από κει κερδισμένοι θα βγούμε, κόμμα εξουσίας που είμαστε, κοινώς λεγόμενα τσιβίκια  ή κολαούζοι.

Καλείται λοιπόν από τον αρχιβλαχοτσόμπανο του ΔΗΚΟ ο κυπριακός ελληνισμός να ψηφίσει τον άνθρωπο που έλεγε «Ναι», την ώρα που η πλειονότητα έλεγε «Όχι» στο δημοψήφισμα, τον άνθρωπο που έσπευσε να συναντήσει τον Ερτογάν να του υποβάλει τα σέβη του, τον άνθρωπο που κατάγγελλε διεθνώς τον μακαριστό Τάσσο Παπαδόπουλο για τη σθεναρή κι αντρίκεια στάση του έναντι του μέλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του κυπριακού ελληνισμού, τον άνθρωπο που είπε σε τελευταία ανάλυση «ναι» στη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας- και όχι μόνο-  και που οραματίζεται αύριο να ορκίζεται πίστη στο σύνταγμα και διαφύλαξη της εδαφικής ακεραιότητάς της. Θεός φυλάξοι! Ο αρχιτσέλιγγας στο μεταξύ αναφωνεί: Όσοι αμνοερίφια προσέλθετε! Ουδείς κίνδυνος από τους επικίνδυνους, προπάντων τώρα που είναι  δύο!

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Συντάγματος το ανάγνωσμα


Συντάγματος το ανάγνωσμα
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Πολύ μου αρέσει να διαβάζω το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας - χαρά στην όρεξή μου-  γιατί μου ξεκαθαρίζει πως το κράτος μας αποτελείται από δυο κοινότητες και  όχι από δύο λαούς. Αν αποδεχτούμε πως αποτελείται από λαούς, ο κάθες λαός δικαιούται να έχει το κράτος του, η κοινότητα  όμως όχι. Γι’ αυτό και ο όρος λαός από μόνος του οδηγεί στα δύο κράτη στην Κύπρο, επιθυμία και σκοπός των Τούρκων, όχι όμως των Ελλήνων  του νησιού. Εμείς είμαστε ολιγαρκείς, μας φτάνει κι η κοινότητα, γιατί όποτε αναθάρρησαν μερικοί μερικοί και ξεπετάχτηκαν να μας κάνουν λαό, μας ανακάτωναν  την Ιστορία με τις κομματικές τους τοποθετήσεις, τη διάλεκτο με τη γλώσσα κι όλη η συνείδησή μας έπασχε σούπα αυγολέμονο κομμένη.

