Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Ο περί οδοφραγμάτων νόμος


Ο περί οδοφραγμάτων νόμος

του Στέλιου Παπαντωνίου

Ο ταλαιπωρηθείς από το παράνομο καθεστώς Έρογλου επίσκοπος Καρπασίας είδε κι απόειδε, πήρε μαζί του δυο τρεις ιερείς,  κι αποφάσισε να διαμαρτυρηθεί δυναμικά,  κλείοντας το οδόφραγμα του αγίου Δομετίου για μιάμιση ώρα, αφού δεν του επιτρέπει το κατοχικό καθεστώς να μεταβαίνει στην Καρπασία,  όπου οι τριακόσιοι των Θερμοπυλών μας  Έλληνες Χριστιανοί  έχουν ανάγκη την ηθική ή άλλη συμπαράστασή του, γιορτάρες μέρες.

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, αντιδρώντας στην ενέργεια του επισκόπου, μας είπε πως πρόκειται για ιδιορρυθμίες και ιδιοτροπίες. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε πως δεν δικαιούται κανένας να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να καταλύει το κράτος, εξ ου και ο τίτλος πιο πάνω, «ο περί οδοφραγμάτων νόμος».

Ποιος νόμος διέπει τα οδοφράγματα; Επιτρέπονται οδοφράγματα σε ελεύθερη χώρα; Αν υπάρχουν, αφού δεν τα τοποθέτησε το επίσημο κράτος, τα τοποθέτησαν παράνομοι σ’ αυτό το κράτος, που τα κλείνουν όποτε θέλουν και τα ανοίγουν όποτε θέλουν, απόδειξη το καταραμένο τότε άνοιγμά τους από τον Ντεκτάς και όχι από την Κυπριακή Δημοκρατία. Ποιος λοιπόν παρανομεί και παίρνει το νόμο στα χέρια του; Πρώτα πρώτα το παράνομο καθεστώς της κατεχόμενης Κύπρου, και δεύτερο, το  ίδιο το κράτος μας που υπάκουσε τότε στα προστάγματα Ντεκτάς, και τώρα ανέχεται την ύπαρξή τους, με τουρκοκυπριακά αυτοκίνητα παράνομα εγγεγραμμένα να κυκλοφορούν στους δρόμους της Δημοκρατίας, χωρίς να πληρώνουν άδειες κυκλοφορίας. Μπαινοβγαίνουν οι Τουρκοκύπριοι, εργάζονται στις οικοδομές πολλοί, στις ελεύθερες περιοχές, πληρώνονται τα μεροκάματά τους, τα νοσοκομεία είναι γεμάτα από τουρκοκύπριους με δωρεάν περίθαλψη, δεν ακούσαμε όμως ποτέ αν υπέβαλαν καμιά φορά συμπληρωμένη τη δήλωση του φόρου εισοδήματός τους, να μάθουμε πόση είναι η συνεισφορά τους στο κρατικό ταμείο. Το μόνο που πληροφορούμαστε είναι πόσα πληρώνουμε γι’ αυτούς στις συντάξεις και στα νοσοκομεία, πόσα αγοράζουμε απ’ αυτούς το ηλεκτρικό ρεύμα, που μας στοίχισε και ακόμα στοιχίζει, χωρίς να ξεχνάμε από την τελευταία σκοτοδίνη μας οι απλοί πολίτες πως οποιαδήποτε ώρα, ένα τουρκικό δακτυλάκι κάπου να μπει, μας βυθίζει στα τάρταρα. Αυτά παθαίνουμε σαν εξαρτιόμαστε από τους εχθρούς, που δε λέμε να τους πούμε εχθρούς της πατρίδας.

Από τις δηλώσεις του ο Πρόεδρος μας έδωσε να καταλάβουμε πως ο επίσκοπος φταίει, που εμποδίζει τη ροή του οδοφράγματος (ωραίο το «ροή» τώρα και με τις βροχές) και πως τέτοιες πράξεις θα ρίψουν τους τουρκοκυπρίους στην αγκαλιά της Τουρκίας.  (Η Τουρκία τους περιμένει να παν, δεν τους ανακάλυψε, δεν ήρθε εδώ η ίδια να τους αγκαλιάσει και να τους πνίξει στα φιλιά της). Ακόμα, λέει ο πρόεδρος, πως τώρα οι προοδευτικοί τουρκοκύπριοι έχουν εμπιστοσύνη σ’ αυτή την κυβέρνηση κι έτσι που πάμε με τέτοια μυαλά, θα την χάσουν κι αυτοί. Διερωτάται βέβαια κανείς για πόσους μιλάμε, για να στηρίζει πάνω τους την αποτυχημένη ήδη πολιτική του, απόδειξη όσα έγιναν με τον Ταλάτ, καλός καλός και μας βγήκε...

Οι προεδρικές ιδεοληψίες βλάπτουν σοβαρά την ψυχική υγεία. Από την άλλη, ευτυχώς όμως που τα λέει, για να μετρούμε τα υπόγεια επίπεδα και να βυθομετρούμε την μηδενική ελληνικότητα, (εθνικιστικές κορώνες, θα τις έλεγε).

Ακόμα και στους φαντάρους της ΕΛΔΥΚ πήγε να διακηρύξει πως μόνο η γλώσσα κι η θρησκεία είναι διαφορετικές με τους τουρκοκυπρίους! Κατά τα άλλα, έχουμε περισσότερα κοινά με το σύνοικο στοιχείο παρά διαφορές. Για να μη νομίζει ο κάθε ελδυκάριος από την Κρήτη και τη Ρόδο πως έχουμε μαζί  του ομοιότητες. Λάθος τους να νομίζουν πως ανήκουμε στο ίδιο έθνος. Εμείς μοιάζουμε με τον Άσατ και τους τουρκοκύπριους.

Και καλό πάσχα!         
(«Τι πάσχα, τι μπαϊράμι! Είν’ αδέλφια δίδυμα!», όπως είπε.)

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Σημειώσεις στο έργο του Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη, Ο πορτοκαλόκηπος



Στέλιου Παπαντωνίου , σημειώσεις στο έργο του
Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη, Ο πορτοκαλόκηπος
Από την έκδοση του Υπουργείου Παιδείας της  Κύπρου



[Το παρακάτω διήγημα προέρχεται από τη συλλογή  Σκληροί καιροί  (1963). Αν και βασίζεται σε πραγματικό περιστατικό (τη δολοφονία  σε διαδήλωση του σημαιοφόρου του Γυμνασίου Αμμοχώστου Πετράκη  Γιάλλουρου από τις βρετανικές αποικιακές δυνάμεις στις 7.02.1956),  δεν αποτελεί χρονικό· εστιάζει μάλιστα περισσότερο στη φυσιογνωμία  του πατέρα, προσφέροντας ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του Κύπριου χωρικού της εποχής και ένα διαχρονικό σύμβολο του ανθρώπου που έχει δεθεί αξεδιάλυτα με τον τόπο και τη μοίρα του.]


Ο τόπος σε τούτη την ακτή της Κύπρου είναι ευλογημένος. Γη αμμουδερή, ελαφριά, καλό νερό, κι η ανάσα της θάλασσας που γλυκαίνει τις χειμωνιάτικες παγωνιές. Ό,τι χρειάζεται για
ν’ αναστήσεις πορτοκαλιές. Περβολότοπος. Μια καταπράσινη λουρίδα που ζώνει το χρυσάφι της αμμουδιάς σ’ όλο το ημικύκλιο του κόλπου για να σβήσει στα κατσάβραχα του κάβου. Τον Μάρτη σαν τύχει να φυσάει απόγι, ο αέρας της θάλασσας, ώς την είσοδο του κόλπου, δυο μίλια απόσταση, μοσχοβολάει ανθό.

Η παραγραφος αναπτύσσεται με αιτιολόγηση. Αιτιολογεί γιατί δήλωσε ότι είναι ευλογημένος τόπος. Απόγι= αέρας από τη γη, κάβος= ακρωτήρι

Ν’ αναστήσεις πορτοκαλιές είν’ ένας λόγος. Το πώς όμως ο  λόγος αυτός γίνεται πραγματικότητα το ξέρουν μόνο οι άνθρωποι που, σαν τον Πετρή, σφιχτόδεσαν για μιαν ολάκερη ζωή το μόχθο τους με το χώμα και με το δέντρο σε βαθμό που δεν ξεχωρίζουν τα
τρία αυτά βασικά συστατικά ενός περβολιού. Έτσι τον ανάστησε τον πορτοκαλόκηπό του ο Πετρής, στην άκρη της πράσινης λουρίδας, απάνω στο σύνορο προς τον κάβο. (κατακλείδα)

Η παράγραφος αναπτύσσεται με αντίθεση του λόγου με την πραγματικότητα. Ο συγγραφέας αρχίζει τη δέση των πρωταγωνιστών του και πρώτα τη δέση ανθρώπου με πορτοκαλόκηπο.

