Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

ΑΓΙΟΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ


Ι


ΑΓΙΟΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ
του Στέλιου Παπαντωνίου
(δημοσιευμένο στο περιοδικό Ακτή, εδώ και χρόνια)
΄Ηταν καιροί που οι άνθρωποι έβλεπαν τις νύχτες άγιο φως να περιτρέχει την εκκλησιά μας, ή άλλοι, μόλις έσβηνε η καντήλα τ’ άι Κασσιανού, ξυπνούσαν, γιατί παρακολουθούσαν απ’ το παράθυρό τους κι έτρεχαν μες στη νύχτα να την ανάψουν πάλι, ή ακόμα ταμπουρώνονταν στα γύρω απ’ την εκκλησιά σπίτια μην τύχει και τολμήσει άνθρωπος, ιερωμένος ή λαϊκός, να πατήσει το πόδι στη γειτονιά ν’ αρπάξει τις πολύτιμες εικόνες να τις πάει σε άλλους χώρους, μουσεία και τέτοια, γιατί τις εικόνες αυτές τις είχε φέρει απ’ τον τουρκομαχαλά, απ’ την ίδια την αγιά Σοφιά της Χώρας, ο πατέρας ή ο θείος τους, γιοφύρι να περνούν τις είχαν οι Τούρκοι κι οι Τουρκάλες, κι όποιος Τούρκος ήξερε Ρωμιό, του ΄λεγε την κουβέντα, κι αν είχαν θάρρος έφερναν μες στη νύχτα τις εικόνες, φτάνει να  ΄ταν παλικάρια να τις πάρουν με τ’ αμάξι μια νυχτιά, και βρέθηκαν οι αϊκασσιανίτες.

΄Ηταν καιροί που ο περίβολος του ναού ήταν γεμάτος σπιτάκια μικρά και ταπεινά, το σπίτι του παπά Κωστα, το σπίτι του καστελλάνου του Χαράλαμπου με την κόρη που ΄βλεπε τη νύχτα το φως, κάμαρες με το Μακρή και τα παιδιά του, φίλους παιδικούς, οι νοτάδες της εκκλησιάς, που  ΄λεγε η γιαγιά, ένας κόσμος με τις μυρουδιές και τα χνώτα τους, με τη φτώχια μιας εποχής χαμένης στ’ αυλάκια της μνήμης, μα γιομάτης χρώματα γαλάζια και ρόδινα.
Κι ύστερα όλα ισοπεδώθηκαν, δεν μπορούσαμε λέει να τα συντηρήσουμε, πλινθόκτιστα, άλλα με ντολμά, σα σκηνικά.

Εσπερινά κι όρθρους, δεν έπαυσε ποτέ να λειτουργεί, σαρανταλούτουργα και σαρακοστές, κάθε Κυριακή στα γιορτινά της, μα πιότερο από όλα ο κάθε χριστιανός που πέρασε από τη γειτονιά ξέρει πόσο θαυματουργός είσαι, άγιέ μου, και παραγκωνισμένε απ’ το ημερολόγιο, αφού μαζεύεις κάτω απ’ τις φτερούγες τη μεγάλη βδομάδα όλα τα παιδιά σου, από Αμερική ως Αγγλία, από Ελλάδα ως Αυστραλία και βάλε.

Δεν είναι νιος ή νια που να ΄ζησε τα παιδικάτα στον άϊ Κασσιανό και να μη θυμάται το χαμένο παράδεισο, που αναζητά κάθε μεγάλη Παρασκευή στον επιτάφιο, να ψάλλει όλη η γειτονιά, νεολαία των πενήντα χρόνων, εκεί για χρόνια, την ίδια νύχτα, την  ίδια μέρα, ο καθένας και το λειτούργημά του, ο Φοίβος για τα μαύρα, ο Θάσος τη χορωδία, και ποιος να πει το «Σήμερον κρεμάται», σημαντικό και συζητημένο γεγονός κάθε χρονιάς, το στόλισμα του επιταφίου για τη Γεωργία και την Κυπρούλα, και το βράδυ στον επιτάφιο οι ψάλτες της μιάς νυχτός κι ύστερα της άλλης ημέρας, «Εκστηθι φρίττων ουρανέ», να οδεύουν προς την αγία πύλη, τα ξαφτέρουγα να τρέμουν στα χέρια του Άντρου και του Αντρίκκου, του Χριστάκη και του Δώρου και να χτυπιούνται για το θάνατο του θεανθρώπου.

Πρωί του Σαββάτου να πέφτουν τα μαύρα, να χτυπούν οι σκάμνοι, τα ξαπτέρυγα κι η ανάσταση κι η ελληνική σημαία να τρέχουν στο ναό, δυο και τρεις φορές, ο Ζήνωνας κι ο Τάκης απ’ το εξωτερικό, να εμφανίζεται μια μέρα το χρόνο Μεγάλο Σάββατο ο Κωστάκης, να μετρούν στο παγκάρι λεφτά και να συγκρίνουν τη μια χρονιά με την άλλη, να χαίρονται γιατί η γειτονιά ανθίζει και πάλι τέτοιες μέρες και νύχτες, να μη λησμονούν, ν’ αγάλλονται και να ξαναζούν τα νιάτα τους όλοι ανεξαίρετα, κι η μάνα μου κι η θειά μου κι η κυρία Μαρία.

΄Ηταν καιροί που ο περίβολος της εκκλησιάς ήταν ο παιχνιδότοπος, με το πιριλί, τις μπίλιες, το βασιλέα, το βεζίρι, τα ξεφωνητά των παιδιών, φτου σε είδα, φτου Χρυσούλης, κι η μπάλα να φεύγει στο δρόμο, να φωνάζουν οι μανάδες, να θυμώνουν οι γριές, η Ιουλία κι η Κατινού, θα μας σπάσουν κάνα τζάμι κι αλίμονό τους, και δυο ματάκια ψηλά απ’ τα μπαλκόνια να κρύβονται πίσω απ’ τις κουρτίνες ταξιδεύοντας στ’ όνειρο.

Παλιό προνόμιο χαμένο με τα νέα χρόνια ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου να
λειτουργεί την πρωτοχρονιά στον άγιο Κασσιανό, ο πατέρας να του παίρνει
κερί στο θρόνο ν’ ανάψει, το ζήσαμε λίγα χρόνια, ύστερα σβήστηκε.

Μια μεγάλη ενορία, να πιάνει Χάντακα Καϊμακλί, άϊ Ιάκωβο ως άϊ Λουκά,
κι άϊ Γιώργη, εκκλησάκι σχολικό μας, ο παπάς να μην προλαβαίνει τα κάλαντα
στα σπίτια και να ΄ρχεται, γεμάτα τα ράσα λουκούμια και κεραστικά.

Γάμοι, κηδείες βαφτίσια σε μια εκκλησιά που ΄χει χρόνια να ζήσει τέτοιες
δόξες, κι όμως ακόμα να λειτουργεί και να γεμίζει τις Κυριακές, το θάμα σου,
άϊ Κασσιανέ μου, μετά το ΄74.

Οι γιαγιάδες ν’ απλώνουν τη μαλλίνα στους σκάμνους, να κρατούν θέσεις, θα ΄ρθει κι η νύφη μας κι η συμπεθερά, έρχονται όλοι να ζήσουν μαζί με τους γείτονες έθιμα μιας ζωής, κάποτε, λέει, έκαιαν τον Ιούδα στα κάγκελλα της εκκλησιάς και δεν ήταν ψαθάκι της εποχής που να έλειπε, όλη η Λευκωσία κατέβαινε στην πλατεία, εκεί το κιρίζι του νερού, κατεδαφισμένη χρόνια κι η βρύση, να δουν τον Ιούδα και να μυρίζει η γειτονιά καουρμά.

Αλλά λεν ακόμα και για τους άριστους του μαχαλά, εφέτες και δικηγόρους και γιατρούς, ο Σέλτσιος κι ο Σαββίδης κι ο Πρωτοπαπάς, μικρός τότε, ο Χατζηιωάννου, ο Μαρκίδης κι ο Κωνσταντινίδης, διευθυντές εφημερίδων, ποιητές, και το μεγάλο ρολόι στην εκκλησία δωρεά του Νικολή του τυφλού, αθανατισμένου απ’ τον Περδίο.

Πέρασαν απ’ την εκκλησιά κι ο παπά Κωστας, μερακλής παπάς. «Οι δε πορευΘέντες ησφαλίσαντο τον τάφον σφραγίσαντες τον λίθον μετά της κουστωδίας», πάντα μια οκτάβα ψηλότερα απ’ τα δώδεκα ευαγγέλια, ο παπάς σας καλά κρατεί, κι ύστερα ο παπα Πολύκαρπος, ο παπα Ευτύχιος, ο παπα Κωνσταντίνος, κι ο αθάνατος Αλέξαντρος, μισό αιώνα ψάλτης με την ίδια  φωνή, με το ίδιο αγέρωχο ύφος, υπογραμμός στην εκτέλεση και στην ανάγνωση, να τον ακούς Μεγάλη Πέμπτη στο δοξαστικό, «Εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου» ή «Σε τον αναβαλλόμενον το φως», Μεγάλη Παρασκευή πρωί, τόσα χρόνια και να δακρύζεις.

΄Ηταν καιροί που οι Τούρκοι λιμπίστηκαν τη γειτονιά, να μας τη φάνε, μα δε λογάριαζαν τα παιδιά που ταμπουρώνονταν τα βράδια στα σπίτια με τα όπλα, ο Μιχαλάκης, ο Δημήτρης, ο Αντρέας, μια στου Ρούσου, μια στου Σταυρινάκη, και του Σέρβου κατασκευαστήριο βομβών, το σπίτι με το ανώι, κι η μάνα μου ν΄ ανοίγει την πόρτα και να βλέπει αναμμένο το στουπί να μας κάψουν, μέσα στο σπίτι μια ντουζίνα  ψυχές, η Καλλιόπη κι η Ξένια, το σπίτι τους πρώτο δεχόταν τις επιθέσεις, τάπια Μεσολογγιού,  κι ύστερα το ΄74 στου Καπαρτή να ΄ν’ καλά ο Άντρος κι ο Σταυρής κι η Κατινού κι ο Αντρέας.

Και παρέκει τα Δημοτικά τ’ Άϊ Κασσιανού, παρθεναγωγείο κι αρρεναγωγείο, κάποτε παράρτημα του Παγκυπρίου Γυμνασίου και οικοτροφείο του, τώρα αδιάψευστα μνημεία της τουρκικής βαρβαρότητας, μα οι τοίχοι ακόμα βοούν τα ονόματα μαθητών και μαθητριών, καθηγητριών και καθηγητών, βοηθών διευθυντών και παιδονόμων, δασκάλων και δασκαλισσών. Τι επιδείξεις στην τάπια, τι χορωδίες και σκετσάκια και παιχνίδια στην αυλή.

Η γειτονιά μας κάποτε ήταν μελίσσι ή η γειτονιά μας είναι γειτονιά των αγγέλων που ψάλλουν μεγαλοβδομαδιάτικα ή στη γειτονιά μας το θάμα λειτουργεί ακόμα, γιατί έχουμε άγιο και θαυματουργό τον άγνωστο στους πολλούς άγιο Κασσιανό, τον πολύ δικό μας κι αγαπητό μας.






