Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Το ελάχιστο ζητούμενο

Το ελάχιστο ζητούμενο
Στέλιου Παπαντωνίου
Το ελάχιστο- φαίνεται- που ζητούμε ύστερα από πενήντα περίπου χρόνων συνομιλίες, είναι να έχουμε ένα κανονικό κράτος- η τελευταία λέξη της πολιτικής μόδας.
Κανονικό κράτος, με δημοκρατία, ελευθερίες κατοχυρωμένες, με σεβασμό στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, ανεξάρτητες εξουσίες- νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική- με τους ανεξάρτητους αξιωματούχους όντως ανεξάρτητους, χωρίς επεμβάσεις φανερές ή μυστικές άλλων κρατών και ιδιαίτερα της Τουρκίας, της οποίας γνωρίζουμε τα σχέδια για ανακατάληψη της Κύπρου. Ο δούρειος ίππος βρίσκεται ήδη εντός των τειχών και πολιορκεί εξουσίες: τα ζήσαμε με τη νομοθετική, όταν έκλινε αυχένα και γόνυ στα προστάγματα Ακκιντζί, να νομοθετήσει προς το τουρκικό συμφέρον και ενάντια στο εθνικό, για θέμα που αφορούσε μόνο τη δική μας Ιστορία και το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950, στο οποίο απεφάσισαν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα δεξιοί κι αριστεροί.
Θα έχουμε ένα τέτοιο κανονικό κράτος, όπως περιγράφεται από πολλούς και θα λειτουργεί όπως λειτουργούν τα άλλα ευρωπαϊκά ελεύθερα κράτη; Ως τώρα καμιά διαβεβαίωση δεν έχουμε από την Τουρκία πως δεν θα επεμβαίνει στα εσωτερικά ή εξωτερικά μας, και μάλιστα αποκλείει την περίπτωση να μην επεμβαίνει και στρατιωτικά, όταν κατά τη γνώμη της κινδυνεύουν οι τουρκοκύπριοι. Όπως όμως πολλές φορές το ζήσαμε στο παρελθόν, το ευκολότερο για την Τουρκία είναι να προκαλέσει συνθήκες τέτοιες, με τις οποίες θα δικαιολογεί επέμβασή της. Όποτε θελήσει ευκαιρίες, θα εγείρει, αφορμές θα εφευρίσκει με χίλιους δυο τρόπους. (Η Ιστορία μας και η Ελληνική γενικότερα έχει να επιδείξει και βόμβες σε μιναρέδες και σε προξενεία – αφορμή βοήθα μου.)
Ένα κράτος, έστω ομοσπονδιακό, περιμένει κανείς πως θα αποτελείται από μέρη συνεργαζόμενα και αλληλέγγυα, με αλληλοκατανόηση, και με σκοπό το κοινό καλό. Αυτά όμως που παρατηρούμε στα Κατεχόμενα εδάφη μας είναι την προσπάθεια των Τούρκων να απομακρύνονται συνεχώς από αυτό τον στόχο- αν τον είχαν ποτέ- με τις αλλεπάλληλες ενέργειες για πλήρη τουρκοποίηση και ισλαμοποίηση εδαφών που δεν τους ανήκουν, θέλοντας να επιβάλουν διά της βίας το δίκαιο του ισχυρού και περιμένοντας από εμάς απλώς να επιβεβαιώσουμε με την υπογραφή μας τη διεθνή παρανομία.
Διείσδυση της Τουρκίας σε όλους τους τομείς της ζωής των τουρκοκυπρίων, καταστροφή κάθε χριστιανικού και ελληνικού πολιτισμικού στοιχείου στα Κατεχόμενα, αλλαγή τοπωνυμίων, εποικισμός και μπόλιασμα των τουρκοκυπρίων με ανθρώπους άσχετους με την κυπριακή κουλτούρα, βαριά η μπότα του κατακτητή πατά εκείνους που νόμισαν πως θα βρίσκαν στη γείτονα χώρα την ελευθερία.
Πώς θα συνυπάρξουν δυο κοινότητες εκ των οποίων η μικρή παραέγινε μεγάλη, μασκαρεύτηκε, αποξενώθηκε πλήρως από τον ίδιο τον εαυτό της; Της επιβάλλεται ηγέτης, κι εμείς, ζώντας στο δικό μας κόσμο, νομίζουμε πως δεν θα εξυπηρετεί την Τουρκία. Προσπάθειες για διδασκαλία στα σχολεία μας της ειρηνικής συνύπαρξης οδηγούν σε γελοία μέσα και αποτελέσματα, γιατί εκείνοι μεν συνεχώς απομακρύνονται, εμείς δε τους τρέχουμε ξοπίσω για να αποδείξουμε πως θέλουμε λύση, δικών τους πια προδιαγραφών. Τουλάχιστο ας κρατήσουμε την αξιοπρέπειά μας και την κρατική μας υπόσταση.

Αυτά έχουμε αυτά ας κρατήσουμε. 

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Κλεοπάτρας Μακρίδου, Ιχνηλασία

Κλεοπάτρας Μακρίδου, Ιχνηλασία, Λευκωσία, 2014

Η συλλογή περιλαμβάνεται στο ίδιο βιβλίο με το Μνημόσυνο, την Ωδή στον χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου.
Περιέχει μερικά από τα πιο ωραία ποιήματα της Κλεοπάτρας Μακρίδου και σε περιεχόμενο και σε έκφραση. 