Όταν ξεχώρισε απ’ το πατρικό του κι έβαλε μπρος δουλειά για να κάμει το δικό του κτήμα ήτανε κάπως προχωρημένος στα χρόνια, σχεδόν τριαντάρης. Δεν στάθηκε βολετό να πάρει νωρίτερα το δικό του δρόμο γιατ’ είχε ν’ αποκαταστήσει δυο αδερφές, που μεγαλοπαντρεύτηκαν.  Ωστόσο δεν βαρυγκόμησε ποτέ του ο  Πετρής. Όχι πως ήτανε καλόψυχος ή καν πως νοιάζονταν να μην αφήσει τους άλλους απροστάτευτους. Όχι. Ο Πετρής ήταν από  κείνους τους στωικούς ανθρώπους, που ακολουθούν ατάραχοι κι αποφασιστικοί την πορεία που έχει προδιαγράψει στη μοίρα τους η ζωή, και που η ικανότητά τους να ζούνε τη ζωή τους δίχως να δίνουν σημασία σε κανένανε κάνει τους άλλους να τους σέβουνται.
 Βαρύς, αμίλητος, δουλευτής, ακολούθησε την προαιώνια πορεία της ράτσας του γιατί έτσι τήνε βρήκε. Νοικοκύρεψε τις  αδερφές, μοιράζοντάς τους το πατρικό κτήμα και την ευθύνη να
γεροκομήσουνε τους γέρους, κι απέ, δίχως να πάρει μιας ημέρας ανάσα, έβαλε το σταυρό του, έφτυσε στις χούφτες του κι άρχισε τσάπισμα για να δεντροφυτέψει τη δική του γη.

Χαρακτηριστικά της εποχής, πατριαρχική οικογένεια, υποχρεώσεις ανδρών και γυναικών.
Χαρακτηριστικά του Πετρή. Ο στωικός αναλύεται ως ο ατάραχος που ακολουθεί τη μοίρα του.

Φύτεψε, μπόλιασε, περίφραξε, έχτισ’ ένα σπιτάκι και παντρεύτηκε. Τι σημασία έχει  αν ξεκίνησε στα τριάντα αντί να ξεκινήσει στα είκοσι. Πάλε η πορεία ήταν η ίδια, ακόμα κι η εσωτερική πορεία, το σφιχτοδέσιμο της ψυχής του με τούτο το χώμα, με τούτα τα δέντρα, να μην ξεχωρίζει τον δικό του μόχθο από τον μόχθο του νέου δεντρού, που αγωνίζεται να ριζώσει, τον δικό του πόνο από τον πόνο του δέντρου, που το χτύπησε η αρρώστια, ν’ ακούει μέσα στον  ύπνο του τον σφυγμό των δέντρων του, και να νιώθει ο ίδιος μιαν ευφροσύνη γιατί χόρτασαν εκείνα το νερό.
Η δέση συνεχίζεται με το συναισθηματικό δέσιμο του ανθρώπου  με τη γη του και τα δέντρα του

Ωστόσο το καθυστερημένο ξεκίνημα γίνηκε αφορμή να παραλλάξει η πορεία του απ’ το συνηθισμένο πάνω σ’ ένα σημείο. Ο Πετρής είχε περάσει τα τριανταπέντε όταν η γυναίκα του,
τριαντάρα σχεδόν κι εκείνη, γέννησε το πρώτο τους παιδί. Ένα  αγόρι. Άλλο παιδί δεν έκαμαν. Κι απάνω σ’ αυτό το αγόρι, τον Αρτέμη, απίθωσαν οι μεσόκοποι γονιοί κάτι πρωτοφάνερα γι’
αυτούς αισθήματα, που τα κρατούσαν μέσα τους αξεδιάλυτα, μα που έβαλαν μεσ’ στην ψυχή της μάνας τον σπόρο μιας απέραντης  στοργής και στο μυαλό του Πετρή κάτι καινούριες ιδέες. Έτσι ο Αρτέμης, ο μοναχογιός, πήρε από τη μάνα του χάδια ασυνήθιστα στους ανθρώπους της ράτσας του, κι απ’ τον Πετρή την άδεια να πάει στο Γυμνάσιο, στην πόλη, μιαν ώρα δρόμο απ’ το χωριό. Κι ούτε που σταμάτησαν ώς εδώ οι καινούριες ιδέες μέσ’ στο μυαλό του Πετρή, παρά έβαλε σκοπό να στείλουν τον Αρτέμη να σπουδάσει σα θα τέλειωνε το Γυμνάσιο. Όμως γι’ αυτό το  ζήτημα δεν έκαμε ποτέ του λόγο· ούτε και στον ίδιο τον εαυτό του το μολογούσε σαν οριστικό, μόνο «ας τελειώσει και βλέπουμε», έλεγε μέσα του, κράταγε μετέωρο για μια στιγμή το χέρι του, που δούλευε με το κλαδευτήρι, ένα χαμόγελο τρεμούλιαζε μέσα στα
μάτια του, και ξανάπιανε το κλάδεμα.

Η οικογένεια που δημιουργούν είναι πυρηνική, πατέρας μητέρα παιδί, ο πυρήνας. Η αγάπη των γονιών στο παιδί, αλλά και συμπεράσματά μας για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τότε, με αυστηρότητα. Ο Αρτέμης πήρε χάδια ασυνήθιστα στους ανθρώπους της ράτσας του.

Τώρα ο κόσμος του Πετρή γίνηκε αλλόκοτος έτσι που μοιράζονταν ανάμεσα στην ασάλευτη αφοσίωσή του στο κτήμα και στα ονειροπολήματά του για τον Αρτέμη. Σα να ζούσε δυο
ζωές, που μέσα στην πρωτόγονη σκέψη του δεν είχανε κοινό σημείο επαφής μα που ωστόσο δεν γίνονταν αφορμή διχασμού. Τα ονειροπολήματά άνοιξαν μόνο ένα παράθυρο απ’ όπου κάποιο νέο φως πλημμύριζε την καρδιά του Πετρή.
Έτσι κύλησαν τα χρόνια. Οι πορτοκαλιές άπλωσαν κλώνους, έσμιξαν τις φυλλωσιές τους, κι ο Αρτέμης γίνηκε δεκαοχτώ χρονώ τελειόφοιτος. Ένα μελαχρινό παλληκάρι, συμπυκνωμένο,
λιγομίλητο, ίδιος ο πατέρας του. Όσο μεγάλωνε και πρόκοβε ο Αρτέμης, το φως στην καρδιά του Πετρή απλώνονταν με μιαν ήσυχη βεβαιότητα κι ήτανε σαν η προκοπή του παιδιού να
επισφράγιζε τη δική του προκοπή στο κτήμα.

Στα υπογραμμισμένα έχουμε τη δέση του πρωταγωνιστή  Πετρή με τις δυο του αγάπες, γιο και περβόλι. 

Ωστόσο, τον τελευταίο καιρό ένας καινούριος άνεμος πήρε να  φυσάει, που ξεσήκωσε τα φρένα των ανθρώπων. Σαν ένα μήνυμα διάχυτο και συγκλονιστικό, από τα βάθη των καιρών, να λέει πως έφτασεν η ώρα, και τους καλούς νησιώτες δεν τους χωρούσαν  πια τα πλαίσια της καθημερινότητας. Στα καφενεία, στην αγορά, στα σπίτια, στους τόπους της δουλειάς, στα σχολεία, ένα κύμα συναγερμού, προσδοκίας, διεκδίκησης ύψωσε τις ψυχές απάνω από
τη λογική των συμβιβασμών και της ρουτίνας. Οι νέοι ζώστηκαν την πανοπλία του ενθουσιασμού τους κι αποζητούσαν ευκαιρίες αυτοθυσίας. Πήγαιναν, έρχονταν, συνάγονταν παράμερα και σιγοκουβεντιάζαν, κι άξαφνα πήδαγαν στα ποδήλατα και  τραβούσαν για την πόλη. Μαζί τους κι ο Αρτέμης.

