Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Η ΒΑΡΒΑΡΑ Η ΚΟΥΚΛΑΡΑ

Η ΒΑΡΒΑΡΑ Η ΚΟΥΚΛΑΡΑ
Αυτή πάντα στο μπαλκόνι, να την βλέπω, να με βλέπει, με τα μεγάλα της μάτια και τη θεσπέσια ομορφιά, δεν πήγε στο φωτογραφείο του Ηρακλείδη, μια νύχτα το ’σκασε από τα τούρκικα με μια βοϊδάμαξα, κάπου την είχαν κλεισμένη, την κακοποιούσαν από παλιά, τους ξέφυγε, κι ήρθε στη γειτονιά, ανέβη στο μπαλκόνι, κι έκτοτε εκεί, δε μιλιόμαστε, μα αγαπιόμαστε.
Όταν πήγαινε στο δημοτικό, εμείς παίζαμε μπάλα στην περβόλα, αυτή εκεί στο μπαλκόνι, να μας βλέπει να την βλέπουμε, όταν πήγαμε στο γυμνάσιο, την κυνηγούσαμε με τα ποδήλατα, στην  Έγκωμη, στο Στρόβολο, αρρένων θηλέων τα σχολεία, μόνο στα ανθεστήρια βρισκόμασταν και στο ανέβασμα καμιάς αρχαίας τραγωδίας, έλα όμως που κι εκεί ήταν χορός γερόντων, ανδροκρατούμενος. Στα ανθεστήρια στο ΓΣΠ λέγαμε να συνεργαστούμε, τρέχαμε να βρούμε αμάξι, έχει ένα ο κύριος Σωτήρης από το Καϊμακλί να μας δώσει, κι όλοι χαρούλες που έπρεπε να στολίσουμε το άρμα, και ποιος να παριστάνει τη Θέτη και ποιος τον Πηλέα - Θεός αναπαύσει την ψυχούλα του -  για τον κένταυρο Χείρωνα δεν υπήρχε θέμα, τον είχαμε σίγουρο. Όλες Βαρβάρες τις λέγαμε, ώσπου βρήκαμε ο καθένας τη δική του κι ευτυχήσαμε!
Το κύριο όμως σπίτι της Βαρβάρας ήταν στο Καϊμακλί. Πολλοί φίλοι και συμμαθητές εκεί, στο παράρτημα αγίου Κασσιανού τετάρτη Γυμνασίου, πρώτη Λυκείου που λεν σήμερα, οι εγγλέζοι απαγόρευαν την έξοδο από το σχολείο πριν τις δυο το απόγεμα, κι ο πιο μικρός στην ηλικία, που μπορούσε να βγει, αναλάμβανε όλες τις αποστολές της ομάδας.
Τω καιρώ εκείνω, παθητική αντίσταση, όλοι με τις αλατζές, πουκάμισο κάμπρενο, παντελόνι όπως το τζιν με μια ραφή μπροστά, ίσως και να πρωτοτυπήσαμε, όλη η Κύπρος μια αλατζιά, και οι κοπέλες τις φούστες τους κι οι άντρες τα παντελόνια, μην αγοράζετε αγγλικά προϊόντα. Ήταν κάποια μαγαζιά εκεί στη Λήδρας, που έπρεπε να παρακολουθούμε την κίνησή τους, εμείς απ’ έξω και να λέμε, μην αγοράζετε από εδώ, ο κόσμος υπάκουε, διαταγή ΕΟΚΑ, κάποτε έβγαιναν και μας κυνηγούσαν, αλλά ένα φόβο τον είχαν.
Στην τρίτη τάξη, την προηγούμενη χρονιά, έρχεται ο Ψωμάς, μου λέει πρέπει να ορκιστείς, έλα κάτω από το Δημαρχείο, πλατεία Μεταξά, στον κήπο, εκεί ένα μεγάλο δέντρο, βγάζει μια Καινή Διαθήκη από τον κόρφο, βάλε το χέρι, λέγε, όλα εκείνα τα συγκλονιστικά για την εποχή και την ηλικία μας. Κι έτσι άρχισαν οι ομάδες, κάθε ομάδα τον ομαδάρχη, κάθε τμήμα τον αρχηγό του, κάθε τάξη το δικό της, κάθε σχολείο και πάει λέγοντας, οργάνωση πραγματική, κανένας δεν ήξερε παρά μόνο τους δικούς του.
Κάθε μέρα συγκέντρωση την ίδια ώρα στον ίδιο τόπο, ίσως μας χρειαστούν, φυλλάδια στη Λήδρας, την Κυριακή στις εκκλησιές, σταματούσε ο παπάς κάπου εκεί στο κοινωνικό, προσοχή προσοχή, κι άρχιζε μεγαλόφωνη η ανάγνωση του φυλλαδίου, εσύ δεν ήσουν μια μέρα στον άι Γιώργη στην Αγλαντζιά;  μου λέει μια Βαρβάρα.
Μα οι Βαρβάρες έπαιζαν το μεγαλύτερο ρόλο στα εθνικά μνημόσυνα, γιατί γινόταν ολόκληρη τελετή, αμέσως μετά τους ψαλτάδες και τον ιερέα, άρχιζαν από τα κατηχούμενα τα τραγούδια και τις απαγγελίες, μια μεγάλη ελληνική σημαία, στεφάνια δάφνινα, κλαριά φοινικιάς κι ενθουσιασμός.
Εκεί όμως στη τετάρτη πέμπτη είχαμε πια μεγαλώσει, μπορούσαμε να κάνουμε κι άλλα, μπουκάλες βενζίνη, όπου βλέπετε εγγλέζικο αυτοκίνητο, μια μέρα Ονασαγόρου, με τη σακούλα γεμάτη δυο φιάλες βενζίνη κι αρκετά ζαρζαβατικά, με το ποδήλατο, μας σταματά ο εγγλέζος, αφήνω χάμω τη τσάντα, ψηλά τα χέρια, με ερευνά, την παίρνω και ξανά δρόμο, τι σημαίνει καρδιοχτύπι;
 Ήταν ένα αμάξι, Πηδιάς μεριά, στο γκαράζ, το περιλούνουμε, και οπού φύγει φύγει οι μπουρλοτιέρηδες, να βρεθούμε στην κοίτη του ποταμού, εκκλησιά του Προδρόμου ένα μικράκι τότε, να αναφέρουμε. Την άλλη φορά, ΓΣΠ, ήταν κάτι γραφεία της Υδατοπρομήθειας, ένα εγγλέζικο τζιπ, την ίδια τύχη, μα και χειρότερη που ύστερα μάθαμε.  Πάμε στο περίπτερο του Γιαπανά, εκεί ήταν το στέκι μας, ένα σάντουιτς με τα όλα του μοναδικό και κόκα κόλα, τα φτιάνει, έρχεται, κάθεται κοντά μας, ξέρετε τι έγινε τελευταία εδώ κοντά, όχι βέβαια, σ’ ένα εγγλέζικο αυτοκίνητο βάλαν φωτιά κι άφησαν το μπιτόνι τη βενζίνη παραπλεύρως, βγαίνει ο εγγλέζος με τα στρατιωτικά του, βλέπει το αυτοκίνητο, νευριάζει, κλωτσά το μπιτόνι, περιτυλίγεται τη φωτιά, κι άρχισε στο δρόμο να κάνει βαρελάκια να σωθεί πυρπολούμενος. Κι εμείς δεν ξέραμε πώς να κρύψουμε τις εσωτερικές αναταράξεις. Μα για να μας τα πει, θα μας είδε και συμπλήρωσε την αναφορά.
Οι φίλοι από το Καϊμακλί, στην ίδια ομάδα, ήξεραν κι από καλπονοθεία, στις εκλογές στην τάξη, πώς τα καταφέρναμε δυο τρεις και πάντα στο προεδρείο; Αν μετρούσατε τις ψήφους, ήταν πάντα παραπάνω από τους συμμαθητές μας! Δεν μείναμε όμως ποτέ παραπονεμένοι, κι ύστερα από χρόνια, βρισκόμαστε και τα λέμε, με τις δικές μας συγκεντρώσεις, όχι εκείνες τις πολυάνθρωπες, πόσοι να βρεθούν, με πόσους να τα πουν!
Κι η Βαρβάρα η κουκλάρα, εκεί στο μπαλκόνι, να με κοιτάζει και να την κοιτάζω, σκέφτομαι πόσο ερωτευμένος με την κοπελιά του θα ‘ταν ο φωτογράφος της εποχής! Κι άφησε έργο αθάνατο.