Τρίτη 1 Μαΐου 2012


Παπακωνσταντίνος Παπαβασιλείου

ππκων ππβ.tif

ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Η θητεία μου στην εκκλησία αγίου Κασσιανού υπήρξε δόξα τω Θεώ μακρά. Ο μακαριστός παππούς μου Στέλιος Ιωάννου Ψημολοφίτης, παπουτσής το επάγγελμα, με πήρε στα οχτώ μου χρόνια από το χέρι μια Κυριακή και με οδήγησε στο ψαλτήρι, την εποχή που ένας νέος τότε ψάλτης ήρθε στην εκκλησία μας, ο Αλέξανδρος Παπαχριστοδούλου. Η μέρα αυτή μου είναι ακόμα αξέχαστη, γιατί ήταν καθοριστική για την όλη μου πορεία και σχέση με την εκκλησία. Το στασίδι του ψάλτη στην εκκλησία μας είναι πολύ ψηλότερο των άλλων, κι έτσι εγώ, μη μπορώντας ακόμα να σταθώ σε σκάμνο, στεκόμουν μπροστά στον ψάλτη που έβαζε πολλές φορές το χέρι του στο κεφάλι μου, μακάρι να ήταν ευλογία έστω και ψάλτου, γιατί η ψαλτική με κέρδισε, έστω κι αν δεν είχα θητεύσει ως τότε σε σχολές βυζαντινής μουσικής. Ο Αλέξανδρος αποδείχτηκε άριστος εκτελεστής, άριστος ψάλτης, μεγάλη φωνή και πιστός στον άγιό του σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Γύρω στο 1955 καντηλανάφτης της εκκλησίας ήταν ο θείος μου Κόκος, αδελφός της μάνας μου, νυμφευμένος στη Λακατάμια. Επειδή όμως δεν μπορούσε καθημερινά να βρίσκεται στην εκκλησία, γιατί τότε ο Παπάκωστας λειτουργούσε καθημερινά, όρθρο εσπερινό, αντικαθιστούσα εγώ το θείο, κι έτσι έμαθα την τάξη αλλά και όλα όσα διδάσκει η εκκλησία στο φοιτητή της, να διαβάζω σωστά την ελληνική των ύμνων και ψαλμών, του ευαγγελίου και των αποστολικών αναγνωσμάτων, να ξεχωρίζω το αρμόζον ύφος και να εκτελώ σωστά ό, τι απαιτούσε η λειτουργία. Μέσα στην εκκλησία ο άνθρωπος ξεθαρρεύει, και παρά την ντροπαλότητα που με διέκρινε, κατόρθωσα να μετέχω άριστα στις τελετές, με το ανάλογο ύφος, γιατί δεν είναι το ίδιο να κρατάς μια σκούπα και να κρατάς εξαπτέρυγο ή λαμπάδα ή να θυμιατίζεις ή να προσφέρεις το ζέον στον παπά, δεν είναι το ίδιο να διαβάζεις εξάψαλμο ή απόστολο ή προφητείες.

Μια μεγάλη ευλογία για την εκκλησία μας την περίοδο 1950 ως 1974 ήταν ο μακαριστός ιερέας μας Παπακωνσταντίνος Παπαβασιλείου. Σεμνός, χωρίς υπερβολές, μετρημένος και ως άνθρωπος και ως ιερέας, καλλίφωνος και προπάντων μερακλής, όσο κανένας ως τώρα ιερέας που γνώρισα. Τι σημαίνει μεράκι στον παπά; Να τηρεί τους κανόνες, να ιερουργεί με όλη την ψυχή του, να καλεί με τον τρόπο του τους πιστούς να μετέχουν στα ιερά δρώμενα, να είναι το πρότυπο της εκφοράς του λόγου, της απαγγελίας.  Κι αυτός ήταν ο Παπάκωστας. Κάμαμε μαζί εκατοντάδες εσπερινούς, μια μέρα θυμάμαι χάθηκε το Ωρολόγιον, έβαλε ευλογητό, άρχισα κι εγώ να εκφωνώ τον Προοιμιακό, έρχεται να ψάλλουμε μαζί το Κύριε εκέκραξα, το Ρολόι πού είναι, μου λέει, δεν ξέρω, απ’ έξω τα είπες; Ναι. Μικράκι εγώ, αλλά με την επανάληψη τα μαθαίνει  κανείς, μη νομίζετε πως καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια να τα μάθει, η επανάληψη είναι η μήτηρ των επιστημών, repetitio est mater sturiorum, λατινιστί λεγόμενο. Κατά τα σαρανταλείτουργα, πριν πάω στο σχολείο έπρεπε να αναλάβω να μοιράσω στα σπίτια της γειτονιάς, όσοι μνημονεύονταν, την καθημερινή τους μερίδα, ένα αντίδωρο από ψωμί, με μια τρυπίτσα πάνω, μαρτυρία ότι μνημονεύτηκαν οι δικοί τους, κι έτσι πρωινιάτικα χτυπούσα πόρτες και μοίραζα μερίδες, με τη μυρουδιά των σπιτιών ως σήμερα στη μύτη μου, χνώτα, τσάι γλυκάνισσο, σούπα τραχανά, καπήρα στη φωτιά, στη γκαζιέρα, στο πύραυνο. Ήταν κι οι άσχετοι, χτυπώ την πόρτα, μερίδα λέω, κι ακούω, παράγγειλες καμιά μερίδα φαγητό πρωινό πρωινό, κυρά; Κι ύστερα τρεχάλα για το σχολείο. Μαζί με τον Παπάκωστα στους καλαντισμούς στα σπίτια, ιδιαίτερα τα Θεοφάνεια και μετά οι επισκέψεις για να πληρωθεί για τα σαρανταλείτουργα, το μεταλλικό δοχείο που κρατούσα με τον αγιασμό γέμιζε κέρματα, οι τσέπες του ράσου του φουσκωμένες  τρανταμέντα, κι εγώ με το ανάλογό μου, μάλλον ψιλοπράματα, μα η χαρά του ήταν μεγάλη, είχε πολλά στόματα να θρέψει, κόρες να προικίσει, υποχρεώσεις πολλές που  τον απασχολούσαν. Με τους ψαλτάδες τα’ βρισκε, δε θυμάμαι καμιά φορά να κακοκαρδίστηκε κανένας, ο καθένας τη δουλειά του την έκαμνε καλά, με όλους τους μετέπειτα καντηλανάφτες το ίδιο, με το μακαρίτη γέρο Χαράλαμπο και τη Μαρία του από τη Μικρά Ασία, έμενε με την οικογένειά του στην αυλή της εκκλησιάς, πολλά σπιτάκια μικρά μικρά, και του παπά μας το μεγαλύτερο στην οδό αγίου Κασσιανού, κάποτε ρίχτηκαν όλα καταγής, ένας κόσμος σβήνεται κι από δικούς και ξένους, γιατί μέσα στα σπίτια ζουν κι αναπνέουν οι ψυχές των ανθρώπων, και τριγυρίζουν ακόμα εκεί και θα τριγυρίζουν όσο εγώ τουλάχιστον είμαι ζωντανός.

Μαζί στους γάμους, στο ευαγγέλιο, βρισκόμουν κοντά στο ποτήρι, γεμίσατε τας υδρίας ύδατος και εγέμισαν αυτάς έως άνω, έβαζα νερό στο ποτήρι κι ύστερα γίνεται το θάμα, γέρνω κρασί στο νερό, το ύδωρ οίνον γεγενημένον, όλα αυτά να παρουσιάζονται και το θάμα να ξαναγίνεται σε κάθε γάμο, τώρα χάθηκαν, λεπτομέρειες, ποιος τις παρατηρεί, κι όμως ο Παπάκωστας το’ θελε να ξαναγίνεται το θάμα, να το βλέπουν και να καταλαβαίνουν οι πιστοί, οι νεόνυμφοι και παράνυμφοι.  Κι ύστερα, τότε, στο Ησαϊα χόρευε, να πέφτει ξύλο στη ράχη του γαμβρού, να αποδείξει πως είναι άξιος για τα μελλούμενα βάρη, να πέφτουν τα ρύζια και τα λουλούδια βροχή, κι η νύμφη να προσπαθεί να πατήσει το πόδι του γαμπρού, η γυνή να φοβείται τον άνδρα.

Μαζί στις κηδείες, ο γέρο Νικόλας, κοντά στους Γιωργαλλίδηδες να ξεψυχά κι εγώ με το φανάρι, μέσα το κερί,  ο Παπάκωστας με τη θεία κοινωνία, ή μετά το δυστύχημα με τη μοτοσυκλέτα, κάπου εκεί στου Ζαρίφη, προς την τουρκογειτονιά, στο δρόμο για την αγια Σοφιά, στο σπίτι με τους πολλούς σιωπηλούς λυγμούς. Έβαλαν κάτω από το φέρετρο πιάτο να γεμίζει τα αίματα, λέγανε. Έτσι συνηθίζει κανείς τις κηδείες, τους γάμους, τις βαφτίσεις, όλα με την τάξη τους, με τη χαρά ή τη λύπη τους, η εκκλησία πρώτη και καλύτερη στην αρχή και στο τέλος της ζωής και πέρα απ’  αυτήν με τα μνημόσυνα και τα κόλλυβα, εκατοντάδες τα πιάτα στα κοντάκια, μεγάλη η γειτονιά μας, μελίσσι. Κέντρο του η εκκλησιά. Κι ο Παπάκωστας, καραβοκύρης άγρυπνος, χωρίς περιττές παρατηρήσεις, κι όμως τα πάντα πρόσεχε, πρόσεξε, μου λέει σε κάτι βαφτίσια, πώς στέκεται ο νονός στο’ να πόδι. Μια στάση κορμί καμπύλο σαν τόξο, ανάρμοστη στην εκκλησιά, ενώ αν στεκόταν και στα δυο ολόρθος, δε θα κουραζόταν τόσο, και θα’ δειχνε τον απαιτούμενο σεβασμό στην ιερότητα του χώρου. Έκτοτε, πάντα στα δυο, σχεδόν προσοχή, να τον θυμάμαι να παραγγέλλει χωρίς να θίγει, να συμβουλεύει χωρίς να μειώνει.

