Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Πώς επιμερίζεται ο πόνος;


Πώς επιμερίζεται ο πόνος;
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Να΄ταν η  Κύπρος μια μεγάλη μάνα, δε θα  ΄χε παρά να κλαίει ολημερίς κι ολονυχτίς για να ξεδιαλύνει τον πενταδάχτυλο πόνο της, που όσο κι αν περνούν τα χρόνια αντί να στρογγυλεύει και να λειαίνεται, περισσότερο ογκώνει κι ακανθώνεται και πυορροεί, μια με την απραξία ή τις συγχυσμένες πράξεις και τις άτσαλες δικαιολογίες των πολιτικών παιδιών της, μια με τις πολιτικές τους που την οδηγούν μέσα από τις στρεβλώσεις τους στον εκτουρκισμό, στη διχοτόμηση και αλλοτρίωση, με τον εποικισμό καρκίνωμα, και την Τουρκιά παγκόσμια ύβρη. Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει φιλελεύθερη λαλιά, βλέπει τον οχτρό  να γιγαντώνεται και να απειλεί σα φάντασμα την ύπαρξή της, τον πολιτισμό και την ιστορία της, ενώ οι πολιτικοί της ψάχνουν για λόγια πουκάμισα αδειανά.
Ο πόνος της, αν επιμερίζεται, μοιάζει με κεραυνό, που εκεί που χτύπησε έκαψε κι ακόμα καίει, από τον πρόσφυγα που κρατούσε στο χέρι το παιδί και φώναζε μην το ξεχάσουν, ως τη μάνα που είδε μπροστά στα μάτια το βιασμό των θυγατέρων, τον άγριο σκοτωμό του αντρός και των συγγενών. Ο αιχμάλωτος ακόμα στον ύπνο του αναπηδά με τρόμο, ξαναζώντας το μαρτύριο, ο φυλακισμένος αναμετρά τις μέρες και τα βράδυα στο σκοτάδι και το άγριο συρματόπλεγμα,  οι μαυροντυμένες γερασμένες πια στην προσφυγιά και στην ανημπόρια  πεθαίνουν πικραμένες η μια μετά την άλλη μη ξέροντας ακόμα για την τύχη των αγνοούμενων παιδιών τους. Είναι κι εκείνοι που τους δώσαν αντί σάρκα και οστά  των δικών τους, ένα κατάκλειστο κασελάκι, ενθάδε κείται. Πώς επιμερίζεται ο πόνος, όσο κι αν τον ζουν καθημερινά στην Καρπασία;
Και περισσότερο βασανιστικά,ύστερα από τριάντα οχτώ χρόνια, τα αναπάντητα ερωτήματα από όλους και για όλους, την ώρα του  πρόσωπο με πρόσωπο διαλογισμού: Έγιναν ως τώρα όσα έπρεπε να γίνουν; Έκαμε ο καθένας το καθήκον του στο καθορισμένο πόστο του; Πόσες παραλείψεις και λάθη από τον πιο μικρό ως τον ανώτατο άρχοντα; Διότι, για να΄μαστε στη θέση που βρισκόμαστε, μπροστά στα αδιέξοδα και στους γκρεμούς, θα’ χεικι ο καθένας το μερίδιο της ευθύνης, μη ξεχνώντας βέβαια τη μεγάλη εγκληματία πολέμου και ειρήνης, την Τουρκία και τα εγχώρια τσογλάνια της. Πώς όμως εμείς χειριστήκαμε την αδικία, πώς επιμερίσαμε σ’ όλους τους πολίτες τον πόνο και την ανέχεια, την αδικία πώς την ξορκίσαμε με δίκαιες πράξεις, για την πραγματική σωτηρία της πατρίδας πώς αγωνιστήκαμε, μακριά από την πλεκτάνη των συνθημάτων και την προσπάθεια να διασώσουμε την κομματική ακεραιότητα ;
Όσο πληθαίνουν τα χρόνια, πληθαίνουν κι οι κριτές που μας κρίνουν, κι αν αναλογιστούμε τη σημερινή κατάσταση, δε θα’ χουμε εύκολο ύπνο, ούτε και δίκαιο, γιατί δεν αναλαμβάνουμε  την ανάλογη ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις μας, για την ανοχή μας στα τετελεσμένα και στα διαδραματιζόμενα εθνικά απαράδεκτα που βοούν καθημερινά.
Γι’ αυτό χρειάζεται πάλι ν’ ανασκουμπωθούμε, ν’ αναθέσουμε στους επαϊοντες να μελετήσουν, να αναλύσουν και διαγράψουν πορεία με τα νέα δεδομένα, μακριά από ερασιτεχνισμούς, να αντιμετωπίσουμε  κατάματα τον μέγα κίνδυνο και να εργαστούμε με πάθος για τα δίκαια του τόπου και των ανθρώπων του με μόνο γνώμονα τη σωτηρία της πατρίδας. Η πολιτική ας γίνει επιστήμη κι όχι φαιδρή συνθηματολογία.

