Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

 ΛΙΓΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ -μια δοκιμή

Οι αγώνες των Ελλήνων της Κύπρου για ελευθερία αρχίζουν στα νεότερα χρόνια με την επανάσταση του 1921. Κεντρική χρονολογία η 9η Ιουλίου 1821 με τη σφαγή στην Κύπρο των ιεραρχών και προκρίτων, αλλά και η μετοχή έκτοτε των Κυπρίων σε όλους τους πολεμικούς αγώνες του έθνους για ελευθερία.

Οι αγώνες των Κυπρίων ήταν και πολιτικοί και αιματηροί πολεμικοί.

 Διαδηλώσεις, αιτήματα, παρακλήσεις, δημοψηφίσματα το 1921 και1931, παν ειρηνικόν μέσον μετήλθαν. Από την ίδρυση του ΟΗΕ και μετά τη συμμετοχή τους στον β΄παγκόσμιο πόλεμο και αφού διακηρύχτηκε παγκοσμίως η δυνατότητα αυτοδιάθεσης των λαών, εργάστηκαν για να εγγραφεί το κυπριακό και να συζητηθεί στις συνόδους του ΟΗΕ, παρά τις αντίξοες συνθήκες, τη συμμαχία Αγγλίας Τουρκίας Αμερικής για να μην εγγραφεί το θέμα, με δικαιολογία πως δεν έπρεπε να δοθεί ευκαιρία στη Σοβιετική Ένωση να εμπλακεί σε ένα καθαρά νατοϊκό ζήτημα. Ακολούθησαν σχέδια λύσης, των Άγγλων κυρίως, συνομιλίες σε πολλούς γύρους και διαφόρων ειδών, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, που συνεχίζονται ως σήμερα, αφού πέρασαν από ένα μεγάλο σταθμό, το σχέδιο Ανάν, που απορρίφθηκε από τους Έλληνες του νησιού το 2004. Ευτυχώς ακολούθησε η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μια ανάσα κι αυτή.

Σταθμοί στην αιματηρή πορεία, το 1931 με τα Οκτωβριανά, το 1955-59 με τον αγώνα της ΕΟΚΑ, το 1963, με την τουρκοκυπριακή ανταρσία, το  1967 με τα γεγονότα της Κοφίνου και την απομάκρυνση της ελληνικής μεραρχίας, και τέλος το 1974, με το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, αφού προηγουμένως η ΕΟΚΑ Β κατέστρεψε τον τόπο με επιθέσεις σε αστυνομικούς σταθμούς και άλλες παρανομίες, αγωνιζόμενη δήθεν για ένωση με την Ελλάδα, καθοδηγούμενη από τη χούντα των συνταγματαρχών που επέβαλε δικτατορία στην Ελλάδα το 1967.

Η Αγγλία σε όλα τα ανωτέρω πρωταγωνιστούσε ή από τα παρασκήνια καθοδηγούσε, πάντα εις βάρος των Ελλήνων της Κύπρου. Το 1878 η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε τη διοίκηση της Κύπρου στη Βρετανία μέσω της Μυστικής Σύμβασης της Κύπρου (4 Ιουνίου 1878), ενώ η ονομαστική κυριαρχία έμεινε στον Σουλτάνο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε παρακμή και αντιμετώπιζε ρωσική απειλή μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1877–1878). Η Βρετανία ήθελε μια στρατηγική βάση στην Ανατολική Μεσόγειο για να ελέγχει τις οδούς προς την Ινδία και να περιορίζει τη ρωσική επιρροή. Την1 Ιουλίου 1878 Οι Βρετανοί αναλαμβάνουν επίσημα τη διοίκηση της Κύπρου. Το 1914 με την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, η Βρετανία καταργεί μονομερώς τη Σύμβαση και προσαρτά την Κύπρο. Το 1923 με τη Συνθήκη της Λωζάννης η  Τουρκία αναγνωρίζει επίσημα την προσάρτηση και δεν έχει πλέον κανένα δικαίωμα στην Κύπρο η οποία το 1925  γίνεται Βρετανική Αποικία. Έκτοτε ο αγώνας της Αγγλίας είναι να διατηρήσει την Κύπρο ως κέντρο των συμφερόντων της στην περιοχή.

Στους ειρηνικούς αγώνες των Ελλήνων της Κύπρου προβάλλει προσκόμματα εισάγοντας την Τουρκία ως τρίτο ενδιαφερόμενο μέλος, παρά τη Συνθήκη της Λωζάνης, πρόσκληση στην τριμερή δέχεται κακώς η ελληνική κυβέρνηση το 1955 και σε κάθε προσπάθεια εγγραφής του κυπριακού στον ΟΗΕ με την Τουρκία και τις ΗΠΑ εμποδίζουν τυχόν συζήτηση από φόβο ανάμειξης της Σοβιετικής Ένωσης στο θέμα. Ως σήμερα καθοδηγεί τις συνομιλίες και διαμορφώνει τα ψηφίσματα του ΟΗΕ για την Κύπρο.