Στέλιος Παπαντωνίου

ΓΙΩΡΓΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ
Μεγάλος στρατηλάτης, των τανκς ο πρώτος, μεγάλη μας τιμή να τον έχουμε γείτονα, ένα μικρό σπιτάκι σφηνωμένο ανάμεσα στα δημοτικά μας, εκεί καταφεύγαμε σαν είχαμε διαγώνισμα, κρατούσε ένα ραδιοφωνάκι και μας εξέπεμπε την ώρα των διαγωνισμάτων, όταν οι Τούρκοι το 74 ετοιμάστηκαν για να του κάψουν το σπιτάκι, ο Γαβρίλης της Νιόβης, που λέγαμε, τον πήρε αγκαλιά, ακόμα ως τώρα θυμάται πως τον ένιωθε να δρώνει και να τον σπρώχνει να τον σώσει μια ώρα γρηγορότερα, ύστερα ζήτησε καταφύγιο στην κυρά Μαχαιριώτισσα, μετά χαράς μεγάλης, φιλόξενη κυρία, του έδωσε και περίοπτη κάμαρα στο εξοχικό της, αριστερά  άμα τη εισόδω, μια μέρα ένας δέσποτας, να σας φέρω ένα αντίγραφο της φωτογραφίας του να’ χετε, να τον μνημονεύετε με την σπορά, έτσι κι έγινε, και του βάλαμε το αντίγραφο κάτω από τη σκάλα που ανεβάζει στο μπαλκόνι της οικίας Κασσιανού.
Ήταν μια πρώτη φωτογραφία του, εκεί κοντά στον καπτα- Νικόλα, κάθονταν και τα’ λεγαν, ο ένας τα ναυτικά του ο άλλος τα στρατιωτικά του, κόκκινος μανδύας, δεν πολυάρεσε στους παλιούς γειτόνους, έφεραν ένα νέο φωτογράφο, παρθένιο, τον φωτογράφισε χωρίς καμιά σχέση τέχνης με τον καπτα- Νικόλα, ένα τεράστιο άλογο, η βασιλοπούλα περιμένει υπομονετικά δίπλα στον πύργο της να την σώσει, κι ένας πράσινος  δράκοντας, α ρε Γιώργο, εσύ μας πέθανες νωρίς, αντί να χαιρετήσουμε τον Γεώργιο, χαιρετούμε τον δράκοντα, την είδε με τον κόκκινο μανδύα σ’ ένα γραφείο εκεί στα δεσποτικά ένας ψάλτης μας που θα γινόταν πίσκοπος, αυτή μ’ αρέσει, τους λέει, ενθύμιον χειροτονίας, κι έτσι πήραμε κι εμείς το αντίγραφο της φωτογραφίας, να θυμόμαστε τον παλιό μας Γεώργιο τον στρατιωτικό.
Είχε κι ένα άλλο σπιτάκι ο στρατιωτικός μας στο χωριό του παππού εις το βουνό ψηλά εκεί είν’  εκκλησιά ερημική, τώρα πράγματι δεν της έχει μείνει ούτε σήμαντρο ούτε παπάς, πέρασε η λαίλαπα των Οστρογότθων, των Βησιγότθων, των Βανδάλων, εκεί όμως, μισογκρεμισμένος, μα στρατηλάτης!
Μια καφετιά φωτογραφία στο σπίτι, μ΄έναν κάποιο  με στρατιωτικά, ποιος είναι αυτός, ένας φίλος του μπαμπά από το χωριό, καφετί χρώμα, ήταν η εξελικτική τέχνη των φωτογράφων της εποχής, ελάτε να πολεμήσετε για την Ελλάδα και για τη φτώχεια σας, πήγαιναν, κι ύστερα μάθαμε και τ΄όνομά του, Απόστρατος, άλλο κεφάλαιο της Ιστορίας μας, δεν είναι στην εξεταστέα ύλη, θα τα μάθετε αργότερα!
Κάπου εκεί  στο 55 ο Γεώργιος είχε μεταλλαχτεί σε πολλούς Τζωρζήδες, που έρχονταν από την αγγλιτέρα  για να μας επιβάλουν τον νόμο και την τάξη, τους βλέπω ακόμα με μια κουλούρα συρματοπλέγματα στη γειτονιά, όπου πέρασε το πράσινο μολύβι, να σπέρνουν συρματόπλεγμα, μια νύχτα, είχαν επιβάλει κέρφιου, χτυπά η πόρτα, ανοίγει ο πατέρας, ο Αλή Ριζά με τρεις τζωρτζήδες, είδαμε κίνηση από τα παντζούρια σας, πρέπει να κάμουμε έρευνα, συγχύστηκε λίγο ο τούρκος, ήξερε τον πατέρα, αδιάντροπος όμως, με τη σκέπη τους!
Κατά τα άλλα ήταν πάντα γύρω από τη Φανερωμένη, με δακρυγόνες, η μυρουδιά ακόμα στα ρουθούνια, εμείς ένωση ένωση, κι εκείνοι γκλοπ και ξύλο, στη φυλακή παιδιά, στα κρατητήρια, εκεί στα βουνά ήταν οι Πρωτογιώργηδες της Κύπρου. Όταν πήγαμε στη Χαλκίδα κι άκουαν πώς έπρεπε να πολεμούν, σταυροκοπιούνταν οι άνθρωποι που τίποτε δεν ήξεραν κι επέζησαν, εκεί γνωρίσαμε την τέχνη των Γεωργίων, κι ύστερα από το διώξιμο του ελληνικού στρατού που φέραμε τότε από το Μεγάλο Πεύκο, στο ΚΕΝ Λάρνακος, μια πεντακάθαρη παρέα αποφοίτων του Παγκυπρίου, ασπροχώματα, πηγαίναμε στο πεδίο βολής και σε πορείες, και παράγαμε κιμωλία εκ του στόματος.
Στον Άι Βασίλη κοντά στη Σκυλλούρα, το διοικητήριο από τη μια πλευρά του δρόμου, ένα σπίτι, το στρατόπεδο από την άλλη, ένας μερακλής διοικητής, μάθαμε να χτίζουμε τοίχους, κάτσε δάσκαλε, όχι, αν δεν μάθω τώρα πότε; Μάθαμε να κόβουμε καλάμια από τις ποταμοσιές και να φτιάχνουμε ψαθαρκές να περιτριγυρίσουμε το σπιτικό μας, ένας επιλοχίας, όλα τα’ κανε, αντί να πάρει έξοδο προτιμούσε να μένει μέσα, στην επιστροφή ένιωθε κατράμι στις φλέβες του, εκεί μια Κυριακή άκουσε από το ραδιοφωνάκι και για τη δολοφονική απόπειρα εναντίον Μακαρίου καθώς πήγαινε στην Κυρία Μαχαιρά.
Μια μέρα, έξω από το στρατόπεδο με στρατιωτικό όχημα από τα μεγάλα, να καθαρίσουν το χώρο, μπαμ σε μια λακκούβα κι έξω ο επιλοχίας, τίποτε δεν έπαθε, μα στο διοικητήριο τρομαγμένοι, βάλε εδώ μια υπογραφή δεν έχεις απαιτήσεις, μόνο σαν γέρασε και μπήκαν τα κρύα άρχισε να θυμάται εκείνο το χτύπημα.
Η μεγαλύτερη ασέβεια όμως στο στρατηλάτη μου ήταν τις μέρες της μεγάλης καταστροφής, κάτω από τις ελιές του Κύκκου, ένα χαρτί να καταγραφτούμε οι έφεδροι, να ένα σακκούλι τσιμέντο κόψε και γράψε, μια πέννα ρε παιδιά, κι ύστερα το βραδάκι, ένα μαρτίνι χωρίς κλείστρο, να το κρατούμε δέκα, να πέφτει ο ένας και να το παίρνει ο άλλος, αυτός δεν ήταν ο δικός μας Γεώργιος!
Αφού λοιπόν κατετάχθησαν και απελύθησαν αυθημερόν, ήρθε και το γεροντικό, να καλούνται τα αντράκια να παρουσιάζονται μια φορά το μήνα, κάθε πόσο κανένας δεν ήξερε, ήταν όμως η προθυμία, η σύσφιγξη των δεσμών, ήταν μεγάλο ένα πράμα να νιώθεις πως μπορείς να συμβάλεις, ήρθαν αργότερα κάτι σκατόψυχοι, τα διέλυσαν όλα, δεν μπορούμε λέει να σκορπίζουμε τα λεφτά του κοσμάκη άδικα, άι να χαθείτε! Με το όπλο στο σπίτι, μ’ ένα τεράστιο κουτοτσάρτελο στην αποθήκη, να είναι καλά όλα φυλαγμένα, ήταν και κάμποσοι λήσταρχοι, μη μας κλέψουν το θησαυρό, εκεί και η καρδία ημών.  