Όλη η παράγραφος περιγράφει και αναλύει τα χαρακτηριστικά του αγώνα της ΕΟΚΑ και της Κύπρου το 1955. Μπορείτε να βρείτε τουλάχιστο δεκαπέντε χαρακτηριστικά, αφού κάθε λέξη έχει τη θέση και το νόημά της. Η αλλαγή που φέρει η επαναστατικότητα, διαχέεται σε όλη την Κύπρο και τη συγκλονίζει, έξω από τα καθημερινά, ζητούν τα δικαιώματά τους, ανυψώνονται πνευματικά, ενθουσιασμένοι, θυσιάζονται για την ελευθερία, σε μια μυστική σχέση με τους άλλους πατριώτες, μυστική οργάνωση , και αιφνιδιαστικές ενέργειες εναντίον του εχθρού.

Ο Πετρής ψυχανεμίστηκε με το πρώτο. Ωστόσο σώπαινε, κι  όπως το αγρίμι οσμίζονταν στον αέρα την επερχόμενη καταιγίδα.  Γεμάτος επιφύλαξη, περίμενε και παρακολουθούσε τον Αρτέμη. Όμως μια μέρα, που η γυναίκα του δοκίμασε να του πει τους φόβους της για το παιδί, που δεν συμμαζεύονταν, την αποπήρε.«Άσε τον. Ξέρει τι κάνει. Τι θες, να κόψει πίσω, κοτζάμ άντρας, και να χωθεί πίσω απ’ τα φουστάνια σου;». Ύστερα αρχίνησε σιγά σιγά να δαμάζει τις επιφυλάξεις του κάποιο συναίσθημα πως όλος ετούτος ο ξεσηκωμός γύρω του  ήτανε σα να ξεπηδούσε από τις ρίζες της δικής του ύπαρξης, από βαθιά, πολύ βαθιά, από ’κεί που αντλούσε τους χυμούς της η συνείδηση του εθνισμού του.

Η αντίδραση του πατέρα και της μητέρας όταν αντιλήφθηκαν πως ο γιος τους μετέχει στην οργάνωση. Στον πατέρα δίνεται ευκαιρία να συνειδητοποιήσει πως είναι και ο ίδιος άνθρωπος με πατριωτικά αισθήματα, όπως στον Αποχαιρετισμό του Ρίτσου, ο πατέρας θα αναγνωρίσει το γιο από τις χοντρές ελληνικές κοκάλες του, όμοιες με τις δικές του.

Μιαν ηλιόλουστη φθινοπωρινή μέρα ο Πετρής κάθονταν στο κατώφλι του και διόρθωνε το θειαφιστήρι του, να το ’χει έτοιμο για να θειαφίσει* μόλις θα ’βρισκε κατάλληλο καιρό,
όταν άνοιξε με ορμή η καγκελόπορτα του περβολιού και μπήκανε λαχανιασμένα δυο παλληκαράκια, που ήρτανε και στάθηκαν ομπρός του και στριφογύριζαν με αμηχανία στα χέρια τους τα σχολικά τους κασκέτα. Ο Πετρής αλαφιάστηκε μα δεν τ’ απόδειξε, μόνο τους κοίταγε και περίμενε να μιλήσουν. Τέλος, το ένα απ’ τα παιδιά, ξεχνώντας τα λόγια που φαίνεται να είχε προετοιμάσει, είπε βιαστικά κι ασύνδετα όλη την ιστορία: Οι μαθητές είχαν κατέβει σε διαδήλωση. Ρίχτηκαν πυροβολισμοί από τις «δυνάμεις  ασφαλείας». Ο Αρτέμης, που πήγαινε εμπρός με τη σημαία, έπεσε. «Πληγώθηκαν κι άλλοι δυο, όμως ο Αρτέμης... έπεσε!», ξανά ’πε
το παιδί γοερά.  

Το διήγημα οδηγήθηκε στην κορύφωσή του με την αναγγελία του θανάτου του Αρτέμη.

Ο Πετρής κατάλαβε και βρέθηκε μεμιάς όρθιος. Μια πύρινη  κολόνα θυμού υψώθηκε μέσα του και τριζοβολούσε. Η μάνα, που  βρίσκονταν μέσα στο σπίτι κι άκουγε, έσυρε μια φωνή κι έκαμε να  χυθεί όξω. Όμως ο Πετρής άπλωσε το χέρι του και την αντίκοψε.  Κι αγκαλιάζοντάς τηνε με μια τρυφερότητα πρωτοφάνερη την έβαλε να καθίσει. Όλα όσα ακολουθήσανε κείνη τη μέρα και την άλλη, ήτανε για τον Πετρή σα να γίνονταν μέσα σε μια ξέχωρη περιοχή της  ζωής του, σε μια περιοχή όπου τίποτα δεν τελειώνει και τίποτα  δεν αρχίζει, γιατί η στιγμή, η κάθε στιγμή, είναι τόσο κορεσμένη από εσωτερικό κραδασμό, που γεμίζει, μοναδική και κυρίαρχη,
τα πάντα. Μέσα στη συντριβή του ένιωθε σα μεταρσιωμένος* από μιαν υπερβατική κι απροσδιόριστη ταύτιση του δικού του δράματος με το συνολικό παλμό γύρω του.

Οι αντιδράσεις μητέρας και πατέρα στο θάνατο του παιδιού τους. Ο πατέρας οργίζεται, η μάνα φωνάζει, ο πατέρας της συμπαρίσταται και συγκινημένος και πνευματικά υπερυψωμένος ενώνεται με τον πατριωτικό παλμό των συγχρόνων του.

Όμως μετά την ταφή του Αρτέμη ήρτε η νύχτα κι ο κόσμος άρχισε διακριτικά, μ’ ένα σφίξιμο χεριού, μ’ ένα λόγο καλό, να φεύγει. Ώσπου, περασμένα μεσάνυχτα, οι δυο γερασμένοι γονιοί
απόμειναν μόνοι, δίχως παραστεκάμενους στο σπαραγμό τους. Ο Πετρής ένιωσε τότε σα να προσγειώθηκε στη γνώριμη περιοχή της καθημερινής ζωής. Γύρισε και κοίταξε τη μάνα, που καθόταν βουβή με διπλωμένες τις άχρηστες πια φτερούγες της στοργής της, κι ένιωσε πάλε κείνη την τρυφερότητα μέσ’ στην καρδιά του και στις παλάμες του ένα μερμήγκισμα από συγκρατημένο χάδι. Ύστερα κείνη, αποκαμωμένη, έγειρε τάχα να κοιμηθεί· κι ο Πετρής, που δεν τόνε χωρούσε ο τόπος, άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο περβόλι.

Η μάνα μια αγάπη είχε, το γιο, τον έχασε και μαζί του κάθε αγάπη για τη ζωή. Ο πατέρας βρίσκει καταφύγιο στον πορτοκαλόκηπο.

Η ζωντανή παρουσία των δέντρων του, η γνώριμη ανασεμιά τους κάτω απ’ την αστροφεγγιά, τόνε παράσυραν όπως πάντα μέσα στη δικιά τους τροχιά. Ήταν η γλυκύτατη ώρα που προμηνάει τη χαραυγή. Ο γρύλος κεντούσε το κέντημα της τρίλιας του πάνω στον πέπλο
της σιωπής. Μια κότα φτεράκιασε μέσ’ στο κοτέτσι. Από πέρα ακούστηκε μουκάνισμα βοδιού. Ύστερα ο ορίζοντας πήρε να ροδίζει κι ο Πετρής πρόσεξε πως ο καιρός ήταν ξερός και ήσυχος.
«Καιρός για θειάφισμα», σκέφτηκε· κι ο δουλευτής, που ξύπνησε μέσα του, συνδέοντας αυθόρμητα τη σκέψη με την πράξη, πήγε στην παράγκα όπου είχε συγυρισμένα τα σύνεργά του, πήρε το θειαφιστήρι κι αρχίνησε δουλειά. Το θειαφιστήρι γέμισε τη σιωπή της ορθρινής ώρας μ’ ένα παράξενο ήχο, που έμοιαζε σαν επίμονο και ρυθμικό αγκομαχητό  ζωντανού, κι ήταν σα να καλούσε τον ήλιο καθώς δυνάμωνε κι απλωνόταν το φως της αυγής για να δώσει στο καθετί ένα εξαίσιο νόημα.

