Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΤΖΗΛΟΥΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΚΥΠΡΟΣΧΕΔΙΑΣ


ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΤΖΗΛΟΥΚΑ
ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΚΥΠΡΟΣΧΕΔΙΑΣ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΑΚΤΗ 1992

Η παρούσα ποιητική συλλογή, αφιερωμένη στη γυναίκα του ποιητή, χωρίζεται σε 18 μέρη, αλφαβητικά δοσμένα.

Α
Ήδη η καταστροφή από την τουρκική εισβολή έχει συντελεστεί εν πολλοίς. Η ελπίδα για επιστροφή των προσφύγων στις πατρογονικές εστίες υπάρχει, βασανίζει  αλλά δεν επιτυγχάνεται. Μια ιστορία προαιώνια από Κινύρα δέχεται επιθέσεις, γίνεται προσπάθεια να στρεβλωθεί. Από τη μια οι νεκροί του πολέμου κι από την άλλη η  ύβρη, ο εγωισμός με όλα τα αρνητικά επακόλουθα. Αυτοεγκατάλειψη και αυτομεμψία. Οι αθώοι νέοι νεκροί του πολέμου, πλήρωσαν με τη ζωή χωρίς να φταίνε. Απροσανατόλιστοι, διαψευσμένα τα όνειρα, οι νεκροί του αγώνα του 1955-59 αδικοχαμένοι αλλά ήρωες, το ύψιστο της Ιστορίας μας, οι ξένοι συνεχίζουν τα άνομα παιχνίδια τους εις βάρος της Κύπρου. Μόνο με θυσίες και αγώνα για ελευθερία και δικαιοσύνη των Πανελλήνων μπορεί να επιτευχθεί το ποθούμενο.
Σε γενικές γραμμές αυτό συλλαμβάνεται ως το περιεχόμενο του ποιήματος. Ιστορική και ψυχική κατάθεση αξιών και ανάγκης για αγώνα ύστερα από την καταστροφή της Κύπρου του 1974, ενώ προηγήθηκε ο αγώνας της ΕΟΚΑ για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Το ποίημα αποτελείται από καμιά εικοσαριά μονολεκτικούς στίχους σημαδιακούς, όπως γιαλός, Μαχαιράς, Πενταδάχτυλος, το Δίκωμο, ο Αχυρώνας, ο ιερέας, ελευθερία, δικαιοσύνη κτλ. Λέξεις με μεγάλη αξία για τον ποιητή και το ποίημα. Οι υπόλοιποι στίχοι, απλές προτάσεις, ελλειπτικές  ή επαυξημένες, π.χ. οι νόστοι δέρνουν , η ομορφιά αόρατη, άδηλες πορείες σταματάνε σε βάθρα άμμου. Χωρίς στίξη, ο ένας στίχος διαδέχεται τον άλλο, διαπλέκεται, συμπλέκεται ή αντιτίθεται.
Μέσα στο ολιγόλογο επιτυγχάνει τη συμπύκνωση των νοημάτων. «Γιαλός. Οι νόστοι δέρνουν.» Νόστος, αρχαία ελληνική λέξη, δέρνουν, μεταφορά. Το σύνολο η ποιητική έκφραση. Κάτω από μια περιγραφική πρόταση κρύβεται το συναίσθημα. «Ο αυλός του Κινύρα θραύεται στα υπόγεια.» Ιστορία, μυθολογία, μεταφορικές εκφράσεις, συναισθήματα απαρέσκειας για τα όσα γίνονται. Άλματα λογικά αναγκαία για τη σύλληψη των νοημάτων και των συναισθημάτων. Το όλο ποίημα αναδίδει την κατάσταση και την πίκρα γι’ αυτήν, τελειώνει όμως με την πίστη και την προτροπή. Ο ποιητής δεν αποκηρύσσει μόνο στρεβλωμένες καταστάσεις, αλλά και διακηρύσσει και χαράζει δρόμους για σωτηρία.

Β
Η Κύπρος δε βρίσκεται μόνη στον κόσμο, δέχεται τις επιθέσεις ή τα αποτελέσματα των σχεδιασμών άλλων χωρών εις βάρος της, όπως η προετοιμασία και πραγματοποίηση του πραξικοπήματος, η τουρκική εισβολή. Οι ποιητές στον κόσμο τους,  τα πάντα όμως ρει επικινδύνως για τον τόπο, ουδέν σταθερόν, πρώτη η προσπάθεια να φαρμακωθούν οι ψυχές, ο λαός διχάζεται, ενώ έχει τόσο λαμπρές αρχαίες ελληνικές καταβολές, κι αυτή ίσως η γραμμή να είναι η πρέπουσα, της αντίστασης  για την ανάσταση.
Περιεχόμενο και δομή όπως στο προηγούμενο ποίημα, ίδια γραμμή στη γραφή, στη δομή και στο πνεύμα.

Γ
Η Κύπρος με τη μακραίωνη ιστορία της, ιδιαίτερα της περιόδου της φραγκοκρατίας, με τους πρώτους άγγλους κατακτητές επί σταυροφόρων, με τον άγιο Νεόφυτο να καταγράφει από την εγκλείστρα του τα εγκλήματά τους, οδηγούν τον ποιητή στο συμπέρασμα πως «Μονάχα οι έγκλειστοι μπορούν να γράφουν και να θυμούνται τους μίτους των συμφορών» ρήση που γενικευόμενη ισχύει διαχρονικά και παγκόσμια, περιλαμβανομένου βέβαια και του ίδιου του ποιητή.
Η ιστορική γνώση με τη φιλοσοφία της ιστορίας  εκφράζουν αλήθειες και στέλλουν μηνύματα .

Δ
Η συμπλοκή της αρχαίας ιστορίας μας με τη νεότερη επιτυγχάνεται όταν ο ποιητής έχει βαθιά και πλατιά ιστορική γνώση και συλλαμβάνει μηνύματα διαχρονικά. Ο Ονήσιλος κι ο Γόργος, δυο αδέλφια με αντίθετους χαρακτήρες και πολιτικούς προσανατολισμού, ο ένας ελεύθερος κι ο άλλος εθελόδουλος,  επιζούν και σήμερα ως ρεαλισμός στην αποδοχή των τετελεσμένων της εισβολής ή αντίσταση και αγώνας για απελευθέρωση. Σημασία έχει στο τέλος να πραγματοποιηθεί το επιβαλλόμενο, στο οποίο οδηγούν μυστικές οδοί και νήματα αόρατα.
Ύστερα από την ανάλυση, κατά το δυνατόν, τεσσάρων ποιημάτων, μπορούμε να εμβαθύνουμε και στο νόημα του τίτλου της συλλογής, Κυπροσχεδία. Όπως ο ήρωάς μας Οδυσσέας έφτιαξε τη σχεδία του για να διαπλεύσει το πέλαγο και να φτάσει στην Ιθάκη, να επιτύχει το σκοπό του, έτσι κι ο ποιητής, με τα ποιήματά του μας εισηγείται τη σύμπηξη της δικής μας σχεδίας, για να επιτύχουμε την απελευθέρωση της πατρίδας, παρόλους τους εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς.

