Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

που λες

 Που λες

Που λες, αν θυμάσαι κι εσύ, τότε που ήμαστε μικράκια και παίζαμε στην αυλή της εκκλησιάς, χωστό, πέντε πέτρες, μπάλα, πιριλιά, και σου φώναζε η Μαρία, άνοιγε το παραθυράκι της κουζίνας σας, έβλεπε στο δρόμο περιέργως, έλα Χρίστο, δεν χορταίνει κανείς το παιχνίδι, έμενες ακόμα λίγο, ιδιαίτερα την άνοιξη και το καλοκαίρι, χαρά Θεού, τότε ξέραμε τι είναι η κάθε εποχή, σημάδια είχαμε, 25 του Μάρτη πουκάμισα στην παρέλαση, 28 του Οκτώβρη τα μπλε τρικά, εσύ είχες εκείνο το πολύχρωμο μπακλαβωτό, πολύ της μόδας για παιδιά, και το περηφανευόσουν, ολονυχτίς το έπλεκε η μάνα σου, κι άκουγε το τουρκί που πουλούσε σαλέπι, ζεστό με το ζιζίμπρι, έπαιρνε ένα φλιτζανάκι του καφέ, της το γέμιζε, μια εικοσάρα πράμα, κι εσύ με το κουταλάκι να απολαμβάνεις.
Ο μουεζίνης από τον μιναρέ δεν είχε μεγάφωνα, ακουγόταν ανθρώπινος, να καλεί τον θεό του, ύστερα βρέθηκαν οι μεγαφωνικές εγκαταστάσεις, τώρα πολεμά να κατακτήσει και τον αέρα, τον Πενταδάκτυλο με τις ζωγραφισμένες σημαίες του, τους ξένους επισκέπτες του με τη σημαιούλα του ψευδοκράτους του, ο κάθε κατεργάρης σκαρφίζεται ένα σωρό για να πιστέψει πως ο τόπος είναι δικός του, κι εμείς θυμόμαστε πως σε δεκαεννιά λεπτά βρισκόμασταν στην Κερύνεια να φάμε παγωτό στου Σκανναβή, κι απέ, ολοταχίς στον παράδεισο του αγίου Επικτήτου.
Άλλοι τα βλέπουν μαύρα κι άραχλα τα πράματα, άλλοι έχουν τις ελπίδες τους, όπως τώρα, που βλέπουμε το νησάκι να επιπλέει και να συναγελάζεται με τους μεγάλους της Ευρώπης, καλά λεν, να χαμογελάσει λιγάκι το μουτράκι μας, μια ζωή πενήντα χρόνια με τη μούρη στο έδαφος!