Ας δούμε μερικά πρώτα.
Εσύ και οι πληγές μου…
Ένα ποίημα με τη γένεση της πατρίδας και την παρθενική ονειροπόλησή της για ένα ευτυχές μέλλον με ιδανικά, κι όμως τα ανθρώπινα οδηγούσαν σε αντίθετα μονοπάτια. Οι προδοσίες, η κολοβή ελευθερία, τα παιχνίδια των μεγάλων και οι ευθύνες μας, οδήγησαν στον τόπο στην καταστροφή, πολιτική και οικονομική. Η ποιήτρια βιώνει ένσαρκη τις πληγές της πατρίδας, σ’ ένα ξέσπασμα ποιητικής κριτικής και σύγκρισης του ιδανικού που φέρει μέσα της ως δημιουργός και της πραγματικότητας μέσα στην οποία δυστυχεί.
Νερά της Κύπρου, της Συρίας και της Αιγύπτου, στίχοι του Καβάφη, ποίημα στη μνήμη της Νίκης Μαραγκού και στην πνευματική τους σχέση, ποίημα στοχασμού κι ευγενικής θλίψης.
Μικρή ζωή και μεγάλα όνειρα
Ένα από τα πιο ωραία ποιήματα που εκφράζουν την ίδια, όταν συλλαμβάνει την ουσία του εαυτού της: «Μια ζωή να νοσταλγείς αυτό που ποτέ δεν έζησες παρά στα όνειρά σου κι όμως αυτό ήταν όλη σου η ζωή…»
Γρηγορείτε
Η αποθέωση του κακού, η προσπάθεια παραποίησης της Ιστορίας μας, η μεταμόρφωση του προσώπου, η ισοπέδωση των πολιτισμών οδηγούν στην κραυγή «Γρηγορείτε, προτού η πληγή γίνει φαράγγι και γκρεμιστούν μέσα του τα όνειρά μας.»
Ενύπνιος φωνή
Βαθύτατο τραγούδι της ψυχής, και πάλι ένα από τα καλύτερα, συλλήψεις του ασύλληπτου και ουσιώδους που περικλείει τη ζωή της.

Στη συλλογή προβληματίζει η διάζευξη: ή ποιήματα του συγκεκριμένου τόπου, χρόνου, προσώπων ή ποιήματα προσπάθειες σύλληψης του ασύλληπτου, που εκφράζουν την ίδια την ψυχή, τη ζωή, το νόημα, όπως νεφελωδώς και ποιητικά συλλαμβάνεται και εκφράζεται.
Η απάντηση είναι δύσκολη, ποια είναι τα προτιμότερα, γιατί ενώ ο αναγνώστης χαίρεται ποιήματα αφηρημένα, όπου κελαηδεί ελεύθερο πουλί ο ποιητής και εκφράζεται, έρχονται και ποιήματα συγκεκριμένου τόπου- χρόνου- προσώπων, που οδηγούν τον αναγνώστη στην επαναβίωση κοινών με τη δημιουργό παραστάσεων, όπως το τελευταίο της συλλογής «Η άλλη όψη της Λευκωσίας» με το οποίο ταξιδεύουμε σε γνώριμους τόπους και ξαναζούμε χρόνια της ζωής μας.

Η δημιουργός συνεχίζει το έργο της ανάμεσα στην πατρίδα και την ξενιτιά της, με όλες τις σημασίες των λέξεων πατρίδα και ξενιτιά, με ιχνηλασίες εντός και εκτός.

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Ωδή στον Χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ Ιωάννου

Κλεοπάτρα Μακρίδου, Μνημόσυνο, 

Ωδή στον Χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου

‘Ένα ποίημα για ένα συγκεκριμένο νεκρό ήρωα πολεμιστή έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, πρόσωπα, τον ήρωα, τον πατέρα και μητέρα του, τον τόπο, γνωστά στην ποιήτρια τοπία κοντά στην Ομορφίτα και στο Καϊμακλί, συγκεκριμένο χρόνο θανάτου, Ιούλης 1974, και συνθήκες.
Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία στήνεται το ποιητικό οικοδόμημα. Ένας αέρας ίσως περνά από άλλα παρόμοια ποιήματα, όπως εμφαίνεται και από τον τίτλο, όμως αμέσως η δημιουργός αφήνεται στον ίδιο τον εαυτό της, πλούσιο σε γνώσεις Μυθολογίας και Ιστορίας, ένα θησαυροφυλάκιο από τους θησαυρούς του  οποίου μπορεί να αντλεί ό τι και όποτε χρειαστεί.
Έτσι, πλην της πληροφορίας, ανάγεται η ποιήτρια στο ευρύτερο και ανώτερο επίπεδο των Ελλήνων ηρώων της Ιστορίας μας, από Ομηρικής Ιλιάδας και εξής, για να εντάξει μέσα στο ηρωικό πνεύμα της παράδοσης και τον συγκεκριμένο ήρωα, Κύπρο Γ. Ιωάννου.
Το ποίημα αρχίζει με την τοπογραφία και τη συνδεδεμένη με αυτήν νοσταλγία και ανθρωπολογία, με ήθη ανθρώπων άλλης εποχής συγκινητικά όμως στην αγνότητά τους, με το ανθρώπινο και θεϊκό στοιχείο αξεδιάλυτα.
Έργα και Ημέραι, θα έλεγε ο Ησίοδος, σε μια χορωδία με τον Ονήσιλο, τον Οδυσσέα, την Αντιγόνη. Διαπλάτυνση στο χρόνο και στον κόσμο των ιδεών που ελευθερώνει από το συγκεκριμένο και οδηγεί στο γενικότερο ηρωικό κλίμα.
Η ομορφιά του ήρωα μυθολογικά παραπέμπει σε αρχαίες θεότητες και θρύλους, με φιλοσοφική διάθεση και αποφάνσεις.
Οι δύσκολες ώρες που πέρασε το νησί το 1974 μόνο με παρόμοιες μπορούν να συνταιριάσουν, για να φωτιστεί η Ιστορική στιγμή στη επαναληπτικότητά της.
Ο συγκεκριμένος τόπος, αιρόμενος σε μυθολογικά ύψη, προσφέρει την απαραίτητη απόσταση, για να δοξολογηθεί στη γενίκευσή της η θυσία του ήρωα, με την τραγικότητα της μοίρας να παίζει τον καίριο μεταφυσικό της ρόλο.
Το συγκεκριμένο συνυφασμένο αξεδιάλυτα με το μυθολογικό, ιστορικό, θρησκευτικό στοιχείο, αίρεται στο ύψος του ποιητικού λόγου, που υμνεί και διαιωνίζει.