Πήραμε κι από κει απόλυση, σημάδι ότι γεράσαμε, μα ήταν και νέοι Γιώργηδες στη γειτονιά, τους έχουμε κάθε Μεγάλο Σάββατο, με το ανάστα ο Θεός, μπροστά η ελληνική σημαία, πίσω η Κυπριακή, τα ξαφτέρουγα, ακολουθούν τα άλλα όλα, έτσι κι αλλιώς, την Κυριακή θα ρθει η ανάσταση.   

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Ο ΚΑΠΤΑ-ΝΙΚΟΛΑΣ

Ο ΚΑΠΤΑ- ΝΙΚΟΛΑΣ
Αυτοκρατείρας Θεοδώρας, πάροδος, ένα στενό, Αραχώβης, εκεί το σπιτάκι του καπτα- Νικόλα, ένα περίεργο πράμα, να ανοιγοκλείνει για να μπαινοβγαίνουν οι λιγοστοί κάτοικοι της οδού.
Στη λεωφόρο Ποσειδώνος, καθόταν από αρχαιοτάτων χρόνων και διάβαζε εκεί στην παραλία, άνδρα μοι έννεπε, μούσα, κι έτρεχε, ναυαγοσώστης, μόλις άκουε βοήθεια από τα βαθιά. Στον έβδομο όροφο, το γεροντάκι ο Κασσιανός, έξω από το γραφείο του Γενικού Διευθυντή, περνά ένας κλητήρας, τι περιμένει ο κύριος, μια ληξιαρχική πράξη ν’ αλλάξω, συμπληρώστε αυτή την αίτηση, μπαίνει, τη δίνει, κάτσε, και γιατί παρακαλώ; 29 Φεβρουαρίου ημέρα θανάτου, πολύ βαριά μου πέφτει, την ίδια στιγμή, φουριόζος μπαίνει στο γραφείο ο καπτα- Νικόλας, νερά από πάνω ως κάτω, από γενειάδα ως νύχια των ποδιών, μυριστικό ένα πράμα, δε μύριζε θάλασσα, νερό καθάριο το κόκαλά του, πού ήσουν, το και το, γι’ αυτό δεν πέθανε δίσεχτο, του λέει ο γενικός γραμματέας, άντε στο καλό, να κάνεις και καμιά δουλειά του Ποσειδώνα. Κι έτσι τον χαιρόμαστε κάθε δίσεχτο, σαν μερικούς πολύ φίλους που μεγαλώνουν κάθε τέσσερα χρόνια, χαρά τους.
Το πρώτο πλοιάριο που οδήγησε στα νερά μας, ο Άγιος Γεώργιος, κάπου εκεί στην Πέγεια, κουβαλούσε όπλα για τον αγώνα που θ’ άρχιζε, δεν ρώτησαν κανένα, μυστικά όλα μα και προδομένα εξαρχής, ο καπτα- Νικόλας περίμενε την απελευθέρωσή του από τις φυλακές, ήρθε ο Μέγας Κωνσταντίνος με το διάταγμά του, τι ωραίο το Μιλάνο, τι ωραίες εκκλησιές, τι ωραία παπούτσια!!! Με παίρνει παράμερα η μάνα μου, να προσέχεις γιε μου, θα ξεσπάσει στον τόπο μεγάλο κακό, να προσέχεις, τούτο μόνο.
Εκεί όμως που φάνηκε τσιάκκος ήταν με τον Αδρία, ένα σαπιοκάραβο, να μας πηγαίνει στην Ελλάδα εκδρομή, πιάνει μια τρικυμία, πρωτάρηδες εμείς, στο κατάστρωμα, επί ένα μήνα στο σχολείο στο Αμαρούσι που μας φιλοξενούσαν, το κρεβάτι σκαμπανέβαζε, μα ήταν μια μεγάλη χαρά, όλη η πατρίδα μια περιήγηση, μια μεγάλη ατραξιόν.
Και τον άλλο χρόνο, μια λεγόταν Αγαμέμνων, μια Αχιλλέας, εμείς εκεί, στο κατάστρωμα, πηγαίναμε στη Λεμεσό, όλη οι οικογένεια, όλες οι φοιτητικές οικογένειες, στο παλιό τελωνείο, με τις κάσες μας, τα γάλατα Βλάχας, τα χαλούμια, πρώτη ερώτηση των τελωνειακών στον Πειραιά, τους τραχανάδες μας, φορτωνόμασταν σε μια μαούνα, κι ύστερα το ανέβασμα στο αμπάρι, μια μυρουδιά ως σήμερα στη μύτη, μη χάσουμε τα πράματα, ένα χρόνο θα περνούσαμε, κατεβαίναμε να εξετάσουμε αν είναι στη θέση τους, να προσέχετε από τους καλαμαράδες και τις καλαμαρούδες, με τα λοούθκια τους, το βράδυ πάντα κατάστρωμα, μια μπατανία τυλιγόμαστε, ούτε ταξιδιωτική καρέκλα, τι να την κάμουμε, βρισκόταν και κανένας μερακλής της κιθάρας, ένας Κοτσώνης να πούμε, κι άρχιζε το τραγούδι, τριάντα έξι ώρες αν θυμάμαι καλά, μα πάντα οι ναύτες επίφοβοι, πάρε πατριώτη μια κούτα τσιγάρα και σαν βγαίνεις θα σε πλησιάσει ο άνθρωπος μου, πού να ξέραμε εμείς, στραβάδια. Στο τελωνείο η διαδικασία, δεν σου’ βαλε χαλούμια η μαμά, δώσε μας κανένα να δούμε κι εμείς τι πράμα είναι, κι ύστερα φόρτωμα στο τρίκυκλο, να μας πάει Αθήνα, ή να ψάξουμε ή να κατευθυνθούμε στο έτοιμο, Φθιώτιδος 23 Αμπελόκηποι, ημιυπόγειο.
Κάπου εκεί στο δεύτερο τρίτο έτος, Μεγάλο Πεύκο, βραδάκι, φορτωμένοι στα καμιόνια του στρατού, κατεβήκαμε έτοιμοι για τις μάχες του 64, στο κατάστρωμα ντύθηκαν έλεγαν τα ελλαδικά φαντάρια τα μαγιό, να νομίζουν τα τουρκικά που παρακολουθούσαν κάθε κίνηση, πως ήταν τουριστικό, λόγια της αρβήλας, κατεβαίνουμε λεωφορεία, από το Τρόοδος θα σας πάμε, οι δρόμοι είναι επίφοβοι, οι τουρκοκύπριοι στην Κοφίνου, πιάσαμε όρη και παραρά, κατεβαίνουμε, να παρουσιαστούμε, και ποιος σας έφερε και τι είστε σεις; Όλοι βαθμοφόροι, να στελεχώσουμε το σπόρο της μελλούμενης εθνικής φρουράς, δε σας χρειαζόμαστε, αλλά πηγαίνετε στα φυλάκια της περιοχής σας, του Μαρτά ήταν κοντά στη θεια Καλλιόπη, περάσαμε το στενό Αραχώβης, χαιρετήσαμε τον καπτα- Νικόλα, κι εκεί τη βγάλαμε.
 Σ΄όλες τις φωτογραφίες ο καπτα- Νικόλας ο ίδιος είναι, με τη μαλλούρα, τη γενειάδα, κάποτε με τα ναυτικά του, με τα αρχιερατικά του, έρευνες γίνανε στα κοκαλάκια του, τον έκλεψαν σαν πέθανε από την πατρίδα του τη μυροφόρα, και τον πήραν στην Ιταλία, εκεί οι παπάδες είναι της επιστήμης, δεν ξέρουν από θρησκευτικά, έβαλαν να ερευνήσουν τα γεννοφάσκια του, τι παθαίνει ο άνθρωπος σαν δεν πιστεύει.
Νικόλας ήταν και το γερόντιο, εκεί κοντά στο τείχος, κοντά στην κλινική του Πρωτοπαπά, με τον Παπάκωστα πήγαμε να τον κοινωνήσει, η πρώτη επαφή με μελλοθάνατο, ένα σκελετωμένο κορμί στο φτωχικό κρεβάτι, άρχισε ο παπάς τα ιερά του, το ημίφως, οι άγγελοι κάπου εκεί τριγύρω στο παράθυρο, τους νιώθω ακόμα, φτερούγιζαν, δεν θορυβούσαν, περίμεναν υπομονετικά, κι ο γερο Νικόλας, ένα χαμόγελο, και τα μουστάκια του ευφραίνονταν, ήρεμο και πράο, πού να ΄ξερε πως σφράγιζε με το θάνατό του μια ψυχούλα, κάτω των δέκα ετών!
Ο άλλος, Νίκος αυτός, δεν ερχόταν στο σπίτι στις επιθέσεις των Τούρκων τα βράδια, έστελνε την οικογένεια, η Ξένια, η θεια Καλλιόπη, τα μικρά παιδιά, το σπίτι γέμιζε γειτόνους, μια νύχτα, μια ομάδα μισόγυμνοι, έξω από την πόρτα, τεραστίων διαστάσεων, μας έβαλαν στουπί με πετρόλαδο να μας κάψουν, ανοίγει η μάνα, κάτι βρωμά, το στουπί το τουρκολόι. Αυτοσχέδια αμυντικά, νερό κοχλαστό να τους  χύσουμε από το ανώι, αν χτυπήσουν την άλλη πόρτα, και καυτό λάδι, τι να γίνει, εμείς αυτά ζήσαμε, πάτησαν απάνω μας τανκς!
Ο άλλος καπτα- Νικόλας, ο μικρός, πράσινος ή βένετος, λουκατίτης, μερακλής άνθρωπος,  όταν τον έδιωξαν από τη γειτονιά του, κατέβηκε στη δική μας, ήταν μια ρουσού, κόκκινα μαλλιά, κόκκινες φακίδες, του άρεσε, την παίρνει, μα γι’ αυτόν άλλοι θα γράψουν, οι νεότεροι.