Πολύ μου αρέσει να ξαναδιαβάζω σα μυθιστόρημα συγκινητικό -τι είχαμε, τι χάνουμε- το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας,  γιατί κατοχυρώνει τα δικαιώματα του κάθε πολίτη. Ονειρεμένα δικαιώματα, να  διακινούμαι ελεύθερα στην επικράτεια, να εγκαθίσταμαι όπου θέλω, με το άσυλο  της οικίας μου απαραβίαστο, κι όχι να ζητά ο τουρκοκύπριος που κάθεται στο σπίτι μου στη Μόρφου να του αναλύσουν οι δικοί μου τα νοήματα των ζωγραφικών πινάκων μου που έχει ιδιοποιηθεί. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το Σύνταγμα, γιατί με τις προσπάθειες για λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας  τα δικαιώματα αυτά εξανεμίζονται και εξαρτώνται από τη θέληση του ενός των δύο συνιστώντων   κρατιδίων, αν θα εφαρμοστούν, πού και πότε θα ισχύουν και ποιος έχει εμπιστοσύνη στα... συνιστώντα κρατίδια.
 Πολύ μου αρέσει να διαβάζω τη Συνθήκη Εγγυήσεως - σοβαρό ανάγνωσμα -  γιατί καθόριζε πως,  αν κάποια εγγυήτρια δύναμη επενέβαινε μόνη, ο σκοπός της θα ήταν μόνο για να επαναφέρει την κατάσταση  όπως  είχε συμφωνηθεί με το Σύνταγμα. Και ποια εγγυήτρια  δεν επενέβη, ένας ένας μη σκουντιέστε, ο καθένας με τη δέουσα σειρά.
Πολύ μου αρέσει να εμβαθύνω στη Συνθήκη Συμμαχίας, όχι πως το’ χει ανάγκη,   γιατί καθόριζε καθαρά πως τα υψηλα συμβαλλόμενα μέρη, Ελλάδα -Κύπρος  -  Τουρκία,αναλαμβάνουν  την υποχρέωση  να αντισταθούν ενάντια σε κάθε άμεση ή έμμεση επίθεση κατά της ανεξαρτησίας ή της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν είναι να επέμβη κράτος που εγγυήθηκε την ανεξαρτησία μας, θα το πράξει μόνο για να επαναφέρει την τάξη,  το σύνταγμα, τους εκλελεγμένους ηγέτες, και να μη διαταραχθούν τα συμφωνημένα. Η Τουρκία επενέβη βαρβαρικώ τω τρόπω, ως σύνηθες,  και στο τέλος εφάρμοσε και συνεχίζει με τα άκρως αντίθετα αυτών για τα οποία επενέβη-  καταραμένη σταλαμή και αφορμή!
Θλιβερό να διαβάζει κανείς- καλοκαίρι καιρό- το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ιδιαίτερα ύστερα από τη δήλωση της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση πως  επιδιώκει «λύση οποιασδήποτε μορφής, νοουμένου ότι βασίζεται στην εγγενή συστατική εξουσία των ‘δύο λαών’, την πολιτική τους ισότητα και τη συνιδιοκτησία του νησιού».Πού βρήκε τους λαούς και τη συνιδιοκτησία, η μεγάλη χανούμισσα μόνο γνωρίζει κι οι διαβόητοι υπουργοί της.  Όπως λέει κι ο Θουκυδίδης, οι μεγάλοι ξέρουν σιγά σιγά να καταβροχθίζουν τα δικαιώματα των μικρών, αν όμως καταλάβουν πως εν γνώσει τους οι μικροί ανέχονται τους βρόκκους, οι μεγάλοι  γίνονται θρασύτεροι. Αλλά το θράσος της Τουρκίας δεν οριοθετήθηκε ακόμα. Όπερ έδει δείξαι.

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Πώς επιμερίζεται ο πόνος;