Στέλιος Παπαντωνίου

Κλεοπάτρας Μακρίδου, Το Κάππα της Κύπρου

Κλεοπάτρας Μακρίδου, Το Κάππα της Κύπρου
Λευκωσία 2913

Η ποιητική συλλογή της Κλεοπάτρας Μακρίδου Το Κάππα της Κύπρου, Λευκωσία 2013, με μόττο το του Antoine de Saint-Exupery “Δεν κληρονομούμε τη γη των προγόνων μας’ τη δανειζόμαστε από τα παιδιά μας” και αφιερωμένη «Στη μνήμη της Ελένης Μενελάου, της μεγάλης ζωγράφου με τη σύντομη ζωή που έβλεπε με τα μάτια της ψυχής» περιλαμβάνει 27 ποιήματα, με θέματα αγαπημένα πρόσωπα, όπως η μητέρα, καθοριστικός όμως και εδώ είναι ο έρως της διχοτομημένης πατρίδας και ο πόνος της απουσίας από τη γενέθλια γη.
Η μνήμη εναποθέτει συνεχώς εικόνες πατρίδας, εικόνες προσώπων και τόπων που έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα μέσα της τόσο, που την πληγώνουν γιατί βρίσκεται μακριά ή ίσως η ξενιτιά της να είναι και η αιτία του πόνου, που τον γεμίζει με τα ποιήματά της για να λυτρώνεται. Η ως τώρα μελέτη του έργου της επιβεβαιώνει πως πρόκειται για τον αιώνιο Οδυσσέα που έφυγε από την πατρίδα κι όμως δεν μπορεί να κάμει μακριά της, ιδιαίτερα μετά το 1974.
Τα ποιήματά της για τη μητέρα, όπως προηγουμένως για τον πατέρα, αποτελούν και το καλύτερο μνημόσυνο και τη δημόσια ομολογία για την οφειλή της κόρης προς τους γονείς. Συνομιλία με τα αγαπημένα πρόσωπα, άμεση εξομολόγηση του πόνου του αποχωρισμού, και της τραγικής αντιστροφής των όρων της ζωής, άλλα ίσως ονειρευόταν, αλλού οι δρόμοι την οδήγησαν.
Μερικά ποιήματα της συλλογής σχετίζονται άμεσα με την ίδια τη ζωή της ποιήτριας, με ταξίδια και επισκέψεις σε άλλες χώρες και πόλεις, όπου και πάλι δεν εγκαταλείπει την ελληνικότητά της, ενώ αναδύεται η περηφάνια για την Ιστορία και τον πολιτισμό μας, συνοδευμένα με γνώσεις, μέσα στις οποίες άνετη κυκλοφορεί.
Στιγμές της ζωής και αλησμόνητα επεισόδια καταγράφονται ποιητικά, σ’ αυτήν όμως την ποιητική συλλογή παρουσιάζεται εντονότερο το πολιτικό στοιχείο με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό μας, αλλά και το φιλοσοφικό, κοινωνικό, αισθητικό, με αναφορές σε έργα τέχνης και ποίησης.
Αισθάνεται επιτακτική την ανάγκη να εκφράζεται, γι’ αυτό δεν αφήνει ανεκμετάλλευτη καμιά ευκαιρία, ώστε η ποίηση να γίνεται και να είναι καταφύγιο και μνημονική κατάθεση ζωής, σαν ένα ποιητικό ημερολόγιο μέσα στο οποίο παρακολουθούμε τις παγκόσμιες διαδρομές της.
Τα ποιήματα της συλλογής, διαφόρων επιπέδων, διατηρούν τα γνωρίσματα της αμεσότητας της επικοινωνίας, του εκφραστικού πλούτου, των πλούσιων εικόνων κι ενός αβίαστου και φυσικού εκπληκτικού συνδυασμού λέξεων, που οδηγεί στο συμπέρασμα πως μια πηγή λαλέουσα μας δίνει τη χαρά να ποιεί και να μας προσφέρει την ευκαιρία της μετοχής στον ποιητικό της κόσμο, για τα οποία πάντοτε ευχαριστούμε οι αναγνώστες τους ποιητές.