Στέλιος Παπαντωνίου

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ

Ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
Ίσως κάποτε, αν λιγοστέψει η χρυσομπογιά, οι ζωγράφοι χρησιμοποιούν το πράσινο, πάντα ανάλογα με τη φτώχεια της εποχής, και τότε επικρατούσε μεγάλη, γιατί έρχονταν από τα χωριά να εγκατασταθούν στην πόλη να δουλέψουν, είχαμε ακόμα και τους πρόσφυγες, από Μικρά Ασία αυτή τη φορά, αργότερα μάθαμε και τρώγαμε κατάσαρκα τη λέξη. Εκεί στη γειτονιά ήταν ένας καπετάνιος, Θανάση τον έλεγαν, με τη Μικρασία είχε πάρε δώσε, μόλις ήρθαν οι πρώτοι πρόσφυγες, σ’ εκείνον κατέφυγαν, κανένα σπιτάκι να στεγάσουμε την οικογένεια; Ένα γύρο στο αρχοντικό  του γέροντα θα βρείτε, τους λεγόμενους από τη γιαγιά νοτάδες, καμαράκια, κι έτσι ο Χαράλαμπος έφερε τη Μαρία του από τη Μικρασία, ελληνικά ποτέ της καλά δεν έμαθε, και υπηρετούσαν το μεγάλο σπίτι του Κασσιανού μας, με τις δυο κόρες, λευκότατα πλάσματα στην ψυχή, έβλεπε η μια τη νύχτα ένα φως να περιτριγυρίζει τη σπιταρώνα και σταυροκοπιούνταν. Μιαν άλλη νύχτα βλέπει ένα καντήλι στο δάπεδο πεσμένο, τρέχουν, χτυπούν την πόρτα, ο Κασσιανός, γέρος πια, κοιμόνταν του καλού καιρού, πηδούν από το τοιχάρι, μπαίνουν μέσα, το καντήλι του Αντρέα καθισμένο στο δάπεδο, κι αυτός με τον Πέτρο να παίζουν βεζύρι βασιλέα, κι έφυγαν σιωπηλοί.
Ο θαυμαστός όμως Χαράλαμπος, της φωτογραφίας που λέω, με το πολύ πράσινο στο φόντο, ένας νεαρότατος στην ψυχή άνθρωπος, εκατό δεκατριώ χρόνων και τον πήραν στον Χάρτιγκ, φυλακίσεις, βασανιστήρια, όσα χρήματα θες να σου δώσω, λέει ο στρατάρχης κι άκουσε το «ου περί χρημάτων τον αγώνα…», εγγλέζος εκείνος, τον είχε δει τη νύχτα στο όνειρο, καθημαγμένο και γδαρμένο, σαν Μαρκαντώνιο Βραγαδίνο, ίδιο κι απαράλλαχτο, με όλα τα εργαλεία του βασανισμού της εποχής. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό, κι ύστερα, όταν τον συνάντησε στο Δίκωμο, αν θα βγω θα βγω πολεμώντας, και νίκησε έτσι το χάρο, αθανασίας πλήρης. Χαράλαμπος γαρ.
Θαυματουργός ο Χαράλαμπος της φωτογραφίας μας, έσωσε τους πρόσφυγες, οδήγησε με το DNA στην ανεύρεση αγνοουμένων, αλλά εκεί, στα σπιτάκια του Κασσιανού μας, στην αυλή,  παίζαμε εμείς κι ο άλλος θύμωνε, γιατί του τα αναστατώναμε όλα, μια με την μπάλα που χτυπούσε στα τζάμια, μια που ’μπαινε και μέσα, την ώρα του εσπερινού, μα το καλύτερο κι αξέχαστο ήταν πρώτο το τσιγάρο του, που  πάντοτε το’ κοβε στη μέση, τράβαγε μια δυο ρουφηξιές κι ύστερα πάλι στο ιερό, και δεύτερο, σαν μας έδινε κόλλυβα με το μικρό δισκάκι, κι εμείς φωνάζαμε κι εμένα θκειε, κι εμένα θκειε, κι αυτός αθκιάτζι.
Κατά τα άλλα, επάγγελμα καφετζής, ένα μικρό όσο να τον χωρεί δωματιάκι, κάπου εκεί, τέρμα Λήδρας, κοντά ήταν το λοκματζίδικο, η οδός Πάφου, κάμποσοι καζαντζήδες, χριστιανοί και μωαμεθανοί ένα αξεχώριστο, κοντά τα λεωφορεία του Θρασύβουλου του Μόρφου, οδός Ξενοφώντος, πάροδος Ερμού, κι ο παππούς με το σκαρπάρικο, εκεί έμαθα να φτιάχνω σπάγγους για ράψιμο. Σκάρπες και σκαρπίνια έφτιαχναν με τον κάλφα και τα κοπέλια, κι ύστερα στη Σκουριώτισσα, στην πλερωμή, να τα πουλούν. Απέναντι σχεδόν ένα αρμενάκι με τα κεπάπ του στο αμάξι, τόπος γεμάτος μυρουδιές από σουβλάκια συκωτάκια ο Σούτσος, αθάνατη επιγραφή στην περιοχή, με το Βαρνάβα και το Νίκο να κουβαλούν καφέδες και τον τατά να εμπορεύεται δέρματα, μεσίνι και βιδελάκι.
Ήταν κι άλλος Χαράλαμπος, Χαμπής αυτός, με τρία παιδιά αγόρια, ένας φοιτούσε στο Λύκειο τότε, μεγάλη σημασία σε όλα αλλά προπάντων στη στολή και στις παρελάσεις, μεταλλικά κουμπιά στο σακάκι, πηλίκιο σκληρό, σαν αξιωματικοί της αστυνομίας, και μια μπάντα από τις καλύτερες, έτσι κι ο μεγάλος, όταν πήγε στην Αμερική, κράτησε το σπίτι και για μας που θα ακολουθούσαμε ξωπίσω του, μην παιδευόμαστε τελευταία στιγμή, μιας ελληνίδας ήτανε, καλή μέρα να’ χετε. Κι άλλα δυο αδέλφια, καθένας με την τύχη και την ατυχία του, μα ήταν κι άλλος ακόμα, Χαμπής κι αυτός, νέος, να σκεφτείτε ένα καμαράκι δύο επί τρία, κι όμως το είχε κάμει παλατάκι. Όταν ήρθε μια μέρα στο σπίτι του γερόντιου του Κασσιανού ο φίλος μου ο Στέλιος από τον Αγρό, παλιός αντάρτης, βρήκε στη θέση της καμαρούλας μια μεγάλη βουκεμβίλια, που’ χε τη δική της ιστορία, κάθε μέρα έριχνε τόσα φύλλα και λούλουδα χάμω, λέει ο Κασσιανός, δεν την κόβουμε να ησυχάσει και λίγο ο Χαράλαμπος, να μη  ρίχνει νερά από το πρωί στην αυλή, περνά μια ξένη δημοσιογράφα, μας τραβά ένα άρθρο στη Cyprus Mail για την καλύτερη βουκεμβίλια στη Λευκωσία, την αφήσαμε εκεί, μα η καμαρούλα είχε από καιρό γκρεμιστεί. Και πού ΄ναι, ρωτά ο Στέλιος, εδώ, τον καιρό της ΕΟΚΑ είχα κάμει τρεις νύχτες, με κυνηγούσαν οι εγγλέζοι. Τώρα το θυμήθηκα, μια μέρα ο Χαμπής, μικρός εγώ, φοβάμαι από έρευνες των στρατιωτών αυτές τις μέρες, έχω μια βαλίτσα στο καμαράκι με κάτι φωτογραφίες που δεν θέλω να τις δουν, πάρε το σε παρακαλώ και φύλαξέ το κι εγώ το έδωσα στον Κασσιανό, να το βάλει στο πατάρι.
Έτσι γλύτωνε κόσμο κι έσωζε πολιτείες ολόκληρες.
Μεγάλος, πολύ μεγάλος ο Χαράλαμπος, γράφουν και τα παιδιά στο τέλος των εκθέσεων.