Πριν έρθουν τα μηνύματα για το θάνατο του παιδιού του, ο Πετρής ασχολούνταν με το θειαφιστήρι του. Θάβει το παιδί του, και θυμάται το θειαφιστήρι, το παίρνει κι αρχίζει δουλειά. Η ζωή συνεχίζεται. Τώρα μπορούμε να μιλούμε για τη στωικότητα του ήρωά μας, που αποδέχτηκε τη μοίρα.
 Το διήγημα οδηγήθηκε στη λύση του.
Στις τελευταίες γραμμές έχουμε το φως που ανατέλλει, την καινούργια μέρα που αρχίζει, το φως δίνει στα πράγματα το νόημά τους, αφού στο σκοτάδι δεν τα διακρίνουμε καν, ίσως να είναι και ανύπαρκτα ως αόρατα.
Στο τέλος μπορούμε και να βρούμε τα εκφραστικά μέσα του συγγραφέα, παρομοίωση, μεταφορά, προσωποποίηση, εικόνες, επίθετα. 

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Το διεκτραγωδείν


Το διεκτραγωδείν
του Στέλιου Παπαντωνίου

Αυτές, λέει, είναι οι διαδικασίες και δεν έχει άλλες: μπες σ’ ένα κόμμα να δεις την υγειά σου, να καταλάβεις τι σημαίνει δημοκρατία, «η του ενός ανδρός αρχή», κι ύστερα θα κατανοήσεις και εις βάθος το λεχθέν,  την ευχαριστώ γιατί «τόλμησε» να τα βάλει με τον «ένα και μόνο», συντελέσασα έτσι  στην περίτρανη απόδειξη της δημοκρατικότητας των χιλίων τόσων του κόμματος!
Ο καθένας στο πόστο του κι  ο Αναστασιάδης στην κλούβα να γίνει πρόεδρος. Και θα δείτε ...αλλαγές στις δομές, στην ουσία, στη συμπαιγνία, στις συναναστροφές, στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, στις ανεβοκατεβασμένες τιμές των πρώτων υλών, των υδρογονανθράκων και των άλλων αναμμένων ανθράκων στα οποία καθόμαστε από τον καιρό που είπε εκείνος το «ναι» κι εμείς το μεγάλο «όχι». Πάρε μια από τα ίδια.
Κι ύστερα; Προχώρησε το «ναι» και από δεξιά και από αριστερά, κατέλαβε εξουσίες, τσιμεντώθηκε, κατά τον νυν,  ενώ ο εις και μόνος ετοίμασε σχέδια, καταγγελίες του μακαριστού και συνομιλίες μετά του Τούρκου στην Άγκυρα, αρνούμενος την πολιτική φρόνηση των ανατροπέων της υποταγής της Κύπρου στις ορέξεις των αγγλοαμερικάνων και λοιπών τουρκολάγνων. Ούτε ένα mea culpa.
Κι έμεινε το «όχι» με ανοιχτό το στόμα, όπως μένει και τώρα, διψώντας και πεινώντας δικαιοσύνη, να ψάχνει για ηγέτη και να μη βρίσκει. Πώς την πάθαμε και πάλι; Οι διαδικασίες και τα κομματικά μαγειρεία φταιν, το φαγητό είναι ήδη μπαγιάτικο κι ανθυγιεινό, είτε δεξιά στραφείς είτε αριστερά, και στο κέντρο το χάος.
Όσοι δεν υποστηρίζουμε ούτε Χριστόφια ούτε Αναστασιάδη διατρίβομεν εις κενόν αέρος, τρέφουμε ελπίδες απέλπιδες, «τάχ’ αύριον έσσεται άμεινον», «κι αυτό θα περάσει», κι οι καλύτερες μέρες δεν έρχονται, δεν ανατέλλει το αστέρι, δεν φυτρώνει τετράφυλλο, δεν φυσά ούριος, παρά μόνο ξεπαγιάζουμε με τις κοροϊδίες δικών μας και ξένων, με τα σχέδια για ανασυγκρότηση και ανανέωση της δεξιάς, με τα χαραγμένα πτωχά χαμόγελα της αριστεράς, και προπάντων με τους εφαρμοζόμενους σχεδιασμούς του Νιχάτ Ερίμ και τους κομπασμούς του άτσαλου Μπαγίς.
Κατά τα άλλα θα’ πρεπε, αδελφέ, να νιώθουμε κι εμείς λίγο ασφαλείς, όπως κάθε ευρωπαίος πολίτης. Κι όμως ούτε ως Έλληνες της Κύπρου αισθανόμαστε ασφάλεια με τις χιλιάδες τους Τούρκους στρατιώτες, ούτε και στο σπίτι μας, ούτε στην Τράπεζα, ούτε στο δρόμο, ούτε στα σχολεία ακόμα, νυχθημερόν,  διά την αύξηση της εγκληματικότητας ή την εγκληματική αδράνεια ή ανοχή των υπευθύνων ανευθύνων. Τόσοι είμαστε, πόσα να φτάσουμε!
Ετοιμαζόμαστε να προεδρεύσουμε στην Ευρώπη, ενώ οι εταίροι μας υπνώττουν το μεταμεσονύχτιο ύπνο τους όσον αφορά το κυπριακό. Ένας βάρβαρος της κτυπά την πόρτα και νιώθει δυνατός να της την σπάσει κι αυτή παίζει το κρυφτό  με μια χώρα αρπαχτικών, γενοκτόνων, με τους νεοσουλτάνους ηγέτες της να σιτίζονται στο πρυτανείο της ανευθυνότητας και  να φοβερίζουν αν τους πει κανείς άρπαγες και ληστές, ιστορικά αποδεδειγμένους αιμοβόρους.  Κατά τα άλλα τους έχουμε ήδη συνεταίρους, ονόματι τουρκοκυπριακής κοινότητας, της οποίας υποστηρίζουν πως διασφαλίζουν τα συμφέροντα, ζάβαλλι!
Το καράβι καραβάκι μας – «ΑΓΩΝΙΑ 2012»- είναι τρεις και περισσότερους μήνες που κυβερνιέται από ένα κόμμα ή δέκα έμμισθους του κόμματος, μ’ έναν καραβοκύρη που αποχαιρετά και πάει παρακάτω αν τον ρωτήσουν για το τραγικό εκείνο καλοκαίρι της εγκληματικής έκρηξης,   και μ΄έναν υποψήφιο καραβοκύρη πιο επικίνδυνο από τον νυν, γιατί υπήρξε ιστορικά δεδηλωμένος εχθρός των συμφερόντων του ελληνικού κυπριακού λαού, τη δεδομένη στιγμή, που ο λαός κι ο τόπος κρεμόταν από μια κλωστή, και κανείς δεν ξέρει ποιών τις επιταγές έχει ακόμα να εξαργυρώσει ή σε ποιους χρωστά και πρέπει να πληρώσει. Όχι αυτός. Αυτός ο λαός! 

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012


Στέλιου Παπαντωνίου

Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΙΑ             
ΚΑΙ
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

Για να γιορτάζουμε  φέτος τα 200 χρόνια παιδευτικής ζωής του Παγκυπρίου Γυμνασίου,
σημαίνει πως τούτο έχει ταυτότητα, συνέχεια και συνέπεια, εθνική, κοινωνική, ηθική, αισθητική, θρησκευτική.
Την πορεία του σχολείου προδιέγραψε ο  εθνομάρτυρας  Κυπριανός την 1 Ιανουαρίου του 1812 όταν ίδρυε την Ελληνική  Σχολή, αφιερωμένη στην αγία Τριάδα.  
Η Σχολή αυτή σκοπό είχε να μορφώνει τον ελληνικό κυπριακό  λαό στην ελληνική γλώσσα.
Η λειτουργία της όμως αναστάληκε λόγω της ελληνικής επανάστασης και του αντίκτυπού της στην Κύπρο, που κορυφώθηκε με τον απαγχονισμό του εθνομάρτυρα.  

Γι’ αυτό και δίκαια αλλά και υπεύθυνα περηφανευόμαστε πως το Παγκύπριο Γυμνάσιο, που συνέχισε την πορεία της Ελληνικής Σχολής, είναι πράγματι θεμελιωμένο πάνω στο ιερό νόημα
της Κρύπτης των Φιλικών,
στο αίμα και τη θυσία του μακαριστού εθνομάρτυρα Κυπριανού,
εξ ου και η εθνική ευαισθησία των διευθυντών, καθηγητών και μαθητών του, που επιβεβαιώθηκε και επισφραγίστηκε με τη θυσία αγνών νέων,  μαθητών του σχολείου,  πεσόντων σε όλους τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες.

