Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

2013 έτος ελεύθερης διακίνησης και εγκατάστασης


2013 έτος ελεύθερης διακίνησης και εγκατάστασης
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Διερωτάται κανείς γιατί να γνωρίζουμε μόνο τα απτά και οφθαλμοφανή αρνητικά της Ευρώπης, στα οποία μόνοι μας οδηγηθήκαμε, μνημόνια και λοιπά,  και να μην προβάλλουμε τα θετικά της . Ίσως τούτο να συμφέρει στους κρατούντες, κραταιούς ευρωπαιομάχους.

Το 2013 έχει ανακηρυχθεί από την Ευρώπη έτος του ευρωπαίου πολίτη, με ιδιαίτερη έμφαση στην ελεύθερη διακίνηση και εγκατάσταση. Η ιδιότητα του ευρωπαίου πολίτη δίνεται αυτόματα στον κάθε πολίτη κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για να μην είναι όμως η ιδιότητα θεωρητική και λόγος κενός  περιεχομένου, αποφασίστηκε φέτος να δοθεί έμφαση στην ελεύθερη διακίνηση και εγκατάσταση των ευρωπαίων σε όποια χώρα μέλος, ώστε να λάβει σάρκα και οστά και να αποδειχτεί έμπρακτα η αξία της ιδιότητας του ευρωπαίου πολίτη.

Δυνάμενος ο κάθε ευρωπαίος να διακινηθεί ελεύθερα και να εγκατασταθεί σε χώρα μέλος της Ευρώπης αποδεικνύει πως το να  είναι κανείς πολίτης της Ευρώπης έχει δικαιώματα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Μάλιστα προτρέπονται οι εγκαθιστάμενοι σε άλλες χώρες μέλη να μετέχουν και στην πολιτική ζωή της Ευρώπης λαμβάνοντας μέρος στις ευρωεκλογές και μετέχοντας στην εκλογή τοπικών δημοτικών συμβουλίων και της όλης πολιτικής ζωής της χώρας στην οποία εγκαθίστανται, χωρίς όμως να δικαιούνται να εκλέγουν πολιτικούς άρχοντες.

Στα δικά μας τώρα. Πολύς λόγος γίνεται και πάλι, για το αν ο Μακάριος δέχτηκε ή όχι διζωνική δικοινοτική  ομοσπονδία, συζήτηση μάλλον ιστορικού περιεχομένου και όχι πολιτικού, γιατί είτε δέχτηκε είτε όχι, δεν είναι κανένας υποχρεωμένος χρόνια μετά το θάνατό του να υπερασπίζεται κάτι που σήμερα δεν μπορεί να ισχύει, αφού ως πολίτες της Ευρώπης, έχουμε τα ίδια δικαιώματα που έχουν όλοι οι άλλοι ευρωπαίοι, ως της ελεύθερης διακίνησης και εγκατάστασης και μετοχής στην πολιτική ζωή της Ευρώπης και στα των τοπικών κοινωνιών.

Αν με τον όρο διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία εννοούμε πως απεμπολούμε τα ευρωπαϊκά δικαιώματά μας μέσα στην ίδια τη χώρα μας να διακινούμαστε, εγκαθιστάμεθα, εργαζόμαστε, σπουδάζουμε, μεταφέρουμε τις κοινωνικές μας ασφαλίσεις, έχουμε δικαιώματα στην υγεία, παιδεία και κοινωνική ζωή, τότε ναι, η διζωνική ομοσπονδία δεν γίνεται αποδεκτή, για τον απλούστατο λόγο πως μας μετατρέπει αμέσως σε ευρωπαίους πολίτες δευτέρας τάξεως. Μόνο λοιπόν με την κατοχύρωση των δικαιωμάτων μας ως ευρωπαίων πολιτών μπορούμε να συζητούμε ομοσπονδία, όπως κι αν ονομάζεται, ειδ’ άλλως ό, τι επιτεύχθηκε με την ένταξή μας στην Ευρώπη μηδενίζεται, πράγμα που επιδιώκει ο δολερός κύριος Μπαγίς, όχι όμως εμείς.

Αδυνατούμε να κατανοήσουμε την ύπαρξη και κατοχύρωση δικαιωμάτων τόσων εκατομμυρίων ευρωπαίων (για να μην ξεχνάμε πως ακόμα και τούρκων πολιτών σπεύσαμε να αποδεχτούμε τα δικαιώματα πριν γίνουν μέλη της ΕΕ) και την απόρριψη των δικών μας δικαιωμάτων. Ή κατοχυρώνονται όλων τα δικαιώματα ή η Ευρώπη μετατρέπεται σε ενότητα ελευθέρων και δουλοπαροίκων, ως θα είμαστε εμείς, αν δεχτούμε διαγραφή των δικαιωμάτων μας.