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Το νερόν πάγει και η άμμος μεινίσκει


Το νερόν πάγει και η άμμος μεινίσκει
Του Στέλιου Παπαντωνίου
Ο Λεόντιος Μαχαιράς στο Χρονικό του της Γλυκείας Χώρας Κύπρου γράφει πως «το νερόν πάγει και η άμμος μεινίσκει, τουτέστιν οι  ξένοι θέλουν πάγει και οι τοπικοί θέλουν μείνειν». Με άλλα λόγια, «η γης δεν έχει κρικέλια, για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν», ως λέει ο Μακρυγιάννης, επαναλαμβάνοντας την πίστη πως  οι ξένοι επιδρομείς επιτίθενται εναντίον μας, κακοποιούν στο άμετρο της κακίας τους τον τόπο και τους ανθρώπους, κάποτε όμως  επιτρέφουν στα χειμαδιά τους αφήνοντας τους γηγενείς κουρνιασμένους στη γωνιά τους, ώσπου ν’ αναθαρρέψουν. Τέτοια η μοίρα τόπων όπως η Ελλάδα κι η Κύπρος.
Η παρατήρηση του Μαχαιρά δεν ήταν προϊόν τύχης, αλλά επιβεβαιώθηκε στην Ιστορία του τόπου μας, που εγκαυστικά χαράχτηκε από εχθρούς και επιθέσεις, κατακτήσεις και αιμοσταγείς τυράννους. Δυστυχώς όμως με την Τουρκία δε συνέβη ούτε συμβαίνει τούτο, σε σημείο που να θεωρούνται από μερικούς οι Τούρκοι μέτοχοι εξίσου της κυριότητας του νησιού, του πολιτισμού του και της Ιστορίας του, άσχετο αν εμφανίστηκε η  φάρα τους στην Κύπρο από το 1571. Την κατάκτηση της Κύπρου από τους Λουζινιανούς και τους Βενετούς ακολούθησε η τουρκοκρατία κι η αγγλοκρατία, οι Άγγλοι επανέρχονται, θυμούμενοι το βασιλιά τους Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο που κατέλαβε την Κύπρο το 1191 και την πούλησε. Από το 1878 οι Άγγλοι παραμένουν στο νησί με τις στρατιωτικές βάσεις, το Κούριο και τα πρόσφατα παρεπόμενα, με την επιμονή τους να πρωταγωνιστούν  και να βρίσκονται διαρκώς στο προσκήνιο καθορίζοντας το κυπριακό και τη λύση του, ενώ οι Τούρκοι από το 1571, ιδιαίτερα  όμως από την εισβολή του 1974, όχι μόνο δεν εγκαταλείπουν τον τόπο αλλά ριζώνουν καταστρέφοντας και αλλοιώνοντας τη φυσιογνωμία του, με αποτέλεσμα το νερό να μένει, ενώ το  βόρειο μέρος της άμμου κινδυνεύει να τουρκοποιηθεί, και μάλιστα τώρα, όχι μόνο λόγω των τουρκικών στρατευμάτων αλλά και λόγω των δικών μας προδοτικών ενεργειών. Γιατί τι άλλο είναι η καταφυγή στα τουρκικά δικαστήρια και το ξεπούλημα της γης μας στους Τούρκους; Το ερώτημα όμως είναι γιατί να γίνεται αυτό και μάλιστα με ανοχή και συμβολή της ίδιας της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας!
Το σύνταγμά μας κατοχυρώνει λεπτομερώς τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και απαγορεύει πράξεις που οδηγούν στην αλλοτρίωση του τόπου και στη μείωση της κυριαρχίας του κράτους μας. Με την προσφυγή Ελλήνων Κυπρίων στα τουρκικά δικαστήρια το κράτος απέφυγε να ασχοληθεί επισταμένως, αντίθετα μάλιστα άφησε πολλά παράθυρα και πόρτες ανοιχτές, που οδηγούν στη λύση του κυπριακού και του περιουσιακού με τους όρους της Τουρκίας, σε τέτοιο βαθμό που μερικές φορές νομίζει κανείς πως και η κυβέρνηση επιθυμεί την τέτοια λύση, συνυφασμένη με τη λατρεία της για διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία.
Κι ενώ θα απαιτούσε κανείς να προστατεύει η ίδια η κυβέρνηση του τόπου την εδαφική του ακεραιότητα, με τις πράξεις της επιβεβαιώνει το αντίθετο, πως επιθυμεί τη διχοτόμηση της Κύπρου και συμβάλλει με κάθε τρόπο, θεμιτό και αθέμιτο, στο ξεπούλημά του. Για το οποίο βέβαια βρίσκει δικαιολογίες πολλές.
Όμως η άμμος έτσι τουρκοποιείται και το νερό μεινίσκει, οι Τούρκοι ριζώνουν όλο και περισσότερο ως τοπικοί, ενώ οι τοπικοί πεθαίνουν πρόσφυγες στην πατρίδα τους, μακριά από τα χώματά τους. Τι θα κάμει όμως κανείς τα εκατομμύρια που παίρνει πουλώντας τη μάνα γη ή την πατρίδα του, την ώρα που έχει χάσει την ψυχή του κι έχει μαυροπινακιστεί στις συνειδήσεις των συμπατριωτών του;  