Άφησα τελευταία τη μεγάλη βδομάδα γιατί ύστερα από τις προηγιασμένες που πάντα δυσκολευόμουν να παρακολουθήσω γιατί έπρεπε να πάρω δυο τρία βιβλία και δεν καταλάβαινα τη σειρά, μέχρι που καταγράφτηκαν όλα σε ένα και τα βρίσκει πια κι ο αδαής, μετά λοιπόν τις προηγιασμένες που έκαμνε μαζί με το μακαρίτη θείο Κόκο, ερχόταν η μεγάλη βδομάδα με τον πολύ ιερατικό κάματο. Από την Κυριακή των Βαϊων, με την ελιά έτοιμη κοντά στο ευαγγέλιο, μόλις πει άλλοι έκοπτον κλάδους από των δένδρων, εμείς να βουτάμε το μεγάλο κλώνο και να κατακόβουμε την ελιά, να στρώνουμε στο δάπεδο, να περάσει ο Χριστός με το γαϊδουράκι του,  το βράδυ στο νυμφίο, με όλη τη θλίψη πια να κατέρχεται στην εκκλησιά σταλαγματιά σταλαγματιά, ο νυμφίος από το χέρι του Παρθένιου Κιρμίτση, χαρακτηριστικός για την πίκρα του, μ’ αυτόν συνηθίσαμε, έστω και μη βυζαντινός, όμως κι όταν μας έφεραν άλλο, οι ενορίτες ήθελαν τον παλιό τους, το συνηθισμένο, στην εκκλησιά δεν είναι εύκολο να εισάγεις καινοτομίες, ούτε μια αν είναι δυνατό, τίποτε να μην αλλάξει, κάποιος θα το προσέξει κι εσύ πρέπει να’ χεις απάντηση αποδεχτή. Τη μεγάλη Τρίτη ο Αλέξανδρος με μας να ψάλλει την εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσαν, την Τετάρτη άγιον ευχέλαιο, και να ρίχνουμε ό, τι ο καθένας προαιρείται στο δίσκο, ο παπάς μας αξίζει, έχει ανάγκες, μεγάλη οικογένεια, ποιος θα τον βοηθήσει; Την Πέμπτη το πρωί ν’ ανάβει μαγκάλι, να ετοιμαστεί ο δεύτερος αμνός, για όλο το χρόνο, για την περίσταση, τα μαύρα παντού, στο εικονοστάσι, στους πολυελαίους, στον άμβωνα, δώδεκα ευαγγέλια, αλλά ο παπάς μας πρέπει να δείξει πως έχει αντοχές, στο τελευταίο στην κατάληξη, οι δε πορευθέντες μια οχτάβα ψηλότερα κι ο ενθουσιασμός να καταλαμβάνει, σ’ όλων τα αφτιά έμεινε εκείνο το οι δε πορευθέντες κι άλλο δεν ανέχονται, έγινε το μέτρο, αθανατίστηκε στο χρόνο, η φωνή του, το ύφος, ό, τι το δακρυόεν γελάν, ό, τι η χαρμολύπη της ορθοδοξίας. Να’ ν καλά εκεί που βρίσκεται. Αθάνατος. Τη μεγάλη Παρασκευή με τις μυροφόρες, τον επιτάφιο, τα εγκώμια από γυναικωνίτη με το Θάσο, ύστερα οι ψαλτάδες το Άξιόν εστί, κι ύστερα η περιφορά του επιταφίου με τους ψάλτες της μιάς νυχτός, έκστιθι φρίττων ουρανέ, με τα εξαπτέρυγα να χτυπιούνται, οι άγγελοι τραβούν τα μαλλιά, ολοφύρονται, μαζί όλοι οι πιστοί στο ιερό, αρσενικοί βέβαια, να ψάλλουν και να περιφέρουν το ιερό σώμα, εν τάφω κατατίθεται, στην αγία Τράπεζα. Και την άλλη μέρα με τα λαμπρά του λευκά, το κάνιστρο με τα φύλλα της κιτρομηλιάς που’ φερνα από το περιβόλι της θεια Καλλιόπης, κοντά στους Μαρτάδες, ύστερα φυλάκιο το 63-64, να μοσχομυρίζουν, τα λουλούδια, πέταλα να τα σκορπίζει στους πιστούς με το ανάστα ο Θεός, και το σεισμό των σκάμνων, τα εξαπτέρυγα με την ελληνική σημαία να τρέχουν στο ναό, ο κόσμος να αγαλλιά με την ανάσταση και τα ίδια με το τέλος του ευαγγελίου, οι σκάμνοι επιτελούν έργο διττό, χτυπούν κι εγείρουν ενώ σ’ αυτούς ακουμπούν και κάθονται τις άλλες ώρες οι πιστοί. Σοφόν έργον η κατασκευή τους, τουλάχιστο στην εκκλησιά μας, και πιο σοφό στο άγιον όρος. Το βράδυ του Σαββάτου πάλι άγιο ευχέλαιο, να ετοιμαστούν όσοι θα μεταλάβουν την Κυριακή, στο δάπεδο μυρσίνια, ένας δίσκος στο προαύλιο της εκκλησιάς για τον καντηλανάφτη, ένα παιδί μπροστά, με τη μερρέχα, εγώ, Κυριακή του Πάσχα, κι ύστερα μαζί στον εσπερινό της αγάπης, λίγα πρόσωπα πια, αλλά οι λιτανείες καθημερινές γύρω στις έντεκα, ως την Κυριακή του Θωμά, κάπου εκεί χανόταν στη Φασούλα, το χωριό του, χρειαζόταν την ξεκούραση, τον αντικαθιστούσε ο Παπανέαρχος, ο αδελφός του, ιερέας στη Φανερωμένη.
*****

Για να μας γράψουν κάτι για τη ζωή του παρακάλεσα τις θυγατέρες του Νίκη και Λούλλα μαζί με τη μεγάλη Σοφία και το γιο Σαββάκη. Ο άντρας της Νίκης, Στασίνος Στυλιανού, γλωσσομαθέστατος και γνώστης του γράφειν ανέλαβε τη σύνταξη. Έτσι παραθέτω το κείμενό τους.

« Όνομα : Παπακωνσταντίνος Παπαβασιλείου, Ημέρα και τόπος γέννησης: 25/01/1903, Φασούλα Λεμεσού. Η Ζωή του: Ο Παπακωνσταντίνος Παπαβασιλείου καταγόταν από πλούσια και πολύτεκνη οικογένεια, το γένος Γιωρκαλλή Παπαβασιλείου. Τα πλείστα μέλη και συγγενείς του αιδ. ΠΚ.ΠΒ. ήταν ιερείς, όπως ο παππούς του από τον πατέρα του Παπαβασίλης, ο θείος του Παπαθεόδωρος, ο εξάδελφός του Παπαγιάννης, ο οποίος λειτουργούσε στην εκκλησία της Φασούλας, στην οποία ο αείμνηστος ΠΚ. διετέλεσε ψάλτης,  ομού μετά των δύο αδελφών του Βασιλείου και Νέαρχου.

Ο αείμνηστος ΠΚ ΠΒ ξεκίνησε τη ζωή του εργαζόμενος ως γεωργός και μετέπειτα ως επιστάτης των μηχανημάτων του Εναερίου Σιδηροδρόμου της Μεταλλευτικής Εταιρείας Αμιάντου.

Το έτος 1921 (6 Νοεμβρίου) ενυμφεύθη τη Ελένη Σάββα Παπακυριακού, το γένος Παπαρέ, από τη Φασούλα, γόνο επίσης πολύτεκνης και ευκατάστατης οικογένειας.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Φασούλα Λεμεσού (1921-1938) απέκτησε τέσσερα τέκνα, το Γιώργο (1923) τη Σοφία (1926) τον Ανδρόνικο (1931) και το Σάββα (1936).

Αργότερα μετακόμισε στο χωριό Τόχνη, όπου στις 14/05/1939 χειροτονήθηκε διάκονος από τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Πάφου και τοποτηρητή του Αρχιεπισκοπικού θρόνου Λεόντιο Σάββα.
Ο αείμνηστος Παπακώστας ΠΒ λειτούργησε ως διάκονος για πρώτη φορά στην Τόχνη την 21/05/1939.

Αργότερα, την 6/08/1939 Κυριακή της Μεταμορφώσεως, χειροτονήθηκε ιερέας στην εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου στο Κτήμα Πάφου, υπό του ιδίου επισκόπου, Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Πάφου Λεοντίου.

Ως διάκονος και ιερέας άρχισε να λειτουργεί  επίσημα στο ναό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην Τόχνη, 13/08/1939 με ετήσιο μισθό δώδεκα λίρες.

Κατά την παραμονή του στο χωρίο Τόχνη το 1941 απόκτησε τη θυγατέρα του Παρασκευή (Λούλλα). Στο χωριό ήταν πολύ αγαπητός στους κατοίκους οι οποίοι, αναγνωρίζοντας το θεάρεστο έργο του, του προσέφεραν οικία με μεγάλο περιβόλι, το οποίο καλλιεργούσε μετά της συζύγου του Ελένης.

Την τελευταία του λειτουργία στην Τόχνη ως ιερέας έκαμε την 21/05/1943. Το ίδιο έτος δημοσιεύτηκε στον εγχώριο τύπο αγγελία για πρόσληψη ιερέως στον ιερό ναό Αγίου Κασσιανού στη Λευκωσία. Κατόπιν ειδοποιήσεως από τον αδελφό του Νέαρχο, μετέπειτα ιερέα Φανερωμένης Λευκωσίας. Ήρθε στη Λευκωσία όπου δοκιμάστηκε και πέτυχε να διοριστεί επίσημα ως ιερέας του ιερού ναού αγίου Κασσιανού με μηνιαίο μισθό τέσσερις λίρες. Ένα έτος αργότερα απέκτησε και το τελευταίο του παιδί, τη Νίκη. Μέχρι εξεύρεσης καταλλήλου διαμονής πλησίον του ιερού ναού μετεκόμισε προσωρινά στον Τράχωνα απ’ όπου πηγαινοερχόταν πεζή για διάστημα ενός έτους.
‘Ενα μήνα αργότερα η εκκλησιαστική επιτροπή απαρτιζομένη από του Αχιλλέα Ασκώτη, Χαράλαμπο Μιχαηλίδη, Αθανάσιο Κοντούλια, Χαράλαμπο Παγκαρέ και Σάββα Σαββίδη, εκτιμώντας το έργο του, του προσέφεραν μία λίρα αύξηση μηνιαίως.

Την 15/09/1945 έγινε Πνευματικός στην ιερά εκκλησία του αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκοπής, υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Πάφου και τοποτηρητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου.
Ως ιερέας και πνευματικός ο αείμνηστος Παπακωνσταντίνος Παπαβασιλείου υπήρξε πολύ αγαπητός, ευγενικός, φιλόξενος και προπαντός εξυπηρετικός προς όλους τους κατοίκους της ενορίας του, οι οποίοι τον υπεραγαπούσαν και εκτιμούσαν το έργο του το οποίο εκτελούσε με πολλήν αγάπη, ζήλο και αφοσίωση.

Την ιδίαν αγάπη και αφοσίωση επεδείκνυεν επίσης και προς την οικογένειάν του, τα αδέλφια του και λοιπούς συγγενείς του, οι οποίοι τον υπεραγαπούσαν και εθαύμαζαν.

Τελικά, όταν η εκκλησιαστική επιτροπή του αγίου Κασσιανού του παραχώρησε ένα μικρό σπίτι, όλη η οικογένειά του μετακόμισε σ’ αυτό , παρ’όλο που το σπίτι αυτό δεν διέθετε ούτε ηλεκτρισμό ούτε νερό. Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα γι’ αυτόν και την οικογένειά του, καθ’ ότι επί σειράν ετών χρησιμοποιούσε τόσον αυτός όσο και η οικογένειά του λάμπες πετρελαίου για το νυχτερινό φωτισμό. Νερό ολόκληρη η οικογένεια προμηθευόταν από μια βρύση που υπήρχε στην αυλή της εκκλησίας και από την οποία προμηθεύονταν όλοι οι διαμένοντες σε σπίτια στον περίβολο  της εκκλησίας. Αργότερα ανέλαβε η Μαρία Παπαδοπούλου (Μαννουρού) να προμηθεύει το νερό. Μερικά χρόνια αργότερα ο αείμνηστος ΠΚ ΠΒ ανέλαβε ο ίδιος – με δικά του έξοδα- την εγκατάσταση ηλεκτρικού ρεύματος καθώς και πόσιμου νερού στην παραχωρηθείσα μικρά οικίαν του.

Με την πάροδο του χρόνου η κοινότητα του αγίου Κασσιανού αγάπησε ακόμη περισσότερο τον αείμνηστο ΠΚ τον οποίον αγκάλιασε πραγματικά σαν δικό της πατέρα. Σαν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του αυτής η εκκλησιαστική επιτροπή, εκτιμώντας περαιτέρω το έργο του, του προσέφεραν νέαν αύξηση μισθού, ανεβάζοντας τις ολικές αποδοχές του σε 13 Λ.Κ. (δεκατρείς λίρες Κύπρου) μηνιαίως για περίοδο τριών ετών.