Στέλιος Παπαντωνίου

Οδυσσείας α-25

Οδυσσείας α-25

‘Ενθ᾿ ἄλλοι μὲν πάντες, ὅσοι φύγον αἰπὺν ὄλεθρον, οἴκοι ἔσαν, πόλεμόν τε πεφευγότες ἠδὲ θάλασσαν, όλοι επέστρεψαν στο σπίτι, τέλειωσαν οι μάχες, δεν ήταν πόλεμος, βαρβαρική επιδρομή, ποιος στάθηκεν Εφιάλτης στις Θερμοπύλες. Το στράτευμα είχε πάθει στομαχικές διαταραχές, δυσεντερία, υδρωπικία,  γρίππη με τη μαλάρια και περιπνευμονία, αστένειες που τραγουδούσαν κυπριακά δίστιχα στα τραπέζια, με τις καρέτες ξεκίνησαν για το λόφο του προεδρικού, με τη χολή στο δισάκι κατακίτρινο χνουδωτό, τα μάτια τους δεμένα,  τυφλόμυγα καττόμουγια, βγαλμένα αλλωνών, δεν τα κρατούσαν στα χέρια, πεταμένα στους λάκκους, άλλοι μονόφθαλμοι Πολύφημοι, τους είχαμε ακουστά από το Πολυτεχνείο. Στη γειτονιά παίζαμε μικροί τον καραγκιόζι, στεκόμασταν πίσω από το λευκοσέντονο, τα παιδιά διπλοπόδι χάμω, πέντε σπίρτα είσοδος, και κινούσαμε αριστοτεχνικά τις φιγούρες, εμείς νυχτιάτικα, εκείνοι πρωινοί πρωινοί, στο ραδιοσταθμό, στην αρχιεπισκοπή, στο μετόχι, στο μέγαρο.


Οι ἄλλοι μὲν πάντες, ὅσοι φύγον αἰπὺν ὄλεθρον, οἴκοι ἔσαν, στα σπίτια γύρισαν, εκείνες τις μέρες ήταν μια χαρά, που κατέβαιναν από τ’  αντάρτικο, τους περιμέναμε στην αρχιεπισκοπή, με τα τύμπανα και τις σάλπιγγες, δάφνες και βάγια, την άλλη μέρα  μια λύπη ξεδιπλωνόταν βαριά μαύρη χλαίνα στα σωθικά μας. Αφήνονταν ελεύθεροι οι αιχμάλωτοι, Άδανα λέγανε, κάτι μακριούς διαδρόμους να τους γδέρνουν, κι έρχονταν αργά  λεωφορεία με κλαδιά στα παραθύρια, κεφάλια  χέρια  έξω, πετούμενοι,  σφιγγόταν ο ένας δίπλα στον άλλο στην ξενοδοχειακή, μια παλάμη στο στόμα μια στα μάτια, κι οι δυο να γδέρνουν τα μάγουλα, τις κρατούσαν από τες αμασκάλες, που λύγιζαν τα πόδια, σέρνονταν,  κι ο Ποσειδώνας στους Αιθίοπες, ἀντιόων ταύρων τε καὶ ἀρνειῶν ἑκατόμβης. ‘Ακουσε πως ήταν γλυκό το κρασί στην Αραπιά, και του κρατούσε πείσμα, δεν τον άφηνε να φτάσει στην πατρίδα, ο αγνοούμενος Οδυσσέας, ως ν’ αποφασίσουν στον Όλυμπο οι θεοί, στο στρατιωτικό συμβούλιο, στην ΄Αγκυρα και στο Πεντάγωνο, οι νεφεληγερέτες. 

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΠΡΟΟΟΙΜΙΟ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ

Το προοίμιο της Οδύσσειας
Για τις εξετάσεις στο Γυμνάσιο, ειδικό το Γιωρκούι ή Αγιωρκούι, το σπίτι του μικρό, σφηνωμένο ανάμεσα στα δημοτικά σκολειά, αρρεναγωγείο κοντά στο τείχος, παρθεναγωγείο κοντά στα σπίτια μας, κατεβαίναμε σκαλιά, έξι εφτά, αριστερά πεζούλι, ξύλινο παραπέτασμα μπακλαβωτό, δυο μέτρα κάτω από το δρόμο, μπροστά μικρή αυλή, δεξιά το σπιτάκι, άνδρα μοι έννεπε Μούσα, τετάρτη Γυμνασίου, στα αρχαία αρχαία, σιγά σιγά κουβεντιάζαμε με τον παππού, ευκολότερο τον απαντούσαμε στη γλώσσα του παρά στις μεταφράσεις, μετρούσαμε λέξεις ίδιες, αρχαία νέα, ζαργάνα μου ελληνική μου γλώσσα, σφύζουσα ολοζώντανη παράδεισε πανάρχαιε και παντογνώστη.
Ανάβαμε κερί, παρακαλούσαμε τη Μούσα, στα πανηγύρια ο ποιητάρης, αλώνι έξω από την εκκλησιά, στεκόταν σ’ ένα ύψωμα, σε μια αυτοσχέδια σκάλα,  κάποτε και με χωνί στο χέρι, να δρώνει να ξεδρώνει,  Θεέ μου τζιαι βοήθα μου, γύρω πωρικά, φούρνοι για οφτόν, άνθρωποι και κτήνη, καζαντί, παράδοση ζωντάνιας, καρδιάς, φωνής, ανθρωπιάς, με τις βράκες.
Το ιερόν πτολίεθρον της Τροίης ήταν εκεί μπροστά μας, καμένο το 1974, και το σπιτάκι και το εκκλησάκι και τα σχολεία, ο δούρειος ίππος ήταν από καιρό στην πόλη, κατέβαινε από την Τουρτζιά  ως δάσκαλος, έμπορος, ψιλικατζής, περιπτεράς, κι ήταν των μυστικών υπηρεσιών της σουλτάνας, στα μαγειρεία της καθάριζε πιάτα, σφουγγάριζε, και μάθαινε και δίδασκε πώς να κλαίει μασώντας τους άλλους.
Ιερόν,  η ίδια η ζωή μας, ο τόπος εν ο άδρωπος, τον τόπο τον γερήμωσαν, οι γυναίκες κατέβηκαν μια μέρα από τον άι Κασσιανό, γέμισαν την εκκλησιά, ξεχείλισαν, έκαμαν γιούργια στο εκκλησάκι, στα σχολεία, μάτωσαν στο συρματόπλεγμα, ήταν κάποτε καιροί, οι γυναίκες επιστρέφουν, ύστερα πέρασαν από σεμινάρια, δεν επέστρεψαν, έμειναν οι φωτογραφίες κι οι μνήμες κι οι δεσποτάδες φυλακή.
Κι αυτός ίδεν άστεα, σε παλιά ελληνικά κινηματογραφικά έργα, ο θείος από την Αμέρικα, από το Σικάγο, τη Νιουγιορκ, με μια πουκαμίσα λουλουδιασμένη, με τη φωτογραφική μηχανή έβλεπε, επίδειξη στα σλάιτς, στο πανί, ποιος τα θυμάται, παλιοτεχνολογία κι οι λοιποί, με το θαυμαστικό στο στόμα.
Μα οι φίλοι δεν σώθηκαν, εμείς δεν σωθήκαμε, τι φάγαμε τι μας τάισαν, σφετέρησιν ατασθαλίησιν όλοντο, κάμαμε κι εμείς πολλά, πληρωμένο σύνθημα, τ ’ άκουσε  κι ο Όμηρος το κότσαρε στους πρώτους στίχους του, ό τι παθαίνει ο άνθρωπος εν που την τζιεφαλήν του, αυτό μάλιστα, τουλάχιστον έφαγαν τα βόδια και τους έμειναν, να πεθάνουν νήπιοι και χορτάτοι, τι έκαμες στον πόλεμο μπαμπά, ξεχνά τον Ποσειδώνα.
Μια και δυο, τους διώχνει από τον παράδεισο, κάθισαν κι αυτοί έξω, τους άρεσε από μικρούς το νόστιμον ήμαρ, έμεινε το νόστιμο, κι ο νους τους γύριζε με το ποδήλατο σε νόστιμα κορίτσια της Λευκωσίας και των περιχώρων.

Όμως εσύ τα ξέρεις καλύτερα, αγιωργκούδι μου, πες τα και σ’ εμάς και μη κομπιάζεις, άρχισε να τα λες από όπου θέλεις, με λόγια δικά σου, με τη βουλή σου, να γράψουμε κι εμείς κάτι, προοιμιακά.

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΗς Γ΄ΛΥΚΕΙΟΥ

Το 1914 ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Βενιζέλος θέλησε να ενταχθεί η Ελλάδα στον πόλεμο άνευ όρων στο πλευρό της Αντάντ. Ο Κωνσταντίνος όμως αξίωνε την με όρους και εδαφικά ανταλλάγματα έξοδο της χώρας στο πλευρό των Αγγλογάλλων. Οδήγησε σε παραίτηση δύο φορές τον Βενιζέλο ο οποίος έφερε Αγγλογαλικά στρατεύματα στην Βόρεια Ελλάδα. Τελικά ξεσπάσε το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη το 1916, διασπώντας έτσι την Ελλάδα σε δύο κράτη. Ο Εθνικός Διχασμός έληξε όταν οι Αγγλογάλλοι εκδίωξαν τον Κωνσταντίνο και ενοποίησαν την Ελλάδα υπό το Βενιζέλο. Στο θρόνο ανέβηκε ο Αλέξανδρος. Η επίσημη συμμετοχή της Ελλάδας στον Πόλεμο είχε ως αποτέλεσμα τη συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας το 1918. Η Ελλάδα συμμετείχε και στην αποτυχημένη εκστρατεία στη Κριμαία.
Με το τέλος του πολέμου η Ελλάδα ήταν στο πλευρό των νικητών. Η Συνθήκη των Σεβρών (1920) παραχωρούσε στην Ελλάδα τη Δυτική και Ανατολική Θράκη, τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο, επικύρωνε την κυριαρχία της στα άλλα νησιά του Αιγαίου που κατείχε από το 1913 και εμπιστευόταν τη διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης στο Ελληνικό κράτος. Οι κάτοικοι της περιοχής θα ψήφιζαν μετά από πέντε έτη να δηλώσουν αν προτιμούν την Ένωση με την Ελλάδα ή την παραμονή τους στην Τουρκία. Ώστοσο δεν ίσχυσε ποτέ επειδή δεν εγκρίθηκε από κανένα κοινοβούλιο των χωρών της Αντάντ, ούτε και της Ελλάδος.
Στην Μικρά Ασία η Ελλάδα είχε να αντιμετωπίσει τον Μουσταφά Κεμάλ. Ο θάνατος του Αλέξανδρου, η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920 και η επιστροφή του Κωνσταντίνου ήταν οι αφορμές των Συμμάχων για να οδηγήσουν την Ελλάδα σε διπλωματική απομόνωση. Η Μικρασιατική εκστρατεία διήρκεσε μέχρι το 1922 και έληξε με την ήττα της Ελλάδας. Ακολούθησε η ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Η ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας έπαψε να υπάρχει.