Οι φετινοί γιορτασμοί είναι ευκαιρία για υπόμνηση προς  όλους πως
το Παγκύπριο Γυμνάσιο είναι σχολή με εθνική και θρησκευτική παράδοση
και πνευματική συνέπεια, που οφείλει να συνεχίσει,
γιατί στο σχολείο αυτό άναψε η δάδα της ελληνικής παιδείας στην Κύπρο και προπάντων δημιουργήθηκε ό, τι  ονομάζουμε παράδοση και πνεύμα του σχολείου, που,
όπως δήλωνε η μεγαλύτερη μορφή της νεότερης κυπριακής εκπαίδευσης,
ο γυμνασιάρχης Κωνσταντίνος Σπυριδάκις,
 στη μνήμη του οποίου αφιερώνω αυτή την ομιλία,
αυτό το πνεύμα κατηύθυνε τα βήματα όλων, διευθυντή, βοηθών διευθυντών, καθηγητών και μαθητών του σχολείου.

Ας εγκύψουμε όμως στα καθοριστικά της πορείας του ιστορικά,
αλλά και ταυτόχρονα στην εξέλιξη του σχολείου
και στη διαμόρφωση του πνεύματός του.
  
Δεν θα αναφερθώ στις πριν από την Ελληνική Σχολή εκπαιδευτικές προσπάθειες των αρχιεπισκόπων Φιλοθέου, και Χρυσάνθου,
που επιβεβαιώνουν πως η Εκκλησία της Κύπρου ήταν ο πρωτεργάτης της μόρφωσης των ανθρώπων κατά τις σκοτεινές περιόδους της σκλαβιάς  
είτε στους Τούρκους είτε στους Άγγλους.

Μετά το κλείσιμο της Ελληνικής Σχολής του αρχιεπισκόπου Κυπριανού και γύρω στο 1830 επαναλειτουργεί η σχολή με ενέργειες του Αρχιεπισκόπου Παναρέτου
που συγκάλεσε γι’ αυτό ειδική συνέλευση στην Αρχιεπισκοπή
από Μητροπολίτες  και πρόκριτους του νησιού.

Ιδρύεται τότε και  Βιβλιοθήκη, απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε παιδευτικού λίκνου.
Η Σχολή αυτή συνέχισε το έργο της  όλο το 19 αιώνα και προόδευε.
Βαθμηδόν προσαρμοζόταν προς τα ελλαδικά προγράμματα,
είχε πέντε τάξεις, δηλαδή δυο λιγότερες από τα γυμνάσια της  Ελλάδας
και οι απόφοιτοι του, για να τελειώσουν τις σπουδές τους,
έπρεπε να μεταβούν στην Ελλάδα και να καταταχτούν στα εκεί γυμνάσια.

Το 1878 με την αγγλική πια κατοχή του νησιού,
οι άνθρωποι αφυπνίζονται και ζητούν να ιδρυθεί πλήρες γυμνάσιο και στην Κύπρο, όμοιο με τα ελλαδικά.
Η έλλειψή του προκαλούσε ποικίλα προβλήματα, γιατί
οι νέοι έπρεπε να μεταβούν στην Ελλάδα, για να περατώσουν τις γυμνασιακές τους σπουδές και
άλλοι κατέφευγαν στα λεγόμενα πανεπιστήμια της Συρίας, ενώ
ελάχιστοι φοιτούσαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Δεν υπήρχε εξάλλου σχολείο για να μορφώνει τους μελλοντικούς δασκάλους,
και, σε σύγκριση με άλλα νησιά ή με τις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού,  
η Κύπρος εκπαιδευτικά υστερούσε.
Μάλιστα, το 1892 αγγλικός νόμος προέβλεπεν ότι
κανένας δε θα διοριζόταν δάσκαλος,  
αν δεν είχε πτυχίο Γυμνασίου ή των Ελληνικών Σχολείων,
κι  έτσι η ανάγκη δημιουργίας πλήρους γυμνασίου ήταν επιτακτική.

Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε το μεγάλο ρόλο που έπαιξαν
οι Κυπριακές παροικίες του εξωτερικού, αφού για παράδειγμα,  
στο Λονδίνο είχε ιδρυθεί κομιτάτο για την προαγωγή της παιδείας στην Κύπρο.
Επίσης, η παροικία μας στην Αίγυπτο
προσπαθούσε να δημιουργηθεί πλήρες γυμνάσιο,
ενώ ιδιαίτερα τονιζόταν η ανάγκη να ανυψωθεί το εθνικό φρόνημα
και να στραφούν οι νέοι μας στο ελληνικό πανεπιστήμιο των Αθηνών.

Η Κυπριακή Αδελφότητα της Αιγύπτου ύστερα από πολλά, επέβαλε την ίδρυση Γυμνασίου.
Σε γενική συνέλευσή της το 1886 αποφάσισε τη σύστασή του,
αλλά υπήρχαν οικονομικά προβλήματα,
αφού μόνη η Αδελφότητα δεν μπορούσε να αναλάβει τη δαπάνη,
γιατί στο μεταξύ συντηρούσε εδώ τρία  δημοτικά σχολεία.

Το 1889, δέκα μέλη της Κυπριακής Αδελφότητας Αιγύπτου πρότειναν,
αντί των  δημοτικών σχολείων που συντηρούνταν από την Αδελφότητα ,
να ιδρυθεί με την υποστήριξή τους ένα πλήρες Γυμνάσιο.
 Έτσι μπορούμε να πούμε πως τέθηκαν οι βάσεις για την ίδρυση στη Λευκωσία του Γυμνασίου το 1889.
Η πραγματοποίηση της απόφασης καθυστέρησε για τέσσερα χρόνια, ώστε το 1893 να θεωρείται το γενέθλιο έτος του Γυμνασίου.

Στις 16 Μαΐου 1893 συγκροτήθηκε στην Αρχιεπισκοπή,
με πρόεδρο τον αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο, συνέλευση πολιτών,
που αποφάσισε τη σύσταση Γυμνασίου στη Λευκωσία, όμοιου με τα ελλαδικά. 
Η ιδρυτική πράξη του Γυμνασίου,   ημερομηνίας 16 Μαϊου 1893 έχει ως εξής:

Οι υποφαινόμενοι κάτοικοι της πόλεως Λευκωσίας συνελθόντες σήμερον εν Αρχιεπισκοπή κατόπιν προσκλήσεως της Αυτού Μακαριότητος του Αρχιεπισκόπου Κύπρου όπως σκεφθώμεν περί συστάσεως Γυμνασίου εν Λευκωσία, απεφασίσαμε όπως καταβάλωμεν πάσαν προσπάθεια προς σύστασιν Γυμνασίου ομοίου προς τα εν Ελλάδι υπάρχοντα. Προϋπελογίσαμεν δε ότι απαιτείται το ποσόν λιρών αγγλικών επτακοσίων χρησιμεύσον εις μισθοδοσίαν των διδασκάλων, ους έχομεν ανάγκην να προσθέσωμεν εις τους νυν υπάρχοντας, όπως καταρτισθεί Γυμνάσιον δυνάμενον να τύχει της εν Ελλάδι αναγνωρίσεως…». κτλ. κτλ.

Όταν δηλαδή υπολόγισαν τη δαπάνη για τη μισθοδοσία του προσωπικού,
που θα έφερναν από την Αθήνα,
αποφάσισαν να εξαγγείλουν την απόφαση στην Κυπριακή  Άδελφότητα Αιγύπτου
και να την παρακαλέσουν να συνεισφέρει για μια πενταετία  από 300 αγγλικές λίρες το χρόνο.
Στο μεταξύ, οκταμελής επιτροπή, με πρόεδρο τον αρχιεπίσκοπο,
θα προσπαθούσε να βρει την αναγκαία δαπάνη, για να συντηρείται το Γυμνάσιο,
κι έτσι άρχισε η εγγραφή συνδρομητών από όλη την Κύπρο.

Η  Κυπριακή Αδελφότητα Αιγύπτου δήλωσε ότι θα βοηθούσε με 200 λίρες το χρόνο,
εισηγήθηκαν όμως, όπως προείπαμε,  να καταργήσουν την επιχορήγηση στα Δημοτικά (160 λίρες)  και να διαθέσουν το ποσό για το Γυμνάσιο,
από το οποίο
πρώτο, θα αποφοιτούσαν δάσκαλοι που θα βοηθήσουν όλα τα χωριά, και, δεύτερο,  θα ανοιγόταν ο δρόμος για πανεπιστημιακή μόρφωση,  
οπότε και άλλοι -εκτός των πλουσίων- θα μπορούσαν να σπουδάζουν  στην Ελλάδα.