Η υποχωρητικότητα, ο ενδοτισμός, η δουλικότητα, η ηττοπάθεια έχουν και πρέπει να έχουν όρια την επιβίωσή μας ως Ελλήνων της Κύπρου. Και τις κόκκινες γραμμές φαίνεται να τις περάσαμε από καιρό, μόνο που δεν τις αντιλαμβάνονται οι κυβερνώντες, που μας οδήγησαν στον γκρεμό του σήμερα.

Τάχ΄ αύριον έσσεται άμεινον. Ας ελπίζουμε όμως πως αύριο όλα θα είναι καλύτερα.

   

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Ο αγρός του κεραμέως


Ο αγρός του κεραμέως
του Στέλιου Παπαντωνίου

Όταν είδε ο Ιούδας πως ο Χριστός καταδικάστηκε, μετάνιωσε κι επέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια στους αρχιερείς και στους πρεσβυτέρους, λέγοντας, ήμαρτον γιατί παρέδωσα αίμα αθώο. Κι αυτοί του είπαν, δεν είναι δική μας δουλειά, δική σου. Κι αυτός πέταξε τα αργύρια στο ναό και πήγε και κρεμάστηκε. Οι αρχιερείς πήραν τα αργύρια κι είπαν, δε μας επιτρέπεται να τα βάλουμε στο ταμείο, γιατί είναι τιμή αίματος. Κι έτσι, έκαμαν συμβούλιο κι αποφάσισαν ν’  αγοράσουν μ’ αυτά τον αγρό του κεραμέως, για να θάβουν εκεί τους ξένους.

Η κυβέρνηση σχεδιάζει να φορολογεί όσα χρήματα πληρώθηκαν σε ελληνοκύπριους από την Τουρκία για εξαγορά των κατεχόμενων περιουσιών τους. Και θα  προσθέτει τα χρήματα αυτά στο δημόσιο ταμείο, άσχετα αν προήλθαν από την πώληση μέρους της πατρίδας στον εχθρό.

Το πρόβλημα δεν είναι αν θα φορολογηθούν. Το καυτό κι αναπάντητο ερώτημα είναι γιατί να μην έχουν εμποδιστεί πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας να πουλούν την περιουσία τους στους Τούρκους- εκτός κι αν συμφέρει στους επίδοξους λύτες του κυπριακού δεσμού. Δεν το ομολογούν, αλλά διαφαίνεται.
 Ήδη η Τουρκία έχει χαρτογραφήσει όλες τις περιουσίες, έχει κατατάξει τους ιδιοκτήτες σε κατηγορίες και παίζει σαν τη γάτα με το ποντίκι αγοράζοντας ελληνοκυπριακές περιουσίες, ενώ η αδύνατη πλευρά  παρακολουθούμε πικραμένοι, υποψιασμένοι, γερασμένοι, διαμαρτυρόμενοι και μη ακουόμενοι.

Κι ενώ δυο χιλιάδες χρόνια πριν οι άνθρωποι αρνούνταν  να καταθέσουν χρήματα προδοσίας ή αίματος στα ταμεία της πολιτείας ή του ναού, εμείς σήμερα ψάχνουμε για δικαιολογίες. Τότε πήγαιναν και κρεμάζονταν ή συσκέφτονταν πώς να απαλλαγούν από τέτοια λεφτά, γιατί τους βάραιναν. Σήμερα, αν δεν βρούμε εμείς δικαιολογίες, βρίσκουν οι δικηγόροι μας, πολλοί των οποίων έχουν ήδη τους κράχτες τους στα κτηματολόγια, πλησιάζουν τα θύματα, δίνουν την κάρτα του δικηγόρου, «αν τον χρειαστείς, αν μετάνιωσες που αρνιέσαι να πουλήσεις την περιουσία σου στα κατεχόμενα...κανένας δεν ξέρει τι επιφυλάσσει η αύριον».