Ακρίδες εσωτερικού και εξωτερικού


Ακρίδες εσωτερικού και εξωτερικού
Του Στέλιου Παπαντωνίου
Με τις ακρίδες, τον καιρό της τουρκοκρατίας, την πάθαμε: Νομίζαμε πως αν τις σκοτώναμε πολλαπλασιάζονταν, κι έτσι τις αφήναμε σμήνη, κανένα φυτό δε γλίτωνε. Τρέχαμε στις εκκλησιές και στα μοναστήρια, περιμέναμε την κάρα του αγίου από το άγιον Όρος, δεν την έστελναν, φοβόντουσαν μην πάθει καμιά βλάβη, απαιτούσαν να πάει ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος να τη φέρει, να εγγυηθεί την ασφάλειά της, κι ύστερα ήταν οι λοιμοί κι οι λιμοί κι οι Τούρκοι που ζητούσαν πουγγιά τη φορολογία, και δεν χόρταιναν ποτέ οι διοικητές, μια με τη βία μια με τις απειλές και την κακία τους, μας έμειναν αιμάτινα στην Ιστορία μας γραμμένα τα αγριωπά ονόματά τους. Έτσι και χειρότερα περνούσαν οι δικοί μας επί τουρκοκρατίας, άλλοι ξενιτεύονταν, άλλοι γονάτιζαν με διάφορους τρόπους.
Κι ύστερα ήλθαν οι Άγγλοι με τις φρούδες ελπίδες μας κι εκεί που πήραμε τ’ απάνω μας με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και την ανεξαρτησία, ήλθαν τα σχέδια του Νιχάτ Ερίμ, κι η τουρκοκυπριακή ανταρσία κι αργότερα η διχόνοια, το πραξικόπημα κι η εισβολή, ακρίδα των ακρίδων, λιμός, λοιμός και καταποτισμός.
Τις ακρίδες,  μάς έμεινε ο φόβος, δεν τις σκοτώναμε. Τις αφήναμε να ζουν μαζί μας, σαν χρηματιστήριο, σαν τράπεζες που μεγαλοπιάνονταν με τα πελώρια μέγαρά τους  και μας έσφιγγαν το λαιμό παίζοντας με τα χρήματά μας,  άλλες ακρίδες πολιτικές σαν αδέξιοι κυβερνήτες ή βουλευτές ή υπουργοί  ή πρόεδροι, άλλες σαν κατακομματιασμένα κόμματα ή σαν καταραμένη έκρηξη στο Μαρί, να σκοτώνει νεανικά όνειρα και λεβεντόπαιδα λαμπάδες, όλες αυτές εσωτερικές ακρίδες καθημερινά πολλαπλασιαζόμενες.
Κι ήρθε τώρα η άλλη, στους νεοφώτιστους εμάς, όχι στις παλιοκαραβάνες τους αδελφούς ελλαδίτες, εξωτερική ακρίδα, άλλοι τη λεν τρόικα κι άλλοι την περιμένουν ως μνημόνιο, άλλοι την ξορκίζουν κι άλλοι μας κανακεύουν μην τη φοβόμαστε, δεν είναι η μορμώ δεν είναι κουλλάς. Σημασία έχει στο τέλος  πως δε σκοτώνουμε τις ακρίδες στην ώρα τους, νομίζουμε πως αν τις σκοτώσουμε θα πολλαπλασιαστούν και την παθαίνουμε, αφού δεν κόβουμε το κακό στη ρίζα του. Ίσως ν’ ανήκει κι αυτό στην ιδιοπροσωπία μας, να επιβιώνει ο ελληνισμός της Κύπρου ερήμην των ελληνοκυπρίων!
Και καλά τον καιρό της τουρκοκρατίας! Σήμερα με τόσα πτυχία και μάστερ και δοκτοράτα και πανεπιστήμια, με τον ίδιο τρόπο σκεφτόμαστε;

Στον αστερισμό της Ευρώπης


Στον αστερισμό της Ευρώπης
Του Στέλιου Παπαντωνίου
Με  οικονομικά θέματα πολλοί δε θα θέλαμε να ασχοληθούμε γιατί δε νογούμε, δεν είμαστε  ειδικοί, δεν είναι της ιδιοσυγκρασίας μας. Γι’ αυτό, τώρα που άλλοι  θα γίνουν ειδήμονες περί τη χρηματοπιστωτική πολιτική, τα ομόλογα, τα μνημόνια και τα μνημόσυνα της κυπριακής οικονομίας, ενώ άλλοι, πολιτικοί αναλυτές λεγόμενοι,   θα κρίνουν και θα βαθμολογούν την κυπριακή προεδρία,  εμείς το καλύτερο που’ χουμε να κάμουμε είναι να μεταφερόμαστε με τα φτερά των ανέμων και του ονείρου σ την παιδική μας ηλικία, στον άγιο Επίκτητο, στο μποστάνι του Σκάρου, εκεί που ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα και μας κρατούσε συντροφιά στους  Βούππους το φεγγάρι τα βράδυα κι ο ρυθμικός ήχος των κυμάτων το εικοσιτετράωρο. Ζηλεύουμε αυτούς που τώρα τα απολαμβάνουν έξω και μακράν κάθε δικαίου και ηθικής,  αποδεικνύουν όμως και πάλι   πως ο εικοστός πρώτος αιώνας συνεχίζει να μοιάζει με τον πρώτο και προ Χριστού και μετά Χριστόν, και πως οι μεγάλες δυνάμεις πάντα το ίδιο συμπεριφέρονται, ενώ  οι μικρές, ανάλογα με τη σμικρότητά τους,  πληρώνουν και τη μικρή ή μεγάλη  στραβομάρα τους, γιατί νόμιζαν πως ήξεραν, νόμιζαν πως μπορούσαν, κι όσο για ευθύνη, όλοι οι άλλοι έφταιγαν εκτός από αυτούς. Ανεύθυνοι μικροί!
Όλα αυτά για τους μικρούς και τους μεγάλους λαούς και δυνάμεις στην Ιστορία  λέγονται παλαιόθεν έως τώρα, μέγας πρώτος ο Θουκυδίδης, γι’ αυτό είναι καιρός να κάτσουμε  να τον ξαναδιαβάσουμε, έστω κι αν τα ελληνικά μας είναι του οκτώ, απροβίβαστοι και πάλι οι μισοί απόφοιτοι λυκείων μας, και πώς να αναγνώσουν και να γνωρίσουν   τα μεγάλα κι αιώνια θέματα κι αλήθειες, την αρχαία σοφία του Αισχύλου με την ύβρη και την τίση, και το χριστιανικό «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται» , την ώρα που συλλαβίζουν στην ανάγνωση .  Όσο για τους έξω παράγοντες και τους άλλους που είναι φταίχτες για όλα, πρώτα ήταν οι προκάτοιχοι κυβερνώντες ύστερα οι ξένες δυνάμεις, ύστερα το σύστημα,  η ελεύθερη αγορά, ο νεοφιλελευθερισμός και άλλοι –ισμοί και η σειρά συνεχίζεται,  όμως  εμείς δε φταίμε.
Στο μεταξύ στην Κερύνεια μας μπαινοβγαίνουν  παράνομα οι τούρκοι και παράνομα οι  ρωμιοί, διαφημίζονται ξενοδοχεία μας και ελκύουν εκνόμους, οι αυστριακοί μαθητές κάνουν τις διακοπές τους, οι βιβλικοί μελετητές βρήκαν αεροδρόμιο στην παρανομία τους και στην υβριστική στάση τους, ενώ οι καζινόπληκτοι αναμένουν από τις εδώ δολοφονίες να εξαχθεί φως, για να φανεί σε ποιον θα ανήκουν μονοπωλιακά τα αγαπημένα τους καζινοπαίγνια.
Η Κύπρος τουλάχιστο μετά το 1974 ουδέποτε βρέθηκε σ’ αυτό το χάλι, πολιτικό, οικονομικό, πνευματικό, κοινωνικό.
Όνειρο οι διακοπές στον άγιο Επίκτητο, σκληρή πραγματικότητα ο μηχανισμός στήριξης, όσο κι αν θέλουμε να τον εξορκίσουμε και να τον ωραιοποιήσουμε. Μόνοι μας δεν μπορούμε στα πόδια μας να στηριχτούμε, λέει ο όρος, γι’ αυτό χρειαζόμαστε όχι ανθρώπινο  χέρι βοήθειας, παρηγοριά και ζεστασιά, αλλά ένα ψυχρό μηχανισμό, ρομπότ βεληνεκούς μεγάλου, ένα μηχανισμό  στήριξης.  Είτε μας αρέσει είτε όχι, δε μας ρωτούν.Εμείς όμως πριν ξεψυχήσουμε έχουμε καθήκον ανεκπλήρωτο, το όνειρο να ξαναγίνει όραμα πολιτικό, να επιστρέψουμε στη γη μας, να ξαναζήσουμε την ενωμένη Κύπρο μας, ελεύθεροι και δικαιωμένοι, κι αυτό δε θέλει ρομποτικούς μηχανισμούς αλλά δύναμη ψυχική και νεολαία γραμματισμένη και μορφωμένη.