Πώς επιμερίζεται ο πόνος;
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Να΄ταν η  Κύπρος μια μεγάλη μάνα, δε θα  ΄χε παρά να κλαίει ολημερίς κι ολονυχτίς για να ξεδιαλύνει τον πενταδάχτυλο πόνο της, που όσο κι αν περνούν τα χρόνια αντί να στρογγυλεύει και να λειαίνεται, περισσότερο ογκώνει κι ακανθώνεται και πυορροεί, μια με την απραξία ή τις συγχυσμένες πράξεις και τις άτσαλες δικαιολογίες των πολιτικών παιδιών της, μια με τις πολιτικές τους που την οδηγούν μέσα από τις στρεβλώσεις τους στον εκτουρκισμό, στη διχοτόμηση και αλλοτρίωση, με τον εποικισμό καρκίνωμα, και την Τουρκιά παγκόσμια ύβρη. Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει φιλελεύθερη λαλιά, βλέπει τον οχτρό  να γιγαντώνεται και να απειλεί σα φάντασμα την ύπαρξή της, τον πολιτισμό και την ιστορία της, ενώ οι πολιτικοί της ψάχνουν για λόγια πουκάμισα αδειανά.
Ο πόνος της, αν επιμερίζεται, μοιάζει με κεραυνό, που εκεί που χτύπησε έκαψε κι ακόμα καίει, από τον πρόσφυγα που κρατούσε στο χέρι το παιδί και φώναζε μην το ξεχάσουν, ως τη μάνα που είδε μπροστά στα μάτια το βιασμό των θυγατέρων, τον άγριο σκοτωμό του αντρός και των συγγενών. Ο αιχμάλωτος ακόμα στον ύπνο του αναπηδά με τρόμο, ξαναζώντας το μαρτύριο, ο φυλακισμένος αναμετρά τις μέρες και τα βράδυα στο σκοτάδι και το άγριο συρματόπλεγμα,  οι μαυροντυμένες γερασμένες πια στην προσφυγιά και στην ανημπόρια  πεθαίνουν πικραμένες η μια μετά την άλλη μη ξέροντας ακόμα για την τύχη των αγνοούμενων παιδιών τους. Είναι κι εκείνοι που τους δώσαν αντί σάρκα και οστά  των δικών τους, ένα κατάκλειστο κασελάκι, ενθάδε κείται. Πώς επιμερίζεται ο πόνος, όσο κι αν τον ζουν καθημερινά στην Καρπασία;
Και περισσότερο βασανιστικά,ύστερα από τριάντα οχτώ χρόνια, τα αναπάντητα ερωτήματα από όλους και για όλους, την ώρα του  πρόσωπο με πρόσωπο διαλογισμού: Έγιναν ως τώρα όσα έπρεπε να γίνουν; Έκαμε ο καθένας το καθήκον του στο καθορισμένο πόστο του; Πόσες παραλείψεις και λάθη από τον πιο μικρό ως τον ανώτατο άρχοντα; Διότι, για να΄μαστε στη θέση που βρισκόμαστε, μπροστά στα αδιέξοδα και στους γκρεμούς, θα’ χεικι ο καθένας το μερίδιο της ευθύνης, μη ξεχνώντας βέβαια τη μεγάλη εγκληματία πολέμου και ειρήνης, την Τουρκία και τα εγχώρια τσογλάνια της. Πώς όμως εμείς χειριστήκαμε την αδικία, πώς επιμερίσαμε σ’ όλους τους πολίτες τον πόνο και την ανέχεια, την αδικία πώς την ξορκίσαμε με δίκαιες πράξεις, για την πραγματική σωτηρία της πατρίδας πώς αγωνιστήκαμε, μακριά από την πλεκτάνη των συνθημάτων και την προσπάθεια να διασώσουμε την κομματική ακεραιότητα ;
Όσο πληθαίνουν τα χρόνια, πληθαίνουν κι οι κριτές που μας κρίνουν, κι αν αναλογιστούμε τη σημερινή κατάσταση, δε θα’ χουμε εύκολο ύπνο, ούτε και δίκαιο, γιατί δεν αναλαμβάνουμε  την ανάλογη ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις μας, για την ανοχή μας στα τετελεσμένα και στα διαδραματιζόμενα εθνικά απαράδεκτα που βοούν καθημερινά.
Γι’ αυτό χρειάζεται πάλι ν’ ανασκουμπωθούμε, ν’ αναθέσουμε στους επαϊοντες να μελετήσουν, να αναλύσουν και διαγράψουν πορεία με τα νέα δεδομένα, μακριά από ερασιτεχνισμούς, να αντιμετωπίσουμε  κατάματα τον μέγα κίνδυνο και να εργαστούμε με πάθος για τα δίκαια του τόπου και των ανθρώπων του με μόνο γνώμονα τη σωτηρία της πατρίδας. Η πολιτική ας γίνει επιστήμη κι όχι φαιδρή συνθηματολογία.

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Το νερόν πάγει και η άμμος μεινίσκει