Κάπου εκεί στην Αθήνα γύρω στα 1920 ήταν ένα παιδί καλό και φτωχό, διαβαστούρα, κι είχε ένα φίλο πλούσιο, κι επειδή ήταν ο καιρός που ο Νίτσε γέμιζε τα μυαλά των μικρών και αδυνάτων, νόμισε πως κι ο Αγγελος, το καλό παιδί, θα γινόταν κακός, και ήθελε να σκοτώσει το φίλο του τον πλούσιο που ονειρευόταν Παρίσια, τον Νίκο, ενώ εκείνος στο σπίτι είχε μια μάνα θλιβερή ύστερα από το χαμό και της κόρης της, έχασε δυο μικρά παιδιά, αρρώστιες την εποχή εκείνη, φθίσι προπάντων, ο πατέρας του άνεργος και προπάντων φτωχός και οικονόμος να τα βγάλουν πέρα, και μια νύχτα που περίμενε στο σπίτι το φίλο του τον Νίκο, άφησε ένα σκαλοπάτι ξεκάρφωτο να δώσει κάτω να σκοτωθεί ο πλούσιος Νίκος, αλλά μόλις πλησίασε,  ο Άγγελος έτρεξε να τον ειδοποιήσει τον Νίκο,  να μην προχωρήσει μην  πάθει κακό, κι ο καλός έμεινε καλός, κακός δεν έγινε. Και να διαβάζετε, να περάσετε τις εξετάσεις κι όχι να μένετε αδιάβαστοι σαν τον πλούσιο, που όλο έβρισκε δικαιολογία τους δήθεν πονοκεφάλους, αλλά ήταν πλούσις. Να διαβάζετε σαν τον φτωχό τον Άγγελο και να σας θαυμάζουν που μιλάτε ωραία, αλλά θα μείνετε φτωχοί!!!
Ντάξει! Το παιδί ο φτωχός στα δώδεκα καθόταν έξω από την Αθήνα, περπατούσε καμιά ώρα για να πάει σχολείο, κάπου εκεί στη Πλάκα, με καμιά φέτα ψωμί στην τσέπη, μια μέρα τους είπαν να ετοιμαστούν για να πάνε στο στάδιο να δουν τον βασιλέα, κι η μαμά κάθισε όλη νύχτα να αναπαλαιώσει τα παλιοφορέματα του γιου της, αλλά όταν στάθηκαν στη γραμμή, ο δάσκαλος τον έβγαλε έξω, δεν ήταν καλοντυμένο, -θυμάστε την εκδρομή του Δημητρού; Τι ωραίο!- τα ωραία της εκπαίδευσης, βιτρινιό ε βιτρινιό, κι ύστερα άρχισαν τα αδέλφια να πεθαίνουν, πρώτο ένα σερνικό, κατάλαβαν πως η φτώχια κάνει κακό, ερχόταν ο γιατρός στο σπίτι, έπαιρνε τη βίζιτα, άσε να δούμε, κι ύστερα η αδελφή, στο νοσοκομείο, κάτι σαν αυτά που ακούμε να συμβαίνουν και σήμερα στο κλεινόν άστυ, κι ο πατέρας θεοφοβούμενος, όλους τους μακαρισμούς, μακάριοι ε μακάριοι οι φτωχοί τω πνεύματι! Και ο φτωχός νέος είχε γίνει το κοιμητήριο των αδελφιών του!
Ως εδώ, τυχερούληδες, εικοσιπέντε σελίδες σας είπα με λόγια δικά μου!
‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’
Κεφάλαιο ΙΙΙ βρισκόμαστε στα 1918 η Ελλάδα στην Πόλη, στρατεύματα, ο κόσμος το χαίρεται, η γρίπη θερίζει, ο Παστέρ την καταπολεμεί, ο Άγγελος, το στερημένο παιδί του καιρού του, τα παιδιά συναντώνται στο δρόμο, ο Άγγελος ερωτευμένος με τη Δάφνη που θέλει τον Νίκο, αποφασίζει η ομάδα να πάνε στο σπίτι του Νίκου, το αρχοντικό των Στέργηδων, γνωρίζουμε τον πατέρα Λύσαντρο, τη γιαγιά Αριάδνη, την αδελφή του Νίκου Τζένη, το πλουσιοκόριτσο που σκέφτεται πως το τέλος του πολέμου μπορεί να μη συμφέρει στην οικογένεια, και πώς θα πάει βόλτα στο Παρίσι; Κρασοκατάνυξη, ο Άγγελος γυρνά αργά στο σπίτι μεθυσμένος. Κάτσε τώρα να σε ρωτά για τους ανθρώπους που κερδίζουν από τους πολέμους, άκου πράματα!
Τέταρτον κεφάλαιον
