Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Γιώργου Καμηλάρη, Η Αριστερά στη Σύγχρονη Κυπριακή Ιστορία

ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΜΗΛΑΡΗ, Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΚΚΚ-ΑΚΕΛ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΕΟΚΑ 1955-59
Με θαυμασμό ειλικρινή προς το πρόσωπο του Γιώργου Καμηλάρη παρουσιάζομαι εδώ, για να μιλήσω για το βιβλίο του «Η Αριστερά στη Σύγχρονη Κυπριακή Ιστορία».
Γιατί πρώτον, ένας άνθρωπος εξ επαγγέλματος μακριά από την Ιστορία έχει ως τώρα δείξει το πάθος του για έρευνα με τα βιβλία του και για το χωριό του, τα Πέρα, και για τον αρχιμανδρίτη Φιλόθεο, και τώρα με την έρευνά του για τη στάση της Αριστεράς στο κυπριακό, στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα ως τον καιρό της ΕΟΚΑ.
Και δεύτερον, γιατί η έρευνα είναι απαιτητική,  ο μόχθος πολύς  και ο αγώνας του συγγραφέα συνεχής, συνεπής και χρονοβόρος λόγω του θέματος και του υψηλού επιπέδου στο οποίο ήθελε να αναγάγει το βιβλίο του.
Στον Πρόλογο ομολογεί τη δυσκολία του εγχειρήματος, το καλό όμως είναι πως μετά παρέλευση σχεδόν ενός αιώνα, τα πράγματα έχουν καταλαγιάσει. Ο συγγραφέας  διαβεβαιώνει για το καλόπιστο της όλης προσπάθειάς του, που μπορεί ο καθένας να ελέγξει.
 Όπως παρακάτω δηλώνει για τον τρόπο εργασίας του, δεν θεωρεί τον εαυτό του απλό καταγραφέα γεγονότων, αλλά διατηρεί το δικαίωμα της έκφρασης των απόψεών του για την όλη στάση της Αριστεράς στα ενδιαφέροντα τον τόπο ζητήματα, με πρώτο το εθνικό, γι’ αυτό και στο βιβλίο οι  θέσεις του συγγραφέα είναι ισχυρές, με  επιχειρήματα θεμελιωμένες
   Αυτά στον Πρόλογο.
Στην Εισαγωγή του δικαιολογεί τη συγγραφή του βιβλίου, λόγω του ότι δεν υπάρχει έργο ολοκληρωμένο, που να δίνει ενιαία εικόνα του ρόλου της Αριστεράς στην Κύπρο, εγχείρημα το οποίο με κάθε ταπεινοφροσύνη αναλαμβάνει.
Στο τέλος αναφέρει: Το ανά χείρας σύγγραμμα καλύπτει την ιστορική περίοδο της Αριστεράς από την εμφάνισή της στο πολιτικό προσκήνιο της Κύπρου, στα μέσα της δεκαετίας του 1920, μέχρι την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-59.
Φιλοδοξία του συγγραφέα είναι να συμπληρώσει την ιστορική αυτή αναδρομή με ένα δεύτερο τόμο.   Του το ευχόμαστε.
Προχωρούμε στην παρουσίαση νησίδων του βιβλίου και ιδίως της κύριας γραμμής του με τις δικές μας παρατηρήσεις.
Το πρώτο κεφάλαιο Η εμφάνιση και η πορεία της Αριστεράς στην Κύπρο αρχίζει με το κομμουνιστικό Μανιφέστο των Μαρξ Έγκελς. Το κυριότερο για την κατανόηση της λειτουργίας του ΚΚΚ είναι η Γ΄ Διεθνής το 1919 και η ανάληψη της εξουσίας μετά τον Λένιν από τον Στάλιν, οπότε αποκρυσταλλώνεται το δόγμα πως οποιοδήποτε κομμουνιστικό κόμμα στον κόσμο όφειλε την ύπαρξή του στην αναγνώρισή του από την Γ΄ Διεθνή. 
Από την εξάρτηση όλων των κομμουνιστικών κομμάτων από την Κομμουνιστική Διεθνή και τις αποφάσεις της, εξάγεται το πρώτο αβίαστο συμπέρασμα πως το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου, σε οποιεσδήποτε αποφάσεις του έπρεπε να συμφωνεί απόλυτα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Σημασία στα πρώτα βήματα του ΚΚΚύπρου είχε η ανάγκη αυτό να ακολουθεί βασικά τις αποφάσεις των Διεθνών συνεδρίων και ειδικά είτε το ΚΚΕ είτε το Εργατικό Κόμμα Αγγλίας.
Από την εξάρτηση επιτυγχανόταν η ίδια η ύπαρξη, οπότε δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος για ανεξάρτητη κομματική πολιτική στην Κύπρο. Τούτο ίσως είναι η σημαντικότερη κλείδα, για να κατανοήσουμε τη στάση της αριστεράς σε όλα τα διεθνή και τοπικά γεγονότα.
Μη μπορώντας να είναι ανεξάρτητη στη λήψη αποφάσεων προσπαθεί γλωσσικά, θεωρητικά και πρακτικά να συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις, βρίσκοντας τις λογικές και λεκτικές φόρμουλες με τις οποίες να μπορεί να επιπλέει παντός ναυαγίου.