 Ε
Το ποίημα επικεντρώνεται στο πραξικόπημα και στην ανθελληνική χούντα «Αυτοί με τις ερπύστριες δεν ήταν δικοί μας.»  Οι σχεδιασμοί της Αγγλίας κι η τουρκική εισβολή ακολουθούν. Πρωταγωνιστικό ρόλο πρέπει να παίξουν οι ταγοί,  όσοι είναι έτοιμοι ψυχικά, μακριά από τα περιπλεκόμενα συμφέροντα των άλλων.

ΣΤ
Η εισβολή δίνεται με εικόνες φρίκης, η στάση των ξένων κι η αδυναμία μας να σταθούμε στα βάθρα της ιστορίας μας που προσπαθούμε μάλλον να απομυθοποιήσουμε ή να διαψεύσουμε ή να διαγράψουμε οδηγούν σε τραγικά αποτελέσματα . Πρώτη λέξη, το αβέβαιο, που μπορεί να θεωρηθεί και τίτλος του ποιήματος.

Ζ
Πρώτη λέξη Κόπωση. Άλλοι μονολεκτικοί στίχοι με ισχυρό νοηματικό περιεχόμενο:  Η ντροπή, την ύβρη, το τάξιμο, οι προδομένοι, σε έρημο, οι προσμονές, οι διαβαθμίσεις γεωδεσίες, χαράκτες, παραχαράκτες, υφαντουργοί, τιμητές. Με τις τελευταίες λέξεις γίνεται αναφορά στο ρόλο των μεγάλων δυνάμεων στην ιστορία και στη ζωή των μικρότερων κρατών, τίθεται όμως και ένα θέμα φιλοσοφίας της ελευθερίας. Πόσο ελεύθεροι είναι οι μικροί; Το ποίημα τελειώνει με το στίχο «Μαινάδα του στοιχειωμένου πάθους».  Εν τέλει, από την άποψη της ποιητικής,  επαληθεύεται το λεχθέν, «το ποίημα αποτελείται από λέξεις», όσο πολυνοηματική κι αν είναι η φράση. Η δύναμη των μοναχικών στο ποίημα λέξεων είναι καθοριστική και του νοήματος και του παραγόμενου κλίματος.

Γενικά την ποιητική συλλογή  Σημειώματα Κυπροσχεδίας διακρίνει η πίστη στη δικαίωση του ελληνισμού, με την προϋπόθεση πως ως Έλληνες θα ενωθούμε, θα αγωνιστούμε, θα αποφασίσουμε να σώσουμε τον τόπο και να ζήσουμε σ’ αυτόν,  παρ΄ όλες τις αντιξοότητες.

Μέσα από τα θραύσματα του λόγου διαγράφεται η καταστροφή της Κύπρου, το ένδοξο παρελθόν, η ανάγκη ενότητας των πανελλήνων, με περισσότερη εργασία και λιγότερα λόγια. Όπως αρχικά λέει το ΙΒ «Το Αιγαίο νοιάζομαι Την πατρίδα μου απειλούν.» ή στο ΙΕ «Εγγύς Λευκωσίας Καλοκαιρινές κι αγέλαστες η Αττική η Κρήτη οι όλες. Φίλε της Πανιωνίας γυρνάμε στα ίδια μέρη εργάτες κάποιας μοίρας.»

Η πίστη στον ελληνισμό και στη μοίρα των Ελλήνων ας είναι το μέγα δίδαγμα της ποιητικής συλλογής του Κυριάκου Χατζηλουκά Σημειώματα Κυπροσχεδίας.


Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

Στέλιου Παπαντωνίου, Κυριάκου Χατζηλουκά Κομιδή Γραφής

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΤΖΗΛΟΥΚΑ
ΚΟΜΙΔΗ ΓΡΑΦΗΣ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ 1983
Η ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χατζηλουκά Κομιδή Γραφής, αφιερωμένη «σε όσους είδαν τα φριχτά μάτια της προδοσίας», είναι βασικά θεμελιωμένη στα γεγονότα του 1974 στην Κύπρο, στο πραξικόπημα της στρατιωτικής  χούντας των Αθηνών και στην τουρκική εισβολή, που οδήγησε στην προσφυγιά τον ποιητή και χιλιάδες Έλληνες της Κύπρου.
Η συλλογή χωρίζεται σε τέσσερις σειρές. Η πρώτη σειρά αποτελείται από ποιήματα με ιστορικό περιεχόμενο, από την αρχαία ελληνική Ιστορία ως τη Μικρασιατική καταστροφή. Τίτλοι ενδεικτικοί, «Αναστροφή εικόνων, Κυκλαδικά ειδώλια, Στην Αργολίδα, Μυκήνη, Σε Τρωαδοελλάδα, Πηλείδης, Ο τελευταίος γυρισμός του Ορέστη, Κάποια Σαλαμίνα, Τεύκρου λυτρωμός, Αρχαϊκό, Ληλάντιον πεδίον, Δωρικό, Αλκιβιάδης 415 π. Χ., Αττικό, Στη Μικρασία.» Η ανάγνωση και μόνο των τίτλων μεταφέρει στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, σε αρχαιολογικούς χώρους φορτισμένους με μυθικά και ιστορικά πρόσωπα, με μύθους και θρύλους, μερικοί των οποίων είναι δεμένοι με την Κύπρο και τις ελληνικές καταβολές της από τη εποχή του τρωικού πολέμου με την ίδρυση της Σαλαμίνας από τον Τεύκρο.
Η δεύτερη σειρά σχετίζεται με τη γεωγραφία και ιστορία της Κύπρου. Τίτλοι ποιημάτων       « Ένα περιγιάλι, Loci nostri, Γαλήνη ύστερου δειλινού, Νυχτερινή μελωδία, Απρόσμενο, Στις παρυφές του Γκρέκο, Κάτω από τον ήλιο, Μαχαιράς του Αυξεντίου, Σε λαβωμένους αετούς, Λιοπέτρι, Ραγίσματα ειδώλων, Θυμίαμα από τον Αχυρώνα, Γνώριμος μαχητής, Εν αγνώστω, Της γης μας, Του Ιουληαυγούστου, Αύρες από την Πάφο, Το ψεσινό τραγούδι σου, Διαγραφή σελίδας, Λευκωσιάτικες νύχτες. Τόποι ήδη διακρίνονται το ακρωτήριο Γκρέκο, η Πάφος και η Λευκωσία, και δεμένοι με ιστορικά γεγονότα και ήρωες της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, το Λιοπέτρι με τον αχυρώνα του και ο Μαχαιράς, όπου πρωταγωνίστησε ο Γρηγόρης Αυξεντίου και θυσιάστηκε αγωνιζόμενος για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα το 1955-59 ενώ το ποίημα του Ιουληαυγούστου μεταφέρει στο 1974.
Στην τρίτη σειρά εισερχόμαστε στο καθαυτό ψυχικό κλίμα του Κυριάκου Χατζηλουκά, με θέματα φιλοσοφικά, θρησκευτικά, αναζήτησης του δικαίου, διάψευσης των ονείρων, αλλά πάντα με πίστη στις αξίες και στα ιδανικά, με προτροπές είτε εις εαυτόν είτε εις άλλους. Τίτλοι ποιημάτων «Ανθρώπινο, Επανάληψη, Επεκτάσεις, Γύρω από μια κηδεία, Των ταπεινών, Για το καλό, Αιθέριο, Μάρτυρες, Των αγαπημένων, θαύμα, Δίδυμο, In pace, Καταφύγιο, Δώσε Κύριε, Μεταβάσεις ερωτηματικών, Ναζαρινή Κόρη, Άλλη αιωνιότητα, Χώρες των ανεμώνων, Νικητές, Σύνθετο.» Από τους τίτλους και μόνο διαγράφεται το θρησκευτικό στοιχείο στο Δώσε Κύριε και στη Ναζαρινή Κόρη, την Παρθένο Μαρία. Το φιλοσοφικό, ιδιαίτερα τα περί ζωής και θανάτου στο Γύρω από μια κηδεία.
Στην τέταρτη σειρά συνεχίζεται το κλίμα της τρίτης, με τη φιλοσοφική διάθεση, ιδιαίτερα σε θέματα δικαιοσύνης, συμπληρώνεται ο κύκλος της διάψευσης και εισέρχεται μια νέα θεματική, η κοινωνικότητα, με τους φίλους και τις μνήμες από το παρελθόν, πάντα σε συνομιλία με το παρόν. Τίτλοι ποιημάτων «Δείχτης αναμονής, Αιμάτινα φύλλα της ψυχής, Συμπληγάδες, Αντιστάθμισμα, Απ’ τη βαθιά τη σιωπή σου, Επιβεβαίωση, Καρπίσματα, Φιδίσια σκέλεθρα, Διάφορο, Νεαρό, Αντιφέγγισμα τραγικού, Πλεούμενο άλλοτε, Νοσταλγία χειμωνιάτικου δειλινοί, Γέλιο, Ροδαλή απουσία, Σε δεύτερο πρόσωπο, Φθινοπωρινή παρουσία, Υπέρβαση, Τέλμα, Αντιπορία, Ανάδυση εικόνας, Στα ίδια, Παλιά αρχοντιά, Αλαργινά γυρίσματα, Επελάσεις.» Ένας πληγωμένος άνθρωπος που πέρασε πολλά ο ποιητής, είδε να διαψεύδονται αξίες κι ιδανικά του, βρίσκει καταφυγή στους παλιούς φίλους, φιλοσοφεί και βιώνει την τραγικότητα της ζωής, με τον χρόνο να παρέρχεται και να προσθέτει χρόνια και γήρας στον άνθρωπο, που ελπίζει στη δικαίωση.
……………………………….
Ειδικότερα, με το ποίημα «Αναστροφή εικόνων» ο ποιητής εκφράζει την αρμονία των αντιθέσεων , θάνατος και ζωή αντάμα, η αρμονία στην αντινομία, με τα συμπληρωματικά ερωτηματικά για την πορεία της ζωής και του κόσμου, εικόνες με φιλοσοφική διάθεση.
Στα Κυκλαδικά ειδώλια προσπαθεί να συλλάβει τη σημασία των έργων τέχνης, ιδιαίτερα των αγαλμάτων, όπως και στο ποίημα Στην Αργολίδα ανάμεσα σε ερωτηματικά για το τι απομένει από τη ζωή των ηρώων σε ένα αρχαιολογικό χώρο όπου ο χρόνος ακινητεί. Το ταξίδι συνεχίζεται με τη  Μυκήνη, χώρος και ιστορική μνήμη, μια ιστορία βαριά από πρόσωπα, Κλυταιμνήστρα, Ελένη, με τόσα  πανάρχαια και θρυλικά, δεμένα με χτίσματα, κάστρα, Κυκλώπεια τείχη και πύλες λεόντων ή λεαινών. Αινίγματα κι ερωτήματα, διακρίνεται αμυδρά μια ελάχιστη μνήμη από την Ασίνη του Σεφέρη. Ο μύθος του Μενέλαου και της ωραίας Ελένης με τον Πάρη, το ερωτικό πάθος και το αίμα των Αχαιών που χύθηκε στην αναζήτηση της όμορφης άπιστης, προβληματισμοί και ενδοσκόπηση της  ψυχολογίας της Ελένης, οριοθετούν ένα βαρύ κλίμα φιλοσοφίας της Ιστορίας και του καταστροφικού έρωτα. Μια ποιητική προσωπογραφία του Αχιλλέα παρακολουθούμε στο ποίημα Πηλείδης, με τα κυριότερα γνωρίσματα και δεδομένα της ζωής και του χαρακτήρα του, ενώ Ο τελευταίος γυρισμός του Ορέστη συμπυκνώνει την τραγωδία του μητροκτόνου γιου του Αγαμέμνονα. Με τα ποιήματα Κάποια Σαλαμίνα και  Τεύκρου λυτρωμός ερχόμαστε σε μια επίμονη βεβαίωση της αρχαίας ελληνικής ρίζας των Ελλήνων της Κύπρου, αλλά και της σύγχρονης καταστροφής που έφερε η τουρκική εισβολή. Ο ποιητής κατορθώνει με το λόγο του να αποφεύγει ομοιότητες ή αναφορές σε άλλους ποιητές και να χαράζει μια δική του δύσβατη κάποτε οδό στο λόγο, όμως δική του, που μεταφέρει όχι μόνο νοήματα και ιστορικά γεγονότα αλλά και το πνεύμα της βεβαιότητας, της τραχύτητας, της σκληρής δουλειάς, της τραγικότητας ή του προβληματισμού με κέντρο την Ιστορία μας.