Τέλειωσε ο α΄ παγκόσμιος πόλεμος, μην το ρίξετε στην Ιστορία, μην παρασύρεστε, μυθιστόρημα διαβάζετε, ο φίλος Πετρόπουλος με ένα ναπολεόνι που κρατά θα πάει σε κορίτσι, τι θα σπουδάσουν, εσείς το λύσατε, όπου σας στείλουν, ο νους του Άγγελου στη Δάφνη, πάμε να γνωρίσουμε τη γειτονιά, άσχετα πράματα, το κλίμα της εποχής, ας είναι, γειτόνισσα μια ξένη δασκάλα μπεκρού, παραπάνω ένα κορίτσι πλέκει δαντέλες, αρρωστημένο, αντίκρυ μια χήρα, ο Πασπάτης ονειρεύεται να πάει στη Σχολή Ευελπίδων, αντιγράφει βιβλία μεροκάματο, εσείς καλά την έχετε κόπυ πέιστ, κοντά εκεί μια φθισική, προς το βράδυ περνούν τα παιδιά, βγαίνουν περίπατο, η Λένα αρρώστησε, μια της παρέας, ο Άγγελος τους αφήνει, πάει στον Πασπάτη, ζητά να τον βοηθήσει στις αντιγραφές, παράξενο κοπέλι κι αυτός, παραξενιές της ηλικίας.
V
Καλοκαίρι 1919, τελειώνουν το Γυμνάσιο/Λύκειο, ο πατέρας άνεργος, νηστικοί, ο Άγγελος ζητά δανεικά από τον Νίκο Στέργη, τον Μάη η Σμύρνη ελληνική, χαρές, όνειρα, για να θυμάστε πως έτσι την παθαίνει ο τραγικός ελληνισμός, ο Στέργης τους πήρε στο χτήμα κοντά στη θάλασσα, τα ερωτικά σκιρτήματα και ερωτήματα των αγοριών, ο Άγγελος βγαίνει τη νύχτα, κατασκοτώνεται μέσα στα άγνωστα περβόλια, τον περιμαζεύει ο περιβολάρης, η μοναξιά των δεκαοχτάχρονων (πόσο αντιστοιχεί στα σημερινά παιδιά/ θα μας πάρουν στα σοβαρά ή θα μας πουν, μα τι παλαιολιθικοί άνθρωποι είστε, κύριοι και κυρίες;)
VI
Θλίψη βαριά, κολυμπούμε σε μια ανεξήγητη θλίψη, εσύ δεν καταλαβαίνεις από τέτοια, ελπίδα με το απολυτήριο, ποια μέσα να χρησιμοποιήσουν για να βρει ο Άγγελος δουλειά, ελληνικό σύστημα, τα μέσα,  απογοητεύσεις, πάει στο Στέργη, του δίνει δουλειά στην εταιρεία, γραφέας, ο πόνος της αγάπης, της εποχής, της φτώχειας, ο Πασπάτης άρρωστος με αιμοπτύσεις και ποιος θα κάνει τις αντιγραφές, ο ‘Αγγελος του αφήνει δέκα δραχμές, η αγάπη του στη Δάφνη κι η ζήλεια για τον Νίκο.
VII
Φθινόπωρο, ο Πετρόπουλος περιμένει δουλειά σε Υπουργείο, τα χάλια τους έχουν, πάει στην εταιρεία Στέργη, βρίσκονται τα παιδιά, Στο πανεπιστήμιο, τι τραβούσαμε τα πρώτα χρόνια, ξενύχτι στο ταμείο, να πληρώσουμε εξέταστρα, ο Άγγελος πάει για φιλολογία, γράφει ποιήματα, δουλεύει, σπουδάζει, σκηνές στο πανεπιστήμιο, τριτοκοσμικές, χαμένος χρόνος, διάφοροι τύποι φοιτητών, βάσανο και βασανιστήριο, το πανεπιστήμιο, μάτσο χάλια, αιωνόβιοι φοιτητές, καφενεδάκια, οι καλλιτέχνες, γνωριμίες η αγάπη της Έρσης στον Βερλαίν – ποιητής είναι μη ξαφνιάζεστε- τι ρομαντικό μυθιστόρημα διαβάζω!!! Θέατρο μυθιστόρημα, τρέχω τις σελίδες, έφτασα στη μέση, σελίδα 110, ο συγγραφέας καλά έκανε τη δουλειά του, ο επιμελητής, οι πάντες.
Γιατί όμως να αποτύχουν τα παιδιά σε ένα λογοτεχνικό που δεν τους μιλά;
Μα είσαι προφήτης μετά Χριστόν, κύριε;
 VIII
Ένας θαυμαστής του Ντοστογιέφσκι επισκέπτεται τον Άγγελο στο γραφείο, ο μισθός του όσο μια γραβάτα του Νίκου, ένας γείτονας, ο κυρ Νικολάκης άρρωστος, ο ΄Αγγελος θέλει να τον βοηθήσει ενώ αυτός φοβάται πως θα τον ληστέψει, βλέπει τη Δάφνη, πόθος φυγής, (τρέχα γύρευε) έρχονται χριστούγεννα, η παλιά παρέα ξανασμίγει στο χτήμα, χαρτοπαίζουν, κερδίζει ο ΄΄Αγγελος, γίνεται λόγος για την Έρση, φίλη του Άγγελου και ποιητικά, η άλλη γυναίκα, ο Άγγελος φέρεται ως ο παράξενος στοχαστής (κατύχη μας) ο Βενιζέλος έφυγε ο βασιλιάς ήρθε από την εξορία, ο Πετρόπουλος περιμένει το θείο να γίνει υπουργός (ο Θεός βοηθός)
IX