Η βουλή αυτές τις μέρες θυμήθηκε πως έχει καταχωνιασμένη στα συρτάρια της μια μελέτη του Πανεπιστημίου Κύπρου από το 2000 για την ίση κατανομή βαρών. Οι πρόσφυγες υπέστησαν, πλήρωσαν, πληρώνουν, και το σύστημα δεν έγινε κομμουνιστικό το 1974, τότε που ήταν ανάγκη να γίνει: Όλα κοινά, να μοιραζόμασταν τις ζημιές, να’ ταν και περήφανοι μερικοί για την ιδεολογία τους που θα γινόταν πράξη! Κι έτσι μετά το ΄74 οι  των ελευθέρων λεγομένων περιοχών πατώθηκαν στη λίρα, ενώ οι πρόσφυγες επαιτούσαν στα διάφορα γραφεία να τους δοθεί κανένα διαμέρισμα ή οικοπεδάκι. Συζητείται ακόμα ίση κατανομή βαρών, σαράντα χρόνια μετά την εισβολή! Άρα το πρόβλημα κάποιοι το’ θελαν και το θέλουν άλυτο. Κι αφήνουν τα πράγματα να οδεύουν μόνα. Ποιος να αναλάβει ευθύνη;

Από την άλλη,  οι πρόσφυγες  με τη μεγάλη κτηματική περιουσία στα κατεχόμενα καταφεύγουν στα τουρκικά δικαστήρια και παίρνουν τα εκατομμύριά τους πουλώντας τη μάνα τους –Γη Μήτηρ- ενώ τα φτωχαδάκια πρόσφυγες θρηνούν τη μοίρα τους... με τόση κρατική μέριμνα, μακροχρόνια αποδεδειγμένη!  
Στη βουλή εκκρεμούν νομοσχέδια για ξέπλυμα χρήματος. Η κυβέρνηση στήνει καρτέρι  να  φορολογήσει τους ξεπουλητές, κι εμείς διερωτώμαστε ποιος ξεπλένει! Ποιος  νομιμοποιεί πράξεις παράνομων δικαστηρίων και καταθέτει στον κορβανά χρήματα – αίμα αθώο!

Ας κατάσχει το κράτος όλα τα χρήματα από την πώληση περιουσιών στα κατεχόμενα κι ας μην αρκείται στην αμαρτωλή φορολόγηση. Ας εμποδίσει πρώτα την καταφυγή πολιτών της στα τουρκικά δικαστήρια.  Ευτυχώς υπάρχουν οι οδοδείχτες.  Ο Διγενής Μόρφου έδωσε το μάθημα: Δεν ξεπουλούμε την περιουσία μας εκατομμυρίων στα κατεχόμενα, κι ας κλείσουμε το σωματείο.  Η γη ανήκει στους Έλληνες της Κύπρου που κινδυνεύουν να διαγραφούν από το χάρτη. Και δε θα υπάρχει κανένας αγρός του κεραμέως να μας θάψουν.   
 
  

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Το Μελισσοχώρι


Το Μελισσοχώρι

Του Στέλιου Παπαντωνίου

Μετά τη μεγάλη κατραπακιά του 74 είπαμε οι μελάρηδες της Κύπρου να αρχίσουμε και πάλι τη δουλειά, δυο τρία μελίσσια ο καθένας μπορούσαμε να’ χουμε.  Να συνάγουμε το μέλι και να το καταθέτουμε στην Τράπεζα Μελιού, άλλος λίγο άλλος πολύ, οικογένεια είχαμε να θρέψουμε, κάνα κεραμίδι στο κεφάλι να βάλουμε μη βρεχόμαστε- αν και σπάνιες οι βροχές- να σπουδάσουμε και τα παιδιά, το μόνο σίγουρο που δεν μπορούν να αρπάξουν οι τουρκάρπαγες.

Δουλειά πάνω στη δουλειά, φουσκάλες στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια απ’ τις μέλισσες, εμείς εκεί, λέμε θα ξανακαζαντίσουμε τα προς το ζην αναγκαία, ας καταθέτουμε τους καρπούς των μόχθων μας στις Τράπεζες Μελιού, εκεί μεγάλα βαρέλια, κάποιος έπρεπε να τα φυλάει, βάλαμε μελαλεπούδες να γλέπουν τις μελόρνιθες, το χέρι τους δεν έβγαζαν από τα βαρέλια, άλλος- λέει- δανειζόταν χιλιάδες με μηδέν τοις εκατόν κι άλλος έπαιρνε μπόνους εκατομμύρια γιατί ήταν καλή μελαλεπού, έτρωγε από τις μελόρνιθες και δεν την έπαιρναν πρέφα πολλοί, παρά μόνο λίγοι και καλοί συνάδελφοί της που δεν έλεγαν τίποτε, κόρονος κορόνου δε βγάζει μάτι.