 Για την εύρεση προσωπικού,
η εν Κύπρω επιτροπή απευθύνθηκε στο φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός»
για να της εισηγηθεί κατάλληλο γυμνασιάρχη, και τρεις καθηγητές
για ελληνικά και λατινικά,
ένα φυσικομαθηματικό κι ένα των θρησκευτικών.
Ο φιλολογικός αυτός σύλλογος,  με πρόεδρο τότε το Νικόλαο  Πολίτη,
εισηγήθηκε ως γυμνασιάρχη τον  Ιωάννη Δέλλιο από τις Σέρρες,  
και καθηγητές τους:   Λεωνίδα  Παπαπαύλου των Ελληνικών και Λατινικών, Νικόλαο Καταλάνο των Φυσικομαθηματικών και  
Σπυρίδωνα Σπυριδάκι των Θρησκευτικών.  
Αυτοί,  με τους υπάρχοντες ήδη καθηγητές 
και τους διορισθέντες καθηγητές των ξένων γλωσσών, 
απετέλεσαν το πρώτο  διδασκαλικό προσωπικό του Γυμνασίου.

Συγχρόνως η επιτροπή αποτάθηκε και στο Ελληνικό Υπουργείο  Παιδείας
ζητώντας την αναγνώριση του Σχολείου.
 Ζητήθηκε επίσης οικονομική βοήθεια από την αγγλική κυβέρνηση της Κύπρου, εφόσον θα μορφώνονταν στο γυμνάσιο και δημοδιδάσκαλοι.
Η απάντηση ήταν ευνοϊκή.

Η λειτουργία του Γυμνασίου άρχισε στις 20 Σεπτεμβρίου 1893,
ενώ τα  μαθήματα άρχισαν την πρώτη βδομάδα του Οκτώβρη,
και μετά τη σύνταξη του προγράμματος υποβλήθηκε από τη σχολική επιτροπή
νέα αίτηση στο Ελληνικό Υπουργείο,
 για να αναγνωριστεί το Γυμνάσιο ως ισότιμο με τα ελλαδικά. 

Το σχολείο αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Υπουργείο Παιδείας ως ισότιμο
και τα εγκαίνιά του έγιναν στις 12 Δεκεμβρίου, μέρα του αγίου Σπυρίδωνος.

Προηγουμένως,  ο Νικόλαος Καταλάνος,
 όπως ο ίδιος περιγράφει στα Απομνημονεύματα ή Αυτοβιογραφία του,  
σχεδίασε και κατεσκεύασε μέγα δωρικό πρόπυλο με ραβδώσεις
από λευκές και κυανές συρραμμένες ταινίες.
 «Αι αίθουσαι διεκοσμήθησαν διά πυκνών θυρεών ελληνικών, αγγλικών και γαλλικών και εφ’ εκάστω τούτων καθηλώθησαν ανά τρεις σημαίαι με την ελληνικήν εν τω μέσω πάντοτε και εκατέρωθεν ενηλλάσσοντο αγγλική και γαλλική ή αγγλική και τουρκική, διότι , ήθελον να παρουσιάσω το Γυμνάσιον ως φάρον ελληνικόν μεταδίδοντα το ιλαρόν ελληνικό φως του εις Έλληνας και ξένους μετ’ ίσης προθυμίας και γενναιοδωρίας. Ήθελον να δείξω εις τα ξένα εν τη νήσω στοιχεία ότι ο ελληνικός της Κύπρου λαός είναι απηλλαγμένος πάσης μισαλλοδοξίας και φυλετικής αντιζηλίας και εχθρότητος προς τους συνοίκους ξένους.»  


Όπως καταγράφεται στο πρακτικά της σχολικής επιτροπείας

«την 12ην Δεκεμβρίου 1893 , ημέραν Κυριακή και ώραν 3 μ.μ. εγένοντο κατά τα προαγγελθέντα τα εγκαίνια του Γυμνασίου εν τη μεγάλη αιθούση αυτού. Και πρώτον εγένετο υπό του αρχιεπισκόπου Κύπρου ιεροτελεστία και δεήσεις ανεπέμφθησαν εις τον Ύψιστον υπέρ ευοδώσεως και προαγωγής του νεοσυστάτου ανωτέρου εκπαιδευτηρίου και είτα απηγγέλθη υπό του γυμνασιάρχου κ. Δέλλιου ο πανηγυρικός της ημέρας, ούτινος θέμα ήτο η ιστορία της ελληνικής παιδεύσεως από των χρόνων της δουλείας μέχρι της κινήσεως των τελευταίων ετών.

Ο Ευστάθιος Κωνσταντινίδης, εκπρόσωπος της εν Αιγύπτω Κυπριακής Αδελφότητος εξέφρασε συγχαρητήρια επί τη συστάσει του γυμνασίου.

Η Α.Μ.ο Αρχιεπίσκοπος ηυχαρίστησε τους ξένους οίτινες ετίμησαν διά της παρουσίας των την εορτήν των εγκαινίων.

Ο Μέγας της νήσου Αρμοστής συνεχάρη δια προσλαλιάς του τους κυπρίους επί τη επιτελέσει τοιούτου έργου δι’ ιδιωτικής πρωτοβουλίας και εξεδήλωσε την χαράν του επί τω ότι εν τω προγράμματι πρώτην κατέχει θέσιν η ελληνική φιλολογία.

 Ο αξιότιμος πρόξενος της Ελλάδος κ. Πανουριάς συνεχάρη ωσαύτως τους κυπρίους επί τη αποκτήσει τοιούτου ιδρύματος και ηυχήθη υπέρ ευοδώσεως αυτού.

Εν τη τελετή ταύτη των εγκαινίων παρήσαν αι προϊστάμεναι πολιτικαί αρχαί, πολλοί εκ των ανωτέρων του εν Κύπρω κλήρου, οι εν Λευκωσία εκ των ημετέρων και οθωμανοί κατέχοντες δημοσίας θέσεις, το διδασκαλικόν σώμα αμφοτέρων των φύλων καί τινες των εν της νήσω δημοσιογράφων.»

 

Επειδή ο τότε άγγλος κυβερνήτης Σένταλ έπλεξε το εγκώμιο της ελληνικής γλώσσας, λέγοντας ότι  « Οι ελληνόφωνοι έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα πάνω από όλα τα άλλα έθνη της μεταγενέστερης Ευρώπης και τούτο συνίσταται στο ότι κληρονομούν σχεδόν αμετάβλητη γλώσσα που αποτέλεσε το ευγενέστερο όργανο της έκφρασης των ανθρωπίνων διανοημάτων που δημιούργησε ποτέ ο κόσμος.» Κι ύστερα ακολούθησε δοξολόγημα της ελληνικής γλώσσας,

 ο Νικόλαος Καταλάνος σχολιάζει το «ελληνόφωνοι» γράφοντας,

«Ελληνόφωνος, ουχί ελληνικός  ο λαός της Κύπρου έδει να χαρακτηρισθεί,

διότι τούτο υπαγόρευον αι πολιτικαί και ιμπεριαλιστικαί επιφυλάξεις των κρατούντων. Τούτο εχάραξα εν τη καρδία και εν τη μνήμη βαθύτατα.»

 

Ο ενθουσιασμός εκείνη τη μέρα ήταν μεγάλος και από τους μαθητές και από το πλήθος.


Με βάση το υποβληθέν στην Ελλάδα πρόγραμμα,
το γυμνάσιο λειτουργούσε με τέσσερις γυμνασιακές τάξεις
και τρεις κατώτερες του ελληνικού σχολείου,
προαιρετικά διδάσκονταν τα παιδαγωγικά,
για να ικανοποιηθούν απαιτήσεις για μορφωμένους δασκάλους.