Ένα χαρακτηριστικό του Κυριάκου Χατζηλουκά που παρουσιάζεται από τα πρώτα ποιήματα είναι το γνωμικό, το λακωνικό στην έκφραση μεγάλων αληθειών, ιστορικών ή φιλοσοφικών. Κάτι τέτοιο μπορούμε να επισημάνουμε σε πολλά ποιήματα, για παράδειγμα στο Ληλάντιον πεδίον, «Η Χαλκίδα απόμεινε μονάχη πεθαίνοντας από τη νίκη της.» Το ίδιο στο Δωρικό, «Κι ο Λεωνίδας μαρμάρωσε με δυο μονάχα λέξεις που ήχησαν παράξενα.» Στίχοι που δίνουν την ευκαιρία να επιμείνουμε λίγο τη δύναμη του συγκεντρωμένου και πυκνού λόγου, με το «μαρμάρωσε» να τοποθετεί στην αιωνιότητα της Ιστορίας τη στιγμή του μολών λαβέ, δυο λέξεων που χαράζουν την Ιστορία με τη λεβεντιά και την αγωνιστικότητα, την πίστη στη σπαρτιατική παράδοση και σε μια ηθική στάση απέναντι στον όποιο εχθρό. Γνώστης βαθύς της Ιστορίας ο ποιητής όχι μόνο αποδίδει την ιστορική στιγμή και εποχή, τον τόπο και τους χαρακτήρες αλλά φιλοσοφικότερη αποδεικνύει την ποίηση, όπως στο ποίημα Αλκιβιάδης 415 π. Χ., στο οποίο με εικόνες εμβαπτίζει τον αναγνώστη στα μηνύματα της Ιστορίας και του πολιτισμού, σε αλήθειες και πνευματικές συλλήψεις όπως στο  Αττικό, και πικρές αλήθειες όπως Στη Μικρασία.
Η δεύτερη σειρά σχετίζεται, όπως εγράφη,  με τη γεωγραφία και ιστορία της Κύπρου, τα όνειρα των ανθρώπων της και τις προσδοκίες τους, το πέρασμα των αιώνων και τα απομεινάρια μιας κάποτε ευτυχισμένης ζωής, όπως στο ποίημα  Ένα περιγιάλι, που αρχίζει με τους στίχους «Σβήστηκαν όνειρα σε τούτο το χώμα που σκόρπαγαν σε χαμένους καιρούς τη γαλήνη και το πάθος.» Η αντίθεση ανάμεσα στο παρελθόν της ευτυχίας και τη σημερινή θλίψη, μετά την τουρκική εισβολή, με τις ανθρώπινες  έγνοιες, με τους νεκρούς, όλα αυτά κάτι αφήνουν έστω και ως «θύμηση σκιερού πετάγματος στο τίναγμα του νερού». Στο Loci nostri, ο χρόνος που  διαβαίνει αφήνει τους ανθρώπους με τ’ ασπρισμένα τους μαλλιά, ένα μοτίβο που έρχεται και ξανάρχεται στην ποίηση του Κυριάκου Χατζηλουκά, το διάβα των χρόνων, το τι απομένει, οι νεκροί κι οι ζωντανοί ή οι αλλαγές που παρατηρούνται στην τύχη αυτού του τόπου και στη ζωή των ανθρώπων του, αλλά κι η αποφασιστικότητα πως αυτός είναι ο τόπος μας κι εδώ θα μελετήσουμε τη ζωή και θα τη ζήσουμε. Είναι μερικές ώρες της μέρας, όπως η Γαλήνη ύστερου δειλινού, που από μόνες τους συγκινούν τις ευαίσθητες ψυχές. «Μούχρωσαν αυλές και σταυροί και σκιάχτηκαν από το λάλημα της καμπάνας.» Μερικά ποιήματα είναι περιγραφικά στιγμών ανεπανάληπτων όπως η Νυχτερινή μελωδία, τίτλος που από μόνος του μεταφέρει σε ειδυλλιακές στιγμές με ακούσματα όπως το «θρόισμα κάποιου ταραγμένου σπουργίτι ή το τραγούδι του αηδονιού ή, τέλος, τη φωνή του  πετεινού». Οι εναλλαγές στα εγκόσμια, ένα ξεκίνημα και μια κατάληξη διαφορετική στη ζωή των ανθρώπων, πολλές φορές απασχολούν τον ποιητή, που είδε τόσες και μεγάλες αλλαγές στη ζωή, όπως στο Απρόσμενο. Τα ποιήματα που αναφέρονται σε γεωγραφικές ομορφιές του νησιού μας δεν είναι μόνο περιγραφικά αλλά πλήθουν ιστορικών και μυθολογικών στοιχείων, χαρακτηριστικών των ανθρώπων και της ψυχολογίας τους, με παντοτινό συνοδευτικό στοιχείο τη φιλοσοφική διάθεση και τον προβληματισμό, όπως Στις παρυφές του Γκρέκο και στο ποίημα Κάτω από τον ήλιο, με τους περιεκτικότατους στίχους  «Θα κλάψουμε πάλι σε νιόσκαφτους τάφους και θα φύγουμε πονεμένοι και περήφανοι», μια επαναλαμβανόμενη στην Ιστορία μας πράξη και θέση.  
Τα ποιήματα που βρίσκονται στην καρδιά της ενότητας, γιατί υμνούν ηρωικές μορφές και φάσεις του αγώνα για ελευθερία της Κύπρου είναι τα Μαχαιράς του Αυξεντίου, Σε λαβωμένους αετούς, Λιοπέτρι, Ραγίσματα ειδώλων, Θυμίαμα από τον Αχυρώνα, Γνώριμος μαχητής, Εν αγνώστω.
Ο Μαχαιράς του Αυξεντίου είναι ένα μεγάλο ποίημα χωρισμένο σε μέρος Α και Β με πρωταγωνιστή τον ήρωα του Μαχαιρά Γρηγόρη Αυξεντίου. Ο ποιητής συλλαμβάνει τον ήρωα να σκέφτεται το χωριό του, τη Λύση, και τα πρώτα του μαθητικά χρόνια στο Δημοτικό Σχολείο κι ύστερα επικεντρώνεται  στην ελεύθερη ηθική του απόφαση να επιτελέσει το καθήκον του. Ο ποιητής αποφαίνεται πως «Παλεύει, είναι λεύτερος», και ακολουθεί μια ποιητική ανάπλαση μιας μυστηριακής νύχτας ελκτικής προς το Μαχαιρά, ανεξήγητης, που μόνο «οι άγγελοι της Κύπρου» μπορούν να εξηγήσουν. Στο Β μέρος του ποιήματος το ανεπανάληπτο της στιγμής της θυσίας του Αυξεντίου μαρμαρώνει στην αιωνιότητα με ενθουσιώδεις και στιβαρούς στίχους μεστούς δοξολογήματος και ιδεών. Το επόμενο ποίημα, σε γενικότερο κλίμα ηρωισμού και προτροπών προς τους αγωνιστές των όποιων εθνικών αγώνων, καλεί όσους αγωνίστηκαν για την πατρίδα και δέχτηκαν την καταφρόνια να συνεχίσουν το όνειρο, να κρατηθούν δυνατοί, αρνούμενοι τα κελεύσματα της λογικής. Σ’ ένα άλλο ηρωικό τόπο θυσίας και αγώνων μεταφέρει το επόμενο ποίημα  Λιοπέτρι που μπορεί να θεωρηθεί και ως επίγραμμα αφού μέσα στους πέντε στίχους του περιλαμβάνει τον τόπο, τα πρόσωπα, το χρόνο της θυσίας τους, την Ιδέα της ένωσης με την Ελλάδα, για την οποία πολέμησαν και έπεσαν. Τη διάψευση των προσδοκιών του αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου διαγράφει το ποίημα Ραγίσματα ειδώλων. Άλλα περιμέναμε, άλλα μας ήλθαν. Συνεχίζεται όμως το ηρωικό πνεύμα του αγώνα του 1955-59 με το ποίημα Θυμίαμα από τον Αχυρώνα, αφιερωμένο στους ήρωες του Λιοπετρίου ενωμένους με τους αγιομάρτυρες της Ρωμιοσύνης και τους αρχαιότατους πρώτους Έλληνες του νησιού. Ο λόγος, όπως δηλώνει ο ποιητής, είναι  αδύναμος να εκφράσει το θαυμασμό προς τη θυσία, ας είναι όμως το ποίημα ένα μικρό δείγμα θυμιάματος προς τους ήρωες. Στο ίδιο πνεύμα και το ποίημα Γνώριμος μαχητής, Κοκκινοχωρίτης αγωνιστής του δικαίου, με τα σωματικά και ψυχικά χαρίσματα, έτοιμος να θυσιαστεί για την πατρίδα. Ο ποιητής καλεί τους ξένους δυνάστες να φύγουν από το νησί, με το οποίο καμιά σχέση δεν έχουν, ενώ ο ήρωας μαχητής πορεύεται την οδό της σεμνότητας και της δικαιοσύνης.
Όπως είναι γενικότερα στην ποίηση παραδεκτό, τα πατριωτικά ποιήματα είναι πάντα ευεπίφορα στο βερμπαλισμό, στη ρητορεία, στο στόμφο, πράγματα που δεν αποφεύγονται εύκολα, και τα οποία βρίσκουμε εν μέρει στα ποιήματα της ενότητας αυτής. Ο ποιητής όμως είναι ο γνήσιος εαυτός του, και προσπαθεί να αποδώσει όχι μόνο το μεγαλείο του αγώνα αλλά και την απογοήτευση από τα επακολουθήσαντα, την εισβολή και κατάληψη μεγάλου μέρους της Κύπρου από τους Τούρκους.
Σ’ ένα περίγραμμα της ελληνικής Κύπρου προχωρεί το ποίημα Της γης μας, με την Ιστορία μας από αρχαιοτάτων χρόνων και την προσπάθεια των Ελλήνων να στεριώσουν και να δημιουργήσουν εδώ,  όπου όντως κυριαρχεί ο κόσμος του Ομήρου, κατά τον ποιητή. «Ταπεινή ρωμαίικη εστία σαν πότε να περιμένεις τις Κόρες να φλογίσουν την παλιά σου χόβολη;» το ερωτηματικό μετά την καταστροφή του 1974, κι η ελπίδα της αναζωογόνησης ή νεκρανάστασης.