Κι ύστερα ήρθε το μελοματιστήριο, κι είπαν να κερδίσουν οι Τράπεζες Μελιού από τις μελοχές με το τσουβάλι ή το βαρέλι, και δεν έφτανε που αφάνισαν πολλά μελίσσια και μελοπαραγωγούς, με τερτίπια που μόνο αυτές ήξεραν, είπαν να βγουν και στη Μαμελλάδα ν’ ανοίξουν κι εκεί υπομάγαζα κι ακόμα να  πουλήσουν μαρμελλάδα και στο εκεί μελοματιστήριο σε υψηλές τιμές τις μελοχές του. Είναι τότε που βγήκε ο αρχιμελαλουπός κι είπε το μεγάλο λόγο πως όποιος πουλήσει μελοχές αυτή την εποχή θα χάσει, κι ας σπεύσουν όσοι θέλουν να αγοράσουν, τους δανείζουμε μέλι, ν’ αγοράσουν σε ψηλές τιμές μελοχές, για να μπούμε στην Μαμελλάδα με το κεφάλι ψηλά, πάνω από πεντέμιση λίρες τη μελοχή. Κι έσπευσαν εδώ κάτι μικροτραπεζάκια κι αγόρασαν μελοχές με δανεικά από την ίδια την Τράπεζα Μελιού, για να ανεβάσουν την τιμή, κι έπαθαν άλλη μεγάλη κατραπακιά, κι ύστερα άλλη κι άλλη, μην ασχολούμαστε με λεπτομέρειες, άσχετοι εμείς με τα βαρέλια.

Σημασία έχει πως στο τέλος οι μελάρηδες της Κύπρου την πατήσαμε τρεις φορές, μια με την προσφυγιά, χάσαμε το μισό Μελισσοχώρι, μια με το μελοματιστήριο - να βλέπεις τις γριούλες να αποσύρουν μέλι για να αγοράσουν μελοχές, για τα παιδιά και τα εγγόνια-  και τώρα με τα αναμενόμενα για υπογραφή μελομόνια, παίζουμε ξεπαίζουμε, υπογράφουμε δεν υπογράφουμε, πάντως «αγωνιζόμαστε σκληρά, για τον απλό άνθρωπο» κι αλοί του που δοκιμάζει να σπάσει «σκληρό καρύδι», μένει φαφούτης, όσο μέλι και καρύδια κι αν καταβροχθίζει.

Κι εκεί που περιμέναμε πως θα μας πλήρωναν  επίδομα μόνο και μόνο γιατί ανεχόμαστε να ζούμε στο Μελισσοχώρι, θα μας κόψουν από τα επιδόματα, θα μας κόψουν από τους μισθούς και τις συντάξεις, κι ο κάθε μελάρης θα γνωρίσει από την κόψη την τρομερή τι σημαίνει μακελάρης.
Προς το παρόν αναμένομεν εις την αυτήν θέσιν, ελπίζοντας σ’ αντικατάσταση του μουχτάρη του Μελισσοχωριού.

Υπομένουμε κοκορομαχίες, και με υποτιμημένη νοημοσύνη καρτερούμε τα χειρότερα.  

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Η Τρόικα της Τροίας


Η Τρόικα της Τροίας
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Όταν κατέβηκε ο Πάρις στο λιμάνι και τράβηξε για το παλάτι του Μενέλαου, όλοι εντυπωσιάστηκαν με τα αχυρένια του άσπρα μαλλιά, όμοια με Μπρέζνιεφ, ήξεραν πως ήταν μπλεγμένος με την Αλισαβού του, απ’ το χωριό ο έρωτας, όταν έβοσκε κι αυτός γίδια στα χωράφια του Ακώμου, κοντά στο Σκάμανδρο, μα τώρα τον φιλοξενούσαν όπως φιλοξενούν όλους τους επιβήτορες των θρόνων και των θώκων. Φιλοξενούμενος κι αυτός για μια πενταετία, όλοι, ξένοι και δικοί, τον προόριζαν για βραβείο Νόμπελ ειρήνης, είχε κι ένα άλλο φιλαράκι, πολύ τουρκάκι, μαζί θα το μοιράζονταν, η ιδεολογία θα νικούσε, γιατί θα έλυναν το μεγάλο πρόβλημα της πατρίδας τους, ανάμεσα σε δυο καφέδες αυτή τη φορά, γιατί τις άλλες τα’ λυναν με ένα και μόνο. 

Κανένας δεν του’ πε πως ήταν ανέτοιμος, κανένας δεν του βρόντηξε πως δεν κάνει για τη δουλειά, αυτός και το κόμμα του νόμιζαν πως ενηλικιώθηκαν και πως ήγγικεν η ώρα να αναλάβουν μόνοι τη διακυβέρνηση, έστω κι αν προηγουμένως διέδιδαν πως ο περί προστασίας φιλοξενουμένων νόμος απαγόρευε να ανέλθει στην εξουσία αριστερόχειρ, μα τώρα βρέθηκαν πολλοί να τον στηρίζουν. Όλοι φταίνε, όλοι τον εγκατέλειψαν, μα οι μπίλιες μπίλιες.