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Ακρίδες εσωτερικού και εξωτερικού


Ακρίδες εσωτερικού και εξωτερικού
Του Στέλιου Παπαντωνίου
Με τις ακρίδες, τον καιρό της τουρκοκρατίας, την πάθαμε: Νομίζαμε πως αν τις σκοτώναμε πολλαπλασιάζονταν, κι έτσι τις αφήναμε σμήνη, κανένα φυτό δε γλίτωνε. Τρέχαμε στις εκκλησιές και στα μοναστήρια, περιμέναμε την κάρα του αγίου από το άγιον Όρος, δεν την έστελναν, φοβόντουσαν μην πάθει καμιά βλάβη, απαιτούσαν να πάει ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος να τη φέρει, να εγγυηθεί την ασφάλειά της, κι ύστερα ήταν οι λοιμοί κι οι λιμοί κι οι Τούρκοι που ζητούσαν πουγγιά τη φορολογία, και δεν χόρταιναν ποτέ οι διοικητές, μια με τη βία μια με τις απειλές και την κακία τους, μας έμειναν αιμάτινα στην Ιστορία μας γραμμένα τα αγριωπά ονόματά τους. Έτσι και χειρότερα περνούσαν οι δικοί μας επί τουρκοκρατίας, άλλοι ξενιτεύονταν, άλλοι γονάτιζαν με διάφορους τρόπους.
Κι ύστερα ήλθαν οι Άγγλοι με τις φρούδες ελπίδες μας κι εκεί που πήραμε τ’ απάνω μας με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και την ανεξαρτησία, ήλθαν τα σχέδια του Νιχάτ Ερίμ, κι η τουρκοκυπριακή ανταρσία κι αργότερα η διχόνοια, το πραξικόπημα κι η εισβολή, ακρίδα των ακρίδων, λιμός, λοιμός και καταποτισμός.
Τις ακρίδες,  μάς έμεινε ο φόβος, δεν τις σκοτώναμε. Τις αφήναμε να ζουν μαζί μας, σαν χρηματιστήριο, σαν τράπεζες που μεγαλοπιάνονταν με τα πελώρια μέγαρά τους  και μας έσφιγγαν το λαιμό παίζοντας με τα χρήματά μας,  άλλες ακρίδες πολιτικές σαν αδέξιοι κυβερνήτες ή βουλευτές ή υπουργοί  ή πρόεδροι, άλλες σαν κατακομματιασμένα κόμματα ή σαν καταραμένη έκρηξη στο Μαρί, να σκοτώνει νεανικά όνειρα και λεβεντόπαιδα λαμπάδες, όλες αυτές εσωτερικές ακρίδες καθημερινά πολλαπλασιαζόμενες.
Κι ήρθε τώρα η άλλη, στους νεοφώτιστους εμάς, όχι στις παλιοκαραβάνες τους αδελφούς ελλαδίτες, εξωτερική ακρίδα, άλλοι τη λεν τρόικα κι άλλοι την περιμένουν ως μνημόνιο, άλλοι την ξορκίζουν κι άλλοι μας κανακεύουν μην τη φοβόμαστε, δεν είναι η μορμώ δεν είναι κουλλάς. Σημασία έχει στο τέλος  πως δε σκοτώνουμε τις ακρίδες στην ώρα τους, νομίζουμε πως αν τις σκοτώσουμε θα πολλαπλασιαστούν και την παθαίνουμε, αφού δεν κόβουμε το κακό στη ρίζα του. Ίσως ν’ ανήκει κι αυτό στην ιδιοπροσωπία μας, να επιβιώνει ο ελληνισμός της Κύπρου ερήμην των ελληνοκυπρίων!
Και καλά τον καιρό της τουρκοκρατίας! Σήμερα με τόσα πτυχία και μάστερ και δοκτοράτα και πανεπιστήμια, με τον ίδιο τρόπο σκεφτόμαστε;