Του Ιουληαυγούστου είναι ένα ποίημα σκληρογραμμένο, κακοτράχαλο, γιατί και το θέμα του διχασμού των Ελλήνων της Κύπρου και της εισβολής της Τουρκίας στην Κύπρο είναι σκληρό και θλιβερό. Κατάληψη, καταστροφή, προσφυγιά, βαρβαρότητα. Ίσως ένα από τα πιο αδύνατα ποιητικά κείμενα της συλλογής, που βοηθά όμως τον αναγνώστη να μελετήσει τον τρόπο γραφής του ποιητή, αν παρατηρήσει τις αδυναμίες του. Όπως η σύνθετη λέξη του τίτλου, έτσι και η σύνθεση του ποιήματος προχωρεί προσθετικά, με λεπτομέρειες που διαλύουν τη συνοχή του στίχου και των νοημάτων, αντιφατικές συζεύξεις λέξεων που όμως έχουν αντίκρισμα στην πραγματικότητα,  συνήθη σύμβολα με τα οποία δεν μας είχε ως τώρα συνηθίσει ο ποιητής που χαρακτηρίζεται περισσότερο από την παρθενικότητα των εικόνων και των εκφραστικών του μέσων και τα δύσκολα και ασυνήθη εκφραστικά μέσα.
Ποιήματα σχετικά με την Πάφο και τη Λευκωσία είναι τα  Αύρες από την Πάφο, και  Λευκωσιάτικες νύχτες. Τοπογραφία, ψυχογραφία των ανθρώπων, Ιστορία και παράδοση,  από την αρχαιότητα ως τον άγιο Νεόφυτο, κι η ελπίδα, «Κάποιες υποσχέσεις αναδύονταν από τη γη». Σε αντίθεση με το ποίημα Λευκωσιάτικες νύχτες χ στο οποίο κυριαρχεί η ανούσια ισοπέδωση, η επιφάνεια, η απελπισία, … «και μοναχά η δίκη μαστορεύει τη θεοφάνεια του έργου της. Για το πού και πότε δεν υπάρχει απόκριση.» Η πίστη στη δίκη, στη δικαιοσύνη και ο γενικότερος προβληματισμός γι’ αυτήν επανέρχονται συχνά στους στίχους του Κυριάκου Χατζηλουκά, είτε ως ελπίδα είτε ως μεταφυσική πίστη.
Σε γενικές γραμμές η Δεύτερη σειρά των ποιημάτων της συλλογής Κομιδή Γραφής του Κυριάκου Χατζηλουκά περιέχει εν πολλοίς τα κύρια θέματα και τις ιδέες της ποίησής του, τις ευαισθησίες και τους πόθους του, τις θλίψεις προπάντων και τις ανατροπές που παρατηρούνται στη ζωή της Κύπρου τον εικοστό αιώνα. Ευαίσθητος ο ποιητής, διαψευσμένος στα όνειρα και οράματά του για τον τόπο, εκφράζει τον νεοέλληνα της Κύπρου με ένα ποιητικό λόγο σεμνό, δουλεμένο, περιεκτικό, δύσκολο πολλές φορές λόγω της μοναξιάς και μοναδικότητας των εκφραστικών του μέσων, που χρειάζονται πολύ χρόνο και πολλή προσπάθεια από μέρους του αναγνώστη για να τους αποκρυπτογραφήσει με πολύ κόπο στην αρχή, ο οποίος σταδιακά αποδίδει καρπούς, παρήγορο και ευχάριστο για τον επιμένοντα αναγνώστη.
Στην τρίτη σειρά, όπως αναφέραμε,  εισερχόμαστε στο καθαυτό ψυχικό κλίμα που σφραγίζει τον Κυριάκο Χατζηλουκά, με θέματα φιλοσοφικά, θρησκευτικά, αναζήτησης του δικαίου, διάψευσης των ονείρων, αλλά πάντα με πίστη στις αξίες και στα ιδανικά, με προτροπές είτε εις εαυτόν είτε εις άλλους.
Στο Ανθρώπινο  ο δόλος κυριαρχεί στη ζωή μας, συμφεροντολόγοι χτυπούν στο ψαχνό, υπολογίζουν τα κέρδη και τις ζημιές τους, υπάρχουν όμως και τα αθώα θύματα που υφίστανται την αδικία και πονούν, ετοιμάζονται όμως να αντιμετωπίσουν τα πάντα. Συνήθεις αποστροφές του ποιητή προς τους αναγνώστες, τους συνανθρώπους, τους συναγωνιστές και συμπάσχοντες στη ζωή, με την ελπίδα πως η πείρα κι η γνώση, η στέρηση κι η πίκρα οδηγούν σε πνευματική πορεία αξιών και δικαίωσης.
Η Επανάληψη των στιγμών της πίκρας και της μοναξιάς και οι σκέψεις για τους νεκρούς του πολέμου αλλά προπάντων για τους εναπομείναντες ζώντες που κουβαλούν το βάρος της πίκρας και της αδικίας στο Γύρω από μια κηδεία. Μικρά ποιήματα Των ταπεινών, Για το καλό, Αιθέριο, που αντιφεγγίζουν και την άλλη όψη, του καλού στον κόσμο είτε αυτό είναι έργο είτε πράξη μετάνοιας. Στους Μάρτυρες, πρώτος ο Χριστός με την αγωνία του και τους θρόμβους του ιδρώτα, που προσφέρει εαυτόν υπέρ της σωτηρίας των πολλών, ενώ ο νοθευμένος ιδεαλισμός διακρίνει τη ζωή του παρελθόντος και του παρόντος σ’ αυτό τον πολύπαθο τόπο. Μια σειρά προτροπών σε προστακτική στο ποίημα Των αγαπημένων, ρίχτε δροσιά απ’ τις πληγές, δώστε φωνή ν’ αφανιστεί ο δόλος, πάρτε φτερά ενωμένοι να ζήσετε νέοι στον τόπο. Σύνηθες φαινόμενο στην ποίηση του Κυριάκου Χατζηλουκά οι αποστροφές, εμφανίζουν τον ποιητή ως κήρυκα και δάσκαλο, καθοδηγητή στο καλό, ρόλοι που υπάρχουν και παίζονται από τους ποιητές διαχρονικά.
Στο  In pace μπορούμε να ανιχνεύσουμε την τεχνική του ενός στίχου ενός νοήματος που ζευγαρώνει με πολύστιχα άλλα νοήματα, βοηθητικά στην αποφυγή του αγχώδους του μονοστίχου. «Χτυπήματα στη ματαιότητα. Τα φτερά κομμένα.» ενώ παρακάτω «Σαν τριγυρνάς στην ερημιά σου κι οι καταιγίδες θλίβουν ό, τι έχει απομείνει άπλωσε στέρεο χέρι για κάποιο κλαρί κι άφησε την καρδιά ν’ ανασάνει την Άνοιξη.» Προτρεπτικό, διδακτικό, βασισμένο σε πείρα ζωής και παθημάτων.
Ποιήματα με θρησκευτικό περιεχόμενο τα: Καταφύγιο, όπου το μυστηριακό και ιερό μπορεί να αποτελέσει καταφύγιο του ανθρώπου, το  Δώσε Κύριε, ένα ποίημα προσευχή, με παρακλητικό τόνο να δώσει ο Κύριος στον μοναξιασμένο και προδομένο, στον αδικημένο και φτωχό, ψωμί, λευτεριά, ισότητα, Δημοκρατία, καθαρή σκέψη.
Στη Ναζαρινή Κόρη, ο λόγος για την Παρθένο Μαρία, από την είσοδό της στο ναό, ως τον ευαγγελισμό και τη γέννηση ως τα πάθη του Υιού της . «Σάρκα γήινη κρύβει το αναπάντητο μυστήριο του ερέβους των αιώνων, σφραγίδα οριακή της ύπαρξης και ανυπαρξίας.»                                                         
Στην τέταρτη σειρά συνεχίζεται το κλίμα της τρίτης, όπως αναφέραμε και στην αρχή, με τη φιλοσοφική διάθεση, ιδιαίτερα σε θέματα δικαιοσύνης. Συμπληρώνεται ο κύκλος της διάψευσης και εισέρχεται μια νέα θεματική, η κοινωνικότητα, με τους φίλους και τις μνήμες από το παρελθόν, πάντα σε συνομιλία με το παρόν.
Στο ποίημα Δείχτης αναμονής το θέμα της δικαιοσύνης, που πολύ απασχολεί τον ποιητή, και της αδικίας, της θλίψης και της διάψευσης, των παθών και της επακόλουθης πείρας ακολουθεί το ποίημα Αιμάτινα φύλλα της ψυχής όπου η επιφάνεια και ωραιοφάνεια καταδικάζονται και αναζητείται η πίστη στο μυστηριακό μίτο του κόσμου που πλέκουν οι γνήσιοι άνθρωποι. Ο Κυριάκος Χατζηλουκάς πολλές φορές καταφεύγει στις αντιθέσεις και αντιπαραβολές, όπως στο Αντιστάθμισμα, όπου «οι κομμένες φτερούγες σκυτάλες της αλήθειας, η μοναξιά πλάστρα απαντοχής, το μαρτύριο νεκρώνει την ύβρη και φέρνει τον ήλιο.» Ανάμεσα στα πάθη της ζωής εκπορεύονται οι ελπίδες για ένα καλύτερο κόσμο, ιδανικό, για τον οποίο ο ποιητής πάλεψε κι έχασε, διαψεύστηκε, όμως σ’ αυτόν προσδοκεί.
Στο τέλος της ποιητικής συλλογής βρίσκουμε δυο τρία ποιήματα της συντροφιάς, της φιλικής σχέσης των ανθρώπων, της συνύπαρξης ζώντων και τεθνεώτων, όπως στη Νοσταλγία χειμωνιάτικου δειλινού και στο Τέλμα, ενώ μια νότα σε διαφορετικούς ρυθμούς κατά το σεφερικό ρόδο της μοίρας, βρίσκουμε στο ποίημα Γέλιο, γέλιο της μοίρας γέλασε το γέλιο του τσιγγάνου.