Ο θείος του Αργύρη και της Δάφνης έρχεται από το εξωτερικό, πείθεται να πάρει στα ταξίδια μαζί του τον Αργύρη, η Δάφνη ελευθερώνεται από την παρουσία του αδελφού της, φορτώνουν στρατό για τη Μικρασία. Ο ηθοποιός Αλέξης μαζί με την Έρση ανεβάζουν έργο του Σέξπηρ, διακόπτεται η παράσταση, ο κόσμος ακόμα είναι αμόρφωτος, ο Αργύρης στέλλει γράμμα ενθουσιώδες για τα ταξίδια του, ο Πασπάτης χειροτερεύει, φθίση, ο Στέργης προχωρεί στις σχέσεις του με τη Δάφνη, ο Άγγελος παίρνει αύξηση, ανοίγουν την καρδιά ο ένα στον άλλο, Αγγελος-Νίκος Στέργης, ο πόλεμος απαιτεί επιστράτευση, όλοι στο στρατό, σκόρπισαν εδώ κι εκεί, και τα κορίτσια, η Μικρασιατική καταστροφή ύστερα από τόσες δόξες και νίκες.
X
Μπαλούκεσερ, στρατιώτες στη σκηνή, χωρίς φαγητό, αιμοπτύσεις ο ‘Αγγελος, ύστερα στο νοσοκομείο Σμύρνης, επιστρέφει πριν την καταστροφή, στο μεταξύ πέθανε ο κυρ Νικολάκης, ο Πασπάτης, ξαναμπαίνει στη ρουτίνα του γραφείου, μαθαίνει ότι η Δάφνη είχε συζήσει με τον Πετρόπουλο ένα εξάμηνο, είναι ο Έρωτας η Δάφνη, ο Άγγελος θέλει να πεθάνει, τι λέει καλέ ο άνθρωπος! Αρχίζει η μικρασιατική καταστροφή που περιγράφεται σε δυο τρεις σελίδες, προπάντων ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι πρόσφυγες, ο Πετρόπουλος -λόγω θείου- μοιράζει λεφτά στους πρόσφυγες και προσπαθεί να εκμεταλλευτεί προσφυγούλες. (156-159)
ΧΙ
Η δίκη των έξι, μνήμες και ελπίδες προσφύγων, ο Λύσαντρος Στέργης πολλαπλασιάζει τη γη του για οικοδομική εκμετάλλευση, συνάντηση Αγγελου και Δάφνης, παλιές αγάπες.
Η Έρση με το θεατρίνο ανεβάζουν Έμπορο της Βενετίας του Σέξπιρ, παίζει και η Δάφνη, την συνοδεύουν ο Άγγελος και η Ερση στο σπίτι της, στέκια καλλιτεχνών της εποχής. Ο Άγγελος επιτίθεται στο Στέργη γιατί του κακολόγησε τη Δάφνη, παραιτείται, πάει στης Δάφνης, χάδια και φιλιά, ο Στέργης δεν δέχεται την παραίτηση.
ΧΙΙ
Ο Πετρόπουλος κι ο Στέργης στο θέατρο, πήραν μαζί τους τη Δάφνη, το θέατρο ξεπουλιέται, ο Αλέξης φεύγει. Ο Άγγελος με την Έρση. Περνούν τις εξετάσεις της νομικής επιεικώς ο Στέργης και ο Πετρόπουλος, το διασκεδάζουν. Η  Έρση βρίσκει δουλειά σε συμβολαιογραφείο στον Άγγελο, αντιγραφές, ο Άγγελος παίρνει πτυχίο φιλολογίας, ο Αλέξης σε περιοδεύοντα θίασο.
ΧΙΙΙ
1924, ο μικρότερος αδελφός του Άγγελου άρρωστος, πηγαίνει η οικογένεια στην Αίγινα, ο Άγγελος μένει Αθήνα με τον πατέρα, ο Στέργης στο Παρίσι για σπουδές, ο ‘Άγγελος με την Έρση στην Αίγινα, η Δάφνη μόνη, ο Πετρόπουλος της ρίχνεται, η Δάφνη εκμυστηρεύεται στον Άγγελο πως τον είχαν του πεταμάτου και τον λυπόνταν, η μητέρα στην Αίγινα του προξενεύει την Αριάδνη. Η Δάφνη βγαίνει με τον Πετρόπουλο, ο Άγγελος τον χτυπά, συλλαμβάνεται από την αστυνομία, τον απολύουν, ο Πετρόπουλος δεν θέλει δίωξή του.
ΧΙτελευταίο

Ο Άγγελος δουλεύει, είναι άρρωστος, μια διαδήλωση φθισικών, η Έρση η μόνη φίλη, ο Αλέξης παράτησε το θεατρικό μπουλούκι, αγαπά την Έρση, έτσι ο Άγγελος έχασε τη Δάφνη, τον έρωτα, την Έρση, τη φιλία, τον διώχνουν από τη δουλειά για να βρει τη γιατρειά του, μπαίνει σ΄ένα εστιατόριο κι ύστερα πάει θέατρο, παίρνει ένα τσαντήρι και πάει με τη μάνα στη Λυκόβρυση σ΄ένα χτήμα καθαρός αέρας, τον επισκέπτονται η Έρση κι ο Αλέξης, ο Αργύρης επιστρέφει από τα ταξίδια και τον επισκέπτεται με την αδελφή του Δάφνη. Το μυθιστόρημα τελειώνει με το «Κοιμήθηκε το παιδί» συλλογίστηκε η μητέρα, τέλος.