Στέλιος Παπαντωνίου 

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑς

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΣ
Ο κύριος Γιάννης, σεβάσμιος κύριος, μέγας συγγραφέας από τους σπάνιους, θεόπνευστος που λένε, όχι μασκαραλίκια που κάνουν μερικοί που δεν ξέρουν ν’ ακούσουν τη φωνή τους, μια μέρα με συνάντησε στο δρόμο, εκεί κοντά στο Παγκύπριο, με πας ως το φωτογραφείο του Ηρακλείδη, λέει, να βγάλω φωτογραφίες για ταυτότητα; Και βέβαια, μεγάλη μου τιμή, μου’ δωσε κι ένα αντίγραφο να το’ χω στο τηλέφωνό μου βιτρίνα, να τον θυμούμαι και να εμπνέομαι. Στηλωμένο τ’ αφτί το αριστερό, νομίζεις πως βλέπει αυτά που ακούει, αστραπές και βροντές και σεισμούς, συνταράζεσαι να διαβάσεις κείμενά του, πλημμυρισμένα από αγάπη κι οράματα, εκείνα τα καταπληκτικά, και λίγη είναι η λέξη, ελάχιστη.
Λίγες μέρες πριν συλλάβουν το Χρίστο μας, είπε η αντροπαρέα να βγουν οι δώδεκα της ομάδας, να τα πιουν σ’ ένα κεντράκι, εγώ ξέρω ποιος θα με προδώσει, λέει ο Χρίστος, κι έπεσε στην αγκαλιά του ο Γιάννης, ποιος αγαπημένε μου φίλε; Σύντομα θα το δεις, μόνο πρόσεχε τις κινήσεις στο τραπέζι, την ώρα που θα βουτώ στο λάδι της χωριάτικης σαλάτας, και ποιου δεν αρέσει. Ύστερα, τα ξανάπαμε, πήρε την κυρά Παναγιώτα στο σπίτι του, το άλλο, εκείνο το ζωγραφισμένο εσωτερικά, πολύ κοντά στη γειτονιά μας.
Το σπίτι αυτό, του Πίπη το λέγαμε, ήταν μικρό μα ωραιότατο, μεγάλες τιμές χρονιάρες μέρες, όλοι οι επίσημοι από εκεί περνούσαν, τελετές και μεγάλες κηδείες εκεί γίνονταν, η γιαγιά Ελεγκού, ήταν Ιούνιος του 50, πάμε μου λέει να σου κρατώ το χέρι και να με κρατάς, να πολογιάσουμε το Μακάριο, ο δεύτερος ήταν, καθισμένος σε ένα θρονί, στη μέση εκεί του ηλιακού, ημίφως, δεξιά ένας παπάς διάβαζε, μόνος τα έλεγε μόνος τα καταλάβαινε, μπαίνουμε στη σειρά, φιλούμε το χέρι του νεκρού, ήταν η τελευταία φορά που κάθισαν αρχιεπίσκοπο να τον θάψουν, τους έπεσε, κι ο επόμενος διέταξε, εμένα εκεί ψηλά στο θρονί κι όχι εδώ στο θρονί να πέσω να σπάσω τα μούτρα μου.
Ύστερα από κανένα χρόνο πάλι, συνωστισμός πολύς μέσα στο σπίτι, ήρθε ο Κυπριανός από τα ηνωμένα έθνη, είχε πάρει τους τόμους του δημοψηφίσματος για την ένωσή μας με την Ελλάδα, απολογισμός  μηδέν, ακόμα δεν αρχίσαμε, ανασκουμπωθείτε.
Πίσω από αυτό το ωραίο σπίτι του Γιάννη του αγαπημένου, ήταν ένα σχολείο, όπως τα παλιά της χώρας, όπως το δικό μας, όπως του αγίου Αντωνίου, προπύλαια, κολόνες, μια μέρα περνούσε ο Κάνθος έξω από το δημαρχείο μαζί μ’ ένα φιλοξενούμενό του, τι κολόνες είναι αυτές δάσκαλε; Ημιονικού ρυθμού, η απάντηση. Τέλος πάντων το σχολείο ήταν παράρτημα του Παγκυπρίου, το πρωί θηλέων, το απόγεμα αρρένων, την προηγούμενη χρονιά μας έκλεισαν τα σχολεία οι εγγλέζοι, δώστου εμείς διαδηλώσεις, κι ύστερα από τη μάχη της Σεβερείου, μικροί εμείς, πρωταίοι, κουβαλούσαμε με τους κουβάδες μπουκάλια και απομεινάρια από τα κτίσματα της καινούργιας πτέρυγας στην αυλή, δίπλα στη Σεβέρειο, κι αναγκαζόμασταν ν’ ανοίξουμε κρυφά σχολειά, να ρθουν να τα μελετήσουν όσοι κάνουν δοκτοράτα για ν’ αποδείξουν το αντίθετο.
Απογευματινοί εμείς, στη δευτέρα Γυμνασίου στο Παράρτημα αγίου Ιωάννου του Παγκυπρίου, ολημερίς γυρίζαμε, το δείλι στο σχολείο, άντε να μάθεις γράμματα! Πέρασα μια μέρα ύστερα από χρόνια, είχε ήδη κτιστεί εκεί ένα πραγματικό μέγαρο, πού είναι ρε παιδιά το σχολείο; Γκαράζ του μεγάρου, χάθηκε εν μια νυκτί, δεν ξέρω αν το γράφουν καν οι ιστορίες.
Έβγαλε τις φωτογραφίες ο Γιάννης, τον έφερα στη Λευκωσία, ένα ύφος σου λέω, να βλέπει όσα  ακούει, σεισμούς και καταποντισμούς, αγγέλους και δαιμόνους, να γράφει στις εφτά εκκλησίες της Λευκωσίας και να τις μαστιγώνει για τα κακά, να οραματίζεται και να καταγράφει, ένας εξόριστος στην Πάτμο, καλή ώρα, γιατί ποιος ξέρει αν είχαμε ή δεν είχαμε τα γραφτά του, αν δεν τον εξόριζαν.
Πάτμο είπα, λάθος, Σεϋχέλλες ήταν το όνομα, εμείς στις διαδηλώσεις μέσα κι έξω από τη Φανερωμένη, σου τον αρπάζουν μια ωραία πρωία, εκεί στο αεροδρόμιο, άλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη, τον μπάζουν σ’ ένα εγγλέζικο αεροπλάνο, και μάθαμε κι εμείς γεωγραφία, άκου Σεϋχέλλες.
Πριν γίνουν όμως όλα αυτά, ερχόταν κάθε πρωτοχρονιά στο σπίτι του γερόντιου, του Κασσιανού, ήταν προνόμιο, κάποτε είχαν ανάγκη μεγάλης βοήθειας εκεί, στο αρχοντικό τους, ο Κασσιανός τους βοήθησε γερά, από τούδε και στο εξής την πρωτοχρονιά στο σπίτι σου θα τη βγάζω, απεφάνθη ο ευεργετηθείς, ερχόταν λοιπόν, ανέβαινε στο θρόνο, ο πατέρας ήταν τότε επίτροπος, μια παλιά συνήθεια, μόλις άρχιζε να ψάλλει καταβασίες, ο πατέρας έπαιρνε σε ένα δίσκο ένα λαμπάδι,  του το πρόσφερε, ο αρχιεπίσκοπος είχε πάντα στην τσέπη μια λίρα, την έβγαζε τελετουργικά και την τοποθετούσε στο δίσκο, ο επίτροπος άναβε το κερί στο μανουάλι του Χρίστου μας, παλιά ωραία, ξεχασμένα αξέχαστα.
Ο Γιάννης όμως, ο φίλος, ο μεγάλος συγγραφέας, να τον διαβάζετε, όχι μόνο αξίζει τον κόπο αλλά και μαθαίνετε, έστω λίγο για το Λόγο, για το Θεό, για το φως και προπάντων για την Αγάπη.

 Στέλιος Παπαντωνίου

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΟΝ Ή ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ

ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΟΝ ή ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ
Γι’ αυτό ήρθα εδώ πάνω στο Σταυροβούνι να σε βρω, να σου τα πω, να κλίνω το γόνυ και να φιλήσω το χέρι σου, να σε ευχαριστήσω, για την προστασία πρώτα στη γειτονιά, κι ύστερα σ’ όλους εμάς, τα παιδιά σου, αφού δικά σου δεν έχεις. Το νιώθουμε πως σ’ έχουμε ασπίδα ακαταμάχητη, δεν είναι και λίγα που τραβήξαμε στη γειτονιά σου και δική μας, ας είσαι πάντα καλά. Σήκω πάνω, παιδί μου, εγώ δεν είμαι συνηθισμένος από τέτοια, δεν ακούς; Παραμύθια μου βγάλανε, ο τεμπέλης, λέει, που δεν κάνει τίποτε, και καλά να σου κάμει ο άγιος Θεός, να πεθάνεις δίσεχτο, την παραπανίσια μέρα.
Τώρα να μου πεις, πώς βρέθηκες στη γειτονιά, ένας κοσμογύριστος των ερήμων, ή της ερήμου, δεν έμεινε σκήτη που να μην επισκεφτείς, μέχρι πρώτο δημοσιογράφο σε βάφτισαν, να παίρνεις –λέει- συνεντεύξεις από τους ερημίτες, και τι είναι τούτο και τι είναι εκείνο, ένα μάθημα μας έδωσες για το πώς μπορεί να μαθαίνει ο άνθρωπος, από πρώτο στόμα, που λένε.
Καλά εγώ, θυμάσαι, καλούς γονιούς είχα, με τα φροντιστήριά μου, και ελληνικά και λατινικά, γλωσσομαθής, αλλά με τραβούσαν τα μοναστήρια, και πρώτο πρώτο εκεί στην πηγή, στη Βηθλεέμ. Να πάω, λέω στο φίλο μου Γερμανό, πας κι εσύ, πώς όχι; Και βρεθήκαμε εδώ, στο μοναστήρι του αγίου Ιερωνύμου, καλός ο γούμενος, δώσε μας άδεια, του λέμε μια μέρα, να πάμε κι εμείς στην έρημο, να δούμε και να μάθουμε, κι έτσι έγινε, την ευχή μου. Όπου σκήτη και γερόντιο που ήξερε κάτι παραπάνω, που σκέφτηκε, που έζησε, που είχε πείρα, πώς το λέτε, κι εμείς εκεί, με το Γερμανό. Τι είστε εσείς οι δυο, μας ρώτησε ένας μια φορά, δυο σώματα με μια ψυχή του είπαμε, του άρεσε.
Κι επειδή τίποτε δεν πάει χαμένο σ’ αυτό τον κόσμο, όλα εγγράφονται στο σκληρό σου δίσκο, κατά που λέτε κι εσείς οι κομπιουτεράκηδες, όταν ήρθε καιρός, τα κατέγραψα, κι έμειναν εκεί, να τα διαβάζει ο κόσμος, να τα μεταφράζει, κι όταν ακόμα μου ζήτησαν να μάθουν τις πρώτες βάσεις και τις τελετουργίες και τυπικά των μοναστηριών της ερήμου, μόνο εγώ ήμουν σε θέση να τους τα γράψω. Αν είναι να θεμελιώσουν μοναχισμό, στα σωστά θεμέλια να τον στηρίξουν, στους πρώτους και γνήσιους ερημίτες, έτσι κι έγινε, τουλάχιστον στη Δύση, γιατί εκεί στην Ανατολή, ποιος να τα βάλει με το Βασίλειο, αν και ξέρεις, με το Χρυσόστομο πολύ τα βρήκαμε, με χειροτόνησε διάκο, και μ’ έστειλε τότε που τον κυνηγούσαν στον πάπα Ιννοκέντιο να του τα ψάλλω ένα χεράκι, να δώσει κι αυτός ένα σημάδι πως δεν εγκρίνει τις διώξεις του, αλλά τίποτε δεν έγινε, έμεινα στη Ρώμη.
Α ρε παππούλη, ρε παππούλη, κι εμείς έτσι σε ξέρουμε, Ρωμαίο, δεν σε συγχύζουμε με δυο κυπρίους, αν και κάποτε το σκέφτομαι, να σας φέρω όλους μαζί, να συγκατοικήσετε, να το γιορτάζουμε δυο τρεις φορές το χρόνο, όχι κάθε μπις σεκτους. Ααα καλααα! Τώρα πέτυχες διάνα! Ας είμαι και μόνος, καλά τα καταφέρνω, κι ύστερα είδες, πήγα στη Μασσαλία, έχτισα δυο σπιταρόνες, μια για μας τους άντρες, μια για την αδελφή μου, όλο λέτε να ρθειτε να τα δείτε, κι όλο με τις φωτογραφίες τη βγάζετε, καλά να είστε.
Και πώς βρέθηκα στη γειτονιά, κι όλο στο μυστικό σας το έχω, άντε να δούμε, λέω, θα τα καταφέρουμε τώρα να μάθουμε κάτι; Όχι, λέει, δεν έχω τίποτε απόλυτα ξεκαθαρισμένο να σας πω.  Ξέρεις εκεί στη γειτονιά μας, πολλοί κυκλοφορούσαν στη Μασσαλία, και παροικία σχεδόν κυπριακή είχαμε, θα είδαν το σπίτι, θα το θαύμασαν, τους άρεσα και με τις ιστορίες μου, φαίνεται, άντε καλέ, στα παραμύθια θα το ρίξουμε πάλι;