Η νοητική γραμμή του βιβλίου αρχίζει από την αποδοχή της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ως του κύριου προσανατολισμού των Ελλήνων της Κύπρου και πριν από το 1821. Τούτο αποδείχτηκε πέραν πάσης αμφιβολίας και με το Δημοψήφισμα του 1950, όταν το μέγιστο των πολιτών ψήφισαν το «Απαιτούμε την ένωσιν της Κύπρου με την Ελλάδα», δημοψήφισμα στο οποίο μετείχαν ενεργά και αριστεροί και δεξιοί και ψήφισαν ακόμα και Τουρκοκύπριοι.
Εκκινώντας από αυτή την οπτική γωνία, ότι οι Έλληνες της Κύπρου αγωνίζονταν για την ένωση με την Ελλάδα, ελέγχεται στο βιβλίο και κρίνεται η πορεία της Αριστεράς σε σχέση με την ενωτική γραμμή.
Αν το ΚΚΚ- ΑΚΕΛ ήταν αδιάφορο προς την ένωση, τότε δεν θα υπήρχε θέμα. Επειδή όμως η πραγματικότητα των λόγων, πράξεων και παραλείψεων των πρωταγωνιστών της Αριστεράς ομολογεί μια την εντός μια την εκτός ένωσης πορεία της, τούτο υπήρξε, κατά τη γνώμη μου, και το κίνητρο που ώθησε το συγγραφέα στη διερεύνηση, μελέτη και έμφαση στην παρουσίαση της γραμμής αυτής.
Το βιβλίο έχει βέβαια το γενικότερο τίτλο «Η Αριστερά στη Σύγχρονη Κυπριακή Ιστορία», γιατί λεπτομερής είναι η ανάλυση του ρόλου της  σε όλους σχεδόν τους τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.
Θα επιμείνω όμως στη δεσπόζουσα αυτή γραμμή για την ένωση, που παρακολουθούμε από το Κεφάλαιο 2, που τιτλοφορείται:                          Ο Προαιώνιος Πόθος  Για Την ΄Ενωση.
Σε αντίθεση με το κεφάλαιο 2, το κεφάλαιο 3 έχει τίτλο                               Η Ανεξαρτησία  Ως Στρατηγικός Στόχος Της Αριστεράς,  με τελευταίο υποκεφάλαιο Η Ομοσπονδία Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών των Βαλκανίων, ένα διεθνιστικό στόχο των Αριστερών που θα πραγματοποιούνταν με τη συνεργασία των Τουρκοκυπρίων.
Παρατηρούμε αμέσως τη διελκυστίνδα ένωση- ανεξαρτησία, ομοσπονδία σοβιετικών σοσιαλιστικών δημοκρατιών.