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Η επανάσταση των αρίστων


Η επανάσταση των αρίστων
του Στέλιου Παπαντωνίου

Γιατί να μας ενδιαφέρουν περισσότερο οι τράπεζες και η οικονομική μας εξαθλίωση, το κατρακύλισμα των οικονομικών αξιών και όχι η αποτυχία και πάλι των μαθητών μας στη γλώσσα μας, το μέσο σκέψης και έκφρασης όχι μόνο των συναισθημάτων και διανοημάτων μας αλλά και του πολιτισμού μας εν γένει;
Κάτω από τη βάση τα αποτελέσματα των τελικών εξετάσεων στα Νέα Ελληνικά τα τελευταία χρόνια, φαινόμενο σύνηθες μέχρι φυσιολογικό πια, αφού για να μάθει κανείς τη γλώσσα του σωστά, πρέπει να επαναστατήσει ενάντια στην ευκολία, να αφιερώσει χρόνο, να εργαστεί μεθοδικά και σοβαρά, να ασκηθεί μελετώντας κείμενα
αρχαία, βυζαντινά, νεοελληνικά και γράφοντας συνεχώς δικά του, με τη βοήθεια ανθρώπων που γράφουν οι ίδιοι, γιατί πολλοί φιλόλογοι ξέρουν ίσως  να διαβάζουν αλλά δεν εξασκούνται στο γράφειν, για να βιώσουν τις δυσκολίες και τη μαγεία, ώστε  να μπορούν να καθοδηγήσουν στη γραφή κειμένων.
Οικονομικά, εκατομμύρια ευρώ πρέπει να έχουν ως τώρα δαπανηθεί σε βιβλία, συγγραφείς και εκδότες βιβλίων διδασκαλίας της γλώσσας, δασκάλους δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου. Δώδεκα χρόνια στα σχολεία τα παιδιά,  δικαιούται ο πολίτης να ρωτήσει: τα αποτελέσμα ήταν ισάξια των χρημάτων που ως τώρα δαπανήθηκαν; Το να ακούμε κάθε χρόνο πως θα εξεταστούν επιστημονικά τα αποτελέσματα, μάλλον κατάντησε από αυτονόητο ανόητο, αφού οι αλλαγές γίνονται για το θεαθήναι, και τα τελικά αποτελέσματα δείχνουν πως  στο χειρότερο οδηγούμαστε και το καλύτερο δε βλέπουμε, ενώ η δικαιολογία πως πολλοί δίνουν λευκή αδιάφορη κόλλα  αποδεικνύει πως έχει αποτύχει το σύστημα και στη διαμόρφωση του ήθους των μαθητών μας, αφού ασεβούν στους θεσμούς ή τους χρησιμοποιούν για σκοπούς αλλότριους.
Την ορθή και επαναστατική για την εποχή των ευκολιών και της ασυδοσίας  απάντηση στο όλο θέμα «επιτυχία στις εξετάσεις» το έχουν δώσει οι πρωτεύσαντες: προσπάθεια όλα τα χρόνια, μελέτη και σκληρή εργασία, μεθοδικότητα και πρόγραμμα, όραμα και θέληση για την υλοποίηση του προγράμματος. Εκμετάλλευση του χρόνου, των υπαρχόντων, του κεφαλαίου που στον καθένα έδωσε ο Θεός, εις βάρος της διασκέδασης, της κακώς νοούμενης ψυχαγωγίας, μακριά από γνωριμίες και μέσα για να επιτύχουν, μακριά από τους πλίνθους και κεράμους τους ατάκτους ερριμμένους, που βλέπουν καθημερινά να τους διδάσκουν με το παράδειγμά τους πολλοί στη σημερινή κοινωνία. Τάξη, σοβαρότητα, κοσμιότητα, προσήλωση στο στόχο, συνέπεια. Και πίστη στο Θεό, πρόσθεσε μια αριστεύσασα.
Αυτά και μόνο που μας διδάσκουν τα εργατικά και άριστα παιδιά μας είναι καθοριστικά για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες και στην οικονομική και στην πολιτική μας ζωή. Αν παίρναμε μάθημα από τα παιδιά αυτά, θα ήταν για μας το μέγιστο.
Τα συγχαρητήριά μας σ’ όλους τους επιτυχόντες με την αξία τους και μακάρι να μιμηθούν την εργατικότητα και προσήλωση στο στόχο τους όσοι μας κυβερνούν κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο ή προτίθενται.

wwwsteliospapantoniou.blogspot.com

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Παπαευτύχιος Παπαχριστοδούλου