Επειδή πρόθεσή μου δεν είναι να αναλύσω όλα τα ποιήματα της συλλογής αλλά να δείξω εν πολλοίς τη θεματική και τους εκφραστικούς τρόπους του Κυριάκου Χατζηλουκά, νομίζω πως μπορώ να κλείσω με τη γενική παρατήρηση πως ο ποιητής είναι ένας κήρυκας αξιών, πληγωμένος και συνεχώς ανανεωμένος παρά τις διαψεύσεις, εργάτης του στίχου και του λόγου, παρά το στόμφο ή την γλυπτική της έκφρασης, γνωρίζει την αξία του, βιώνει την παραγνώριση και την αδικία, αγωνίζεται όμως τον ηθικό αγώνα της αρετής και της μεσότητας, μακριά από επιδείξεις και επιφανειακές εξάρσεις, φιλοσοφώντας μέσα στα τραγικά αδιέξοδα που βασανίζουν αυτόν και τους ήρωές του, από αρχαιοτάτων χρόνων, άρα οι συλλήψεις του είναι διαχρονικές και ο λόγος του άξιος για μελέτη.
Στέλιος Παπαντωνίου

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Και εις ανώτερα, κύριε γενικέ!

Και εις ανώτερα, κύριε γενικέ!
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Αναστάσιος Μητσιάλης, γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας έφα: «Η συγκυρία των διακοινοτικών συνομιλιών, όπως γίνονται, είναι μία καινούργια ευκαιρία σε αυτή την περίοδο για να μπορέσουν οι δύο πλευρές να βρουν την πολυπόθητη λύση. Ασφαλώς και η Αθήνα συμπαρίσταται και παρακολουθεί τις εξελίξεις και πιστεύουμε ότι οι εμπειρίες, οι αποτυχίες του παρελθόντος, χωρίς φυσικά να επιρρίπτει κανείς ευθύνες στη μία ή στην άλλη πλευρά, πρέπει να οδηγήσουν όλους τη φορά αυτή, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, να μπορέσουν να βρουν τον κοινό παρονομαστή που θα επιτρέψει σε όλον τον Ελληνισμό και τουρκοκυπριακό λαό να ζήσουν μαζί στο μέλλον».

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω, βαδίζω και παραμιλώ, ο εκπρόσωπος της Ελλάδας ήλθε εδώ και μας είπε αυτά τα ακαταλαβίστικα, τα απαράδεκτα και απρόσμενα, τα αδιάβαστα και βρίσκεται ακόμα στη θέση του, δεν πήγε να δώσει την παύση του ούτε και πήγε να κρεμαστεί, αφού επιτέλεσε το καθήκον του έναντι του… «τουρκοκυπριακού λαού». Θα’ χουν να γράφουν αργότερα οι κοινά γραφησόμενες Ιστορίες των δύο χωρών Ελλάδας και Τουρκίας.

Τώρα τι σημαίνει η «συγκυρία είναι ευκαιρία», ας πάει στην πανδέγμονα  θάλασσα. Οι δύο πλευρές, ελπίζει ο κύριος γενικός, πως θα βρουν την πολυπόθητη λύση. Προπάντων ίσες αποστάσεις. Τώρα τι πολυπόθητη, με την Τουρκία να τηρεί τη στάση που τηρεί και τους τουρκοκύπριους να ακολουθούν κατά γράμμα τις εντολές και τα φροντιστηριακά μαθήματα Νταβούτογλου είναι άλλη υπόθεση. Το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας ούτε δίνει ούτε παίρνει μαθήματα. Η πολυπόθητη λύση. Τι ποθεί ο ένας και τι ποθεί ο άλλος, κύριε; Ο ένας την ελευθερία του κι ο άλλος την υποδούλωση των Ελλήνων της Κύπρου, ε… διπλομμάτη!