Τελειώνει ο β΄παγκόσμιος πόλεμος και στο κεφάλαιο 6 φτάνουμε στην Ανακολουθία και τις  παλινδρομήσεις της αριστεράς στο Κυπριακό.            Τώρα τα υποκεφάλαια καταγράφουν τη
Στροφή του ΑΚΕΛ από την ανεξαρτησία στην ένωση, τη  Νέα δυναμική στον ενωτικό αγώνα της Αριστεράς
και μάλιστα με ερωτηματικά αν η Αριστερά ετοίμαζε ένοπλο αγώνα.
Στο 7ο κεφάλαιο παρακολουθούμε την επιστροφή της Αριστεράς στην αυτοκυβέρνηση και στο τέλος του κεφαλαίου ξανά τη στροφή προς την ένωση,
για να φτάσουμε στο ενωτικό δημοψήφισμα, στο οποία η αριστερά έπαιξε σημαντικό ρόλο.
Ανακεφαλαιώνοντας, έχουμε μια οφιοειδή γραμμή: ανεξαρτησία, ένωση, αυτοκυβέρνηση, ένωση, ενωτικό δημοψήφισμα.  Όπως γράφει ο Γιώργος Καμηλάρης «Η συνεχής παλινδρόμηση και η εναλλαγή του στρατηγικού στόχου  της Αριστεράς μεταξύ Ένωσης και αυτοκυβέρνησης- ανεξαρτησίας αποδυνάμωνε τον αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου και πρόσφερε  έναν αναπάντεχο σύμμαχο στις αποικιακές αρχές, γεγονός που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην έκβαση του αγώνα για απελευθέρωση και εθνική αποκατάσταση.»
Οι δύο εξωτερικοί αντιθετικοί πόλοι των πολιτικών τοποθετήσεων είναι
από τη μια η προσήλωση της Αριστεράς στις αποφάσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς που οραματιζόταν την ίδρυση της Βαλκανικής Ομοσπονδίας Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών στις οποίες θα περιλαμβανόταν και η Κύπρος και
από την άλλη, η επαφή με το ΚΚΕ που -ανάλογα με τις συνθήκες- όριζε την ένωση ως την καλύτερη λύση.
Οποιαδήποτε γραμμή κι αν ακολουθούσε το ΑΚΕΛ, ήταν γνωστό εκ των προτέρων πως δεν ήταν δική του επιλογή, αλλά αναγκαστική προσήλωση στις επιταγές του ανωτέρου κόμματος, το οποίο έπρεπε να συμβουλεύεται.

Για να θέσουμε τα πράγματα στη βάση τους: ένα κομμουνιστικό κόμμα είναι διεθνιστικό, δεν γίνεται εθνικό και το ενδιαφέρον του είναι η πάλη κατά του κεφαλαίου. Οπότε και ένωση να γινόταν Ελλάδας και Κύπρου, το επιδιωκόμενο θα ήταν η συνένωση των δυνάμεων των λαϊκών μαζών για να κτυπηθεί ο καπιταλισμός.  Ποτέ δηλαδή δεν θα συμπέσει ο πραγματικός σκοπός των κομμουνιστών με τον σκοπό των ενωτικών εθνικών της Δεξιάς και της Εθναρχίας.
΄Ετσι θα πρέπει να ερμηνευτεί και η αλλαγή στάσεως από ανεξαρτησία σε ένωση και από ένωση σε ανεξαρτησία.  Αφού η Αριστερά ήταν κόμμα υποταγμένο στην Τρίτη Διεθνή ή στο ελληνικό ΚΚΕ ή στο Αγγλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ανάλογα με τα γραμμή που έπαιρνε,  δρούσε, όχι αποβλέποντας στην εθνική ένωση αλλά στην κοινωνικοοικονομική ένωση για την πάλη ενάντια στο κεφάλαιο.  
Με βάση άρα τη φιλοσοφία της Αριστεράς, κάθε στροφή ήταν επιβεβλημένη, ιδωμένη από τη δική τους οπτική γωνία, την οποία προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν με γλωσσικούς ακροβατισμούς.

Αναλυτικότερες και μερικότερες παρατηρήσεις μου κατά την ανάγνωση του έργου,     
Πρώτα ως προς την τέχνη του συγγραφέα.    
Θα πρέπει να ομολογήσουμε πως ο Γιώργος Καμηλάρης ασχολείται με ένα ακανθώδες θέμα της ιστορίας μας. Τις συμπληγάδες προσπαθεί να διαπλεύσει νηφάλιος, και ως  ιθύνων νους κατευθύνει πίσω από τις γραμμές, συνθέτει, συμπεραίνει, οδηγεί στην ορθή, κατά τον ίδιο, σύλληψη των γεγονότων. Πόσο καλός καραβοκύρης υπήρξε, θα κρίνουν οι αναγνώστες.
Γενικά, η εξιστόρηση των σημαντικών γεγονότων αποδεικνύει πως ο Γιώργος Καμηλάρης, όπως και σε προηγούμενα βιβλία του, έχει αυτή την ικανότητα: να συλλαμβάνει ευρύτατα και βαθύτατα τα πράγματα και να τα παραθέτει με σαφήνεια.
Το έργο προσφέρει προπάντων στους αμύητους την ευκαιρία να γνωρίσουν γεγονότα και πρωταγωνιστές, τις εφημερίδες της εποχής και τις παρατάξεις, κοινωνικές, εκκλησιαστικές  και πολιτικές στάσεις και πρακτικές.