Γενικά ο αείμνηστος ΠΚ ΠΒ ήταν άνθρωπος ευπροσήγορος  και δεκτικός προς όλους τους κατοίκους της κοινότητάς του , πράγμα το οποίο τον ανέβαζε πολύ στην υπόληψη και εκτίμησή τους. Ήταν άνθρωπος που είχε μπει για καλά στην ψυχολογία του ποιμνίου του, τηρώντας ευλαβικά τα ήθη και τα έθιμα της κοινότητάς του, ιδίως κατά τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος. Χαρακτηριστικό της όλης αυτής συμπεριφοράς του ήτο το γεγονός ότι η εκκλησία του αγίου Κασσιανού προσήλκυε χιλιάδες κόσμου για να εκκλησιαστεί και να συμμετάσχει στα Θεία Πάθη και να συνεορτάσει, με αποτέλεσμα ένα κλίμα συνάντησης και συμμετοχής των απανταχού ενοριτών του.

Γενικά, αισθήματα χαράς και συγκίνησης ήταν ζωγραφισμένα στα πρόσωπα όλων των παρευρισκομένων, πράγμα που καταμαρτυρεί την αγαστή συνεργασία, κατανόηση και αγάπη που έτρεφαν όλοι προς το πρόσωπο του ιερέα τους. Το γεγονός ότι ο αείμνηστος ΠΚ είχε πετύχει να μπει στον παλμό και στην νοοτροπία όλων των ενοριτών του κανένας δεν μπορεί να το διαψεύσει. Σ’ αυτό εξάλλου οφείλετο και η μεγάλη αγάπη και εκτίμηση που έτρεφαν σ’ αυτόν διαχρονικά.

Όσον αφορά την προσωπική του ζωή και συνήθειες,  αξίζει να αναφερθεί το γεγονός ότι καθημερινώς, μετά τον όρθρο, συνήθιζε να πηγαίνει στο παλιό παντοπωλείο Λευκωσίας για τα καθημερινά ψώνια της οικογένειας. Αργότερα και εντός της ίδιας ημέρας μετέβαινε στο καφενείο Τα Ελευθέρια, του Κάουρα, όπου μαζί με τους υπόλοιπους θαμώνες απολάμβανε το καφεδάκι του συνομιλώντας με αυτούς για  θέματα της καθημερινότητας, καθώς και άκουε και προσπαθούσε να συμβάλει στην επίλυση των προβλημάτων ενός εκάστου.

Στο μεταξύ, τα χρόνια περνούσαν και οι συνθήκες ζωής άλλαξαν. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε τις καταστάσεις που επικρατούσαν ιδίως κατά την περίοδο του 1955-59, κατά τη διάρκεια του ένοπλου αγώνα της ΕΟΚΑ κατά της αγγλοκρατίας. Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε αναρίθμητα περιστατικά και γεγονότα τα οποία βίωσε ο αείμνηστο ΣΚ. Θα περιοριστούμε όμως στα κυριότερα απαριθμώντας τα με τη σειρά τους.

Το 1952, τρία χρόνια πριν την έναρξη του αγώνα ο μεγάλος γιος του διέλυσε το γάμο του και μετανάστευσε στην Αγγλία με τους τότε Δημόσιους Υπαλλήλους που αναχώρησαν για το Λονδίνο για την τελετή της στέψης της Βασίλισσας Ελασάβετ. Το ίδιο έτος η δεύτερη, στη σειρά ηλικίας, θυγατέρα του, Σοφία, τέλεσε τους γάμους της με τον Μιχαλακη Φαρσίδη, υπάλληλο στην Ηλεκτρομηχανική Υπηρεσία της Κυβέρνησης. Προφανώς τώρα άρχισαν τα δύσκολα για τον αείμνηστο ΠΚ., καθότι τώρα τα παιδιά του είχαν ήδη μεγαλώσει αρκετά και ως εκ τούτου θα έπρεπε να αρχίσει η αποκατάστασή τους.

Έτσι, μετά  το Γιώργο και τη Σοφία σειρά είχε ο Ανδρόνικος, ο οποίος λόγω της κλίσης του στη Θεολογία ήθελε να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, πράγμα που έγινε το 1958. Δύο αναχωρήσεις στο εξωτερικό και ένας γάμος συνεπάγονταν όπως ήταν φυσικό έξοδα – πολλά έξοδα. Επομένως η μόνή διέξοδος για τον αείμνηστο ήταν η πώληση της μικρής κτηματικής του περιουσίας που διέθετε στη Λεμεσό. Όμως αυτό δεν ήταν αρκετό, ενώ από την άλλη ο χρόνος ήταν πιεστικός. Δεν έχασε όμως ποτέ τις ελπίδες του, καθότι πίστευε ακράδαντα ότι ο Θεός θα τον βοηθούσε να υπερπηδήσει όλες τις οικονομικές δυσκολίες που του έφρασσαν συνεχώς το δρόμο. Εξάλλου υπήρχε και η λοιπή οικογένεια με τα μιρκότερα τρία παιδιά του, το Σάββα , την Παρασκευή και τη Νίκη που έπρεπε να συντηρήσει και να μορφώσει.

Εν τω μεταξύ το θεάρεστο έργο του στην εκκλησία αγίου Κασσιανού συνεχιζόταν αδιάλειπτα με περισσή αγάπη, ζήλο και αφοσίωση.

Ένα από τα πλέον θλιβερά γεγονότα που συνετάραξαν κυριολεκτικά της ζωή του αείμνηστου ΠΚ υπήρξε ο αδόκητος θάνατος του τρίτου παιδιού του, του θεολόγου Ανδρόνικου Παπακωνσταντίνου, ύστερα από οδικό δυστύχημα στη Λάρνακα το έτος 1967. Αυτό, και σε συνδυασμο αργότερα, με τη σύλληψη του τέταρτου στη σειρά υιού του Σάββα Παπακωνσταντίνου από τα βρεττανικά στρατεύματα λόγω της ενεργού δράσης του ως μέλους της ΕΟΚΑ.

Άλλες πληροφορίες

Μετά την εξέγερση των τουρκοκυπρίων (διακοινοτικές εχθροπραξίες) του 1963, ο αείμνηστος ΠΚ αναγκάστηκε να μετακομίσει προσωρινά στο σπίτι της μεγάλης του κόρης Σοφίας, στο ύψωμα Παλουριώτισσας, δίπλα από το εστιατόριο Εκάλη, με όλη την οικογένειά του. Εκεί φιλοξένησε επίσης την οικογένεια του αδελφού του Παπανέαρχου.

Ένα πρωινό, καθώς οι δύο αδελφοί ιερείς έκαμναν τον πρωινό τους περίπατο στο ύψωμα της Εκάλης, όπως συνήθιζαν, υπήρξαν στόχος των Τούρκων, οι οποίοι φαίνεται ότι τους παρακολουθούσαν από τους μιναρέδες της αγίας Σοφίας. Ευτυχώς οι σφαίρες πέρασαν ξυστά από τα κεφάλια των δύο και σφηνώθηκαν σε παρακείμενο τοίχο οικίας. Τύχη ή Θεία πρόνοια; Εν πάση περιπτώσει αυτός έμελλε να είναι και ο τελευταίος τους περίπατος, καθότι από εκείνη την ημέρα πήραν τα μέτρα τους.

Εν τω μεταξύ οι μέρες περνούσαν και η κατάσταση δε φαινόταν να αποκαθίσταται. Πλησίαζε Κυριακή και η σκέψη του αείμνηστου ΠΚ ήταν η εκκλησία του αγίου Κασσιανού. Δεν έπρεπε επ’ ουδενί λόγω να μείνει αλειτούργητη. Με το ιερό ευαγγέλιο υπό μάλης, κατηφόριζε κάθε Κυριακή για την αγαπημένη του εκκλησία αψηφώντας κάθε κίνδυνο για τη ζωή του. Αυτό συνεχίστηκε για αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι που τα πράγματα ομαλοποιήθηκαν κάπως.

Ο αείμνηστος ΠΚ ήταν άνθρωπος με αρχές με τις οποίες και ανέθρεψε και διαπαιδαγώγησε τα παιδιά του. Μια καλή συνήθειά του ήταν να γευματίζει και να δειπνά με όλα του τα παιδιά παρόντα στο τραπέζι.

Ήταν εκ φύσεως άνθρωπος καλοκάγαθος αλλά συνάμα και γενναιόδωρος με τα παιδιά του και όλους τους συγγενείς του.

Κάθε καλοκαίρι συνήθιζε να ενοικιάζει μια μεγάλη οικία στον Πεδουλά στην οποία στέγαζε και 
συντηρούσε όλα του τα παιδιά καθώς και στους συχνούς φιλοξενούμενούς του . Του άρεσε επίσης να επισκέπτεται με τα παιδιά του διάφορα Μοναστήρια της Κύπρου. Είναι φανερό ότι ο αείμνηστο ΠΚ εκτός από την αγάπη και αφοσίωση προς την εκκλησία αγαπούσε επίσης και τη ζωή γενικότερα.

Μετά την αποκατάσταση των δυο τελευταίων του θυγατέρων, Παρασκευής και Νίκης, το 1961 και 64 αντίστοιχα, αποφάσισε κάποια στιγμή να επισκεφθεί το μεγαλύτερό του γιο Γιώργο στο Λονδίνο. Στο ταξίδι του αυτό τον συνόδευσε ο μικρότερος γιος του Σάββας. Το ταξίδι αυτό το είχε προγραμματίσει πολύ πιο πριν, αποτελούσε δε εκπλήρωση της μεγάλης του επιθυμίας να δει το μεγάλο του γιο, καθότι αυτός, αφότου είχε πάει στο Λονδίνο δεν είχε ποτέ επιστρέψει στην Κύπρο ξανά.

Μετά από το σημαντικό αυτό ταξίδι, ακολούθησαν κι άλλα ταξίδια στην Ελλάδα, Αγίους Τόπους και  Βηρυτό. Στο ταξίδι στους αγίους Τόπους τον είχε συνοδεύσει και η σύζυγός του Ελένη, η μακαριστή Μαρία Παπαδοπούλου και διάφορα άλλα συγγενικά του πρόσωπα.

Ένα άλλο σημαντικό γεγονός στη ζωή του υπήρξε μια επιστολή που παρέλαβε από τον αείμνηστο αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄ με την οποία ο Μακαριότατος του κοινοποιούσε τη μετάθεσή του από την εκκλησία του αγίου Κασσιανού στον ιερό ναό του αγίου Αντωνίου Λευκωσίας. Η αντίδραση του ποιμνίου του υπήρξε άμεση. Κανένας ενοριάτης δεν ήθελε να στερηθεί τις υπηρεσίες του λαοφιλούς του ιερέα, Μάλιστα, αντιπροσωπεία του ιερού ναού του αγίου Κασσιανού κλείδωσε την εκκλησία και επισκέφτηκε τον αρχιεπισκοπή, επιμένοντας να παραδώσει το κλειδί του ναού. Η αναστάτωση που προκλήθηκε ήταν μεγάλη. Κατόπιν τούτου ο αείμνηστος  ΠΚ έκαμε δεύτερη σκέψη και αποφάσισε να παραμείνει στην εκκλησία του, κοντά στο ποίμνιό του.

Όλα κινούσαν πλέον κανονικά, μέχρι που φθάσαμε αισίως στον έτος 1974. Τρεις μήνες περίπου πριν την τουρκική εισβολή,  ο αείμνηστος ΠΚ αρρώστησε βαριά. Ήταν Μεγάλη Πέμπτη, νύχτα των δώδεκα ευαγγελίων, τελούσε την καθιερωμένη τελετή των Παθών, και μετά το τελευταίο ευαγγέλιο…οι δε πορευθέντες ...σφραγίσαντες τον λίθον μετά της κουστωδίας, το οποίο συνήθιζε να ερμηνεύει υψώνοντας τη φωνή του και συγκινώντας  την κατάμεστη εκκλησία που τον άκουε ευλαβικά και  με μεγάλη κατάνυξη, κι ενώ ήταν πλέον πολύ άρρωστος, επέμενε να τελέσει και τη λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής, το πρωί της επομένης.