Το νερόν πάγει και η άμμος μεινίσκει
Του Στέλιου Παπαντωνίου
Ο Λεόντιος Μαχαιράς στο Χρονικό του της Γλυκείας Χώρας Κύπρου γράφει πως «το νερόν πάγει και η άμμος μεινίσκει, τουτέστιν οι  ξένοι θέλουν πάγει και οι τοπικοί θέλουν μείνειν». Με άλλα λόγια, «η γης δεν έχει κρικέλια, για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν», ως λέει ο Μακρυγιάννης, επαναλαμβάνοντας την πίστη πως  οι ξένοι επιδρομείς επιτίθενται εναντίον μας, κακοποιούν στο άμετρο της κακίας τους τον τόπο και τους ανθρώπους, κάποτε όμως  επιτρέφουν στα χειμαδιά τους αφήνοντας τους γηγενείς κουρνιασμένους στη γωνιά τους, ώσπου ν’ αναθαρρέψουν. Τέτοια η μοίρα τόπων όπως η Ελλάδα κι η Κύπρος.
Η παρατήρηση του Μαχαιρά δεν ήταν προϊόν τύχης, αλλά επιβεβαιώθηκε στην Ιστορία του τόπου μας, που εγκαυστικά χαράχτηκε από εχθρούς και επιθέσεις, κατακτήσεις και αιμοσταγείς τυράννους. Δυστυχώς όμως με την Τουρκία δε συνέβη ούτε συμβαίνει τούτο, σε σημείο που να θεωρούνται από μερικούς οι Τούρκοι μέτοχοι εξίσου της κυριότητας του νησιού, του πολιτισμού του και της Ιστορίας του, άσχετο αν εμφανίστηκε η  φάρα τους στην Κύπρο από το 1571. Την κατάκτηση της Κύπρου από τους Λουζινιανούς και τους Βενετούς ακολούθησε η τουρκοκρατία κι η αγγλοκρατία, οι Άγγλοι επανέρχονται, θυμούμενοι το βασιλιά τους Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο που κατέλαβε την Κύπρο το 1191 και την πούλησε. Από το 1878 οι Άγγλοι παραμένουν στο νησί με τις στρατιωτικές βάσεις, το Κούριο και τα πρόσφατα παρεπόμενα, με την επιμονή τους να πρωταγωνιστούν  και να βρίσκονται διαρκώς στο προσκήνιο καθορίζοντας το κυπριακό και τη λύση του, ενώ οι Τούρκοι από το 1571, ιδιαίτερα  όμως από την εισβολή του 1974, όχι μόνο δεν εγκαταλείπουν τον τόπο αλλά ριζώνουν καταστρέφοντας και αλλοιώνοντας τη φυσιογνωμία του, με αποτέλεσμα το νερό να μένει, ενώ το  βόρειο μέρος της άμμου κινδυνεύει να τουρκοποιηθεί, και μάλιστα τώρα, όχι μόνο λόγω των τουρκικών στρατευμάτων αλλά και λόγω των δικών μας προδοτικών ενεργειών. Γιατί τι άλλο είναι η καταφυγή στα τουρκικά δικαστήρια και το ξεπούλημα της γης μας στους Τούρκους; Το ερώτημα όμως είναι γιατί να γίνεται αυτό και μάλιστα με ανοχή και συμβολή της ίδιας της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας!
Το σύνταγμά μας κατοχυρώνει λεπτομερώς τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και απαγορεύει πράξεις που οδηγούν στην αλλοτρίωση του τόπου και στη μείωση της κυριαρχίας του κράτους μας. Με την προσφυγή Ελλήνων Κυπρίων στα τουρκικά δικαστήρια το κράτος απέφυγε να ασχοληθεί επισταμένως, αντίθετα μάλιστα άφησε πολλά παράθυρα και πόρτες ανοιχτές, που οδηγούν στη λύση του κυπριακού και του περιουσιακού με τους όρους της Τουρκίας, σε τέτοιο βαθμό που μερικές φορές νομίζει κανείς πως και η κυβέρνηση επιθυμεί την τέτοια λύση, συνυφασμένη με τη λατρεία της για διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία.
Κι ενώ θα απαιτούσε κανείς να προστατεύει η ίδια η κυβέρνηση του τόπου την εδαφική του ακεραιότητα, με τις πράξεις της επιβεβαιώνει το αντίθετο, πως επιθυμεί τη διχοτόμηση της Κύπρου και συμβάλλει με κάθε τρόπο, θεμιτό και αθέμιτο, στο ξεπούλημά του. Για το οποίο βέβαια βρίσκει δικαιολογίες πολλές.
Όμως η άμμος έτσι τουρκοποιείται και το νερό μεινίσκει, οι Τούρκοι ριζώνουν όλο και περισσότερο ως τοπικοί, ενώ οι τοπικοί πεθαίνουν πρόσφυγες στην πατρίδα τους, μακριά από τα χώματά τους. Τι θα κάμει όμως κανείς τα εκατομμύρια που παίρνει πουλώντας τη μάνα γη ή την πατρίδα του, την ώρα που έχει χάσει την ψυχή του κι έχει μαυροπινακιστεί στις συνειδήσεις των συμπατριωτών του;  

