Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

Ο Θάσος


Ο Θάσος
Περίεργο, ούτε ο Αθανάσιος ούτε ο Κύριλλος πέρασαν από το φωτογραφείο Ηρακλείδη, δεν έχουμε στο λεύκωμα καμιά φωτογραφία τους, Αλεξανδρινοί πατριάρχες, όχι βασιλείς, με δυνατά επιχειρήματα, με λόγο ικανό να τσακίσει κόκαλα, από την Αλεξάνδρεια περάσαμε, ήταν ένα πλοίο, για να φτάσει στην Κύπρο περνούσε κι από τη γειτονιά τους, λέμε και γιατί όχι, ευκαιρία ζητούσαμε το φοιτηταριό, να δούμε ξένους τόπους, ακόμα και στην Ελλάδα τα ίδια κάναμε, μια φορά ο Παπανδρέου να κάμει λέει ανένδοτο αγώνα, κι ας πάμε μαζί του είτε στις προεκλογικές του είτε στον αγώνα του, ταξίδι στην Πελοπόννησο, δωρεάν έλαβον, ωραία περνούσαμε, γνωρίζαμε πατρίδες, πατριώτες και πατριώτισσες, έτσι και με την Αλεξάνδρεια, και να κατεβούμε από το πλοίο, σε καμπίνα ήμασταν, από τα σπάνια, κατάστρωμα δεν είχε; Και να μας τρέχουν ξωπίσω με τα παζάρια, πάρε κι από κείνο κι από τούτο ένα τσούρμο οι πωλητές, και μια άμαξα να περιδιαβάσουμε την πόλη κι εδώ η νέα κι εκεί η παλιά, ο Θανάσης ήταν παλιός ναυτικός, τα εγγόνια του πήραν απ’ αυτόν, ήθελαν να γίνουν καραβοκύρηδες, ο δικός μας όμως, ο Θάσος, δήλωσε και στο Φιλελεύθερο κάποτε που του έκαμαν το πορτρέτο πως θα ήθελε να γίνει ψάλτης, τέτοιες μέρες ήταν μαζί μας πάντα και πάντα. Πήγαινε στο αριστερό ψαλτήρι, και μαζί του και τα ξαδέλφια και ο μεγάλος αδελφός, συγγενείς και φίλοι, μια χορωδία τη Μεγάλη Παρασκευή αυτός τη διεύθυνε, κοφτό το δό- ξαπατρί- καιυιώ- και αγιωπνευ- ματι, τους μάζευε πάνω στα κατηχούμενα, όλους τους ψάλτες της μιάς νυχτός,  στον ίδιο τόπο ήμασταν και στα δέκα και στα είκοσι, η νεολαία των εβδομήντα χρόνων, κι ύστερα ερχόταν πάντα στο δεξί να  πάρει τα συγχαρητήρια, ωραία ήταν «κι από χρόνου», η καθιερωμένη ευχή του Αλέξαντρου, του μεγάλου. Ψάλτη. Μια μέρα μου λέει, ξέρεις,  ο Θάσος με πήρε με τη μοτόρα στο χωριό και μ’ έφερε στην ώρα μου Κυριακή του Πάσχα, άλλες χρονιές πήγαινα με το ποδήλατο και καθυστερούσα, γι’ αυτό κι αναλαμβάνατε εσείς τον κανόνα, ήσασταν καλοί μικροί, και στο άσπιλε αμόλυντε, και στα μεγαλοβδομαδιάτικα, σαν σήμερα μεγάλη Τρίτη πάντα θα ήταν μαζί μας για το μεγάλο εκείνο τροπάριο της Κασσιανής, μια χρονιά μας ζήτησε ο Καλλίνικος να πάμε στο σπίτι του να κάμουμε πρόβες να ψάλλουμε μαζί, μια και μοναδική όμως ήταν, εμείς τον Κασσιανό μας δεν τον αποχωριζόμαστε. Κάποτε ο Μακάριος ήρθε στην εκκλησιά μας, πρωτοχρονιάτικο ήταν το έθιμο, εδώ να λειτουργεί, και του φέρνει τον Καλλίνικο να ψάλλει, ποιος είδε τον Αλέξαντρο και δεν τον φοβήθηκε, πήγε κατ’ ευθείαν στο ιερό, άκου δέσποτά μου εδώ εγώ είμαι ψάλτης, ούτε Μακάριος ούτε εθνάρχης ό τι και να’ ταν μην τον θίξεις, και με το δίκιο του, δεν βρίσκονται εύκολα τέτοιοι ψαλτάδες. Κι ο Θάσος λοιπόν τέτοιες μέρες πάντα στην εκκλησιά, και με τα παιδιά και με τη γυναίκα, ήταν καιροί που η γειτονιά ήταν γεμάτη, κάθε οικογένεια και τη θέση της, εδώ η Κατσουρού, εκεί η Γαλατού του Σταυρή, κι η Μαρία του Κωστάκη,  ξέραμε πού κάθεται ο καθένας κι η καθεμιά, κι ο Θάσος με τους θείους του Σωτήρη και Κόκο και Μίκη, μια οικογένεια ψαλτάδες, το Μεγάλο Σάββατο ιδιαίτερα ήταν κατάδικό τους τον Κύριον υμνείτε, αξέχαστα. Πώς τον χάσαμε ο Θεός ξέρει, μην τον δεις, μου έλεγαν τα αδέλφια του, καλύτερα να διατηρήσεις την εικόνα που είχες, όταν ήλθε στην Αθήνα για εκπαίδευση ως δόκιμος ανθυπολοχαγός, μαζί μας έμενε, κι ύστερα έδινε εξετάσεις μια φορά το χρόνο, στη Νομική είχε γραφτεί, ήταν περίοδος που τον παρακολουθούσαμε και στην τηλεόραση να εκφωνεί τις ειδήσεις, και εδώ γραμματέας κι εκεί πρόεδρος, κάτι ταξιδιωτικά και πρακτορεία, δεν βλεπόμαστε τακτικά, αλλά τέτοιες μέρες, δεν κάναμε χωρίς το Θάσο, Αθανασίου και Κυρίλλου γιόρταζε, μια ενθουσιώδης αγκαλιά να χωρά πολλούς, φωτογραφία όμως ακόμα στο λεύκωμα του Κασσιανού δε βρήκαμε. Κι όμως, έπρεπε να υπάρχει.
Στέλιος Παπαντωνίου