Το πρωί της μεγάλης Παρασκευής όμως η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε περαιτέρω, όμως επέμεινα να συνεχίσει, λέγοντας στα παιδιά του πως του ήταν αδιανόητο να αφήσει τον Χριστό σταυρωμένο. Μετά την αποκαθήλωση μεταφέρθηκε εσπευσμένα στη κλινική του δρ Δάφνιου στη Λευκωσία σε πολύ κρίσιμη κατάσταση.

Στην κλινική παρέμεινα συνολικά μια εβδομάδα με αιμορραγία στο πάγκρεας. Στο άκουσμα της θλιβερής είδησης το ποίμνιο του αναστατώθηκε, μη μπορώντας να πιστέψει τι είχε ακριβώς συμβεί.
Κατόπιν σχετικών διαβουλεύσεων, αποφασίστηκε να κληθεί ο αδελφός του μακαριστός  Παπανέαρχος, να αναλάβει να τον αντικαταστήσει προσωρινά μέχρι εξακρίβωσης της σοβαρότητας της ασθενείας του.

Παρ΄όλες τις προσπάθειες τους ιατρού όμως η κατάσταση έφθασε στο απροχώρητο και τελικά στις 19/04/1974  απεδήμησεν εις Κύριον, ακριβώς την ίδια μέρα που είχε αποβιώσει και ο δεύτερος υιός του Ανδρόνικος, καθηγητής - θεολόγος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην κλινική είχε δίπλα του όλα τα αγαπημένα του πρόσωπα, τη σύζυγο, τα παιδιά του, τον αδελφό του, τα εγγόνια και ανίψια του, καθώς επίσης πλήθος ενοριτών που αγωνιούσαν πραγματικά για την υγεία του. Τελικά όμως επήλθε το μοιραίο.

Την τελευταία νύκτα πριν το θάνατό του, άρχισε να ψάλλει. Αυτή ήταν και η τελευταία του στιγμή.
Τώρα ήταν πλέον φανερό ότι το μεγάλο κεφάλαιο της ζωής του τελείωνε. Ο χαμός του βύθισε σε βαρύ πένθος όχι μόνο την οικογένειά του αλλά επίσης όλο το χριστεπώνυμο ποίμνιό του, το οποίο δεν ήθελε να πιστέψει ότι είχε χάσει μέσα από τα χέρια του το λαοφιλή του ιερέα.

Στην κηδεία του η οποία ακολούθησε, το Σάββατο μετά το Πάσχα, η εκκλησία του αγίου Κασσιανού αποδείχθηκε πολύ μικρή να χωρέσει το πλήθος του κόσμου που προσέτρεξε για να του απευθύνει το ύστατο χαίρε.

Εδώ συμπληρώθηκε οριστικά ο κύκλος της ζωής του,  μετά από τριάντα ένα χρόνια στη εκκλησία του αγίου Κασσιανού.

Η μνήμη του όμως θα μείνει για πάντα στην καρδιά της οικογένειάς του, καθώς και του πολυαγαπημένου του ποιμνίου, το οποίο και σήμερα ακόμα τον θυμάται και τον μνημονεύει με ιερή συγκίνηση.»

Η γραφή του Στασίνου Στυλιανού, κατά προφορική παράδοση της Νίκης, της θυγατρός του Παπακωνσταντίνου, εδώ τελειώνει. Ήταν για μένα ένα ταξίδι στα παλιά, με τη γειτονιά μας να σφίζει, με κέντρο της ζωής μας την εκκλησία μας του αγίου Κασσιανού και με αλησμόνητο ιερέα μας τον Παπακωνσταντίνο Παπαβασιλείου, του οποίου η μνήμη ευχόμαστε να είναι αιωνία.











Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Στην άκρη της απελπισιάς


Στην άκρη της απελπισιάς
Του Στέλιου Παπαντωνίου
Πρέπει να αφεθούμε στην απελπισία μας, με την πίστη πως ύστερα από αυτήν θα χαράξει κάπου ένα φωσάκι. Να εμβαπτιστούμε στα βάθη της ΑΟΖ μας και να μαυροφορέσουμε, να σκοτιστεί ο ήλιος και να μη φέξει το φεγγάρι, να σταθούν προσοχή με μάτια δακρυσμένα και στα πετρελαιοειδή βουτηγμένα και μαραγκιασμένα. Η μικρή μου χώρα δέχεται προσβολές της ύπαρξής της, της ιστορικής  της υπόστασης, της αξιοπρέπειάς της και η προσπάθεια των δικών μας είναι –δυστυχώς- να μην απελπιστούν οι πολίτες μας αλλά να στραφούν αλλού οι διαλογισμοί τους, με λόγια αερικά και εκμαυλιστικά, με εκατομμύρια επενδύσεις κι ανέμους στο γουδοχέρι. Κι όμως η απελπισία πρέπει να βάψει το κατάμαυρο, να καταπλακωθεί στο ζόφο,  για να ανατείλει το φως.
Οι οχτροί μας, γεννήματα εχιδνών, με τη δύναμη των όπλων, των κανονιοφόρων, των τορπιλοβόλων, όφεις και σκορπιοί και πάντα τα ερπετά, απομυζούν από τη γη μου τους χυμούς της, ρουφούν το αίμα της, το αίμα των παιδιών μας, το μέλλον τους, ξεραγκιάρηδες  να γυρνούν στα  ξένα για να  βρουν το καρβέλι, αλήτες και πένητες, μιας χώρας ευλογημένης κι από δικούς και ξένους καταδικασμένης. Κι όμως οι γηγενείς μπορούμε  να ζωοποιηθούμε, φτάνει να αφεθούμε στην απελπισία μας. Μπορούμε  να αναγεννηθούμε, αν συλλάβουμε  τη βαθιά σημασία της θλίψης και του απελπισμού στην κατάστασή μας.
Οι νεοσουλτάνοι, της παρανομίας ηγεμόνες, άρχοντες του ψεύδους, της καταπάτησης των εδαφών και θαλασσών μας, δοξολογημένοι από τους παθόντες, ανυψωμένοι στις εικόνες των ειρηνοφίλων, με τα κανόνια στραμμένα στα εδάφη και στις θάλασσές μας, με τις ψυχές της ρυπαρότητας και της αρπαγής, καταραμένοι γείτονες, αδικούντες ηδονίζονται, ψευδορκούντες αγάλλονται, καταβροχθίζοντες το ξένο βιος χορεύουσιν ακαταπαύστως, επαγγελλόμενοι την ειρήνη και τα μηδενικά προβλήματα ψεύδονται ασυστόλως διαψευδόμενοι,  αεί πεινώντες και διψώντες την  αδικία, άνυδρες πηγές της ανθρωπότητας και της ανθρωπιάς, βόθρος ανοιχτός ο  λάρυγγάς τους, μπαγίς, νταβούτογλου, έρογλου κι ερντογάν, με μικρό το αρχικό του ονόματός τους γράμμα.
 Κι εμείς; Μπορούμε να μιλούμε για την πίστη στην πατρίδα μας χωρίς έργα, ή με τα έργα μας θα δείξουμε την πίστη μας; Πού είναι οι ένοπλες δυνάμεις μας; Πού είναι το αμυντικό μας δόγμα; Πού βρίσκονται οι σύμμαχοί μας στην Ευρώπη, πού καθεύδει ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών, γραμματείς και φαρισαίοι του, πού υπνώττει και στρέφεται  η οργή των νέων μας  για την καταπάτηση των δικαιωμάτων μας, εκτός από τα ποδοσφαιρικά με τις εμφύλιες βόμβες μολότωφ;  Γιατί ανεχόμαστε να μας παραπλανούν με δικαιώματα που δεν καταπατούνται; Για να ξεχάσουμε τα δικά μας δίκαια  που κατακουρελιάστηκαν; Γιατί μας ρωτούν αν καταπατείται το δικαίωμά μας  να θρησκεύουμε και δε ρωτούν  αν μας καταβρόχθισαν το σπίτι και την περιουσία, αν δεν μας  αφήνουν να κυκλοφορήσουμε στον τόπο μας, αν κατασκόρπισαν στους ανέμους τα ιερά και τα όσιά μας, αν μετέτρεψαν τους ναούς μου και τα νεκροταφεία μας  σε γήπεδα, και ουρητήρια και καφενεία της πορνείας; Γιατί δε μας ρωτούν  για τα καταπατημένα μας δικαιώματα και μας ρωτούν  για ανύπαρκτα προβλήματα; Μας θέλουν  τυφλούς και κωφούς , να μας  σέρνουν  όπου θέλουν, για να πέσουμε στο βόθυνο, χωρίς οδηγό οι πρόσφυγες, χωρίς εκπρόσωπο το μεγάλο Όχι;
 Έτσι μετέτρεψαν και τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, να σκέφτονται πως είναι οι ίδιοι ξενόφοβοι και ρατσιστές, την ώρα που είναι οι παθόντες και ταφέντες στην ίδια τη χώρα τους, με τα δικαιώματά τους πατσαβούρες για σφουγγάρισμα. Φορτωμένοι ενοχές άλλων, υποβιβάζονται στα ίδια τα μάτια τους.
Κι όμως, ας τους διδάξουμε την απελπισία. Μην τους παραπλανούμε  με ψευδοπροβλήματα,  άσχετα από τη μοίρα τους σ’ αυτή τη γη.
 Αφήστε τα παιδιά μας κι εμάς και τα εγγόνια μας  να οργιστούμε και να απελπιστούμε, ίσως ανατείλει το φως.

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Τα όρη της Καραμανιάς


Τα όρη της Καραμανιάς
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Κι επειδή δεν πρέπει εμείς – προεδρεύοντας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης- να προωθούμε ζητήματα δικά μας, αντίθετα πρέπει να μείνουμε προσκολλημένοι στα προβλήματα της Ευρώπης, γι’ αυτό, όταν γίνεται λόγος για σεβασμό των  ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εμείς θα υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα των αλλοδαπών, όχι όμως των Ελλήνων της Κύπρου που καταπατούνται εδώ και σαράντα σχεδόν χρόνια.

Κι όταν οι εταίροι μας πλησιάζουν  στη Λευκωσία και αντικρίζουν τις προκλητικές τουρκικές σημαίες στον Πενταδάχτυλο, εμείς θα διορθώνουμε πως δεν πρόκειται περί Πενταδακτύλου, γιατί αυτά είναι  τα όρη της Καραμανιάς, αλλιώς  θα μας παρεξηγούν πως προωθούμε τις δικές μας θέσεις στο Κυπριακό, και δεν κάνει να αναφερόμαστε σε παράνομο τουρκοκυπριακό κρατίδιο και Τούρκους καταπατητές της γης και των ελευθεριών μας.

Κι όταν φτάσουν οι συνευρωπαίοι φιλοξενούμενοί μας στα συρματοπλέγματα που χωρίζουν σπαρακτικά τη γης μας  και ρωτήσουν από περιέργεια τι είναι, εμείς θα συστήνουμε τις  καππαρκές μας στην  Κύπρο,  ατσαλένιες, που θεριεύουν μόλις πλησιάσουν στις ελευθεροσκλαβωμένες περιοχές, μια παράξενη ποικιλία, που όμως δεν την προβάλλουμε, μη μας κατηγορήσουν πως προωθούμε τα τουριστικά συμφέροντά μας και  τη  μοναδική στην Ευρώπη χλωρίδα και πανίδα μας.