Το σχολείο από τις πρώτες του μέρες κατέστη κέντρο πνευματικής κίνησης,
με διαλέξεις, θρησκευτικά και εθνικά κηρύγματα, ομιλίες σε εθνικές επετείους
και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις.
 Ο ρόλος του Νικόλαου Καταλάνου πρέπει και εδώ να εξαρθεί,
γιατί ήταν ο εμπνευστής και οργανωτής πολλών εθνικών εκδηλώσεων.
Το πνεύμα του Παγκυπρίου άρχισε να διαμορφώνεται,
ως κέντρου πολιτιστικού και γενικότερα εθνικού και παιδευτικού της Λευκωσίας.
Άρχισαν να σχηματίζονται οι πυρήνες των εργαστηρίων,
το σχολείο έγινε εξεταστικό κέντρο,
για να παρέχει πιστοποιητικό γνώσεων στους εν ενεργεία δασκάλους,
άρχισε την παροχή υποτροφιών, για να έχει καθηγητές από τους μαθητές του, ιδρύθηκε ταμείο απόρων μαθητών.
 Η προσαρμογή στις ανάγκες της κοινωνίας ήταν αίτημα και ζώσα πραγματικότητα.

Μετά τον Ιωάννη Δέλλιο και τη σύγκρουσή του με τον Νικόλαο Καταλάνο,
ανέλαβε τη διεύθυνση του σχολείου ο Μιχαήλ Βολονάκις για 15 χρόνια 1896-1911. Οργανώθηκε το διδασκαλείο καλύτερα,
προστέθηκαν στο γυμνάσιο καλλιτεχνικά μαθήματα, μουσική και ζωγραφική, καθιερώθηκε μαθητική στολή,
διορίστηκε παιδονόμος, υπεύθυνος για την πειθαρχία των μαθητών
στο σχολείο και έξω από αυτό,
εμπλουτίστηκε η βιβλιοθήκη,
εκδόθηκαν κανονισμοί λειτουργίας του σχολείου,
άρχισαν οι παραστάσεις αρχαίου δράματος,
και πήρε το όνομα Παγκύπριο Γυμνάσιο
από το πρώτο έτος γυμνασιαρχίας του, το 1896.

Το πνεύμα του σχολείου δημιουργείται σταδιακά,
με τη στολή, την αυστηρότητα και πειθαρχία,
ως πνευματικό κέντρο φωτίζει,
ενώ οι παραστάσεις τραγωδιών, αρχικά στο πρωτότυπο και αργότερα σε μετάφραση, γράφουν την ιστορία τους.

Με τον πόλεμο του 1897
μαθητές του Παγκυπρίου  κατατάσσονται στον ελληνικό στρατό εθελοντικά,
μια πράξη που θα ακολουθήσουν και οι μαθητές της περιόδου των πολέμων
του 1912-13, αλλά και όλων των μετέπειτα υπέρ ελευθερίας αγώνων
της Ελλάδας και της Κύπρου,
γι’ αυτό και οι τιμητικές προς τους νεκρούς στήλες
που στεφανώνονται από τους μαθητές στις εθνικές επετείους.

 Ο αείμνηστος Κωνσταντίνος  Σπυριδάκις
γράφει για τη συμμετοχή των μαθητών στους εθνικούς  αγώνες:
  
«Δεν πρόκειται περί εκπληρώσεως του καθήκοντος προς την πατρίδα,
 το οποίον επιβάλλει ο πολιτικός και ο στρατιωτικός νόμος,
αλλά πρόκειται περί καθήκοντος το οποίον επέβαλλεν ο ηθικός νόμος της εθνικής συνειδήσεως,
η οποία αντιστοίχως είχε καλλιεργηθεί κατά τα μαθητικά των έτη εν τω Γυμνασίω.»

Μια επιβεβαίωση ακόμα πως
για τη διαμόρφωση του πνεύματος ενός σχολείου,
δεν είναι ικανή η θεωρητική σύλληψη
αλλά απαιτούνται βιώματα και θυσίες ακόμα των παιδιών του όχι αναίμακτες.

Το 1907 ιδρύεται επαγγελματική σχολή που διατηρείται για ένα μόνο χρόνο,
ενώ πριν, το 1893 το Διδασκαλείο αναγνωρίζεται ως αντίστοιχο των ελλαδικών.

Κατά την περίοδο του διχασμού του λαού μας για την εκλογή αρχιεπισκόπου
μετά το θάνατο του Σωφρονίου και τους αντιπάλους Κυρίλλους,
έχουμε διχοτόμηση  και του Παγκυπρίου:
ένα ήταν το Παγκύπριο Βολονάκι, το επίσημο,  
και ένα το Παγκύπριο υπό τον Αθανάσιο Φυλακτό (1908-1911).
 Τα δύο επανενώνονται με το τέλος του διχασμού
και με αρχιεπίσκοπο τον Κύριλλο Β΄
αλλά φεύγουν ταυτόχρονα και οι δύο γυμνασιάρχες,
για να δοθεί τέλος και στη διαμάχη μέσα στο σχολείο.

Ο Κωνσταντίνος Άμαντος,
αργότερα βυζαντινολόγος, ακαδημαϊκός, Υπουργός Παιδείας της Ελλάδος,  
διεύθυνε το σχολείο για ένα χρόνο 1911-12
Έδωσε έμφαση στις παιδαγωγικές συνεδρίες
και στις αυστηρές εξετάσεις εισιτήριες και προαγωγικές,
ως επίσης στη διδασκαλία των Νέων Ελληνικών,
που ως τότε ετίθετο σε δεύτερη μοίρα.
Η αυστηρότητα στις εξετάσεις, εισιτήριες και προαγωγικές,
τηρήθηκε μισό τουλάχιστο αιώνα,
και ανάγκαζε σε υψηλότερα επίπεδα διδασκαλίας -μάθησης .

Ο Στίλπων Κυριακίδης, από την Κομοτηνή,
αργότερα καθηγητής του Πανεπιστημίου,  ακολούθησε το 1912-14

ύστερα ο Γεώργιος Σακάρης 1914-15
και ο Μιχαήλ Μιχαηλίδης 1915-17, με έργο αξιόλογο για το σχολείο.

Μέλημά του η Βιβλιοθήκη και το Διδασκαλείο.
  
Τότε ιδρύθηκε ο μαθητικός σύλλογος «Ευαγόρας»
με διαλέξεις και διαχείριση της βιβλιοθήκης εκ μέρων των μαθητών,
με οργάνωση της σχολιατρικής υπηρεσίας.
Ανεβάστηκαν τραγωδίες,
και καθιερώθηκαν τα πρώτα βραβεία, το Σεβέρειο και το Γώγειο.
Στο μαθητικό πληθυσμό δίνονταν πρωτοβουλίες,
μια ρηξικέλευθη πράξη για τον καιρό της,
που δοκιμάστηκε πολλές φορές αργότερα σε διάφορες περιπτώσεις.

Το 1918 αναλαμβάνει ο Σπυρίδων Δουκάκις που παρακολουθεί ένα μεγάλο δράμα, την πυρκαϊά που κατέκαψε το σχολείο στις 25 Οκτωβρίου 1920.

Ο Ιωάννης Βεργόπουλος με δικά του έξοδα ανέλαβε την ανοικοδόμηση,
εξ ου και μέγας ευεργέτης και Βεργοπούλειος πτέρυξ.
Στην είσοδο του σχολείου η προτομή του.

Ο Αθανάσιος Φυλακτός επανέρχεται 1921-24
και πεθαίνει όντας γυμνασιάρχης.
Οργανώνεται το πρακτικό τμήμα, με ειδίκευση στα φυσικομαθηματικά, ανεξαρτητοποιείται το διδασκαλείο και επαναπροσαρτάται,
αρχίζουν εν τω μεταξύ επεμβάσεις της αγγλικής κυβέρνησης
στη λειτουργία του γυμνασίου και διδασκαλείου,
τα «σύνεργα», όπως τα λέει ο Σεφέρης στη Σαλαμίνα του. 

Ακολουθεί ο Σπυρίδων Σπυριδάκις και ο Κωνσταντίνος Κοσμίδης το 1925,
ο Ιωάννης Ιωαννίδης το 1926- 30
με προσπάθειες να κρατηθεί εμπορικό τμήμα,
ενώ το δημιουργηθέν πρακτικό είχε καταργηθεί.
Ο Ιωαννίδης έδωσε μεγάλη έμφαση στη βιβλιοθήκη, στην ταξινόμηση του αρχείου, και στη δημιουργία του πνεύματος και της παράδοσης του σχολείου.
Εμφανίζονται τότε οι πρώτες αναμνηστικές στήλες
με τα ονόματα των ευεργετών και δωρητών,
οι εικόνες των θανόντων καθηγητών στον καθηγητικό σύλλογο,
με λίγα λόγια ο διευθυντής ενδιαφέρεται για την έννοια της παράδοσης,
μιας καθοδηγητικής ιδέας και κριτηρίου,  
που καθορίζει πια και το μέλλον του σχολείου και τις επιδιώξεις του
αλλά προπάντων τις υποχρεώσεις του προς την κοινωνία της Κύπρου,
προς την πατρίδα και το έθνος.