Αρχίζει από την
Εμφάνιση και την Πορεία της Αριστεράς στην Κύπρο,
κεφάλαιο 2. Ο προαιώνιος πόθος για την ένωση,
3. Η ανεξαρτησία ως στρατηγικός στόχος της αριστεράς,
4. Τα Οκτωβριανά και η Αριστερά,
5. Ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος και η στάση της αριστεράς,
6. Ανακολουθία και παλινδρομήσεις της αριστεράς στο κυπριακό, κεφάλαιο 7. Η συμβουλευτική διάσκεψη. Η διασκεπτική και τέλος κεφάλαιο 8 Το ενωτικό δημοψήφισμα. Τι προηγήθηκε του αγώνα της ΕΟΚΑ.
Περιεχόμενο μεστό ιστορικών γεγονότων, πραγματικό ιστορικό θησαυροφυλάκιο .   
Η παράθεση αποσπασμάτων από βιβλία των πρωταγωνιστών και οι περιγραφές από πρώτο χέρι των εμπειριών τους, ανεβάζουν σε εικονοστάσι λαϊκών ηρώων τους πρωτεργάτες της ίδρυσης του σοσιαλιστικού κομμουνιστικού κινήματος στην Κύπρο.
Οι πηγές του, πολλές με τη γνωστή άκρα δημοτική στην έκφραση και στη γραφή,  αντιλαλούν την κοινωνία της εποχής τους. Ο συγγραφέας δεν γενικολογεί, αλλά λεπτομερειακά αναφέρεται σε κάθε σημαίνον πρόσωπο.
Μια δυσκολία που έχει να υπερπηδήσει ο συγγραφέας είναι οι διαφορετικές οπτικές γωνίες των πηγών, ακόμα και στο ίδιο κομμουνιστικό στρατόπεδο. Άλλη η επίσημη γραμμή του κόμματος, και άλλα τα απομνημονεύματα ή σημειώσεις ή βιβλία των πρωτεργατών του κόμματος, μερικοί από τους οποίους έμειναν πιστοί στο κόμμα, άλλοι όμως ήρθαν σε σύγκρουση με αυτό.

Η ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, ιδιαίτερα για τα κομμουνιστικά κόμματα είναι μεγάλης σημασίας για την επιβίωσή τους. Από ό, τι αντιλαμβανόμαστε, πρέπει να βρουν τη λογική και λεκτική φόρμουλα μέσα στην οποία θα βάλουν τα γεγονότα, ώστε να συμφωνούν με τις γενικές αρχές του κομμουνισμού.
Για παράδειγμα,  ενώ τα γεγονότα του 1931 θεωρήθηκαν αρχικά από τους κομμουνιστές ως «εθνικιστική σοβινιστική  προβοκάτσια της μεγαλοαστικής τάξης», στο τέλος, ύστερα από τις οδηγίες και τις κρίσεις της Γ΄ Διεθνούς, ερμηνεύτηκαν ως «αντι- ιμπεριαλιστικά» γεγονότα, αλλά ήταν ήδη αργά.

Άλλο παράδειγμα, ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος, που η Αριστερά τον χαρακτήριζε αρχικά -κατά τις οδηγίες-  ως «διαμάχη μέσα στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο», γι’ αυτό και δεν μετέσχε στη συμπαράσταση των Ελλήνων της Κύπρου στην Ελλάδα κατά την φασιστική επίθεση, ούτε στην κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς, την οποία  παρακολουθούσε απαθώς. Όταν όμως δέχτηκε επίθεση η Σοβιετική Ένωση από τη Γερμανία- παρά το υπογεγραμμένο Σύμφωνο μη επιθέσεως- βαφτίστηκε  αμέσως ο β΄ παγκόσμιο πόλεμος «πανανθρώπινος αντιφασιστικός πόλεμος των λαών». Η αναθεώρηση της θέσης της Γ΄Διεθνούς έναντι του β΄παγκοσμίου πολέμου είχε ως άμεσο αποτέλεσμα και την αναθεώρηση της θέσης της κυπριακής αριστεράς.
Είναι όμως και η από μια άλλη οπτική γωνία θέαση των πραγμάτων, στον κύκλο με τη Βρετανία, την Τουρκία, την Ελλάδα: Η εις βάθος χρόνου διερεύνηση των βλέψεων της Βρετανίας έναντι της Κύπρου εξηγεί και την όλη στάση τους ως σήμερα.