Κι όταν πλησιάζουν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας στα οδοφράγματα, τσιμουδιά εμείς, όλα μέλι γάλα, στόμα κλειστό. Δεν μπορούμε να φανερώνουμε   πως ένα παράνομο μόρφωμα, ένα καρκίνωμα γκαστρώθηκε η γη μας από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής και κατοχής, μη μας παρεξηγήσουν πως  ασχολούμαστε με το πρόβλημά μας. Η φιλοξενία απαιτεί κι η Ευρωπαϊκή μας πολιτική, τσιμουδιά. Ουδέν συμβαίνει στην Κύπρο, όλα ελεύθερα και ασφαλή και ήρεμα, τα όρη της Καραμανιάς εκ φύσεως καταπληγιασμένα από τουρκικά μπαϊράκια, τα συρματοπλέγματα κάππαρις, τα οδοφράγματα ποικιλία τους. Κι όλοι εμείς, μια νέα ποικιλία του ευγενούς είδους των στρουθοκαμήλων. Αυτά θα λέμε για να γίνουμε πιστευτοί ως προεδρεύοντες.

Κι όμως τα καλύτερα μας τα λέει η Αδούλωτη Κερύνεια, να ξεκουμπιστούν όλοι οι εισαχθέντες έποικοι και τα τουρκικά στρατεύματα,  να παν στα σπίτια τους κι εμείς στα δικά μας. Κι ο δήμαρχος της Κυθρέας,  που έγραφε προχτές να καταγγείλουμε τα τουρκικά στρατεύματα, κι αν δεν καθορίσουμε χρονοδιάγραμμα απελευθέρωσής μας απ’ αυτά, είναι αδιανόητη η όποια διαπραγμάτευση με το πιστόλι στον κρόταφο. Κι ο επίσκοπος Καρπασίας με την έμπρακτη διαμαρτυρία του στο οδόφραγμα των διαβατηρίων, που έδωσε και πάλι την ευκαιρία στον Πρόεδρο και στον κυβερνητικό εκπρόσωπο να υπερασπιστούν την παρανομία του «περί οδοφραγμάτων νόμου» σε ελεύθερη Κύπρο. Κι κίνηση «Αμμόχωστος επιστρέφω» που απέκλεισε το οδόφραγμα Στροβιλιών, διατρανώνοντας την πίστη πως μόνο με την ελεύθερη διακίνηση και εγκατάσταση στις πόλεις και στα χωριά μας μπορούμε να λειτουργούμε ως άνθρωποι και ευρωπαίοι.

Όλοι αυτοί θα πρέπει να κληθούν να συνδράμουν την κυβέρνηση,  για να έχει μια επιτυχημένη Ευρωπαϊκή προεδρία, που να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και να δείξει το πραγματικό και αξιοπρεπές αγωνιστικό ανθρώπινο πρόσωπο της Κύπρου και της Ευρώπης. Χωρίς δακρυρρόους θρήνους. 

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Γρηγορείτε


Γρηγορείτε
του Στέλιου Παπαντωνίου

Η δημοσίευση στο Φιλελεύθερο της συνέντευξης του Ανδρέα Πιμπίσιη με τον καθηγητή Βαγγέλη Κουφουδάκη μας έδωσε πάλι την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε την άκρη του γκρεμού στην οποία βρισκόμαστε και προπάντων να αναμνησθούμε των λανθασμένων χειρισμών από Κληρίδη και εξής στο Κυπριακό. Μια φωτεινή στιγμή ήταν η άρνηση του μακαριστού Τάσσου Παπαδόπουλου να αποδεχτεί το ανανικό σχέδιο και να διασώσει έτσι την Κύπρο ως Κυπριακή Δημοκρατία, το μόνο στήριγμα και όπλο του όποιου αγώνα μας ενάντια στην πανίσχυρη Τουρκία και τα γρανάζια της Αμερικανοβρεττανικής διπλωματικής μηχανής.

Ότι βαραίνει όλο και περισσότερο το χρέος των απλών πολιτών απέναντι στην ίδια την ύπαρξη του ελληνισμού σ’ αυτή τη γη είναι πλέον οφθαλμοφανέστατο. Γι’ αυτό και οι επερχόμενες προεδρικές εκλογές έχουν μέγιστη σημασία, και για το είδος της λύσης, και για την ύπαρξη του ελληνισμού στην Κύπρο και ακόμα στην κυρίως Ελλάδα, η οποία βρίσκεται σε παράλληλο κλοιό πανταχόθεν και πολυεπίπεδα, με κύριο μεν το οικονομικό, αλλά καθόλου υποδεέστερο το αμυντικό της σθένος.

Οι μέρες αυτές όμως ήταν και γιορτάρες μέρες με τον ελληνισμό και τη χριστιανοσύνη να λαμπροφορούν αναστάσιμα. Το θαύμα της ανάστασης έδωσε στις κοινότητες την ευκαιρία να γιορτάσουν με τον πατροπαράδοτο τρόπο και να βιώσουν και τα πάθη και την εκ νεκρών έγερση, να δεθούν και πάλι με τις ρίζες τους και να αντλήσουν δύναμη για την περαιτέρω πορεία του βίου. Αυτά όμως τα ζωηφόρα νάματα της παράδοσης είναι η ίδια η ζωή μας, η γλώσσα, τα ήθη και έθιμά μας. Κι αυτά όμως δυστυχώς επίσης κινδυνεύουν, όσο κι αν μας διαβεβαιώνουν οι κυβερνώντες περί του αντιθέτου. Αν δεν υπήρχε η Εκκλησία να συνενώνει αυτές τις μέρες τους πιστούς, ούτε το κράτος ούτε τα κόμματα ούτε οι ποδοσφαιρικές ομάδες  θα είχαν τη δύναμη να καλλιεργήσουν τόσο την ψυχή των ανθρώπων και να τους ωθήσουν  να σκάψουν μέσα τους, να πιουν από τις πηγές της ζωής τους, να μετάσχουν των μυστηρίων, μακριά από τις γελοίες λογικοφανείς ερμηνείες περί παντός και δη περί του αγνώστου και υψίστου. 

Από αυτές όμως τις ρίζες  θέλουν να μας ξεριζώσουν αλλοιώνοντας νοήματα και έθη δυο χιλιάδων χρόνων, από αυτές τις ανθρώπινες και θεϊκές ταυτόχρονα καταβολές του ανθρώπου γίνεται προσπάθεια να απομακρύνουν κυρίως τους νέους, ευτυχώς όμως στα βάθη της ψυχής πολλών κρύβεται ο σπόρος της ορθοδοξίας και της φυλής.

Είναι όμως και θλιβερά και καταδικαστέα τα φαινόμενα της νεότητας που επιδίδεται στις καταστροφές κοινών καταστημάτων, σχολείων, θεραπευτηρίων  ή ξένης περιουσίας. Το δε χείριστο αυτές τις μέρες,  η χρήση κροτίδων μετά ακρωτηριασμών και ψυχολογικών διαταραχών, και η λαμπρατζιά με τις παράξενες ανταγωνιστικές διαθέσεις και τα καταστροφικά αποτελέσματα. Βεβαιότατο είναι πως οι πολίτες ευχαρίστως θα δεχτούν την κατάργηση αυτών των εθίμων που εξόκειλαν από την ορθή κάποτε μετρημένη πορεία τους και κατάντησαν μάστιγα της κοινωνίας, γι’ αυτό η νομοθετική εξουσία με τη συμβολή των τοπικών κοινωνιών και της Εκκλησίας μπορεί να θεσπίσει τις απαγορευτικές εκείνες διατάξεις που θα έχουν θετικά αποτελέσματα στο μέλλον. Θάρρος χρειάζεται και αποφασιστικότητα, να τεθούν επί τραπέζης τα θετικά και αρνητικά και να αποφασιστεί από τους υπευθύνους το καλύτερο.

Τέλος, οι αλλαγές στην κοινωνία μας είναι ραγδαίες, οι ληστείες καθημερινές, οι εμπρησμοί περιουσιών ανελλιπείς, η επαιτεία λοιδωρεί, ακόμα φόνοι και επιθέσεις κατά προσώπων δεν είναι ασυνήθεις. Μια επίσκεψη σε οποιοδήποτε νοσοκομείο θα πείσει τον καθένα πως ως Κύπριος μπορεί να βρίσκεται ανάμεσα σε δεκάδες ξένους μόνος ως εις την ξένην, με επιθυμία να αγκαλιάσει τον πρώτο που θα ακούσει να μιλά την ελληνική. Ίσως η σχεδιασθείσα πολιτική λύση του κυπριακού να είναι ήδη πραγματικότητα, από εκεί Τούρκοι από εδώ πανσπερμία, μια πολυπολιτισμική κοινωνία, ανεκτική μέχρις αφασίας και εξαφάνισης.

Ένας κόσμος χάνεται και παρακολουθεί θεωρώντας τα πάντα ως ακίνδυνα ή φοβάται τον χαρακτηρισμό του ξενόφοβου, ενώ οι κίνδυνοι ήδη βόσκουν και κατατρώγουν τα εντός μας, δεν υποβόσκουν. Γι’ αυτό το αίτημα για εγρήγορση και ορθή επιλογή προέδρου.  

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Ο περί οδοφραγμάτων νόμος


Ο περί οδοφραγμάτων νόμος

του Στέλιου Παπαντωνίου

Ο ταλαιπωρηθείς από το παράνομο καθεστώς Έρογλου επίσκοπος Καρπασίας είδε κι απόειδε, πήρε μαζί του δυο τρεις ιερείς,  κι αποφάσισε να διαμαρτυρηθεί δυναμικά,  κλείοντας το οδόφραγμα του αγίου Δομετίου για μιάμιση ώρα, αφού δεν του επιτρέπει το κατοχικό καθεστώς να μεταβαίνει στην Καρπασία,  όπου οι τριακόσιοι των Θερμοπυλών μας  Έλληνες Χριστιανοί  έχουν ανάγκη την ηθική ή άλλη συμπαράστασή του, γιορτάρες μέρες.

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, αντιδρώντας στην ενέργεια του επισκόπου, μας είπε πως πρόκειται για ιδιορρυθμίες και ιδιοτροπίες. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε πως δεν δικαιούται κανένας να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να καταλύει το κράτος, εξ ου και ο τίτλος πιο πάνω, «ο περί οδοφραγμάτων νόμος».

Ποιος νόμος διέπει τα οδοφράγματα; Επιτρέπονται οδοφράγματα σε ελεύθερη χώρα; Αν υπάρχουν, αφού δεν τα τοποθέτησε το επίσημο κράτος, τα τοποθέτησαν παράνομοι σ’ αυτό το κράτος, που τα κλείνουν όποτε θέλουν και τα ανοίγουν όποτε θέλουν, απόδειξη το καταραμένο τότε άνοιγμά τους από τον Ντεκτάς και όχι από την Κυπριακή Δημοκρατία. Ποιος λοιπόν παρανομεί και παίρνει το νόμο στα χέρια του; Πρώτα πρώτα το παράνομο καθεστώς της κατεχόμενης Κύπρου, και δεύτερο, το  ίδιο το κράτος μας που υπάκουσε τότε στα προστάγματα Ντεκτάς, και τώρα ανέχεται την ύπαρξή τους, με τουρκοκυπριακά αυτοκίνητα παράνομα εγγεγραμμένα να κυκλοφορούν στους δρόμους της Δημοκρατίας, χωρίς να πληρώνουν άδειες κυκλοφορίας. Μπαινοβγαίνουν οι Τουρκοκύπριοι, εργάζονται στις οικοδομές πολλοί, στις ελεύθερες περιοχές, πληρώνονται τα μεροκάματά τους, τα νοσοκομεία είναι γεμάτα από τουρκοκύπριους με δωρεάν περίθαλψη, δεν ακούσαμε όμως ποτέ αν υπέβαλαν καμιά φορά συμπληρωμένη τη δήλωση του φόρου εισοδήματός τους, να μάθουμε πόση είναι η συνεισφορά τους στο κρατικό ταμείο. Το μόνο που πληροφορούμαστε είναι πόσα πληρώνουμε γι’ αυτούς στις συντάξεις και στα νοσοκομεία, πόσα αγοράζουμε απ’ αυτούς το ηλεκτρικό ρεύμα, που μας στοίχισε και ακόμα στοιχίζει, χωρίς να ξεχνάμε από την τελευταία σκοτοδίνη μας οι απλοί πολίτες πως οποιαδήποτε ώρα, ένα τουρκικό δακτυλάκι κάπου να μπει, μας βυθίζει στα τάρταρα. Αυτά παθαίνουμε σαν εξαρτιόμαστε από τους εχθρούς, που δε λέμε να τους πούμε εχθρούς της πατρίδας.