Ο Αναστάσιος Σακελάριος 1930-34
πίστεψε πως οι δεσμοί με την Ελλάδα πρέπει να είναι και πιο στενοί και ζωντανοί,
γι’ αυτό και οργανώνει εκδρομή,
ξεσπούν όμως  τον Οκτώβρη οι επαναστατικές ενέργειες εναντίον του Κυβερνήτη,
τα Οκτωβριανά, και η εκδρομή αναβάλλεται.

Η αγγλική κυβέρνηση παύει να επιχορηγεί το σχολείο,
γιατί θέλει να επεμβαίνει στη μόρφωση των δασκάλων
και κατ’ επέκταση των μαθητών των δημοτικών.
Το 1934-35 παίρνουν το απολυτήριό τους οι τελευταίοι δάσκαλοι
από το διδασκαλείο.

Ο Ιωάννης Κατσουρός, διευθυντής στα 1933 ως 36,
οργανώνει τμήμα θηλέων στο σχολείο της Φανερωμένης.

Τη διεύθυνση του Παγκυπρίου αναλαμβάνει από το 1936  ο δρ Κωνσταντίνος Σπυριδάκις,
ο άνθρωπος που πράγματι συνέδεσε το όνομά του με το σχολείο,
ως το 1960 με την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τα μόνα που ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις έγραψε στην ιστορική επισκόπησή του για τα πενηντάχρονα του Παγκυπρίου είναι πως 
«το σχολείο εξακολουθεί να καλλιεργεί όσον δύναται ικανοποιητικώς
τον αρχαίον, μεσαιωνικόν και νεώτερον ελληνικόν πολιτισμόν,
χωρίς να στερεί τους τροφίμους του των εγκυκλοπαιδικών γνώσεων.»
και
διαγράφοντας το 1943 το μέλλον του Παγκυπρίου Γυμνασίου γράφει:
«Η τιμή της επιτυχίας του Παγκυπρίου δεν ανήκει εις ημάς
τους εν αυτώ εργαζομένους ή εις τον σήμερον διευθύνοντα αυτό.
Ανήκει εξ ολοκλήρου εις την ιστορική εθνικήν παράδοσιν του σχολείου.
Ημείς υπήρξαμεν απλώς οι υπηρέται της ιδεολογίας του και συνεχίζομεν το έργον του.»

Πάνω σ’ αυτές τις γραμμές και με αυτό το πνεύμα εργάστηκαν όλοι οι μετέπειτα διευθυντές του Παγκυπρίου, όπως το διατύπωσε ο πρύτανις των διευθυντών του.
                                                         ***

Προσπάθησα σε λίγο χρόνο να διεξέλθω την πρώτη χρονική περίοδο του Παγκυπρίου Γυμνασίου, όταν έπαιρνε σάρκα και οστά το σχολείο και διαμορφωνόταν από τους στυλοβάτες διευθυντές του το πνεύμα του.

Τι είναι όμως εν τέλει αυτό το πνεύμα;
Το πνεύμα ενός σχολείου δεν είναι κάτι αφηρημένο.
Είναι  προπάντων βίωμα και βαθύτατη συναίσθηση ευθύνης
για τη σοβαρότητα του έργου που αναλαμβάνει
πρώτα ένας διευθυντής, από τον οποίον εν πολλοίς εξαρτάται
η διαμόρφωση και διατήρηση του πνεύματος αυτού,
 αλλά και οι συνάδελφοι βοηθοί διευθυντές και καθηγητές που,  
ως φορείς αυτού του πνεύματος,  
το εμπνέουν λόγω και έργω στους μαθητές του σχολείου.

Μπορεί τούτο να αρχίζει από μικρά και επιφανειακά για πολλούς κεντρίσματα
ή ενέργειες,
που γίνονται όμως με τον καιρό έξεις και τρόπος ζωής,

γενικότερα  όμως το πνεύμα τούτο παραπέμπει  στο Ομηρικό
«αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων»,
 πάντα να επιδιώκει κανείς το άριστο και να υπερέχει των άλλων.  

Ο κάθε γυμνασιάρχης από τον Ιωάννη Δέλλιο ως τον Κωνσταντίνο Σπυριδάκι θεωρούσε χρέος του να διαπλάσει το πνεύμα
βυθομετρώντας  τις απαιτήσεις και ανάγκες της κοινωνίας και του έθνους,
 να εμφυσήσει σε προσωπικό και μαθητές το πνεύμα αυτό,
να επιτηρεί τη συνέπεια στα λόγια και στα έργα των φορέων αυτού του πνεύματος και να μην ανέχεται το κατώτερο.

Ο ως σήμερα σεβασμός στο σχολείο, στους χώρους του, το δέος,
γιατί μόνο αυτή η λέξη αποδίδει το συναίσθημα που νιώθαμε ή και νιώθουμε
ως μαθητές και διευθυντές του,
είναι τα βαριά και βαθιά καρδιακά σκιρτήματα που μας συγκλονίζουν
γι’ αυτό το σχολείο και το πνεύμα του
που διαμορφώθηκε σταδιακά, με τα χρόνια,
με τη στολή, με την πειθαρχία,
την απαίτηση για υψηλότερα και υψηλότερα πετάγματα,
για μελέτη σοβαρή και υπεύθυνη,
για μαθητοπρεπή συμπεριφορά στο σχολείο και στο δρόμο,
που να καθρεφτίζει τη σοβαρότητα του έργου που επιτελούνταν εδώ.

Ο κάθε διευθυντής που πέρασε
πρόσθετε ανάλογα με τις ανάγκες του σχολείου,
και συνελάμβανε ιδανικά που έπρεπε να υπηρετήσει,
προπάντων τη θρησκεία και την πατρίδα.
  
Ο ελληνισμός της Κύπρου πολλά οφείλει στο Παγκύπριο,
γιατί αυτό σμίλεψε στις ψυχές των νέων τη λατρεία για την Ελλάδα,
και ο μακαριστός Κύπρος Χρυσάνθης με ακρίβεια κατέγραψε πως
οι μαθητές του σχολείου αυτού είναι λάτρες  πιστοί της  κλασσικής Ελλάδας.

Αν οι καιροί,
η υπαγωγή του σχολείου στο Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου
και η ισοπέδωσή του
στο πνεύμα μιας κακώς νοούμενης δημοκρατίας,
επέβαλαν τη μετατροπή του σχολείου σε ένα από τα ίδια,
δεν σημαίνει πως τούτο παύει να είναι το μοναδικό και μονάκριβο στολίδι  και καύχημα του ελληνισμού της Κύπρου και των Πανελλήνων.

Το διαμορφωθέν πνεύμα είναι ζωντανό σε κάθε πέτρα του σχολείου,
σε κάθε στήλη, στην πνοή και μυρουδιά του,
στο βουητό των διαδρόμων του,
στην πολύπειρη μεγάλη του αίθουσα που άκουσε διαλέξεις και διαλέξεις
από τα λαμπρότερα πνεύματα του ελληνισμού,
απόλαυσε  εκτελέσεις κλασσικής μουσικής από μαθητές του,
είδε παραστάσεις θεατρικών έργων,
ρίγησε με συγκινητικές στιγμές υποδοχής ή αποχωρισμού προσώπων.

Η Σεβέρειος βιβλιοθήκη βαραίνει ακόμα με την παρουσία και το ύφος της τη ζωή μας, γιατί χάραξε την πνευματική μας πορεία
με τον πλούτο και την ανοιχτοσύνη των οριζόντων της,
 κι οι δακρυγόνες βόμβες των διαδηλώσεων και της μάχης εκείνης
ερεθίζουν ακόμα τη μύτη και τα μάτια μας,
των ευτυχισμένων που ζήσαμε στα ηρωικά εκείνα χρόνια.

Εμείς ερχόμεθα και παρερχόμεθα, το πνεύμα του σχολείου μένει και λειτουργεί. Ανεπαισθήτως και θαυμαστώς.

Εύχομαι αυτό το πνεύμα να κατευθύνει και τα βήματα
όσων μοχθούν και φοιτούν σ’ αυτό σήμερα,
για να εισέλθει με σφρίγος το σχολείο μας στην τρίτη εκατονταετία του. 

Ευχαριστώ