Ο συγγραφέας βλέπει επίσης τις προεκτάσεις που έχουν ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος στο παρόν: Όπως γράφει:

«Η πολιτικοποίηση των δύο σύνοικων στοιχείων με χωριστές ψηφοφορίες που εισήγαγαν οι  Άγγλοι από τα πρώτα χρόνια της έλευσής στους στο νησί έδινε ρυθμιστικό ρόλο στο μωαμεθανική κοινότητα. Αυτή η διαιρετική παράμετρος έμελλε να εξελιχθεί στη χειρότερη κατάρα της σύγχρονης Ιστορίας της Κύπρου, τις συνέπειες της οποίας βιώνει μέχρι σήμερα ο τόπος.»
Ως ιστορικό, το βιβλίο οδηγεί τον αναγνώστη πολλές φορές από μόνο του  να συγκρίνει καταστάσεις.  Για παράδειγμα, η παρατήρηση στις αρχές του β΄ παγκοσμίου πολέμου για τη χλιαρή στάση Γαλλίας και Βρετανίας, που παρακολουθούσαν αμήχανα τη Γερμανία και η πολιτική κατευνασμού που ακολούθησαν για καιρό έναντι της επιθετικότητας του Χίτλερ, παραπέμπει αμέσως στην επιθετικότητα της Τουρκίας  που αποβλέπει στην ανακήρυξή της σε περιφερειακή δύναμη
και στην ποντιοπιλατική  στάση των μεγάλων απέναντί της, είτε Αμερική είναι είτε ευρωπαϊκές χώρες.
Όσο κι αν θέλει να δει κανείς ως αμέτοχος παρατηρητής τα ιστορικά γεγονότα, δεν μπορεί, γιατί η σύγχρονη πραγματικότητα βοά.  
Ο Γιώργος  Καμηλάρης με το έργο του θέτει και πάλιν - έστω και αν δεν είναι στις προθέσεις του - θέμα συγγραφής της Ιστορίας.      Διασταυρώνει πληροφορίες, προσπαθεί να βρει την αλήθεια, δεν μπορεί όμως να μην παίρνει θέση σε ιστορικά γεγονότα και ιδιαίτερα στη στάση της Αριστεράς στα γεγονότα αυτά, κάποτε κοσμοϊστορικά.
Μια, δηλαδή, στάση μπορεί να είναι ή αποδοχή της οπτικής γωνίας της αριστεράς και η εξέταση της συνέπειας που είχε.  
Ο Γιώργος Καμηλάρης όμως ξεκινά από το ότι είμαστε Έλληνες και καθετί το ελληνικό έπρεπε να υποστηριχτεί.
Τελειώνω με μια σημαντική παρατήρηση του συγγραφέα ο οποίος αποδοκιμάζει την τακτική της κήρυξης αποφάσεων του κόμματος εκ των υστέρων ως λανθασμένων.
Κάτω από το πρίσμα και των σημερινών εξελίξεων στον τόπο μας, η θέση του ΑΚΕΛ για Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία προβληματίζει  τον συγγραφέα. Μήπως στο μέλλον, με μια αυτοκριτική, το ΑΚΕΛ χαρακτηρίσει λανθασμένη τη θέση του, αλλά εν τω μεταξύ η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα υπάρχει.
Γι’ αυτό και την αυτοκριτική των κομμάτων την απορρίπτει  ως μέθοδο, όταν κρίνουν λανθασμένες εκ των υστέρων θέσεις τους, οι οποίες όμως στο μεταξύ είχαν ή θα έχουν σφραγίσει, την ιστορία του τόπου.

Στο τέλος, όσο δύσκολο και αν είναι το θέμα και η προσπάθεια αντικειμενικής θεώρησης των πραγμάτων, αυτό που μας μένει είναι η κατάθεση του πραγματικού μόχθου ενός ανθρώπου να βρει την αλήθεια και να μας τη δώσει.
Μπορώ να υποθέσω πως ο Καμηλάρης, ξέροντας τη δύναμη του ΑΚΕΛ και το ρόλο του στη σημερινή πολιτική σκηνή, θέλησε να μελετήσει την ιστορία του, για να παρατηρεί και τη στάση του στις εξελίξεις του κυπριακού, γιατί Ιστορία δεν είναι μόνο η μελέτη του παρελθόντος αλλά και η σχέση γεγονότων και στάσεων του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον.
Συμπερασματικά, το βιβλίο του Γιώργου Καμηλάρη «Η Αριστερά στη Σύγχρονη Κυπριακή Ιστορία» πλην των γνώσεων, των πληροφοριών, των προβληματισμών, της πλήρωσης του κενού στο παρελθόν, δίνει την ευκαιρία να ακροαστούμε και τα βήματα του μέλλοντός μας, αν θέλουμε να είμαστε Προμηθείς και όχι Επιμηθείς. 

Ευχαριστώ