Παπαευτύχιος Παπαχριστοδούλου

Του Στέλιου Παπαντωνίου


Η εκκλησιά μας, ο άγιος Κασσιανός Λευκωσίας, κι αν δε δεχόταν άμεσα επιθέσεις από τους Τούρκους είτε στα 1958 είτε στα 1963 είτε το 1974, δεχόταν τα αποτελέσματα των επιθέσεων εναντίον της γειτονιάς μας, που βρισκόταν όλες αυτές τις περιόδους στην πρώτη γραμμή του πυρός και σωζόταν από τα παιδιά της κι από άλλους λευκωσιάτες, που έσπευδαν στις μάχες.
Ενώ ήταν μια από τις μεγαλύτερες ενορίες, άρχισε σιγά σιγά να συρρικνώνεται και οι  παλαιοί γνήσιοι αϊκασσιανίτες να την εγκαταλείπουν, αφού τα σπίτια τους καταλαμβάνονταν από τους Τούρκους ή περιέχονταν στη λεγόμενη πράσινη γραμμή, που χώριζε πια απελπιστικά τη Λευκωσία, σε δυο τομείς, τον ελληνοκυπριακό και τον τουρκοκυπριακό, πάντα εις βάρος των Ελλήνων, με εγκέφαλους της διαίρεσης του Άγγλους.

Ύστερα από τον Παπακωνσταντίνο Παπαβασιλείου αρχίζει κι η καθοδική πορεία του ναού, όχι μόνο γιατί οι γείτονες λιγόστεψαν, αλλά γιατί κανένας πια ιερέας δε διαμένει στην ενορία, όλοι νιώθουν περαστικοί, και έτσι είναι, ανάλογα με τις ανάγκες της αρχιεπισκοπικής περιφέρειας, που καταλέγει πια την ενορία στις μικρότερες, χωρίς όμως να την εγκαταλείπει.

Αν λειτουργεί η εκκλησιά μας ακόμα, είναι γιατί μεγάλη είναι η χάρη του αγίου μας, και πιο θαυμαστό από τη λειτουργία του ναού μας μετά το 1974 δεν υπάρχει. Όλοι οι παλιοί γείτονες εδώ έρχονται για τα μνημόσυνά τους, για τις γιορτές τους, συνεχίζουν να θεωρούν τον άγιο Κασσιανό τον προστάτη τους και την εκκλησιά μας οικογενειακή. Τόσο οικείοι και ουδέποτε ξένοι.

Ο Παπαευτύχιος Παπαχριστοδούλου, αδελφός του επί εξηκονταετίαν όλην πρωτοψάλτη μας Αλέξανδρου Παπαχριστοδούλου, ήλθε στην εκκλησιά μας διωγμένος από τους Τούρκους εισβολείς από το χωριό του, το Έξω Μετόχι. Βρήκε καταφύγιο στην αρχή στο ναό του κοιμητηρίου, κι εδώ κοντά μας, που ένιωθε ήδη οικείος, λόγω Αλέξανδρου.

Γλυκός άνθρωπος, ευπροσήγορος, με όλους ανοιχτός και σε όλους, είχε μια πλατιά καρδιά κι ένα αιώνιο χαμόγελο, αλησμόνητο σήμα κατατεθέν. Απλός στους τρόπους, γρήγορος στα διαβάσματα και στη λειτουργία του, κάποτε η μάνα μου τον παρακάλεσε, προπάντων τις ευχές του αγιασμού των υδάτων στα Θεοφάνεια να τις διαβάζει όσο πιο αργά για να καταλαβαίνει, γριά ήδη κι αυτή, μα με απαιτήσεις κατανόησης του κειμένου και προπάντων ειδικά αυτών των ευχών, κι ο Παπαευτύχιος κατέβαλε τη μεγάλη προσπάθεια, και δέχτηκε τα πολλά ευχαριστώ, οικογενειακοί φίλοι νιώθαμε, κάποτε φιλοξενήθηκαν οι δικοί μου στο σπίτι του, αβραμιαία.

Ο Αλέξανδρος, μολονότι ψάλτης, είχε το πάνω χέρι γιατί ήταν κι ένιωθε ο πρώτος και παλαιότερος στο ναό, έχοντας το πρόσταγμα, και δίνοντας το ρυθμό στην όλη λειτουργία, μοναδικός κι αναγνωρισμένος, γνώστης και κατευθυντήρια δύναμη. Κι ο Παπαευτύχιος δεχόταν τα πρωτεία του αδελφού του, χωρίς διαμαρτυρία.

Η θητεία του στην εκκλησιά μας κύλισε ήρεμα κι ανθρώπινα, με κατανόηση και σεβασμό στον παπά μας, που γρήγορα εγκλιματίστηκε στην ενορία και στον κόσμο της.
 Ύστερα ήρθε το δυστύχημα κι η μεγάλη απώλεια. Στην κηδεία του στο κοιμητήριο μίλησα εκ μέρους 
της εκκλησιαστικής επιτροπής και των ενοριτών μας.

ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ
Στέλιος Παπαντωνίου

΄Οσοι ιερείς πέρασαν από τον άγιο Κασσιανό μένουν αξέχαστοι,
 γιατί γράφουν ιστορία στις καρδιές των πιστών.
Είμαστε μικρή γειτονιά,  δεχτήκαμε πολλές τις επιθέσεις των Τούρκων,
γι' αυτό κι αγαπήσαμε τον παπα Ευτύχιο, σαν ήρθε διωγμένος από το χωριό
και βρήκε καταφυγή και στήριγμά του το ναό εδώ στο κοιμητήριο, και τον άγιο Κασσιανό .

Ο παπάς μας  ήταν άνθρωπος απλός, μΜ΄ένα πλατύ πάντα χαμόγελο στα χείλη
και  μια μεγάλη καρδιά,  ανεξίκακη.
Ακάματος, αεικίνητος, αγαπητός σ΄όλους τους ενορίτες και ξενομερίτες
Που  ΄ρχονταν να λειτουργηθούν στην εκκλησιά μας.