Και μ’ έφεραν, θα’ ταν φραγκοκρατία δε θα ‘ταν, ο παπα Χριστόδουλος ο θαυμαστός  με την κυρά Μαρία του, βρήκαν εκεί σε μια σπηλιά στη γειτονιά σου ένα κράνος, ένα ευαγγέλιο, αυτά λένε τα έριξαν εκεί, στη σπηλιά και στα πηγάδια οι χριστιανοί, μην τα αρπάξουν οι μωαμεθανοί τότε, με την κατάληψη της Κύπρου στα 1571, κακιά ώρα που επαναλαμβάνεται σ’ αυτό τον τόπο που’ ήταν άγιος και τον κάματε του εξαποδώ... Αν ήταν εκεί ένα πρώτο μου σπιτάκι, κι ύστερα έκτισε ο παπάς ένα δεύτερο μικράκι, εσείς ξέρετε το τρίτο, 1854 που λέει κι η επιγραφή, εκ θεμέθλων, όχι:  «εκ θεμελίων», λεν οι γραμματιζούμενοι αγράμματοι.
Α ρε παππού, όλο προβλήματα μας βάζεις. Εκείνο το κράνος, δικό σου ήταν, και πού το φορούσες κι αν δεν ήταν δικό σου, του άλλου λέει ίσως, του κυπραίου. Εσείς καλά το’ χετε, τη δουλειά του κάνει, πονοκέφαλος! Γιατί εκεί στην εκκένωση, ήταν, ιστορεί η μάνα μου, η αεράμυνα, κι ο θείος Αντρέας ήταν εκεί, είχαμε στο σπίτι ένα κράνος, ένα γκλοπ, και μια παρόμοια σχεδόν με τους ψαροντουφεκάδες μάσκα, με ένα σωλήνα πλαστικό και στο τέρμα ένα σαν κουτί του γαλάτου, πλαστικό κι αυτό, μια φυσαρμόνικα σωλήνας, και παίζαμε παιδιά, πολύτιμα κειμήλια, πού να ξέραμε, χάθηκαν, τα δικά σου τα φυλάμε.
Εκεί, μου λέει, το πρώτο μου μικρό σπιτάκι, κι ύστερα να μεγαλώνει, μεγάλωνε κι ο μαχαλάς, τι μερακλήδες άνθρωποι, κι έχτισαν το μεγάλο μου σπίτι, στη γιορτή μου να βάζω τις χρυσαφιές καδένες μου, και τη σκούφια, το κράνος μου, να χαίρονται οι φίλοι.
Τη Δευτέρα της Καθαράς, λέω εγώ,  που δίνω μια βόλτα στα σπίτια της Χώρας, βρίσκω το δικό σου το πιο όμορφο ή κάνω λάθος, σαν το πουλί που νομίζει το δικό του παιδί το πιο ωραίο! Είν ‘ αλήθεια, μου κάνει. Οι γειτόνοι μου πάντα ήταν μερακλήδες, αυτή η λέξη. ‘Ο τι πιο καλό μου το έφερναν, παράπονο δεν έχω, καλά περνώ και πέρασα, και με την αστοχιά και με το χαλάζι.
Ήταν ένα καιρό που γύρωθε στο σπίτι μου ήταν άλλα φτωχικά, να μένουν οι παπάδες κι οι καντηλανάφτες, αν έχει και κάνα έσοδο η εκκλησιά σας δεν ήταν κακό, τι λέτε;
Πού με παίρνεις, παππούλη! Εμείς την αυλή σου την είχαμε για παιχνίδι, μέσα ο Παπάκωστας να ψάλλει, έξω εμείς να παίζουμε πιριλλί και χωστό και μπάλα και βασιλέα, και σβούρες και τριάππηθκια, και καβαλλούρι και… και… τι λέω, πλούσια παιδιά που ήμαστε στον καιρό μας! Τίποτε δεν θέλαμε, όλα μόνοι μας τα φτιάναμε, ύστερα μεγαλώσαμε και τ’ αγοράζαμε από τα καταστήματα, οπισθοδρομική πρόοδος.
Κι ύστερα άρχισαν ο επιθέσεις, πρώτα στου γείτονά μας του Λουκά, κι ύστερα σε σένα, και τρέχαμε από Χαλκίδα ως την άκρη της Χώρας να ρθούμε να σε ποσπάσουμε από τον τουρκομαχαλλά, που άνοιγε το στόμα και μπούκιαζε, κι οι εγγλέζοι να ξύνουν πράσινα μολύβια!  Πού είσαι τώρα ν’ ακούσεις και να φρίξεις, εμείς φταίμε για όλα να λεν  οι αδιάντροποι, και πού ήταν η ενορία σου, η μεγαλύτερη της Χώρας; Σαν ξεκινούσαμε, με την αγιαστούρα ο Παπάκωστας στο χέρι κι εγώ με το χάλκινο του αγιασμού, δεν είχε τέρμα η ενορία, από Χάντακα ως Μεγάλου Κωνσταντίνου, όλα τα’ φαγαν, ένα μικρό καλύκι έμεινε, κι αυτό το θαύμα σου: που είσαι ακόμα εκεί, ζεις και βασιλεύεις. 
Άντε γεια. Και να προσέχεις.
Στέλιος Παπαντωνίου

