Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

ΜΝΗΜΗ

ΜΝΗΜΗ

Τους ανθρώπους τους θυμόμουν από την αύρα τους
ο καθένας με το δικό του στέφανο
τη λιγεράδα ή το δυσκίνητο
καθισμένοι στον καφενέ να μετρούν τη φτώχια
κι ύστερα αργά αργά για το σπίτι
μέσα στα στενά και στις πέτρες

οι θείες πάντα περίμεναν τα παιδιά τους 
άλλα στη χώρα άλλα στην Αστράλια

η μια 
σαράντα μέρες καθόταν στην αυλή και μοιρολογούσε
το χαμένο τέκνο
μικρό παιδί των δώδεκα δεκατριών

η άλλη
πάντα στο φούρνο μποροστά
πώς να γεμίσει τόσα στόματα

με την ευωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού
με τις ελιές της αυλής της

Ξεριζωμένος αυτός ο κόσμος
μένει με όλες τις ρίζες του στη μνήμη

που πενθεί.