Ο καλός λόγος δεν έλειπε από το στόμα του, έδινε χαρά με την παρουσία του,
γιατί ήξερε να διώχνει από τους ανθρώπους τις έγνοιες με την πίστη και την υπομονή.

΄Ηξερε να δίνει θάρρος στις  ατυχίες της ζωής και με το παράδειγμά του,
του καλού ιερέα και οικογενειάρχη και ανθρώπου, χωρίς πολλά λόγια
οδηγούσε στο δρόμο το σωστό.

Τέλειωνε η λειτουργία και χαρούμενος κινούσε για το σπίτι ευχαριστώντας  το Θεό που τον βοηθούσε,  και  σε μεγάλη ακόμα ηλικία,  να ιερουργεί .

Τον αγαπήσαμε στη γειτονιά  για την άδολη καρδιά, για την ευθύτητα και την ανθρωπιά.

Αιωνία σου η μνήμη,   Παπαευτύχιε. Ο άγιος Κασσιανός σε περιμένει να του ψάλλεις εκεί ψηλά στον ουρανό και να δοξολογείς μαζί του το Θεό.

Αιωνία σου η μνήμη.

Για τη ζωή και το έργο του παρακαλέσαμε τη θυγετέρα του Ειρηνούλα Παπαμιχαήλ να μας γράψει λίγα λόγια, αυτά που ακολουθούν. Την ευχαριστούμε.


