Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΑΚΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΑΚΟΣ      επικήδειος (θάνατος 27.11.13, ταφή 30.11.13)

Μαύρη και βαριά κάθισε η θλίψη στα τραγούδια σου του άλλου κόσμου,
Βάλαμε τα μαύρα στην καρδιά  να σε αποχαιρετήσουμε, τον άλλο μας εαυτό,
παρακολουθώντας με δεμένα χέρια τη γραμμή των φίλων που φεύγουν
να μακραίνει. Μένουμε μόνοι.

Έτσι ξαφνικά που εισέρχεται το απροσδόκητο και το αφάνταστο στη ζωή μας
Που σε βλέπαμε να αποχαιρετάς εσύ με τόση μαεστρία τους άλλους φίλους
Και λέγαμε «Κι εμείς θα αξιωθούμε να μας τα πει ο Δράκος»
Και τώρα κατώτεροι από σένα σίγουρα
Καλούμαστε στο στερνό αντίο
Που θα κρατά για όσο εμείς θα’ μαστε στο εδώ
Κι εσύ θα μας περιμένεις εκεί,
στην άλλη όχθη Με τις αγκάλες όπως πάντα ανοιχτές
Να μας υποδεχτείς όχι με χαμόγελο αλλά με το τρανταχτό γέλιο
αυτών που ξέρουν.

Στ΄ Όμοδος θα γράφτηκες με φωτεινά γράμματα στα δεφτέρια του σχολείου σου, είναι σίγουρο.
 Ξαφνιάζονταν πάντα δάσκαλοι και καθηγητές σου, γιατί άλλος έδειχνες κι άλλος ήσουν.
Ο άριστος,  η μοναδικού μεγέθους μνήμη, η εξυπνάδα, το γέλιο, οι γνώσεις κι η συζήτηση επί παντός επιστητού.
Ο καλλικέλαδος στην εκκλησιά. Σε καμάρωνε η Θεοδώρα σίγουρα, κι ο Κώστας από κοντά, ανακαλύπτοντας κι αυτοί σιγά σιγά   ποιο θησαυρό τους έστειλεν ο Πλάστης.
Κι ύστερα, από την γ΄τάξη του γυμνασίου,  στα στενά δρομάκια της γειτονιάς μας,                          στον άγιο Κασσιανό, να μάθεις ποδήλατο γιατί έπρεπε να δουλέψεις μόλις ήρθες,                              οι πρώτες γνωριμίες κι οι πρώτες εκπλήξεις,                                                                                    
το παιδί στο μπακάλικο είναι βιβλιοθήκη γνώσεων.

Κι η επιβεβαίωση στο Παγκύπριο. Εκεί ενθουσιασμένοι οι καθηγητές μας,                            
ένας ρήτορας γεννήθηκε στην τάξη,                                                                                                 
και να μη σταματάς να δουλεύεις τις νύχτες στα σουβλάκια στο Ρουβιθά ,                           
ενώ η πατρίδα περίμενε από σένα και τις ομάδες σου.
Η συμμετοχή στον αγώνα, καθένας με τις δυνάμεις του.                                                           
 «Πήγε να με ζορίσει ο Περέιρα, ο ξακουστός ανακριτής, αλλά τι να μάθει από ένα Δράκο, 
που όλη η οικογένειά του ήταν βαθιά στον αγώνα;»
 Ένας παντοτινός και φωτεινός σημαιοφόρος ιδεών.

Σ’ αυτά τα χρόνια σφιχτοδέσαμε. Κι από τότε, τίποτε δε μας χώρισε.                                          
Η χαρά σου χαρά μας, η λύπη σου λύπη μας.
Ακόμα κι ο χάρος αμφιβάλλω αν χωρίζει, αφού μας παρακολουθείς από εκεί ψηλά,          
όπως κι εμείς, δε βγαίνεις απ’ το νου μας,  ένα τεράστιο κομμάτι μας παίρνεις μαζί σου,   
 όχι μόνο την παιδική και νεανική ηλικία  αλλά μια ολόκληρη ζωή,                                              
 ν’ ακούει ήδη τους εξοδίους ύμνους.

Οι αναμνήσεις φυτεμένες, φυτρώνουν, μεγαλώνουν,                                                                     
η φωνή σου στο ψαλτήρι ή στο τραπέζι,  ένας συρτός από τραγούδια                                   
 που μόνο η μνήμη σου κρατούσε τόσο σφιχτά, κι εμείς να συνοδεύουμε κατά δύναμη.
Γλέντια και τραγούδια.  
Κάποιοι που δεν ήξεραν, νόμιζαν πως θα σε μεθούσαν με το κρασί,                                      
 πού να’ ξεραν οι καημένοι. Και την πάθαιναν.  
Κι εσύ απτόητος να σέρνεις το συρτό της φωνής σου.

Στην εκδρομή στην Ελλάδα δε θέλαμε καλύτερο. Μπορούσες να μιλήσεις ενώπιον όλων   
για όποιο ιστορικό γεγονός,  να εξάρεις θυσίες και ηρωισμούς,                                                 
 να καταθέσεις στεφάνους εκ μέρους των κυπρίων μαθητών                                                         
κι εμείς από κοντά, οι περήφανοι φίλοι.