Ασφαλώς και συμπαρίσταται η Αθήνα. Μη μας πουν πως κάνουμε τίποτε άλλο από το να συμπαριστάμεθα. Και ποια συμπαράσταση; «Χωρίς να επιρρίπτει κανείς ευθύνες στη μια ή στην άλλη πλευρά». Μπα! Και σεις τέκνα Βρούτοι; Στον ίδιο παρονομαστή λοιπόν κι οι δυο; Αυτή είναι η συμπαράσταση; Και αφού εσείς εκεί δεν είστε σε θέση ούτε να επιρρίψετε ευθύνες και θέτετε στην ίδια θέση θύτη και θύμα, (αν δεν ξέρετε ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα, διαβάστε και καμιά ιστορία του κυπριακού, δεν βλάπτει) ποιος θα μιλήσει για τα δικά μας δίκαια, ημών των Ελλήνων της Κύπρου, εκτός από εμάς, όταν θυμηθούμε- και βάζουμε και το ρομανίσι της ρκας, κατά που λέει κι ο φίλος μου ο Πιν!

Πολύ όμως μου άρεσε εκείνο το «αμοιβαίες υποχωρήσεις»! Είναι ακτύπητο! Να αρχίσουμε να αποσύρουμε σιγά σιγά τους στρατιώτες μας που κατέλαβαν τα παράλια της Τουρκίας, να αρχίσουμε να αποσύρουμε ας είναι και μισό εκατομμύριο από τους εποίκους μας στην Τουρκία, να αποσύρουμε τις απαιτήσεις μας για πενήντα πενήντα, για …για …για. Δεν στα λέω, για να κάτσεις να διαβάσεις και να μην ξανάρθεις.

Τέλος εκείνο το «σε όλο τον ελληνισμό και στον τουρκοκυπριακό λαό» είναι το κεράσι, το απαύγασμα, το μεγαλείο, ε μεγάλε! Ο «τουρκοκυπριακός λαός», έστω κι αν ύστερα το διόρθωσες, έδειξε πόσο απρόσεκτος υπήρξες σε δηλώσεις, εκτός αν ήταν από σκοπού! Εξίσωση άλφα άλφα: όλος ο ελληνισμός από τη μια και όλος ο «τουρκοκυπριακός λαός» από την άλλη! Να μας ζήσεις! Και εις ανώτερα! Αν ακόμα δεν κρεμάστηκες! Πλησιάζει κι η ενάτη Ιουλίου! Διάβασε ρεεεεεεε

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Η αυλή μας

Στέλιου Παπαντωνίου
Η αυλή μας

                                       Στον Κώστα Βασιλείου

Μες στην αυλήν μας εμεινίσκασιν
τα τελευταία
δκυο οικογένειες,
η δική μας,  του Παπαδάμου
-όπως την έξερεν ο κόσμος ούλλος-  
τζιαι της Τουρκούς της Κατριγιές.

Εμείς είμαστεν οχτώ,
γέροι, νέοι, μεσοτζιαιρίτες,
ο Παπαδάμος, η παπαδκιά,
ο παππούς μας , η στετέ μας,
τζιαι τα τέσσερα παιδκιά,
δκυο κόρες τζιαι δκυο γυιούδες.

Στα πισινά εμείνισκεν
η Κατριγιέ τζι ο Τζιεμαλής,
ο γυιος της.

Τούτοι ήρταν υστερόττερα
με παμπορκές που την Τουρτζιάν
κουβαλητοί  να μας ξηλείψουν
για  ήταν δικοί μας, γριστιανοί,  
λινοπάμπατζιοι ποριψιμιοί
στην μούττην του σιηπέττου
ν’ αλλαξοπιστήσουν.





Το σπίτιν μιαν περίοδον,
ως το 960,
είχαν το κάτι εγγλέζοι,
που το εγοράσαν ΄πο΄ναν ππασιάν.

Εμείς, ίντα να κάμουμεν,
μιτσιοί καταησιεμμένοι
εκαταντούσαμεν πωρικά στα παναϋρκα
κκιοφτέρκα σισαμόπιττες
σουτζιούκκος τζαι σταφίδκια.

Ο ππασιάς έπνιξεν  έναν Bένετον,
αφήκαν Ιστορίαν,

τζι οι Τούρτζιοι αρπάξαν την  αυλήν
τζι’ εματζιελλέψαν το νησίν.

Ο  Bένετος  έκαμέν το δικόν του
με τα ττερτίππια  από΄ναν Φράγκον
τζι ο Φράγκος εγόρασέν το
που τους ιππότες τους τεμπλάρους
τζαι τούτοι ΄πο΄ ναν άλλον της αγγλιτέρας
που΄σιεν ελάλεν καρκιάν λιονταρκού

τζαι τούτος άρπαξέν το με μάχην  
από ’ ναν Ρωμιόν Βυζαντινόν,
πόρνον, λαλεί τζι ο Μασιαιράς,
ψευτοπαλλήκαρον

τότε που οι παππούδες μας επεθανίσκαν
της δίψας με τα φίδκια

για ακκάνουνταν  γρόνους πολλούς
που τους Σαρατζιηνούς.


Είσιε γρονιές πο΄ν  έμεινεν κανένας στην αυλήν,
ώσπου ήρτεν η Ελένη πο’ φερεν τον σταυρόν
των γριστιανών.

Πολλά πριν είχαν την αυλήν κάτι Ρωμαίοι,
τζι ο Μεγαλέξαντρος τζι οι φαραώ
τζι άλλοι πολλοί γειτόνοι,

μα πρώτοι που τους πρώτους  
τα παιδκιά της Εβροϊτούς
που ξέην που τη θάλασσαν
το γέλιο στα λουκκούδκια της.
Ο ήλιος εκατέβηκεν λαλούν  
έσπαζεν  ρόθκια
τζι εράντιζεν αθθούς.

Πολλά παλιόν το σπίτι τζι η αυλή μας.

Επκιερώνναμεν το νοίτζιν,
μα ο Εγγλέζος εν  ήταν του χαϊρκού.
του πάτσου τζαι του κλώτσου.  

Κοτσινοτρίσιης,
το συφφέρον του,
έβαλλεν πάνω την Τουρκούν,
να τσακκωννούμαστιν  
να βασιλεύκει τζιείνος.

Μιαν ημέραν ο Παπαδάμος  
έβαλέν του τες φωνές:

«Να φύεις τζι έ σε θέλουμεν,
πάμεν στα δικαστήρια.»



Εσύραμεν του τζιαι δκυο τρεις  
με το σιεπέττον,
δκυο τρεις πόμπες
με τες σωλήνες του νερού,
πετριές τα κοπελλούθκια που τα σκολεία,

άρπαξεν τον μιτσόττερον  τζι έζεξέν του θηλιάν
κρεμμασταρκάν στην φυλακήν,
σγιαν εκρεμμάσαν τον προπάππον  μας  
οι Τούρτζιοι στο σεράγιον
καμπόσα γρόνια πριν.

Ο Παπαδάμος επήε στους δικεόρους, στα δικαστήρια:
«ενοίκιον κανεί
τούτον το σπίτιν εν δικό μας
σιιλιάες χρόνια πριν.»

Ελαλούσαν μας ούλλοι «έσιετε δίτζιον»,
αμμά ως τζιαμαί, κανεί.