Από τις δηλώσεις του ο Πρόεδρος μας έδωσε να καταλάβουμε πως ο επίσκοπος φταίει, που εμποδίζει τη ροή του οδοφράγματος (ωραίο το «ροή» τώρα και με τις βροχές) και πως τέτοιες πράξεις θα ρίψουν τους τουρκοκυπρίους στην αγκαλιά της Τουρκίας.  (Η Τουρκία τους περιμένει να παν, δεν τους ανακάλυψε, δεν ήρθε εδώ η ίδια να τους αγκαλιάσει και να τους πνίξει στα φιλιά της). Ακόμα, λέει ο πρόεδρος, πως τώρα οι προοδευτικοί τουρκοκύπριοι έχουν εμπιστοσύνη σ’ αυτή την κυβέρνηση κι έτσι που πάμε με τέτοια μυαλά, θα την χάσουν κι αυτοί. Διερωτάται βέβαια κανείς για πόσους μιλάμε, για να στηρίζει πάνω τους την αποτυχημένη ήδη πολιτική του, απόδειξη όσα έγιναν με τον Ταλάτ, καλός καλός και μας βγήκε...

Οι προεδρικές ιδεοληψίες βλάπτουν σοβαρά την ψυχική υγεία. Από την άλλη, ευτυχώς όμως που τα λέει, για να μετρούμε τα υπόγεια επίπεδα και να βυθομετρούμε την μηδενική ελληνικότητα, (εθνικιστικές κορώνες, θα τις έλεγε).

Ακόμα και στους φαντάρους της ΕΛΔΥΚ πήγε να διακηρύξει πως μόνο η γλώσσα κι η θρησκεία είναι διαφορετικές με τους τουρκοκυπρίους! Κατά τα άλλα, έχουμε περισσότερα κοινά με το σύνοικο στοιχείο παρά διαφορές. Για να μη νομίζει ο κάθε ελδυκάριος από την Κρήτη και τη Ρόδο πως έχουμε μαζί  του ομοιότητες. Λάθος τους να νομίζουν πως ανήκουμε στο ίδιο έθνος. Εμείς μοιάζουμε με τον Άσατ και τους τουρκοκύπριους.

Και καλό πάσχα!         
(«Τι πάσχα, τι μπαϊράμι! Είν’ αδέλφια δίδυμα!», όπως είπε.)

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Σημειώσεις στο έργο του Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη, Ο πορτοκαλόκηπος



Στέλιου Παπαντωνίου , σημειώσεις στο έργο του
Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη, Ο πορτοκαλόκηπος
Από την έκδοση του Υπουργείου Παιδείας της  Κύπρου



[Το παρακάτω διήγημα προέρχεται από τη συλλογή  Σκληροί καιροί  (1963). Αν και βασίζεται σε πραγματικό περιστατικό (τη δολοφονία  σε διαδήλωση του σημαιοφόρου του Γυμνασίου Αμμοχώστου Πετράκη  Γιάλλουρου από τις βρετανικές αποικιακές δυνάμεις στις 7.02.1956),  δεν αποτελεί χρονικό· εστιάζει μάλιστα περισσότερο στη φυσιογνωμία  του πατέρα, προσφέροντας ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του Κύπριου χωρικού της εποχής και ένα διαχρονικό σύμβολο του ανθρώπου που έχει δεθεί αξεδιάλυτα με τον τόπο και τη μοίρα του.]


Ο τόπος σε τούτη την ακτή της Κύπρου είναι ευλογημένος. Γη αμμουδερή, ελαφριά, καλό νερό, κι η ανάσα της θάλασσας που γλυκαίνει τις χειμωνιάτικες παγωνιές. Ό,τι χρειάζεται για
ν’ αναστήσεις πορτοκαλιές. Περβολότοπος. Μια καταπράσινη λουρίδα που ζώνει το χρυσάφι της αμμουδιάς σ’ όλο το ημικύκλιο του κόλπου για να σβήσει στα κατσάβραχα του κάβου. Τον Μάρτη σαν τύχει να φυσάει απόγι, ο αέρας της θάλασσας, ώς την είσοδο του κόλπου, δυο μίλια απόσταση, μοσχοβολάει ανθό.

Η παραγραφος αναπτύσσεται με αιτιολόγηση. Αιτιολογεί γιατί δήλωσε ότι είναι ευλογημένος τόπος. Απόγι= αέρας από τη γη, κάβος= ακρωτήρι

Ν’ αναστήσεις πορτοκαλιές είν’ ένας λόγος. Το πώς όμως ο  λόγος αυτός γίνεται πραγματικότητα το ξέρουν μόνο οι άνθρωποι που, σαν τον Πετρή, σφιχτόδεσαν για μιαν ολάκερη ζωή το μόχθο τους με το χώμα και με το δέντρο σε βαθμό που δεν ξεχωρίζουν τα
τρία αυτά βασικά συστατικά ενός περβολιού. Έτσι τον ανάστησε τον πορτοκαλόκηπό του ο Πετρής, στην άκρη της πράσινης λουρίδας, απάνω στο σύνορο προς τον κάβο. (κατακλείδα)

Η παράγραφος αναπτύσσεται με αντίθεση του λόγου με την πραγματικότητα. Ο συγγραφέας αρχίζει τη δέση των πρωταγωνιστών του και πρώτα τη δέση ανθρώπου με πορτοκαλόκηπο.

Όταν ξεχώρισε απ’ το πατρικό του κι έβαλε μπρος δουλειά για να κάμει το δικό του κτήμα ήτανε κάπως προχωρημένος στα χρόνια, σχεδόν τριαντάρης. Δεν στάθηκε βολετό να πάρει νωρίτερα το δικό του δρόμο γιατ’ είχε ν’ αποκαταστήσει δυο αδερφές, που μεγαλοπαντρεύτηκαν.  Ωστόσο δεν βαρυγκόμησε ποτέ του ο  Πετρής. Όχι πως ήτανε καλόψυχος ή καν πως νοιάζονταν να μην αφήσει τους άλλους απροστάτευτους. Όχι. Ο Πετρής ήταν από  κείνους τους στωικούς ανθρώπους, που ακολουθούν ατάραχοι κι αποφασιστικοί την πορεία που έχει προδιαγράψει στη μοίρα τους η ζωή, και που η ικανότητά τους να ζούνε τη ζωή τους δίχως να δίνουν σημασία σε κανένανε κάνει τους άλλους να τους σέβουνται.
 Βαρύς, αμίλητος, δουλευτής, ακολούθησε την προαιώνια πορεία της ράτσας του γιατί έτσι τήνε βρήκε. Νοικοκύρεψε τις  αδερφές, μοιράζοντάς τους το πατρικό κτήμα και την ευθύνη να
γεροκομήσουνε τους γέρους, κι απέ, δίχως να πάρει μιας ημέρας ανάσα, έβαλε το σταυρό του, έφτυσε στις χούφτες του κι άρχισε τσάπισμα για να δεντροφυτέψει τη δική του γη.

Χαρακτηριστικά της εποχής, πατριαρχική οικογένεια, υποχρεώσεις ανδρών και γυναικών.
Χαρακτηριστικά του Πετρή. Ο στωικός αναλύεται ως ο ατάραχος που ακολουθεί τη μοίρα του.

Φύτεψε, μπόλιασε, περίφραξε, έχτισ’ ένα σπιτάκι και παντρεύτηκε. Τι σημασία έχει  αν ξεκίνησε στα τριάντα αντί να ξεκινήσει στα είκοσι. Πάλε η πορεία ήταν η ίδια, ακόμα κι η εσωτερική πορεία, το σφιχτοδέσιμο της ψυχής του με τούτο το χώμα, με τούτα τα δέντρα, να μην ξεχωρίζει τον δικό του μόχθο από τον μόχθο του νέου δεντρού, που αγωνίζεται να ριζώσει, τον δικό του πόνο από τον πόνο του δέντρου, που το χτύπησε η αρρώστια, ν’ ακούει μέσα στον  ύπνο του τον σφυγμό των δέντρων του, και να νιώθει ο ίδιος μιαν ευφροσύνη γιατί χόρτασαν εκείνα το νερό.
Η δέση συνεχίζεται με το συναισθηματικό δέσιμο του ανθρώπου  με τη γη του και τα δέντρα του

Ωστόσο το καθυστερημένο ξεκίνημα γίνηκε αφορμή να παραλλάξει η πορεία του απ’ το συνηθισμένο πάνω σ’ ένα σημείο. Ο Πετρής είχε περάσει τα τριανταπέντε όταν η γυναίκα του,
τριαντάρα σχεδόν κι εκείνη, γέννησε το πρώτο τους παιδί. Ένα  αγόρι. Άλλο παιδί δεν έκαμαν. Κι απάνω σ’ αυτό το αγόρι, τον Αρτέμη, απίθωσαν οι μεσόκοποι γονιοί κάτι πρωτοφάνερα γι’
αυτούς αισθήματα, που τα κρατούσαν μέσα τους αξεδιάλυτα, μα που έβαλαν μεσ’ στην ψυχή της μάνας τον σπόρο μιας απέραντης  στοργής και στο μυαλό του Πετρή κάτι καινούριες ιδέες. Έτσι ο Αρτέμης, ο μοναχογιός, πήρε από τη μάνα του χάδια ασυνήθιστα στους ανθρώπους της ράτσας του, κι απ’ τον Πετρή την άδεια να πάει στο Γυμνάσιο, στην πόλη, μιαν ώρα δρόμο απ’ το χωριό. Κι ούτε που σταμάτησαν ώς εδώ οι καινούριες ιδέες μέσ’ στο μυαλό του Πετρή, παρά έβαλε σκοπό να στείλουν τον Αρτέμη να σπουδάσει σα θα τέλειωνε το Γυμνάσιο. Όμως γι’ αυτό το  ζήτημα δεν έκαμε ποτέ του λόγο· ούτε και στον ίδιο τον εαυτό του το μολογούσε σαν οριστικό, μόνο «ας τελειώσει και βλέπουμε», έλεγε μέσα του, κράταγε μετέωρο για μια στιγμή το χέρι του, που δούλευε με το κλαδευτήρι, ένα χαμόγελο τρεμούλιαζε μέσα στα
μάτια του, και ξανάπιανε το κλάδεμα.

Η οικογένεια που δημιουργούν είναι πυρηνική, πατέρας μητέρα παιδί, ο πυρήνας. Η αγάπη των γονιών στο παιδί, αλλά και συμπεράσματά μας για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τότε, με αυστηρότητα. Ο Αρτέμης πήρε χάδια ασυνήθιστα στους ανθρώπους της ράτσας του.