Στις ταραχές ή ένοπλες συγκρούσεις εγκαθιστά σκληρό κυβερνήτη, θυμηθείτε τον Πάλμερ με την παλμεροκρατία και τον Τζων Χάρτιγκ τον καιρό της ΕΟΚΑ. Η Αγγλία βρίσκει ευκαιρία από το 1958 να διαχωρίζει Έλληνες από Τούρκους και να θέτει τις βάσεις της διχοτόμησης με την πράσινη γραμμή και τα γνωστά συρματοπλέγματα, με τη βοήθεια προς τους τουρκοκύπριους να μετακινηθούν στο βορρά και να καταλάβουν τα σπίτια μας στις κατεχόμενες από τα τουρκικά στρατεύματα περιοχές το 1974.

Η Τουρκία αποδείχθηκε η μεγάλη εχθρός των Ελληνοκυπρίων, αφού τους Τουρκοκύπριους τους εκμεταλλεύτηκε για τα δικά της και μόνο συμφέροντα και συνεχίζει να τους εκμεταλλεύεται αφανίζοντάς τους αριθμητικά και κατευθύνοντας κάθε βήμα τους. Το 1923 με τη Συνθήκη της Λωζάνης δεν είχε κανένα δικαίωμα στην Κύπρο, όταν όμως άρχισε ο ενωτικός αγώνας των Ελλήνων της Κύπρου, η Αγγλία με τη γνωστή πολιτική του “διαίρει και βασίλευε” κάλεσε την Τουρκία στην τριμερή του 1955 και έκτοτε άρχισαν οι απαιτήσεις. Μια μειονότητα αναβαθμίστηκε σε κοινότητα και ύστερα σε λαό, έποικοι ανέτρεψαν τα δημογραφικά δεδομένα, τα προηγούμενα της Αλεξανδρέττας ή της Σμύρνης και του Πόντου τους καθοδηγούν, ενώ εμείς συνομιλούμε αδυνατούντες. Στο μεταξύ από το 1950 έστελλε στρατιωτικούς- δασκάλους πολέμου και οπλισμό εδώ, το 1960 με τις συμφωνίες Ζυρίχης-  Λονδίνου εμφανίζεται ως κοινότητα δεύτερη στον τόπο με διπλάσια των τουρκοκυπρίων ποσοστά μετοχής τους στη δημόσια υπηρεσία και στο στρατό, το 1958 άρχισε τους εμπρησμούς ελληνικών περιοχών στις πόλεις, το 1963 ετοίμασε πραξικόπημα για να διαλυθεί το κράτος, τον Αύγουστο του 1964 βομβαρδίζουν την Τηλλυρία, το 1974 εισέβαλε στον τόπο διχοτομώντας τον αντί να επαναφέρει την συνταγματική τάξη, όπως προφασιζόταν. Και συνεχίζει ακάθεκτη, στην Κύπρο και στο Αιγαίο.  

Και αυτή για την οποία πολεμήσαμε και ματώσαμε, η Ελλάδα των ονείρων μας, μπορεί να ζωγραφιστεί με λίγα λόγια δικών της ανθρώπων, του Ελευθερίου Βενιζέλου ο οποίος είχε ανάγκη τη φιλία των Άγγλων και προσπαθούσε να την κρατήσει καλώντας μας να μένουμε ήσυχοι (1931) ελπίζοντας πως κάποτε θα μας πρόσφεραν οι Εγγλέζοι στην Ελλάδα όπως τα Επτάνησα, λόγια του Γεωργίου Παπανδρέου που δήλωνε πως η Ελλάδα αναπνέει με δυο πνεύμονες, τον ένα αγγλικό και τον άλλο αμερικανικό και δεν μπορεί να οδηγηθεί σε ασφιξία, τα πιο επεικονιστικά της πραγματικότητας ήταν τα λόγια του στρατηγού Νικόλαου Πλαστήρα όταν είπε στον Μακάριο Γ ΄πως ως στρατιώτης ευχαρίστως έρχεται να πολεμήσει για την Κύπρο, ως πρωθυπουργός όμως της Ελλάδος δεν μπορεί να την καταστρέψει οδηγώντας την εναντίον των συμμάχων της, από τους οποίους εξαρτάται η ύπαρξή της. Τούτο φέρνει στην επιφάνεια τη διάκριση που πρέπει να κάνουμε ανάμεσα στον ελληνικό λαό, ο οποίος και το αίμα του έδωσε σε διαδηλώσεις για την Κύπρο και για την προστασία της και πριν από το 1955 με όπλα και πυρομαχικά, με στρατεύματα το 1963, με ηρωικούς νεκρούς το 1974 κατά την εισβολή. Χαρακτηριστικές άλλες εκφράσεις είναι του υπουργού των εξωτερικών Ευάγγελου Αβέρωφ 1958 πως δεν θα επιτρέψει να καθοδηγείται η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας από την Κύπρο, και τέλος του Καραμανλή το γνωστό του 1974 “η Κύπρος κείται μακράν”. Δεν ξεχνούμε όμως πως η Ελλάδα δέχτηκε το 1955 την Τουρκία στην τριμερή, τότε που ακολούθησαν και τα γεγονότα στην Κωνσταντινούπολη,  και πως αυτή προσπάθησε πολλές φορές να εγγράψει το κυπριακό στα Ηνωμένα Έθνη, έστω κι αν δεν δέχθηκε τους τόμους του Δημοψηφίσματος του 1950. Μια πολιτική σε τεντωμένο σκοινί πάνω από τον γκρεμό. Ό τι όμως και να λέμε, αυτή είναι το μόνο στήριγμά μας, καθότι το όμαιμον, ομόγλωσσον, και θεών ιδρύματα κοινά και θυσίαι.