Ακρίδες εσωτερικού και εξωτερικού


Ακρίδες εσωτερικού και εξωτερικού
Του Στέλιου Παπαντωνίου
Με τις ακρίδες, τον καιρό της τουρκοκρατίας, την πάθαμε: Νομίζαμε πως αν τις σκοτώναμε πολλαπλασιάζονταν, κι έτσι τις αφήναμε σμήνη, κανένα φυτό δε γλίτωνε. Τρέχαμε στις εκκλησιές και στα μοναστήρια, περιμέναμε την κάρα του αγίου από το άγιον Όρος, δεν την έστελναν, φοβόντουσαν μην πάθει καμιά βλάβη, απαιτούσαν να πάει ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος να τη φέρει, να εγγυηθεί την ασφάλειά της, κι ύστερα ήταν οι λοιμοί κι οι λιμοί κι οι Τούρκοι που ζητούσαν πουγγιά τη φορολογία, και δεν χόρταιναν ποτέ οι διοικητές, μια με τη βία μια με τις απειλές και την κακία τους, μας έμειναν αιμάτινα στην Ιστορία μας γραμμένα τα αγριωπά ονόματά τους. Έτσι και χειρότερα περνούσαν οι δικοί μας επί τουρκοκρατίας, άλλοι ξενιτεύονταν, άλλοι γονάτιζαν με διάφορους τρόπους.
Κι ύστερα ήλθαν οι Άγγλοι με τις φρούδες ελπίδες μας κι εκεί που πήραμε τ’ απάνω μας με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και την ανεξαρτησία, ήλθαν τα σχέδια του Νιχάτ Ερίμ, κι η τουρκοκυπριακή ανταρσία κι αργότερα η διχόνοια, το πραξικόπημα κι η εισβολή, ακρίδα των ακρίδων, λιμός, λοιμός και καταποτισμός.
Τις ακρίδες,  μάς έμεινε ο φόβος, δεν τις σκοτώναμε. Τις αφήναμε να ζουν μαζί μας, σαν χρηματιστήριο, σαν τράπεζες που μεγαλοπιάνονταν με τα πελώρια μέγαρά τους  και μας έσφιγγαν το λαιμό παίζοντας με τα χρήματά μας,  άλλες ακρίδες πολιτικές σαν αδέξιοι κυβερνήτες ή βουλευτές ή υπουργοί  ή πρόεδροι, άλλες σαν κατακομματιασμένα κόμματα ή σαν καταραμένη έκρηξη στο Μαρί, να σκοτώνει νεανικά όνειρα και λεβεντόπαιδα λαμπάδες, όλες αυτές εσωτερικές ακρίδες καθημερινά πολλαπλασιαζόμενες.
Κι ήρθε τώρα η άλλη, στους νεοφώτιστους εμάς, όχι στις παλιοκαραβάνες τους αδελφούς ελλαδίτες, εξωτερική ακρίδα, άλλοι τη λεν τρόικα κι άλλοι την περιμένουν ως μνημόνιο, άλλοι την ξορκίζουν κι άλλοι μας κανακεύουν μην τη φοβόμαστε, δεν είναι η μορμώ δεν είναι κουλλάς. Σημασία έχει στο τέλος  πως δε σκοτώνουμε τις ακρίδες στην ώρα τους, νομίζουμε πως αν τις σκοτώσουμε θα πολλαπλασιαστούν και την παθαίνουμε, αφού δεν κόβουμε το κακό στη ρίζα του. Ίσως ν’ ανήκει κι αυτό στην ιδιοπροσωπία μας, να επιβιώνει ο ελληνισμός της Κύπρου ερήμην των ελληνοκυπρίων!
Και καλά τον καιρό της τουρκοκρατίας! Σήμερα με τόσα πτυχία και μάστερ και δοκτοράτα και πανεπιστήμια, με τον ίδιο τρόπο σκεφτόμαστε;