Τώρα ο κόσμος του Πετρή γίνηκε αλλόκοτος έτσι που μοιράζονταν ανάμεσα στην ασάλευτη αφοσίωσή του στο κτήμα και στα ονειροπολήματά του για τον Αρτέμη. Σα να ζούσε δυο
ζωές, που μέσα στην πρωτόγονη σκέψη του δεν είχανε κοινό σημείο επαφής μα που ωστόσο δεν γίνονταν αφορμή διχασμού. Τα ονειροπολήματά άνοιξαν μόνο ένα παράθυρο απ’ όπου κάποιο νέο φως πλημμύριζε την καρδιά του Πετρή.
Έτσι κύλησαν τα χρόνια. Οι πορτοκαλιές άπλωσαν κλώνους, έσμιξαν τις φυλλωσιές τους, κι ο Αρτέμης γίνηκε δεκαοχτώ χρονώ τελειόφοιτος. Ένα μελαχρινό παλληκάρι, συμπυκνωμένο,
λιγομίλητο, ίδιος ο πατέρας του. Όσο μεγάλωνε και πρόκοβε ο Αρτέμης, το φως στην καρδιά του Πετρή απλώνονταν με μιαν ήσυχη βεβαιότητα κι ήτανε σαν η προκοπή του παιδιού να
επισφράγιζε τη δική του προκοπή στο κτήμα.

Στα υπογραμμισμένα έχουμε τη δέση του πρωταγωνιστή  Πετρή με τις δυο του αγάπες, γιο και περβόλι. 

Ωστόσο, τον τελευταίο καιρό ένας καινούριος άνεμος πήρε να  φυσάει, που ξεσήκωσε τα φρένα των ανθρώπων. Σαν ένα μήνυμα διάχυτο και συγκλονιστικό, από τα βάθη των καιρών, να λέει πως έφτασεν η ώρα, και τους καλούς νησιώτες δεν τους χωρούσαν  πια τα πλαίσια της καθημερινότητας. Στα καφενεία, στην αγορά, στα σπίτια, στους τόπους της δουλειάς, στα σχολεία, ένα κύμα συναγερμού, προσδοκίας, διεκδίκησης ύψωσε τις ψυχές απάνω από
τη λογική των συμβιβασμών και της ρουτίνας. Οι νέοι ζώστηκαν την πανοπλία του ενθουσιασμού τους κι αποζητούσαν ευκαιρίες αυτοθυσίας. Πήγαιναν, έρχονταν, συνάγονταν παράμερα και σιγοκουβεντιάζαν, κι άξαφνα πήδαγαν στα ποδήλατα και  τραβούσαν για την πόλη. Μαζί τους κι ο Αρτέμης.

Όλη η παράγραφος περιγράφει και αναλύει τα χαρακτηριστικά του αγώνα της ΕΟΚΑ και της Κύπρου το 1955. Μπορείτε να βρείτε τουλάχιστο δεκαπέντε χαρακτηριστικά, αφού κάθε λέξη έχει τη θέση και το νόημά της. Η αλλαγή που φέρει η επαναστατικότητα, διαχέεται σε όλη την Κύπρο και τη συγκλονίζει, έξω από τα καθημερινά, ζητούν τα δικαιώματά τους, ανυψώνονται πνευματικά, ενθουσιασμένοι, θυσιάζονται για την ελευθερία, σε μια μυστική σχέση με τους άλλους πατριώτες, μυστική οργάνωση , και αιφνιδιαστικές ενέργειες εναντίον του εχθρού.

Ο Πετρής ψυχανεμίστηκε με το πρώτο. Ωστόσο σώπαινε, κι  όπως το αγρίμι οσμίζονταν στον αέρα την επερχόμενη καταιγίδα.  Γεμάτος επιφύλαξη, περίμενε και παρακολουθούσε τον Αρτέμη. Όμως μια μέρα, που η γυναίκα του δοκίμασε να του πει τους φόβους της για το παιδί, που δεν συμμαζεύονταν, την αποπήρε.«Άσε τον. Ξέρει τι κάνει. Τι θες, να κόψει πίσω, κοτζάμ άντρας, και να χωθεί πίσω απ’ τα φουστάνια σου;». Ύστερα αρχίνησε σιγά σιγά να δαμάζει τις επιφυλάξεις του κάποιο συναίσθημα πως όλος ετούτος ο ξεσηκωμός γύρω του  ήτανε σα να ξεπηδούσε από τις ρίζες της δικής του ύπαρξης, από βαθιά, πολύ βαθιά, από ’κεί που αντλούσε τους χυμούς της η συνείδηση του εθνισμού του.

Η αντίδραση του πατέρα και της μητέρας όταν αντιλήφθηκαν πως ο γιος τους μετέχει στην οργάνωση. Στον πατέρα δίνεται ευκαιρία να συνειδητοποιήσει πως είναι και ο ίδιος άνθρωπος με πατριωτικά αισθήματα, όπως στον Αποχαιρετισμό του Ρίτσου, ο πατέρας θα αναγνωρίσει το γιο από τις χοντρές ελληνικές κοκάλες του, όμοιες με τις δικές του.

Μιαν ηλιόλουστη φθινοπωρινή μέρα ο Πετρής κάθονταν στο κατώφλι του και διόρθωνε το θειαφιστήρι του, να το ’χει έτοιμο για να θειαφίσει* μόλις θα ’βρισκε κατάλληλο καιρό,
όταν άνοιξε με ορμή η καγκελόπορτα του περβολιού και μπήκανε λαχανιασμένα δυο παλληκαράκια, που ήρτανε και στάθηκαν ομπρός του και στριφογύριζαν με αμηχανία στα χέρια τους τα σχολικά τους κασκέτα. Ο Πετρής αλαφιάστηκε μα δεν τ’ απόδειξε, μόνο τους κοίταγε και περίμενε να μιλήσουν. Τέλος, το ένα απ’ τα παιδιά, ξεχνώντας τα λόγια που φαίνεται να είχε προετοιμάσει, είπε βιαστικά κι ασύνδετα όλη την ιστορία: Οι μαθητές είχαν κατέβει σε διαδήλωση. Ρίχτηκαν πυροβολισμοί από τις «δυνάμεις  ασφαλείας». Ο Αρτέμης, που πήγαινε εμπρός με τη σημαία, έπεσε. «Πληγώθηκαν κι άλλοι δυο, όμως ο Αρτέμης... έπεσε!», ξανά ’πε
το παιδί γοερά.  

Το διήγημα οδηγήθηκε στην κορύφωσή του με την αναγγελία του θανάτου του Αρτέμη.

Ο Πετρής κατάλαβε και βρέθηκε μεμιάς όρθιος. Μια πύρινη  κολόνα θυμού υψώθηκε μέσα του και τριζοβολούσε. Η μάνα, που  βρίσκονταν μέσα στο σπίτι κι άκουγε, έσυρε μια φωνή κι έκαμε να  χυθεί όξω. Όμως ο Πετρής άπλωσε το χέρι του και την αντίκοψε.  Κι αγκαλιάζοντάς τηνε με μια τρυφερότητα πρωτοφάνερη την έβαλε να καθίσει. Όλα όσα ακολουθήσανε κείνη τη μέρα και την άλλη, ήτανε για τον Πετρή σα να γίνονταν μέσα σε μια ξέχωρη περιοχή της  ζωής του, σε μια περιοχή όπου τίποτα δεν τελειώνει και τίποτα  δεν αρχίζει, γιατί η στιγμή, η κάθε στιγμή, είναι τόσο κορεσμένη από εσωτερικό κραδασμό, που γεμίζει, μοναδική και κυρίαρχη,
τα πάντα. Μέσα στη συντριβή του ένιωθε σα μεταρσιωμένος* από μιαν υπερβατική κι απροσδιόριστη ταύτιση του δικού του δράματος με το συνολικό παλμό γύρω του.

Οι αντιδράσεις μητέρας και πατέρα στο θάνατο του παιδιού τους. Ο πατέρας οργίζεται, η μάνα φωνάζει, ο πατέρας της συμπαρίσταται και συγκινημένος και πνευματικά υπερυψωμένος ενώνεται με τον πατριωτικό παλμό των συγχρόνων του.

Όμως μετά την ταφή του Αρτέμη ήρτε η νύχτα κι ο κόσμος άρχισε διακριτικά, μ’ ένα σφίξιμο χεριού, μ’ ένα λόγο καλό, να φεύγει. Ώσπου, περασμένα μεσάνυχτα, οι δυο γερασμένοι γονιοί
απόμειναν μόνοι, δίχως παραστεκάμενους στο σπαραγμό τους. Ο Πετρής ένιωσε τότε σα να προσγειώθηκε στη γνώριμη περιοχή της καθημερινής ζωής. Γύρισε και κοίταξε τη μάνα, που καθόταν βουβή με διπλωμένες τις άχρηστες πια φτερούγες της στοργής της, κι ένιωσε πάλε κείνη την τρυφερότητα μέσ’ στην καρδιά του και στις παλάμες του ένα μερμήγκισμα από συγκρατημένο χάδι. Ύστερα κείνη, αποκαμωμένη, έγειρε τάχα να κοιμηθεί· κι ο Πετρής, που δεν τόνε χωρούσε ο τόπος, άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο περβόλι.

Η μάνα μια αγάπη είχε, το γιο, τον έχασε και μαζί του κάθε αγάπη για τη ζωή. Ο πατέρας βρίσκει καταφύγιο στον πορτοκαλόκηπο.

Η ζωντανή παρουσία των δέντρων του, η γνώριμη ανασεμιά τους κάτω απ’ την αστροφεγγιά, τόνε παράσυραν όπως πάντα μέσα στη δικιά τους τροχιά. Ήταν η γλυκύτατη ώρα που προμηνάει τη χαραυγή. Ο γρύλος κεντούσε το κέντημα της τρίλιας του πάνω στον πέπλο
της σιωπής. Μια κότα φτεράκιασε μέσ’ στο κοτέτσι. Από πέρα ακούστηκε μουκάνισμα βοδιού. Ύστερα ο ορίζοντας πήρε να ροδίζει κι ο Πετρής πρόσεξε πως ο καιρός ήταν ξερός και ήσυχος.
«Καιρός για θειάφισμα», σκέφτηκε· κι ο δουλευτής, που ξύπνησε μέσα του, συνδέοντας αυθόρμητα τη σκέψη με την πράξη, πήγε στην παράγκα όπου είχε συγυρισμένα τα σύνεργά του, πήρε το θειαφιστήρι κι αρχίνησε δουλειά. Το θειαφιστήρι γέμισε τη σιωπή της ορθρινής ώρας μ’ ένα παράξενο ήχο, που έμοιαζε σαν επίμονο και ρυθμικό αγκομαχητό  ζωντανού, κι ήταν σα να καλούσε τον ήλιο καθώς δυνάμωνε κι απλωνόταν το φως της αυγής για να δώσει στο καθετί ένα εξαίσιο νόημα.

Πριν έρθουν τα μηνύματα για το θάνατο του παιδιού του, ο Πετρής ασχολούνταν με το θειαφιστήρι του. Θάβει το παιδί του, και θυμάται το θειαφιστήρι, το παίρνει κι αρχίζει δουλειά. Η ζωή συνεχίζεται. Τώρα μπορούμε να μιλούμε για τη στωικότητα του ήρωά μας, που αποδέχτηκε τη μοίρα.
 Το διήγημα οδηγήθηκε στη λύση του.
Στις τελευταίες γραμμές έχουμε το φως που ανατέλλει, την καινούργια μέρα που αρχίζει, το φως δίνει στα πράγματα το νόημά τους, αφού στο σκοτάδι δεν τα διακρίνουμε καν, ίσως να είναι και ανύπαρκτα ως αόρατα.
Στο τέλος μπορούμε και να βρούμε τα εκφραστικά μέσα του συγγραφέα, παρομοίωση, μεταφορά, προσωποποίηση, εικόνες, επίθετα.