Με σιέρκα όφκερα μες στες πούντζιες
ερκούμασταν μουλλωτοί

τζι άλλοι εσκοτώνουνταν μες στους σπήλιους
στες φυλακές  στα μοναστήρκα
για την Ελλάδαν τζαι την τιμήν.

Στο τέλος εμάθαμεν το παραμύθιν,
«έσιετε δίτζιον», μα ως τζιαμαί.

Ο Παπαδάμος εδέχτην  
με τον Εγγλέζον τζιαι την Κατριγιέ
να δώκουν νεπαμόν,
εσυφφωνήσαν, υπογράψαν,
πέρκιμον πάει πάσα κακόν.

Αμμά η Τουρκού επήρε μας πρέφαν:

Εν άφηννεν να κάμουμεν  
δουλειάν του χαϊρκού  
αν δεν την αρωτούσαμεν
τζι άδειαν εν εδίαν.

Αρκέψαν τζι οι βουλήσεις
οι πελλοαπαιτήσεις  
ο Τζιεμαλής τριάντα ποδά, σαράντα ποτζιεί,
τζι εμάς ό, τι μείνει.

Ο Παπαδάμος εφουρτζιίστηκεν,
«εν ν’ αλλάξω σελίδα»,

τζιείνοι εβάλαν τες φωνές.

Ήρταν οι συγγενείς τους
να μας κρούσουν, να μας κάψουν
εσύρναν πόμπες τ’ αεροπλάνα
πόμπες  φωθκιές.

Επειράξαν τζι οι δικοί μας κάτι τουρκοκοπέλια

τζιαι τούτοι εκόψαν την αυλήν
τζι έν μας αφήνναν πκιον
να κοντέψουμεν τα ττέλια.

Εξαναμπήκεν τζι ο εγγλέζος
τζι έπαιζέν το διαιτητής.

Μιαν ημέραν,
έσιει σαράντα γρόνια,
ήρταν κάτι καλαμαράες
εβάλαν πάνω τον  μιτσήν,
πελλοκοπελλούιν,
άρπαξεν το τζυνηετικόν,
τζι ό, τι άλλον ήβρεν ομπρός του φονικόν,
έβαλέν τα με τον Παπαδάμον:
«να σε παίξω», λαλεί του,
«έθ θελεις να σμιχτούμε με τους άλλους συγγενείς,
τζι αρέσκει σου δαμέσα να σαι παπάς τζαι δικαστής».

-Ρε γυιε μου, ρε καλέ μου,  κάτσε στ’αβκά σου
τζι η Τουρκού
εν μ’ αννοιχτόν το στόμαν
να φωνάξει τους συγγενείς 
να μασήσει την αυλήν.

Ώσπου να φέξει,
με τα παμπόρκα
κατεβαίνουν οι συγγενείς,
εδώκαν μας πάνω στη κκελλέν,
εγαιματώσαμ μας,
μεγάλον κακόν,
ατιμάσαμ μας,  
αρπάξαν την μισήν αυλήν  
τζι εμείναμεν
με δκυο σιείλη καμένα
μέσα στον τόπον μας
ξενιτεμένα.

Έτσι κακόν στον κόσμον εν εγίνην.
Τα κλάματα εφτάνναν τους ουρανούς
τα γαίματα που τα χώματα
ετρέχαν στα λαούμια
πο΄σύραν ματζιελλεμένους  
καμπόσους γριστιανούς.

Ο Παπαδάμος που το κακόν του
επέθανεν τζι εθάψαν τον  
ψηλά πάνω στα δάση.
Λαλούμεν,
να μπει ομπρός
ο μιαλλύττερος αρφός,

μα που τζιαμαί τζιαι τζιει,
ούλλα παν ζαβά.

Η Τουρκού με τους συγγενείς της
εστροντζιυλοκάτσασιν  στο μισό σπίτιν,
ούλλα εκαταστρέψαν τα
ετουρτζιέψαν τα  
εφέραν κάμποσους  
βρακάες τζιαι χανούμισσες
λιμάντερους  κουβαλητούς,
εν συγγενείς, λαλούν,
εν κληρονόμοι.

Βουρούμεν  τόσα γρόνια,
το δίτζιον εν το βρίσκουμεν
ούτε στα δικαστήρια
ούτε με τες κουβέντες

εχάθην μέσα στα δεντρά
στα όρη τζιαι στα δάση
εσβήστηκεν που τες καρκιές
σαν τοίχος εξωβάφτην.

Εφτάσαμεν να φοούμαστιν
τους λλίους οι πολλοί,
να με θωρούμεν πιον ανατολήν
αφτούμενον τζιερίν.

Τώρα επελλετήσαμεν ποτζιεί ποδά
να κάτσουμεν πάλε να τα πούμεν,
να δούμεν ίντα  θέλουσιν,
ίντα τζι εμείς ποθούμεν, 
μα το χαντάτζιν μιαλώνει,
τζιαι το νερό θολώνει.

Εδώκαμε θάρρος του χωρκάτη
τζι εμπήκεν με τες σκάρπες  στο κρεβάτιν,
τζιαι να βκει εν λοαρκάζει.

Εσηκώσαμ μες στο σπίτι
τζι ένα δκυο κοπελλούθκια  
κάτι ττερτίππια,
«να δούμεν τζιαι το δίτζιον της Τουρκούς,
να δούμεν τζιαι το δίτζιον του Τζιεμαλή»,

το δικόμ μας πκοιος να το δει;

Πριν καμιάν δεκαρκάν χρόνια
εκαταφέραμεν τζι εμπηχτήκαμεν  
σε μιαν οικογένειαν ευρωπαϊτζιήν,
πέρκιμον κάμουμεν τζιαινούρκαν αρκήν,

αμμά πρέπει να κόβκει τζι ο νους σου
να αρπάσσεις τες περίστασες
τζιαι να τες δήννεις κόμπον.

Εμάς ανακουτρέψαν μας
τζιαι παίζουμεν πελλόν.
Εδιπλώσαμεν τα σιέρκα
τζαι πάμεν πίσω πίσω
στραοί μες στον γκρεμόν.

Εδ δυνατόν ούλλον το δίτζιον
να το’ σιει η Τουρκού τζι ο Τζιεμαλής,
τζιαι στο τέλος να γινεί
το άδικον το δικόν τους;


Οξά είμαστιν αχαϊρευτοι
τζι ελλίανεν το φως μας!

Πότε εν να δούμεν τζι εμείς προκοπήν
να πνάσει τζι η καρτούλλα μας
ν’αναστηθούμεν
να πάμεν στα χωρκά μας τζιαι στα σπίθκια μας
να παίξουμε καμπάνες
να δούμεν την αυλήν μας πράσινην
να σιήψουμε στη γη μας να γιορκήσουμεν
να πιούμεν νερόν του λάκκου
να ποτίσουμεν;

Το περβολούιν εν τζιαμαί τζαι περιμένει μας.
Το τρεξιμιόν κοντά
εν να το φέρνω με τη βάτταν
μα τα δεντρά εθ θα διψούν
τζιαι τα πουλιά εν να τζιελαδούν
σγιαν τότε που’ μαστεν μιτσιοί
τζι εφεύκαμεν που το ποστάνιν
εζι εμπαίνναμεν στη θάλασσαν
την πρώτην ερωμένην μας, αγαπημένην μας.

Πρώτα ο Θεός τζιαι Κύριος!