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

ΜΙΧΑΛΗΣ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΣ

ΜΙΧΑΛΗΣ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΣ
Τρία τέσσερα αδέλφια ήταν ή και περισσότερα, εμείς ξέραμε μόνο το Μιχάλη και το Γαβρίλη καλά καλά, αυτόν που είδε πρώτος την κοιλιά της Παναγιώτας και της είπε, Ρε Παναγιώτα, σαν να μεγάλωσε η κοιλιά σου… άντε από δω βρε. Οι άλλοι, ακουστά τους έχουμε, ήταν ένας Ραφαέλλος, με την αρχαιολογία ασχολήθηκε ερασιτεχνικά, όπου έβλεπε κάτι σαν σφίγγες ή λιοντάρια με φτερά, νόμιζε πως ήταν πρόγονοί του και καθόταν να γράφει στο διαδίχτυο για το γενεαλογικό του δέντρο. Κάποτε μάλιστα του μπήκε να πάει και στο Πανεπιστήμιο, μεγάλος πια στην ηλικία, να κάμει διατριβή για τις σφίγγες και τα φτερωτά λιοντάρια. Του ζήτησαν όμως πολλά λεφτά, ιδιωτικό πανεπιστήμιο ήταν, και τα παράτησε.
Ο Γαβρίλης, καλό παιδί, τον υιοθέτησαν εκεί στη γειτονιά, δεν το ήξερε, όταν το’ μαθε τρελάθηκε ο άνθρωπος, τον κλείσαν για καιρό στο ψυχιατρείο, όταν έβγαινε καθόμασταν μαζί του να του κρατάμε παρέα, του δίναμε κάνα φράγκο να περνά, λίγο μικρότερος ίσως. Αυτός όμως ποτέ δεν ξεχνούσε την αγάπη του στα λουλούδια, στα κρίνα ιδιαίτερα, από τον καιρό της αρχαιολογίας του Μαρινάτου, που μας έλεγε με καμάρι, και τι νομίζετε, μόνο ο Θεός σας μύρισε κρίνο, εδώ τα ευρήματα μαρτυρούν άλλα. Καλά, αρχαιολόγος μεγάλος είσαι, δε θα ρθουμε εμείς να τα βάλουμε μαζί σου, για ένα τάληρο παλεύουμε, να περάσουμε το μάθημα.
Ο Μιχάλης όμως, αυτός αν και ταχυδρομικός, στρατιωτικός φαινόταν, πάντα μ’ ένα σουγιά στην τσέπη, τον φοβόμασταν. Κάποτε στην εκκλησιά μας, γύρω στο 1888, πέρασε από το νου των επιτρόπων να ζωγραφίσουν τις κολόνες,  δυο όλες κι όλες, τη μια με τον άγιο Αντώνιο και Σάββα και με τη βάφτιση του Χριστού, την άλλη με το Μιχάλη να παίρνει την ψυχή ενός κρεβατωμένου, και κάτι γράμματα με προσπάθεια να σβηστούν, τι είχε γίνει; Ο επίτροπος που ανέλαβε να πληρώσει τον ζωγράφο, τον πλήρωσε, ο ζωγράφος νομίζοντας πως από την τσέπη του τα βγάζει ο άνθρωπος, του ‘γραψε κι ένα επίγραμμα ευχαριστήριο, με τ’ όνομά του, το βλέπουν οι άλλοι, τι ρεζιλίκια είν’ αυτά; Κι αναγκάζεται ο ζωγράφος να τα σβήσει με κάμποσα ΧΧΧ από πάνω τους, τα βλέπουμε όμως σήμερα  οι γνωρίζοντες και κάνουμε χάζι.
Ένα σεφέρι ο Μιχάλης έκανε και το νεκροθάφτη, για την ακρίβεια τον αμαξηλάτη που οδηγούσε τη νεκροφόρα με το άλογο, ένα λευκό άλογο, αν θυμάστε, με μια μαύρη νεκροφόρα, κατά μήκος της μια πλατφόρμα μετακινούμενη, για να ευκολύνονται στην είσοδο και έξοδο του φερέτρου, κι από κάτω κενό, να τοποθετεί κάμποσα στέφανα ο Μιχάλης, χειροποίητα ήταν τότε, με χάρτινα φύλλα, ένα σύρμα κυκλικό, κάμποσο αμπαζιούρ για κάλυμμα και ένα λουλούδι στη βάση, ένα σελίνι το κομμάτι, εις μνήμην.
Το θάνατο δεν τον φοβόταν, το απέδειξε σ’ όλες τις μάχες της περιοχής, ήταν εκεί στο φυλάκιο της Αντιγόνης του Καπαρτή, μαζί με το Γαβρίλη, άλλος αυτός, από κάτω καθόταν η οικογένειά του, το φυλάκιο ανώι, μια μέρα τους ρίχνουν το 74 ένα όλμο οι Τούρκοι, μου πληγώθηκε ο Μιχάλης και τον πήραν στη Λεμεσό στο νοσοκομείο, της Χώρας ήταν γεμάτο, έκαμε λίγο καιρό, τον απέλυσαν, ύστερα όμως ήρθαν τα κακά, δεν καταλαβαίναμε τότε από τέτοια.
Ο Γαβρίλης ο άλλος, της Νιόβης ο γιος, έμεινε μόνος στο φυλάκιο, έρχεται μια μέρα διαταγή, κατεβείτε να σώσετε τις εικόνες του Άι Γιώργη, γιατί σε λίγο ειδοποίησαν πως θα βάλουν φωτιά στα Δημοτικά και στην εκκλησιά, κι ο Γαβρίλης απαθανατίστηκε στις φωτογραφίες του ππι άι όου κουβαλώντας εικόνες. Ήταν εκεί κοντά κι ένας πυροσβέστης, αργότερα γνώρισα τον άνθρωπο, τα λέγαμε περιμένοντας τα εγγόνια μας να σχολάσουν από το Δημοτικό, έτσι κι έτσι, μου λέει, εκείνη τη μέρα ήμουν εκεί, και ρωτώ, πού είναι οι Τούρκοι ρε παιδιά, κι ακούω μια φωνή παραπλεύρως να μου λέει, δαμαί, μάστρε.
Του Μιχάλη του άρεσε πολύ η Οδύσσεια, εκεί που κουβαλεί τις ψυχές των μνηστήρων ο Ερμής στον Άδη, φιλομαθές παιδί, ό τι έβρισκε διάβαζε, στο αίμα τους το είχαν οικογενειακώς. Σαν δεν είχε δουλειά, καθόμασταν εκεί στο καφενείο, τα Ελευθέρια ή του Κάουρα, όπως το ήξεραν παλιά, ύστερα το πήραν ο θείος Αντρέας κι η θεία Μαρούλα, και φιλοσοφούσαμε για το θάνατο, το αγαπητό του θέμα, μια με τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα, τις τελευταίες μέρες του Σωκράτη στη φυλακή, μια με τους Στωικούς, κάτι έξυπνα που έλεγαν, αν ήταν ο θάνατος κάτι φοβερό, θα ‘ταν και για το Σωκράτη, ή το θάνατο δεν τον καταλαβαίνεις αφού είσαι ζωντανός κι όταν πεθάνεις πάλι δεν τον καταλαβαίνεις αφού είσαι πεθαμένος, κι άλλα τέτοια ωραία. Καλό βόλι, έλεγαν οι αγωνιστές και κάτι ήξεραν.
Του Μιχάλη μου όμως το βόλι δεν ήταν καθόλου καλό, γιατί τον πήραν στη Λεμεσό στο νοσοκομείο, τον έβγαλαν, καλός και δυνατός, ένα μοναδικό παλικάρι, έτρωε  έπινε δούλευε, τίποτε δεν φοβούνταν, ήρθε όμως κι ο καρκίνος του πνεύμονα, με τα πακέτα την ημέρα το κάπνισμα, η γυναίκα του του έβαλε και στο σεντούκι, να ‘χει να καπνίζει, ο καρκίνος τον χτυπά και στον εγκέφαλο, κι όταν άρχισαν τις αχτίνες, τι μας λεν οι γιατροί; Μα το κεφάλι του Μιχάλη σας είναι γεμάτο απομεινάρια όλμου.
Δεν πέθανε ήρωας πολέμου. Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του.