Δεν ξέρω πια πώς να γράψω ένα γλυκό λόγο
πήραν τα πάντα μια θλιμμένη μορφή
θάλασσα, ουρανός, τ’ αστέρια τη νύχτα,
Άναστρη μαυρίλα γύρω και μέσα
τότε που γνώρισα τη βάρβαρη φωνή
Το μαστίγιο του δυνάστη
Το θάνατο των φίλων
οι φίλοι όλοι νεκροί
Όλοι οι νεκροί φίλοι
Κι εξόριστοι από τον παράδεισο
Αδάμ κι Εύα
Μες στ’ αγκάθια και στα τριβόλια
Μες στο κρύο και την ζέστη
Άστεγοι κι απροστάτευτοι
Γι’ αυτό λέω,
Ξέχασα ή ποτέ δεν ήξερα
Πώς να πω κι εγώ
Ένα γλυκό λόγο!