Στον αστερισμό της Ευρώπης


Στον αστερισμό της Ευρώπης
Του Στέλιου Παπαντωνίου
Με  οικονομικά θέματα πολλοί δε θα θέλαμε να ασχοληθούμε γιατί δε νογούμε, δεν είμαστε  ειδικοί, δεν είναι της ιδιοσυγκρασίας μας. Γι’ αυτό, τώρα που άλλοι  θα γίνουν ειδήμονες περί τη χρηματοπιστωτική πολιτική, τα ομόλογα, τα μνημόνια και τα μνημόσυνα της κυπριακής οικονομίας, ενώ άλλοι, πολιτικοί αναλυτές λεγόμενοι,   θα κρίνουν και θα βαθμολογούν την κυπριακή προεδρία,  εμείς το καλύτερο που’ χουμε να κάμουμε είναι να μεταφερόμαστε με τα φτερά των ανέμων και του ονείρου σ την παιδική μας ηλικία, στον άγιο Επίκτητο, στο μποστάνι του Σκάρου, εκεί που ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα και μας κρατούσε συντροφιά στους  Βούππους το φεγγάρι τα βράδυα κι ο ρυθμικός ήχος των κυμάτων το εικοσιτετράωρο. Ζηλεύουμε αυτούς που τώρα τα απολαμβάνουν έξω και μακράν κάθε δικαίου και ηθικής,  αποδεικνύουν όμως και πάλι   πως ο εικοστός πρώτος αιώνας συνεχίζει να μοιάζει με τον πρώτο και προ Χριστού και μετά Χριστόν, και πως οι μεγάλες δυνάμεις πάντα το ίδιο συμπεριφέρονται, ενώ  οι μικρές, ανάλογα με τη σμικρότητά τους,  πληρώνουν και τη μικρή ή μεγάλη  στραβομάρα τους, γιατί νόμιζαν πως ήξεραν, νόμιζαν πως μπορούσαν, κι όσο για ευθύνη, όλοι οι άλλοι έφταιγαν εκτός από αυτούς. Ανεύθυνοι μικροί!
Όλα αυτά για τους μικρούς και τους μεγάλους λαούς και δυνάμεις στην Ιστορία  λέγονται παλαιόθεν έως τώρα, μέγας πρώτος ο Θουκυδίδης, γι’ αυτό είναι καιρός να κάτσουμε  να τον ξαναδιαβάσουμε, έστω κι αν τα ελληνικά μας είναι του οκτώ, απροβίβαστοι και πάλι οι μισοί απόφοιτοι λυκείων μας, και πώς να αναγνώσουν και να γνωρίσουν   τα μεγάλα κι αιώνια θέματα κι αλήθειες, την αρχαία σοφία του Αισχύλου με την ύβρη και την τίση, και το χριστιανικό «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται» , την ώρα που συλλαβίζουν στην ανάγνωση .  Όσο για τους έξω παράγοντες και τους άλλους που είναι φταίχτες για όλα, πρώτα ήταν οι προκάτοιχοι κυβερνώντες ύστερα οι ξένες δυνάμεις, ύστερα το σύστημα,  η ελεύθερη αγορά, ο νεοφιλελευθερισμός και άλλοι –ισμοί και η σειρά συνεχίζεται,  όμως  εμείς δε φταίμε.
Στο μεταξύ στην Κερύνεια μας μπαινοβγαίνουν  παράνομα οι τούρκοι και παράνομα οι  ρωμιοί, διαφημίζονται ξενοδοχεία μας και ελκύουν εκνόμους, οι αυστριακοί μαθητές κάνουν τις διακοπές τους, οι βιβλικοί μελετητές βρήκαν αεροδρόμιο στην παρανομία τους και στην υβριστική στάση τους, ενώ οι καζινόπληκτοι αναμένουν από τις εδώ δολοφονίες να εξαχθεί φως, για να φανεί σε ποιον θα ανήκουν μονοπωλιακά τα αγαπημένα τους καζινοπαίγνια.
Η Κύπρος τουλάχιστο μετά το 1974 ουδέποτε βρέθηκε σ’ αυτό το χάλι, πολιτικό, οικονομικό, πνευματικό, κοινωνικό.
Όνειρο οι διακοπές στον άγιο Επίκτητο, σκληρή πραγματικότητα ο μηχανισμός στήριξης, όσο κι αν θέλουμε να τον εξορκίσουμε και να τον ωραιοποιήσουμε. Μόνοι μας δεν μπορούμε στα πόδια μας να στηριχτούμε, λέει ο όρος, γι’ αυτό χρειαζόμαστε όχι ανθρώπινο  χέρι βοήθειας, παρηγοριά και ζεστασιά, αλλά ένα ψυχρό μηχανισμό, ρομπότ βεληνεκούς μεγάλου, ένα μηχανισμό  στήριξης.  Είτε μας αρέσει είτε όχι, δε μας ρωτούν.Εμείς όμως πριν ξεψυχήσουμε έχουμε καθήκον ανεκπλήρωτο, το όνειρο να ξαναγίνει όραμα πολιτικό, να επιστρέψουμε στη γη μας, να ξαναζήσουμε την ενωμένη Κύπρο μας, ελεύθεροι και δικαιωμένοι, κι αυτό δε θέλει ρομποτικούς μηχανισμούς αλλά δύναμη ψυχική και νεολαία γραμματισμένη και μορφωμένη.