Μπαίνει λοιπόν στο παλάτι, βρίσκει άφθονους τους θησαυρούς που είχε αφήσει ο Μενέλαος, Θεός σχωρέσ’ τον,  κι αρχίζει να σκορπά τήδε κακείσε, οι συνταξιούχοι που δεν τα χρειάζονταν διερωτιούνταν γιατί τους τα δίνει, μα αφού δεν ήταν δικά του κι είχε να επιδείξει τι σημαίνει λαϊκός ηγέτης  και λαϊκή κυβέρνηση, μοίραζε αβέρτα, άλλα σε πολιτικούς λεγόμενους πρόσφυγες κι άλλα σε κομματικά όργανα, μέσω τραπεζών, με διάφορες διαγραφές, πού τα’ μαθε, κανείς δεν ξέρει ακριβώς, ίσως όταν διέτριβε διδακτορικώς εις την ξένην και πολύ δική του.

Όταν μυρίστηκαν οι καημένοι οι Σπαρτιάτες πως το ταμείον είναι μείον, άρχισαν να αναζητούν υπεύθυνο, τον επί του τραπεζικού συστήματος, τον προηγούμενο φιλοξενούμενο, άλλους πολλούς και διάφορους εκ της ημεδαπής ή της παγκόσμιας ανοικονόμητης κρίσης, ενώ ο Πάρις προσπαθούσε να τη βολέψει με δανεικά από την ξένην και τέως πολύ δική του, γιατί κι εκεί τα πράματα άλλαξαν, οι χαντοί στον κόσμο λιγόστευαν κι ανέτρεψαν το πολίτευμα.

Κι αφού είδαν κι απόειδαν οι Σπαρτιάτες, αποφάσισαν να απευθυνθούν στην Τρωικανή Δημοκρατία της Τροίας, ίσως τους δανείσει τα όσα ο Πάρις κατεσπατάλησε ως άλλος άσωτος υιός διάγων τον βίον και τα λοιπά και τα λοιπά. Κι οι Τρωικανοί είχαν έναν αυστηρότατο στα οικονομικά, μόνο στα άρμα του μετακινούνταν, τον ξακουστό  Έκτορα, και τη σύζυγό του κυρία Ανδρομάχη, με τον ίδιο χιτώνα σ’ όλες της τις εμφανίσεις, δείγμα οικονομικής περισυλλογής.

Κι οι Τρωικανοί άρχισαν τις διαπραγματεύσεις, ενώ ο Πάρις κυκλοφορούσε ανενόχλητος στα σαλόνια, στα πανεπιστήμια, στις τιμητικές γι’ αυτόν συγκεντρώσεις του κόμματος, δέχονταν εδώ βραβεύσεις κι εκεί επιτιμητικά δοκτοράτα, ποιος ξέρει ποιος δάκτυλος τα κανόνιζε εις δόξαν των αχάπαρων.

Στο μεταξύ άλλοι μνηστήρες της Ελένης άρχισαν να περικυκλώνουν το παλάτι, κι όλοι έκαναν δηλώσεις, περιτυλιγμένες με κρέμα καραμελλέ. Κι όλοι μιλούσαν για τους Τρωικανούς και τα δάνεια, αφού χωρίς αυτά η ζωή πια στη Σπάρτη δεν κυλούσε. Κι όμως είχαν τόσα προβλήματα, τους εχθρούς μέσα στα τείχη, το δούρειο ίππο, καταλήψεις πόλεων και χωριών, κοινωνικά προβλήματα θεριά, όλη όμως η φαιδρά των ουσία αφιερωνόταν στο δάνειο, πώς να αποπληρωθεί, ποιους όρους θα επέβαλλε η Τροία στην κατακλεμμένη Σπάρτη.

Μόνο κάποιοι γέροντες συμβούλευαν: υπομονή. Κι αν δεν μπορείτε να κάμετε τη ζωή σας όπως θέλετε, τουλάχιστο μην την εξευτελίζετε, πιπιλίζοντας ολημέρα ανέκδοτα τρωικά. Αρχίστε τη δουλειά, όπως την μάθατε μετά το 74. Τρεις δουλειές ο καθένας, γιατί στη Σπάρτη δε βλέπουμε πια κανένα σπαρτιάτη να εργάζεται, όλοι έγιναν μάστροι. Κι όμως οι είλωτες δεν είναι πάντα η καλύτερη λύση.