Παπαευτύχιος Παπαχριστοδούλου

Της Ειρηνούλας Παπαμιχαήλ

Ο Παπαευτύχιος Παπαχριστοδούλου  γεννήθηκε στο Έξω Μετόχι Λευκωσίας στις 26 Αυγούστου 1911. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Παπαχριστόδουλου Χατζηπιερή και της Μάρθας Χατζηγιώρκη. Όταν τέλειωσε το δημοτικό σχολείο του χωριού του, ασχολήθηκε με τη γεωργία, για να βοηθήσει τον πατέρα του στην πολυμελή οικογένειά του (οκτώ παιδιά) παρ’ όλο που οι δάσκαλοί του παρακινούσαν τον πατέρα του να στον στείλει στο Γυμνάσιο.
Ο πατέρας του είχε πολλά κτήματα. Ήταν από τους μεγαλύτερους κτηματίες του χωριού με χωράφια, ελαιώνες, νερά. Σε ηλικία 30 χρόνων, κατόπιν αρραβώνων οκτώ ετών, ο Ευτύχιος  νυμφεύτηκε την Ελένη Θεοδώρου με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά, δυο γιους και δυο κόρες.
Ήταν πολύ δραστήριος και μπορούσε να μείνει ξάγρυπνος δυο μερόνυχτα, για να ποτίσει τα σιτηρά του που είχε κοντά στον Πεδιαίο.
Το καλοκαίρι καλλιεργούσε μποστάνια και βαμβάκια. Επίσης είχε αρκετά βόδια και μεγάλωνε δαμάλια τα οποία πουλούσε στους ζωέμπορους. Ήταν και αυτός ένας τρόπος για να ενισχύει το εισόδημα για την οικογένειά του, ιδιαίτερα όταν τα παιδιά του που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο.
Το 1958 πέθανε ο πατέρας του κατόπιν σύντομης ασθένειας. Ο Ευτύχιος ήταν τότε 47 ετών και για να μπορεί να γίνει τότε κάποιος ιερέας δεν έπρεπε να είναι πέραν των 40 χρόνων για να μπορέσει να φοιτήσει στην Ιερατική Σχολή.
Ο Ευτύχιος πήγε τότε και ζήτησε  από τον χωρεπίσκοπο Γεννάδιο να του επιτρέψει να φοιτήσει στην Ιερατική Σχολή και να χειροτονηθεί ιερέας της κοινότητάς του.
Ο χωρεπίσκοπος ζήτησε από τον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄ που βρισκόταν εξορία στις Σεϋχέλλες την έγκριση και την πήρε. ‘Ετσι γράφτηκε στην Ιερατική Σχολή με την έναρξη της χρονιάς το 1958. Εκεί φοίτησε μέχρι τις 30 Νιόβρη του ιδίου έτους, οπότε ο χωρεπίσκοπος τον χειροτόνησε διάκονο στη εκκλησία του Αποστόλου Ανδρέα στην κατεχόμενη σήμερα Νεάπολη Λευκωσίας.
Ήταν πολύ καλός μαθητής στη σχολή και γνώστης της θείας λειτουργίας. Μετά τη χειροτονία λαμβάνοντας μέρος στη θεία λειτουργία εξέπληξε το χωρεπίσκοπο ο οποίος αμέσως με το πέρας στης λειτουργίας του υποσχέθηκε  ότι σε 3 βδομάδες δηλ στις 22 του Δεκέμβρη θα τον χειροτονούσε ιερέα.
Έτσι κι έγινε. Στις 22 Δεκεμβρίου Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως τον χειροτονεί ιερέα στην εκκλησία του αγίου Γεωργίου στην  Αγλαντζιά.
Αγαπούσε πολύ όλους του  χωριανούς και οι χωριανοί το ίδιο, δεν του χαλούσαν χατίρι. Όλοι έλεγαν ο παπάς μας κι έτρεχαν να τον συμβουλευτούν σε κάθε πρόβλημά τους. Τον προσφωνούσαν με τη φράση «θκειε παπά».
Ήταν πολύ φιλόξενος . Δεν άφηνε να κεράσει κανένας άλλος τους ξένους που περνούσαν από το καφενείο του χωριού. Στο σπίτι του σχεδόν καθημερινά είχε ξένους. Στην αυλή του είχε κότες, περιστέρια, κουνέλια. Κάθε χρόνο μεγάλωνε δυο γουρούνια για τα λουκάνικα , τα παστά , τις ζαλατίνες. Δεν υπήρχε λοιπόν πρόβλημα να ετοιμάσει τραπέζι για τους πολλούς φίλους του. Από το σπίτι του πέρασαν απλοί άνθρωποι, επιστήμονες, ιερωμένοι, πολιτικοί. Τους υποδεχόταν με χαμόγελο και ήθελε να νιώθουν άνετα στο σπίτι του.
Ήταν μέλος της ΕΟΚΑ και στο σπίτι του γίνονταν μυστικές συναντήσεις μελών της οργάνωσης της περιοχής Κυθρέας. Γνωστά πρόσωπα της περιοχής, Στέλιος Πετάσης, Θάσος Σοφοκλέους, Πέτρος Στυλιανού.
Έγινε μέλος του ΕΔΜΑ, Ενιαίο Δημοκρατικό Μέτωπο Αναδημιουργίας που συστάθηκε μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου.
Το 1963 μαζί με τους Εθνοφύλακες φρόντιζε για την ασφάλεια του χωριού του.
Φρόντιζε να παντρεύει τους χωριανούς του για να μένουν στο χωριά με σκοπό να μεγαλώσει η κοινότητά του. Ίσως να φανεί παράξενο αλλά και Τούρκοι πολλές φορές του ζητούσαν να κάνει προξενιό. Γνώριζε τους κοινοτάρχες και πάρα πολλούς Τούρκους της γύρω περιοχής. Ήξερε αρκετά τούρκικα και μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί τους. Οι Τούρκοι την αγία εβδομάδα περνούσαν και έφερναν γάλα για να φτιάξουμε φλαούνες.
Μετά τα γεγονότα του 1963 οι Τούρκοι όταν είχαν πρόβλημα υγείας και ήθελαν να πάνε στο νοσοκομείο χτυπούσαν την πόρτα του παπαΕυτύχιου και ζητούσαν να τους συνοδεύσει στη Λευκωσία, πράγμα το οποίο έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ήταν οξύθυμος αλλά παράλληλα καλωσυνάτος. Συγχωρούσε εύκολα και δεν κρατούσε κακία  σε κανένα.
Του άρεσε να είναι ενήμερος της πολιτικής κατάστασης. Καθημερινά πήγαινε στο περίπτερο μετά την εισβολή που κατοικούσε στο Καϊμακλί να πάρει την εφημερίδα του να τη διαβάσει και να συζητήσει με τους θαμώνες του καφενείου και να υποστηρίζει σθεναρά κα με επιχειρήματα τη γνώμη του.
Οι τούρκοι μετά τις διακοινοτικές ταραχές, επειδή δεν μπορούσε να θερίσει τα κτήματά του που γειτόνευαν με το χωριό Πέτρα του Διγενή τα θέριζαν και του έφερναν αυτοκίνητο γεμάτο με κριθάρι. Αυτό γιατί τον εκτιμούσαν πολύ.
Μετά τη χειροτονία, λειτούργησε στο χωριό του, στην εκκλησία του αγίου Γεωργίου, μέχρι την τουρκική εισβολή. Μετά την εισβολή ήρθε στη Λευκωσία κοντά στη μεγάλη του κόρη Ειρηνούλα Παπαμιχαήλ.
Πήγαινε στους Εργάτες και λειτουργούσε με το συμπέθερό του Παπαμιχαήλ μερικές φορές στο Παλαιχώρι. Αργότερα τοποθετήθηκε στην εκκλησία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Νέο κοιμητήριο Λευκωσίας, για τρία χρόνια περίπου, και τελευταία στον άγιο Κασσιανό. Εκεί ένιωθε πολύ χαρούμενος, γιατί μαζί του είχε ψάλτη τον αδελφό του Αλέξανδρο.
Μετά από ατύχημά του νοσηλεύτηκε για για ένα χρόνο στη γεροντολογική κλινική Ιακωβίδη στη Λευκωσία. Πέθανε στις 28.4.1998 και τάφηκε στο Νέο Κοιμητήριο Λευκωσίας
Ευτύχησε να δει και τα τέσσερα παιδιά του αποκατεστημένα,  ακόμα και την εγγονή του τη μεγάλη την Ελένη Παπαμιχαήλ που τη μεγάλωσε στο χωριό ευτύχησε να τη δει παιδίατρο.
Πιστεύω ότι στο σύντομο ταξίδι της ζωής του άφησε στα παιδιά του αρχές και η ζωή του ήταν ένας χείμαρρος από καλοσύνη, ανθρωπιά και προσφορά.
Πάντα μας συμβούλευε να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες με αισιοδοξία. Ο Θεός είναι μεγάλος. Να μη φοβάστε.
Πέθανε με τη νοσταλγία του γυρισμού. Ανέβαινε, όταν μπορούσε, στην ταράτσα του σπιτιού της κόρης του στο Καϊμακλί και ατένιζε το χωριό του. «Βρέχει σήμερα στο χωριό, Ελένη», έλεγε στη γυναίκα του.
Όμως δεν άφησε  τον καημό της επιστροφής να τον λυγίσει. Τον πήρε στον άλλο κόσμο. Εκεί θα βρει παρηγοριά κοντά στον Παντοδύναμο που υπηρέτησε τόσα χρόνια και στον οποία στήριζε τις ελπίδες του κατά την επίγεια ζωή του.