Κι η αλυσίδα συνεχίζεται στην Ελλάδα, στις σπουδές μας, στο Αθήνησι,                                            με τους καθηγητές να σε θυμούνται από τους λίγους κυπρίους,                                              εκεί οι πρώτες αγάπες, οι μεγάλες τραγικές ανατροπές,                                                                                  κι η μοναδική και μεγάλη συγκινητική ανθρωπιά σου.
Οι αγωνίες, τα ξενύχτια στο διάβασμα ,    κι η φλόγα για την Ιστορία και τη φιλολογία,          
τα αρχαία κείμενα,  που σου κρατούσαν συντροφιά ως το τέλος της μεστής κι ωραίας ζωής σου.

Το 63- 64 στη Χαλκίδα, με το όπλο στο χέρι  να ετοιμάζεσαι για την κάθοδο                         
 και να προσφέρεις στον Πενταδάχτυλο. Μια ζωή προσφορά: στην πατρίδα,                         
στην οικογένεια, στους φίλους, εσύ η μεγαλύτερη και πιο άδολη καρδιά που γνωρίσαμε.
Μαζί φιλόλογοι στο Γυμνάσιο της  Λεμύθου,  χαραγμένα τα χρόνια κι οι μέρες στα δέντρα, 
στους δρόμους,  στους μακρινούς περιπάτους,                                                                                
 οι ενθουσιασμοί των νέων δασκάλων που γινόμασταν,    οι χαρές του επαγγέλματος                
  κι οι αναγνωρίσεις για  τη μεγάλη σου αξία.
΄Ησουν ο φιλόλογος, ο δάσκαλος, ο φίλος των παιδιών.  
Να θυσιάζεσαι για το χωριό σου, όταν δίδαξες  εκεί,  κι αργότερα,                                                 
 να διαλάμπεις  ως βοηθός διευθυντής, ως διευθυντής.

Όπου υπηρέτησες άφησες χαρακιές ανθρωπιάς, ανοχής, εργατικότητας,                         
προσήλωσης στο έργο, οραματισμών για το  καλύτερο.
Εντυπωμένος με το ήθος σου στους μαθητές, στους καθηγητές, στους επιθεωρητές,          
στους γονιούς.
Αν είναι δυνατό να υπάρχει άνθρωπος που σε γνώρισε και να σε ξέχασε!
Κι ύστερα στο Υπουργείο Παιδείας άξιο δεξί χέρι υπουργών.

Στο μεταξύ σε κέρδισε η Γεωργία, η μεγαλύτερη ευτυχία που σου’ τυχε στη ζωή,                     
Και μεις να χαιρόμαστε μαζί σου γιατί την άξιζες.
Το σπίτι στη θάλασσα στον άη Γιώργη, χάρμα ιδέσθαι.
Και ξαφνικά ο κόσμος της Κύπρου μας να μοιράζεται στα δυο.  
Η αξιοπρεπής προσφυγιά, και προπάντων                                                                                         
η φανατική προσήλωσή σου σε ιδέες και ανθρώπους                                                                
που με πάθος υποστήριζες και στεντόρεια φωνή.

Η οικογένεια μεγάλωνε, η Γεωργία άξια, τα παιδιά σου, ο Σταύρος κι η Αθηνά,                         
πανάξια στην επιστήμη τους, χάρηκες τις δόξες τους, την αναγνώρισή τους,                      
 τους γάμους και τα εγγόνια σου, δίκαια  περήφανος.
Πάντα στο πλευρό τους, όπως κι αυτοί και στις χαρές                                                                            
αλλά προπάντων στο Γολγοθά της αρρώστιας σου                                                                         
να σου κρατούν το χέρι μερόνυχτα.

Και τώρα το τεράστιο κενό,  παρόλο που είμαστε τόσο γεμάτοι από βιώματα μαζί σου,             
 που θα κρατούν ως το τέλος της δικής μας πορείας.

Σταθήκαμε τυχεροί. Η τύχη μάς έφερε κοντά για τόσα χρόνια.
Δε θα περιμένω τηλεφώνημα νυχτιάτικα για κανένα καλό άκουσμά σου στο ραδιόφωνο.
Δε θα  το συζητήσουμε τώρα!  

Από κει πάνω όμως είναι βέβαιο πως  θα μας εκπέμπεις μηνύματα,                                         
κι εμείς εδώ κάτω θα σε μνημονεύουμε όσο ζούμε                                                                         
με την μακρόχρονη φιλική  μας  αγάπη.
Είμαστε βέβαιοι πως ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως.
Όπως δόξασες το Θεό με τη ζωή σου, έτσι και τώρα
Ψάλλε και τραγούδα στον Πανάγαθο εκεί που πας                                                                                   και για μας τους περιλειπόμενους.


Αιωνία σου η μνήμη, φίλε Γιώργο.