Σάββατο 30 Αυγούστου 2025

Θλιβερές συγκρίσεις

 Θλιβερές συγκρίσεις

Η Κύπρος ήταν από τη δεκαετία του 1950 κέντρο διελκυστίνδας ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, με επιθεωρητές την Αγγλία και τις ΗΠΑ, η Αγγλία για την προστασία των συμφερόντων και βάσεών της και οι ΗΠΑ ως εκπροσωπούσα το ΝΑΤΟ και τα συμφέροντά του στην περιοχή, με σπουδαιότερο βέβαια τη μη διαμάχη ανάμεσα στους συμμάχους Ελλάδα και  Τουρκία.

Από το 1821 η Κύπρος, έχοντας συνείδηση της ελληνικότητάς της, ήθελε να μετάσχει ενεργά στις επαναστατικές ενέργειες του έθνους, η εγγύτητά της όμως προς την Τουρκία δεν επἐτρεπε ἀμεση συμμετοχή στον απελευθερωτικό αγώνα, εξ ου και η σοφή τοποθέτηση του αρχιεπισκόπου Κυπριανού, να συμβάλουμε οικονομικά και υλικά στον αγώνα, έστω κι αν αυτό μας στοίχισε την μη συμπερίληψή μας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, παρά τις προσπάθειες του Καποδίστρια, ο οποίος, μιλώντας το 1827 για τα όρια της Ελλάδας έλεγε: «Τα όρια ταύτα από του 1821 καθορίζονται υπό του αίματος του εκχυθέντος εις τα σφαγεία των Κυδωνιών, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρών και του Μεσολογγίου και εις τους πολλούς κατά γην και κατά θάλασσαν αγώνας, διά των οποίων εδοξάσθη το ανδρείον τούτο έθνος»

Και ενώ οι Έλληνες της Κύπρου έσπευδαν σε όλους τους ένοπλους αγώνες του ελληνισμού, όπως και ο ελληνικός λαός μετείχε διαφοροτρόπως στους αγώνες του κυπριακού ελληνισμού, το ίδιο δεν συνέβαινε με τις ελληνικές κυβερνήσεις οι οποίες, από Ελευθερίου Βενιζέλου και εξής, όχι μόνο απείχαν των ενωτικών μας αγώνων αλλά και μας απέτρεπαν από το να επιζητούμε την ένωση με την Ελλάδα, αφού αυτή ήταν υποχρεωμένη πολιτικά και στρατιωτικά και χρεωμένη οικονομικά απέναντι στην Αγγλία ιδιαίτερα, μια Ελλάδα που εξερχόταν του απελευθερωτικού της αγώνα καταχρεωμένη, όπως και μετά από κάθε άλλο πόλεμο, εμφύλιο ή παγκόσμιο.

Την τύχη των τόμων του ενωτικού δημοψηφἰσματος του 1950 την ξέρουμε, δεν τους  δέχτηκε η ελληνική κυβέρνηση, ο αγώνας της ΕΟΚΑ μπορεί να συνελήφθη ως ιδέα στην Ελλάδα και να στάληκαν όπλα εδώ για τον αγώνα, δυστυχώς όμως και η ιδέα της διχοτόμησης συνελήφθη επίσης από την πολιτική ηγεσία στην Ελλάδα, Κωνσταντίνο Καραμανλή και Ευάγγελο Αβέρωφ. Η αντίθεση των στάσεων του ελληνικού λαού και της ηγεσίας του είναι ολοφάνερη. Και οι οπισθοχωρήσεις και ελλαδικές πολιτικές αποτυχίες δεν έχουν τέλος, με τις συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου, και τις δικές μας αστοχίες.

Πρώτη μεγάλη μας οπισθοχώρηση η από ενώσεως εις ανεξάρτητο κυπριακό κράτος. Και ύστερα από αγώνες και θυσίες το 63 και 67, φτάνουμε στο χουντικό πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου και την τουρκική εισβολή, τα μεγαλύτερα και καταστρεπτικότερα πλήγματα στην όλη ιστορική διαδρομή του νησιού μας.

Έκτοτε αρχίζει άλλη μεγάλη κατρακύλα, η απομάκρυνση από την αρχική θέση για ένα ενιαίο κράτος και η αποδοχή της λύσης μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, που αναγνωρίζει την πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων και αποδέχεται μια μορφή εσωτερικού γεωγραφικού διαχωρισμού.

Σε αντίθεση με την καθοδική πορεία της ελληνικής κοινότητας, οι Τούρκοι, από τη δεκαετία του 1950, εφαρμόζοντας κατά γράμμα και με συνέπεια την Ἐκθεση Νιχάτ Ερίμ, από μειονότητα του 18% του πληθυσμού της Κύπρου κατεσπαρμένη εδώ κι εκεί στο νησί, κατόρθωσε να καταλάβει με την επίθεση της Τουρκίας το 40% του εδάφους μας, με τη βίαιη μετακίνηση να εγκατασταθεί στο βόρειο μέρος του νησιού και να απαιτεί αναγνώριση δικής της κρατικής υπόστασης.

Από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960, η πολιτική της Άγκυρας, ανεξαρτήτως της εκάστοτε κυβέρνησης (είτε κεντροδεξιάς, είτε κεντροαριστερής, είτε στρατιωτικής), ακολούθησε με συνέπεια τις κατευθυντήριες γραμμές του Ερίμ με την κατάρρευση της δικοινοτικής διακυβέρνησης του 1960, τη  δημιουργία τουρκοκυπριακών θυλάκων, τη γεωγραφική διχοτόμηση, την προώθηση της λύσης δύο κρατών, με απώτερο σκοπό τον  στρατηγικό έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου.

Ύστερα από όλα αυτά καταλαβαίνουμε πως έχουμε απόλυτη ανάγκη ενός σχεδιασμού απαλλαγής από την στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας, των εποίκων και των κάθε λογής επεμβάσεων, για να γίνουμε ένα φυσιολογικό κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο οποίο να ισχύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως σε όλα τα άλλα κράτη μέλη της Ευρώπης.